Supreme Court dismisses appeal against forest land ruling due to vague legal argument and procedural death of a party.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a lower court ruling regarding forest land ownership. The State argued the land was private, but the court found its legal argument vague and failed to cite the specific facts supporting the lower court's decision. Additionally, the death of one of the opposing parties during the appeal proceedings caused the trial to be suspended, which the court addressed by allowing the heirs to continue the case.
Legislator headnote
AI generatedArticles 286, 287, 290 of the Code of Civil Procedure; The death of a party suspends the trial, and an appeal must be specific regarding the violated substantive law and supported by the full facts of the lower court's decision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 27 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 27/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου, Αναστασία Περιστεράκη, Μαρία Κουφούδη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Γιολάντα Παπαρούνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Γ. του Α., κατοίκου ... Αιτωλοακαρνανίας, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2) Π. Γ. του Α., κατοίκου ... Αιτωλοακαρνανίας, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Φραίμη που ανακάλεσε την από 26-10-2020 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος δικηγόρος Αλέξανδρος Φραίμης, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, δήλωσε ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος απεβίωσε στις 20-01-2018, σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμόν …/2018 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου της Δημοτικής Ενότητας ... Αιτωλοακαρνανίας και την βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εκ διαθήκης κληρονόμοι αυτού: α) Ε. χήρα Π. Γ., β) Δ. Γ. του Α., γ) Ε. Γ. του Α., κάτοικοι ... Αιτωλοακαρνανίας, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-03-2002 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 72/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1158/2006 οριστική του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 18-9-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Κουφούδη ανέγνωσε την από 9-11-2020 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287, 290 ΚΠολΔ, (όπως το άρθρο 287 αντικαταστάθηκε με την παρ.2 του άρθρου δεύτερου του άρθρου 1 του ν. 4335/2015), που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, συνάγεται ότι η δίκη διακόπτεται αν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.
Ο θάνατος του διαδίκου, που επιφέρει τη βίαιη διακοπή της δίκης, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, μπορούν να γνωστοποιηθούν με επίδοση δικογράφου ή προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή με τις προτάσεις οπότε, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητας των κληρονόμων, η δίκη συνεχίζεται αμέσως.
Στη προκείμενη περίπτωση, όπως αποδεικνύεται από το αντίγραφο της υπ’ αριθ. …, από 20-01-2018 ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξιάρχου ... του Δήμου … Αιτωλοακαρνανίας, στις 20-01- 2018, στον Αστακό απεβίωσε ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων Π. Γ., ο οποίος, όπως προκύπτει από το νομίμως προσκομιζόμενο αντίγραφο της υπ'αριθ. .../25-4-2018 Πράξεως αποδοχής κληρονομιάς της Συμβολαιογράφου Ξηρομέρου Κων/νας Ευστρατίου Τζογάνη, η οποία μεταγράφηκε νομίμως, κληρονομήθηκε νομίμως εκ διαθήκης από τους Ε.
χα Π. Γ., Δ. Γ. του Α. και Ε. Γ. του Α.. Οι τελευταίοι υπό την ιδιότητα τους αυτή, για την οποία δεν υπήρξε αμφισβήτηση νομίμως δήλωσαν με τις κατατεθείσες ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου προτάσεις τους στις 26-10-2020 και διά του πληρεξουσίου τους δικηγόρου Αλέξανδρου Φραίμη στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, το θάνατο του προαναφερόμενου αναιρεσίβλητου και την εκούσια στο όνομά τους επανάληψη της διακοπείσας βίαια λόγω του θανάτου του δίκης, η οποία πλέον νομίμως συνεχίζεται.
Φέρεται για συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου η από 18-09-2009 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ'αριθ. 1158/2006 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 όπως ίσχυε πριν οι παρ. 2 και 3 αντικατασταθούν με το άρθ.1 του άρθ.3 του Ν. 4335/2015, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).-
Η διαδικαστική πορεία της υποθέσεως, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, έχει, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, ως εξής:
Με την ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου από 22-03-2002 αγωγή τους κατά του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, οι αναιρεσίβλητοι ζήτησαν να αναγνωριστούν κατά 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος της περιγραφομένης αγροτικής εκτάσεως 78 στρεμμάτων, επικαλούμενοι παράγωγο αλλά και πρωτότυπο τρόπο κτήσης της συγκυριότητας τους επ' αυτού. Επί της αγωγής αυτής το Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου, αφού δίκασε κατά την τακτική διαδικασία εξέδωσε αντιμωλία των διαδίκων την υπ'αριθ. 27/2002 οριστική απόφαση του, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή ως κατ' ουσία βάσιμη.
Κατά της πρωτόδικης αυτής αποφάσεως το ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, άσκησε την από 04-06-2003 την έφεση, επί της οποίας το Εφετείο Πατρών, εξέδωσε κατά την τακτική διαδικασία αντιμωλία των διαδίκων την υπ'αριθ. 1158/2006 αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, με την οποία, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ'ουσία την ως άνω έφεση.
[Α] Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της αρχής της συζητήσεως (άρθρο 106 ΚΠολΔ), διασφαλίζεται η συμμόρφωση προς τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, ώστε να λαμβάνονται υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι και μόνον αυτά.
Ο λόγος όμως είναι αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν με σαφή και ορισμένο τρόπο και νόμιμα προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολογήσεως εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.
Ωστόσο, ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν, παρά τη διαβεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι έλαβε υπόψη όλα τα προσκομισθέντα και επικληθέντα αποδεικτικά μέσα, ο Άρειος Πάγος, συνεκτιμώντας και το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, καταλήγει ότι δεν καθίσταται οπωσδήποτε βέβαιο ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη το συγκεκριμένο αποδεικτικό έγγραφο, το οποίο, αν το είχε λάβει υπόψη, θα είχε καταλήξει σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα (ΑΠ 110/2020).
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος, το αναιρεσείον, Ελληνικό Δημόσιο, προσάπτει στη προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ' ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο, κατά το σχηματισμό του πιο πάνω αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη για την απόδειξη του ισχυρισμού του, τον οποίο επανέφερε και ως λόγο εφέσεως, ότι η επίδικη έκταση τυγχάνει δημόσια δασική:
(I) τα έγγραφα που επικαλέστηκε και προσκόμισε και συγκεκριμένα: α) το υπ' αριθ. …/1991 Πρωτόκολλο Διοικητικής Αποβολής του Δασάρχη Αμφιλοχίας, το οποίο εκδόθηκε εις βάρος των αντιδίκων, με το οποίο αυτοί αποβάλλονταν τόσο από την επίδικη έκταση, όσο και από την γειτονική προς ανατολάς έκταση, εμβαδού 39 στρεμμάτων, ήτοι αποβάλλονταν από μία έκταση συνολικού εμβαδού 117,000 τ.μ., καλυπτόμενη από βελανιδιές και ασφάκες, β) την από 8 Μαΐου 2002 έκθεση -φωτοερμηνείας - αυτοψίας του δασοπόνου Μ. Γ., η οποία συντάχθηκε μετά από αυτοψία στην επίδικη έκταση και στερεοσκοπική μελέτη των αεροφωτογραφιών των ετών 1945 ( No … και …) και 1986 (No … και …), από την οποία προκύπτει ότι η επίδικη έκταση καλυπτόταν από αραιές βελανιδιές και θάμνους αγριαχλαδιάς και ασφάκας, ενώ αντιθέτως δεν υπάρχουν ίχνη καλλιέργειας, όπως πεζούλια ή κτίσματα, γ) το απόσπασμα χάρτη κλίμακας 1/500 και τα σκαριφήματα των ετών 1945 και 1985, στα οποία οι βελανιδιές που υπάρχουν μέσα στην επίδικη έκταση έχουν σημειωθεί με μπλέ κύκλο και ανέρχονται σε εκατό και από όπου επίσης προκύπτει ότι η επίδικη έκταση έχει την ίδια ακριβώς μορφή με τις γειτονικές δασικές εκτάσεις και
(II) την κατάθεση του μάρτυρος των αντιδίκων, ο οποίος κατέθεσε ότι μέσα στην επίδικη έκταση φύονται βελανιδιές και αγραπιδιές, και ότι οι ελιές που έχουν προέλθει από καλλιέργεια είναι μόλις δέκα ετών, δηλαδή, φυτεύτηκαν κατά το χρόνο που οι αναιρεσίβλητοι κατέλαβαν την έκταση, καθώς και ότι οι μεγάλες ελιές έχουν προέλθει από εμβολιασμό.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από τη διαβεβαίωση του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη του τις καταθέσεις των μαρτύρων που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης και όλα τα έγγραφα ,τα οποία προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το σύνολο των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης του δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε:
(I) τα ανωτέρω έγγραφα που επικαλέστηκε το αναιρεσείον, σε ορισμένα εκ των οποίων γίνεται ειδική αναφορά (βλ. φύλλο 18 δεύτερη σελίδα της προσβαλλόμενης απόφασης) και
(II) την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα των αναιρεσιβλήτων ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, της οποίας γίνεται επίσης ειδική αναφορά (φύλλο 18 πρώτη σελίδα της προσβαλλόμενης απόφασης).
[Β] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 19/2020).
Ειδικότερα, στην περίπτωση της κατ'ουσίαν έρευνας της υπόθεσης από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 εδ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, γ) το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, ήτοι η αποδιδομένη με τον λόγο αναίρεσης πλημμέλεια και η διαγνωσθείσα βάση αυτής έννομη συνέπεια (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 20/2005).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και^ ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικό περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/2020, 6/2019, 1/1999).
Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή, για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 550/2017). Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998).
Συνακόλουθα, η ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή; από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης (ΑΠ 109/2020).
Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου της αναίρεσης το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση του Εφετείου την από το άρθρο 559 αριθ. 19 πλημμέλεια της ελλείψεως επαρκούς αιτιολογίας με το να δεχθεί ότι "[...] Από τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι το επίδικο δεν υπήρξε δάσος ή δασική έκταση ή χορτολειβαδική έκταση αλλά αποτελούσε ιδιοκτησία των παραπάνω δικαιοπαρόχων των εναγόντων, η οποία μεταβιβάστηκε σε αυτούς, σύμφωνα με τα παραπάνω.
Ουδέποτε το Δημόσιο με τα όργανά του άσκησαν σε αυτό πράξεις νομής (επιτήρηση, ξύλευση κ.λπ.) μόνο δε από το έτος 1991 και λόγω των εντός αυτού ατόμων βελανιδιάς, όπως προαναφέρθηκε, αμφισβήτησε το εναγόμενο Δημόσιο το ιδιοκτησιακό καθεστώς του επιδίκου ισχυριζόμενο ότι αυτό είχε τη μορφή δασικής έκτασης, η δε κάλυψη του επιδίκου τμήματος του ως άνω ακινήτου από αραιές βελανιδιές και θάμνους αγριαχλαδιάς και ασφάκας δεν είναι ικανή να προσδώσει σε αυτό δημόσιο δασικό χαρακτήρα, ούτε αποδείχθηκε ότι ανέκαθεν η ευρύτερη έκταση στην οποία συμπεριλαμβάνεται και το επίδικο χρησιμοποιείται ως βοσκότοπος όπως το εναγόμενο ισχυρίζεται με την έφεσή του.
Τα αυτά δεχθείσα η εκκαλουμένη η οποία δέχθηκε την αγωγή και αναγνώρισε συγκυρίους κατά ποσοστό τον καθένα τους επί του άνω ακινήτου, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και συνεπώς τα αντίθετα υποστηρίζοντες λοιποί σχετικοί λόγοι της έφεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι και συνεπώς η έφεση στο σύνολο της […]».
Με το περιεχόμενο αυτό ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και, συνακόλουθα, απαράδεκτος, διότι δεν διαλαμβάνονται σ'αυτόν, οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το εν λόγω δικαστήριο, ως θεμελιωτικά της κρίσης του, για την απόρριψη του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου ότι η επίδικη έκταση ήταν ανέκαθεν δημόσια δασική, παρά περιορίζεται στο να διαλάβει μόνο το συμπέρασμα της ουσιαστικής κρίσης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και κάποιες αποσπασματικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης κατ' επιλογή, χωρίς ν' αναφέρει το σύνολο των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά με την προσβαλλομένη απόφαση, με βάση τα οποία κατέληξε σε δυσμενές για το αναιρεσείον συμπέρασμα, ούτε επισημαίνονται στο λόγο αυτό του αναιρετηρίου οι σχετικές κρίσιμες παραδοχές (μη κατά τα προεκτεθέντα διαλαμβανόμενες) που συνιστούν τις κατά το αναιρεσείον υπάρχουσες ανεπάρκειες των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης.
Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, αποδίδει στο Εφετείο την από το άρθρο 559 παρ.1α του ΚΠολΔ πλημμέλεια της ευθείας παράβασης των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 1,2,3 του από 17/29.11.1836 β.δ/τος "Περί ιδιωτικών δασών" και 62 παρ.1 του Ν. 998/1979 και 24 του Συντάγματος, διότι αν και σύμφωνα με της ανέλεγκτες παραδοχές του Εφετείου "το επίδικο καλύπτεται από αραιές βελανιδιές, και πυκνή βλάστηση, από ασφάκες και πουρνάρια" ερμηνεύοντας εσφαλμένα τις παραπάνω διατάξεις δέχθηκε ότι το επίδικο ήταν ανέκαθεν αγρός και όχι δημόσια δασική έκταση.
Με το περιεχόμενο αυτό ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και, συνακόλουθα, απαράδεκτος, διότι εκτός του ότι δεν αναφέρεται, όπως για το ορισμένο του λόγου αυτού θα έπρεπε, το περιεχόμενο των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε ήτοι των διατάξεων των άρθρων 1,2,3 του από 17/29.11.1836 β.δ/τος "Περί ιδιωτικών δασών " και 62 παρ.1 του Ν. 998/1979, στο παραπάνω λόγο διαλαμβάνονται οι ανωτέρω αποσπασματικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης κατ'επιλογή του αναιρεσείοντος, χωρίς ν' αναφέρει το σύνολο των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, ως θεμελιωτικά της κρίσης του Εφετείου για την αναγνώριση των αναιρεσιβλήτων ως συγκυρίων του επιδίκου ακινήτου, και της απόρριψης του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος ότι η επίδικη έκταση ήταν ανέκαθεν δημόσια δασική, υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη ευθεία παραβίαση των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του εκ του αριθμού 1 εδ.
α του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, δεύτερου λόγου αναίρεσης.
Κατ'ακολουθίαν τούτων, πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολο της, και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων σε βάρος του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), τα οποία όμως πρέπει να καταλογιστούν μειωμένα, κατά τα άρθρα 22 παρ.1 του ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 Εισ.Ν.ΚΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 18-09-2009 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 1158/2006 απόφασης του Εφετείου Πατρών.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων εις βάρος του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 13 Νοεμβρίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ