Legislator Case Law & Legislation
27/2020 AI generated

27/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 27/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο, Ανθή Γκάμαρη, και Μαρία Μουλιανιτάκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

27/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ούτως αναιρεσιβαλομένη η απόφασις θα έδη όπως αναιρεθή κατ'άρθρον 559". Οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν προεχόντως ως απαράδεκτοι, λόγω αοριστίας, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ενάριθμα σε ποιο λόγο αναρέσεως, από εκείνους που περιοριστικά αναφέρονται με αριθμούς 1 έως και 20 στο άρθρο 559 ΚΠολ.Δ., υπάγονται οι επικαλούμενες, αντίστοιχα, με τους άνω λόγους αιτιάσεις (ΑΠ 991/2013, 724/2012, 1621/2011).

Keywords

AI generated
original signature forgery of official documents previous legal status identity documents role of leader or instigator withdrawal of driving license
AI generated
933/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-10-1985 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 434/2002 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 7/2005 του Εφετείου Αθηνών (Μεταβατική έδρα Χαλκίδας). Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25 Ιουλίου 2005 αίτησή του και τους από 9 Μαρτίου 2006 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Διονύσιος Γιαννακόπουλος ανέγνωσε την από 27 Φεβρουαρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των τετάρτου και εβδόμου κυρίων λόγων αναιρέσεως και την απόρριψη όλων των λοιπών κυρίων και προσθέτων λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
956/2016
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Καπελούζο (κωλυομένης της Αρεοπαγίτου Αικατερίνης Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά), Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αριστείδη Πελεκάνο - Εισηγητή και Δημήτριο Χονδρογιάννη, Αρεοπαγίτες.
861/2022
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
1138/2018
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Μαρτίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
2203/2009
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-11-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 27 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 27/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο, Ανθή Γκάμαρη, και Μαρία Μουλιανιτάκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 16η Οκτωβρίου 2019 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: 1. Λ. Π. του Μ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ιωάννη Πατρινό.

Του αναιρεσίβλητου: Ι. Π. του Μ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Αναστασία Τσιαδήμου

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-9-1991 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1196/1992 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 364/2001 του Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-6-2001 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Μαρία Μουλιανιτάκη, ανέγνωσε την από 1-3-2019 έκθεση της Αρεοπαγίτη Παρασκευής Καλαϊτζή με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος, ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τη κρινόμενη από 12/6/2001 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, με αριθμό 364/2001 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, που απέρριψε την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Λ. Π. κατά της 1196/1992 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία είχε γίνει δεκτή κατ' ουσίαν η αγωγή του αναιρεσιβλήτου Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και, συνεπώς, είναι παραδεκτή [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔικ], πρέπει δε να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔικ).

Ι.Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ συνάγεται ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση, διαφορετικά, με αυτεπάγγελτη έρευνα του Αρείου Πάγου, ο λόγος αναίρεσης κρίνεται αόριστος και, ως εκ τούτου, απαράδεκτος (ΑΠ Ολ. 32/1996).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον πρώτο αναιρετικό λόγο, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, επικαλούμενος κατά λέξη ότι : "Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφασις εδέχθη ότι ο εξετασθείς κατά την αποδεικτικήν διαδικασίαν μάρτυς δικηγόρος Ι. Κ. ήτο εξαιρετέος ως τοιούτος δι'ον λόγον και δεν έλαβε υπ'όψιν της την κατάθεση αυτού επί τω λόγω ότι ούτος είχεν ιδιαίτερον ουσιαστικό και ηθικόν συμφέρον, εκ της εκβάσεως της προκειμένης δίκης.

Πλην όμως και αληθώς λαμβανομένων υπ'οψιν των εν τη αποφάσει περιγραφομένων περιστατικών ταύτα δεν συνιστούν ιδιαίτερο ουσιαστικόν και ηθικόν συμφέρον εις την έκβασιν της δίκης εν τω προσώπω του συγκεκριμένου μάρτυρος καθ'όσον ούτος εις όλας τας διενέξεις μεταξύ εμού και τρίτων ενήργησε ως δικηγόρος και εντός του πλαισίου των ανατεθέντων εις αυτόν καθηκόντων και εντολών και ουδέν συμφέρον είχε έστω και ηθικόν εκ της εκβάσεως της μεταξύ εμού και του αντιδίκου εκκρεμούς δίκης.

Ούτω η πληττομένη απόφασις τυγχάνει αναιρετέα κατ'άρθρο 559". Περαιτέρω, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση επικαλούμενος κατά λέξη ότι:" Εδέχθη η αναιρεσιβαλομένη απόφασιςότι δυνάμει του υπ'αριθμ. ...1987 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Αγνής-Αλίκης Δήμου Κολλιούση δυνάμει της οποίας εγενόμην δι'αυτοσυμβάσεως κύριος συγκεκριμένου αριθμού ακινήτων δεν εδικαιούμην τούτο καθ' όσον απηγορεύετο κατ'αρχήν εις εμέ η δικαιοπραξία μετά του εαυτού μου ως αντιπροσώπου του εντολέως αντιδίκου ενώ θα έδη να δεχθή ότι ήτο επιτρεπτή εις εμέ η αυτοσύμβασις δεδομένου ότι δι'αυτής εχώρη εξόφλησις αξιώσεώς μου κατά του αντιδίκου αναγνωρισθείσα διΊδιωτικού εγγράφου προϋπάρχοντος του πληρεξουσίου εις εμέ και ούσης της εγγράφου αναγνωρίσεως αιτιολογικού λόγου της χορηγήσεως της ειδικής εντολής.

Ούτως αναιρεσιβαλομένη η απόφασις θα έδη όπως αναιρεθή κατ'άρθρον 559". Οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν προεχόντως ως απαράδεκτοι, λόγω αοριστίας, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ενάριθμα σε ποιο λόγο αναρέσεως, από εκείνους που περιοριστικά αναφέρονται με αριθμούς 1 έως και 20 στο άρθρο 559 ΚΠολ.Δ., υπάγονται οι επικαλούμενες, αντίστοιχα, με τους άνω λόγους αιτιάσεις (ΑΠ 991/2013, 724/2012, 1621/2011).

II.Παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό. 20 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενο του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή, ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο.

Για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου παραμορφώθηκε, όχι δε όταν απλώς το έχει συνεκτιμήσει μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος (ΑΠ Ολ.1/1999, ΑΠ 22/2018).

Κατά την έννοια του αρθρ. 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ δεν συνιστούν έγγραφα εκείνα που δεν χαρακτηρίζονται κατά τα αρθρ. 339 και 432 - 449 του ΚΠολΔ ως αποδεικτικά έγγραφα, όπως είναι οι εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης, που αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 620/2014). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του υπέπεσε στην από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και ειδικότερα, ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο τριών, όπως αναφέρει, εκθέσεων πραγματογνωμοσύνης.

Ο ανωτέρω λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην πιο πάνω νομική σκέψη, οι επίμαχες εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης, για τις οποίες επισημαίνεται δεν αναφέρει ποιός τις συνέταξε, τον αριθμό κατάθεσής τους, αλλά ούτε και τις προσκομίζει, δεν αποτελούν έγγραφα κατά την έννοια του άνω άρθρου 559 αριθμ. 20 ΚΠολ.Δ, ώστε η τυχόν παραμόρφωση του περιεχομένου τους να ιδρύει λόγο αναίρεσης.

III. Κατά το άρθρο 559 αρ.1 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου υπάρχει, όταν το δικαστήριο παρέλειψε να εφαρμόσει κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καίτοι ήταν εφαρμοστέος στη συγκεκριμένη περίπτωση βάσει των παραδοχών του ή εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, τον οποίο, με βάση τις ίδιες παραδοχές, δεν έπρεπε να εφαρμόσει.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και; ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ ΑΠ 1/1999, OΛ ΑΠ 32/1996).

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 1897/2009,1987/2007).

Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, επικαλούμενος επί λέξη ότι: "Δέχεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφασις ότι η αυτοσύμβασις δι ης μετεβίβασα προς εαυτόν συγκεκριμένον ακίνητον εις εκτέλεσιν του εν θέματι ειδικού πληρεξουσίου προσομοιάζει προς σύναψιν συμβάσεως επ'ονόματι άλλου άνευ πληρεξουσιότητος (Α.Κ. 229).

Ορθώς ερμηνευομένης της ανωτέρω διατάξεως η συγκεκριμένη σύμβασις δεν είναι άκυρος ελλείψει πληρεξουσιότητος έστω και κατά πλάσμα δίκαιου διότι η πληρεξουσιότης τεκμαίρεται πλήρως και είναι σύμφωνος με τας διατάξεις περί καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών δεδομένου ότι δεν υφίσταται ρητή απαγόρευσις αυτοσυμβάσεως και τούτω ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι η αυτοσύμβασις είχε εμμέσως επιτραπεί προς εξόφλησιν υποχρεώσεως του αντιδίκου προς εμέ.

Ούτως η αναιρεσιβαλομένη θα έδη να αναιρεθή κατ'άρθρον 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δικ". Περαιτέρω, με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση, επικαλούμενος κατά λέξη ότι: "Καίτοι το εκδόν την αναιρεσιβαλομένην απόφασιν δικαστήριον δέχεται ότι το επίδικον πληρεξούσιον φέρεται ως δήθεν πλαστόν παρά ταύτα αντιφάσκουσα προς εαυτήν ποιείται χρήσιν αυτού επί τω τέλει καταδείξεως ελλείψεως δήθεν πληρεξουσιότητος κατά την κατάρτησιν της δι'αυτού αυτοσυμβάσεως.

Ούτως η αναιρεσιβαλομένη περιέχει αντιφατικάςς αιτιολογίας και σκέψεις και καθίσταται αναιρετέα κατ'άρθρον 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δικ.". Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Πειραιά, που δίκασε την έφεση κατά της αριθμ.1196/1992 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς με την προσβαλλόμενη απόφασή του, που παραδεκτά επισκοπείται κατ'άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ., αναφορικά με την ένδικη αγωγή για την αναγνώριση της ακυρότητας των διαλαμβανόμενων σ'αυτήν (αυτο)συμβάσεων (πωλήσεων και μισθώσεων) του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, Ι.

Π. κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, Λ. Π., δέχθηκε , μετ'ανέλεγκτη αναιρετικώς εκτίμηση των αποδείξεων, τα εξής κρίσιμα, μεταξύ των άλλων, πραγματικά περιστατικά: "Ο ενάγων - εφεσίβλητος είχε εγκατασταθεί στις ΗΠΑ, όπου εργάσθηκε ως ναυτικός και συγκεκριμένα ως πλοίαρχος του Εμπορικού Ναυτικού.

Αργότερα μετέβη στον Καναδά και στη συνέχεια στις ΗΠΑ και ο εναγόμενος - εκκαλών, ο οποίος ασχολήθηκε με διάφορες επιχειρήσεις. Στα πλαίσια των δραστηριοτήτων του ο εφεσίβλητος είχε χορηγήσει στον εκκαλούντα δύο πληρεξούσια, κατά τον προβλεπόμενο από το Αμερικάνικο Δίκαιο τύπο, προκειμένου να τα χρησιμοποιήσει για τη ρύθμιση θεμάτων σχετικών με τις παραπάνω δραστηριότητές του.

Το 1986, όταν ο εφεσίβλητος εγκαταστάθηκε μόνιμα στον ... - ..., ανακάλεσε οριστικά τα πιο πάνω πληρεξούσια, πράγμα που γνώριζε ο εκκαλών, ο οποίος στο μεταξύ είχε επιστρέψει και εγκατασταθεί στον Πειραιά. Έκτοτε οι σχέσεις των διαδίκων διαταράχθησαν για να διακοπούν τελείως το 1987. Όλα αυτά αποδεικνύονται ιδίως από τις μαρτυρικές καταθέσεις που περιέχονται στις 260/1998 και 141/1999 αποφάσεις του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων και του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, αντίστοιχα, με την δεύτερη από τις οποίες ο εκκαλών καταδικάστηκε, αμετάκλητα, και για πλαστογραφία, συνιστάμενη στο ότι στο αναφερόμενο παρακάτω ένδικο πληρεξούσιο, κατά κατάχρηση της υπογραφής του αλλοδαπού συμβολαιογράφου, συμπλήρωσε τα στοιχεία ταυτότητας κλπ του εφεσιβλήτου.

Περαιτέρω: Α) Με το ...1989 σύμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Σ. Κοβατζή, ο εκκαλών ενεργώντας αφενός ως πληρεξούσιος, αντιπρόσωπος και αντίκλητος του φερομένου ως πωλητού εφεσιβλήτου, και αφετέρου για τον εαυτό του ως αγοραστής, πώλησε και μεταβίβασε στον εαυτό του, με αυτοσύμβαση, μια παλιά τριώροφη οικοδομή του εφεσιβλήτου, που βρίσκεται στον ...,η δε μεταβίβαση αυτή έγινε σε εκτέλεση του ...2987 προσυμφώνου της συμβολαιογράφου Αθηνών Μ.

Θεοχάρη, το οποίο είχε επίσης καταρτισθεί με αυτοσύμβαση, ο δε εκκαλών είχε συμβληθεί με τις ίδιες ως άνω ιδιότητες. Β)Με το ...1987 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Αγνής-Αλίκης Κολιούση ο εκκαλών ενεργώντας επίσης με τις προαναφερθείσες ιδιότητες πώλησε και μεταβίβασε στον εαυτό του με αυτοσύμβαση ένα αγρό 14 στρεμμάτων του εφεσιβλήτου, που βρίσκεται στην περιφέρεια της κοινότητας ..., η δε μεταβίβαση αυτή έγινε σε εκτέλεση του ...1987 προσυμφώνου της ίδιας συμβολαιογράφου, που είχε επίσης καταρτισθεί με αυτοσύμβαση.

Γ)Με το ...1990 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πειραιώς Μ. Βενιέρη ο εκκαλών ενεργώντας πάντοτε με τις ίδιες ιδιότητες πώλησε και μεταβίβασε στον εαυτό του, με αυτοσύμβαση ένα αγροτεμάχιο του εφεσιβλήτου κείμενο στην κοινότητα ... 3.925 τ.μ. Δ)Με το ...1986 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πειραιώς Β. Πετράτου ο εκκαλών ενεργώντας το μεν ως πληρεξούσιος και για λογαριασμό του εφεσίβλητου, ως εκμισθωτού, το δε για τον ίδιο, ως μισθωτή, εκμίσθωσε στον εαυτό του τον 1° υπέρ το ισόγειο όροφο (διαμέρισμα) της προαναφερθείσας τριώροφης οικοδομής, το οποίο αργότερα, όπως προεκτέθηκε, μεταβίβασε, κατά κυριότητα, στον εαυτό του με το άνω ...1989 συμβόλαιο και Ε) με το ...1990 συμβόλαιο του συμβ/φου Πειραιώς Β.

Πετράτου ενεργώντας με τις αμέσως πιο πάνω ιδιότητες (για τον εαυτό του ως μισθωτής και ως πληρεξούσιος του φερομένου ως εκμισθωτή, εφεσιβλήτου) εκμίσθωσε στον εαυτό του, με αυτοσύμβαση τέσσερις ξηρικούς αγρούς. Όλα δε τα παραπάνω δεν αμφισβητούνται από τον εναγόμενο - εκκαλούντα. Εξάλλου, ως προς τις εν λόγω συμβάσεις πρέπει να λεχθούν τα εξής:

Όπως έχει ήδη αναφερθεί σε όλες αυτές τις συμβάσεις (για τις οποίες καταρτίσθηκαν τα άνω προσύμφωνα και οριστικά συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας και εκμίσθωσης ακινήτων) ο εκκαλών συμβλήθηκε και ενήργησε το μεν για λογαριασμό του, το δε ως αντιπρόσωπος, πληρεξούσιος και για λογαριασμό του εφεσιβλήτου αδελφού του.

Προέβη δηλαδή στην κατάρτιση αυτοσυμβάσεων, το κύρος των οποίων ρυθμίζεται, εφόσον στην συγκεκριμένη περίπτωση έχει εφαρμογή το Ελληνικό δίκαιο, από τη διάταξη του άρθρου 235 ΑΚ, που ορίζει ότι ο αντιπρόσωπος δεν μπορεί να επιχειρήσει στο όνομα του αντιπροσωπευομένου δικαιοπραξία με τον εαυτό του ατομικά ή με την ιδιότητά του ως αντιπροσώπου άλλου, εκτός αν ο αντιπροσωπευόμενος είχε επιτρέψει τη δικαιοπραξία ή αυτή συνίσταται αποκλειστικά στην εκπλήρωση υποχρέωσης.

Η κατάρτιση δηλαδή απαγορευμένης (για έλλειψη της σχετικής άδειας) αυτοδικαιοπραξίας αποτελεί ειδικότερη περίπτωση της σύναψης σύμβασης στο όνομα άλλου χωρίς πληρεξουσιότητα (ΑΚ229). Για την απόδειξη της εξουσίας του προς αντιπροσώπευση του εφεσιβλήτου αδελφού του (πληρεξουσιότητα) και ειδικότερα της εξουσίας του προς κατάρτιση αυτοσυμβάσεων ο εκκαλών χρησιμοποίησε, κατά τη σύνταξη όλων ανεξαιρέτως των άνω συμβάσεων, το από ...1980 πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου της Κομητείας Γκάλβεστον του Τέξας Ρόμπερ Φόρντ, το οποίο προσκομίζουν με επίκληση και οι δύο διάδικοι σε επίσημη μετάφραση από την αγγλική στην ελληνική γλώσσα.

Με το πληρεξούσιο αυτό ο εφεσίβλητος φέρεται να καθιστά τον εκκαλούντα αδελφό του πληρεξούσιο του με ευρύτατες εξουσίες, και ειδικότερα ενεργώντας στο όνομα και για λογαριασμό του "να εκμισθώνει, πωλεί, μεταβιβάζει και διαθέτει καθοιονδήποτε τρόπο και για οποιοδήποτε ποσό κρίνει σε οποιονδήποτε τρίτο ή και στον εαυτό του α) ολόκληρη την ακίνητη περιουσία του κειμένη στην δεξιά πλευρά της κυρίας οδού από την ...

προς τον ......... και β) πάντα τα λοιπά ακίνητά του στην Λακωνία και Αττική.......". Στο τέλος του εγγράφου αυτού υπάρχει, όπως συνομολογείται υπογραφή και σφραγίδα του άνω συμβολαιογράφου ο οποίος βεβαιώνει τα ανωτέρω, δεν βεβαιώνεται όμως και ότι ο εφεσίβλητος (φερόμενος ως εξουσιοδοτών) εμφανίστηκε ενώπιον του (συμβολαιογράφου) και δήλωσε τα παραπάνω.

Η δικαιοπραξία αυτή με την οποία, όπως αναφέρθηκε, ο εφεσίβλητος φέρεται να παρέχει στον εκκαλούντα αδελφό του την εξουσία προς αντιπροσώπευση (πληρεξουσιότητα) και ειδικότερα να εκποιεί, εκμισθώνει και γενικά να διαθέτει την ακίνητη περιουσία του ακόμη και με αυτοσύμβαση, είναι, σύμφωνα με το εφαρμοζόμενο, κατ'άρθρο 11ΑΚ, αμερικάνικο δίκαιο (ως το δίκαιο του τόπου κατάρτισής της) άκυρη, κατ'αρχή, αφού δεν φέρει, όπως συνομολογείται, την υπογραφή του εφεσιβλήτου ως πληρεξουσιοδότου, ενώ η υπογραφή και σφραγίδα του συμβολαιογράφου δεν αναπληρώνει τη μη υπάρχουσα υπογραφή του πληρεξουσιοδότου.

Άκυρη επίσης για τον ίδιο λόγο είναι η πιο πάνω δικαιοπραξία και κατά το ελληνικό δίκαιο, ως το δίκαιο της ιθαγένειας των διαδίκων, όντων ελλήνων, σύμφωνα με τα άρθρα 11, 159, 160, 216, 217, 369 ΑΚ και 11 του ν.670/1977 "περί κώδικος συμβολαιογράφων" και επομένως θεωρείται σαν να μην έγινε. Ο εκκαλών, μαχόμενος υπέρ της εγκυρότητας του πληρεξουσίου εγγράφου, ισχυρίστηκε πρωτοδίκως ότι ναι μεν ο εφεσίβλητος δεν έχει θέσει την υπογραφή του στο εν λόγω πληρεξούσιο, έχει όμως , αντί υπογραφής, θέσει α)στο δεξιό περιθώριο της 2ης σελίδας του (αλλοδαπού) πληρεξουσίου και παραπλεύρως της χρονολογίας λήξεως αυτού και β) στην 3η σελίδα, όπου διαλαμβάνεται ένορκη βεβαίωση του συντάκτη συμβολαιογράφου δύο σημεία υπό τύπον μονογραφής προς τον σκοπό να ολοκληρώσει την κατάρτιση του πληρεξουσίου και να παραχωρήσει σύμφωνα με το δίκαιο της άνω αλλοδαπής πολιτείας τις διαλαμβανόμενες σ'αυτό εξουσίες.

Το δικαστήριο αυτό με την παρεμπίπτουσα 373/1993 απόφασή του, στις ορθές σκέψεις της οποίας και πάλι αναφέρεται , δέχθηκε ότι ο ισχυρισμός αυτός είναι ουσιώδης, ενόψει της διατάξεως του άρθρου 11 ΑΚ. Έτσι, υποχρεώθηκε ο εκκαλών με την άνω παρεμπίπτουσα απόφαση να αποδείξει και με μάρτυρες τα θεμελιούντα τον άνω ισχυρισμό πραγματικά περιστατικά.

Όμως, ο εκκαλών , αν και έφερε το βάρος απόδειξης, δεν προσκόμισε κάποιο αποδεικτικό στοιχείο από το οποίο να αποδεικνύεται η ουσιαστική βασιμότητα του ισχυρισμού αυτού. Ο μάρτυρας του Ι. Κ. στην ημιτελή κατάθεσή του τίποτε συγκεκριμένο δεν καταθέτει για το εριστό αυτό σημείο, για το αν δηλαδή οι μονογραφές που υπάρχουν στα περιθώρια των σελίδων του εν λόγω πληρεξουσίου εγγράφου είναι γνήσιες με την έννοια ότι αυτές τέθηκαν από τον εφεσίβλητο-ενάγοντα και μάλιστα με σκοπό έκδοσης του πληρεξουσίου αυτού για τη χορήγηση των αναφερόμενων σ'αυτό διαχειριστικών εξουσιών, απλά δε περιορίστηκε σε γενικότητες, όπως "το πληρεξούσιο αυτό το ήλεγξα και δεν είδα να έχει κάτι το μεμπτό....Πράγματι πήγαμε το πληρεξούσιο στο συμβολαιογράφο Κοβατζή.....Δεν βιάστηκε να μου απαντήσει....αλλά μετά από δύο ημέρες αφού ρώτησε τον συμβολαιογραφικό σύλλογο ...μου απάντησε ότι το πληρεξούσιο πληροί τις προϋποθέσεις και μπορεί να γίνει συμβόλαιο... .Εγώ δεν είχα γνώσεις για να ελέγξω τη γνησιότητα του πληρεξουσίου...

Προφανώς το πληρεξούσιο ελέγχθηκε και από τους συμβ/φους που έκαναν τα άλλα συμβόλαια.... Ο εκκαλών, ο οποίος....έφερε το πληρεξούσιο και διαπίστωσε από τους συμβ/φους ότι μπορεί βάσει αυτού να γίνουν οι μεταβιβάσεις, δεν είχε κανένα άλλο λόγο να ελέγξει κάτι άλλο εν σχέσει με τη γνησιότητα του πληρεξουσίου.....

Το γεγονός ότι φέρει το πληρεξούσιο αυτό τις υπογραφές ή μονογραφές του εφεσιβλήτου στο περιθώριο δεν αίρει την εγκυρότητά του βάσει του αμερικάνικου δικαίου". Σε αντίθεση με αυτά οι μάρτυρες ανταποδείξεως Ρ. Φ. (που φέρεται ως συντάκτης του πληρεξουσίου) και Τ. Ο. αποκλείουν κατηγορηματικά την περίπτωση να έχει θέσει τις εν λόγω μονογραφές στο επίμαχο πληρεξούσιο ο εφεσίβλητος, ενώ, εξάλλου, χαρακτηριστική είναι στο σημείο αυτό η κατάθεση της Σ.

Π., συζύγου του εφεσιβλήτου στο Πενταμελές Εφετείο Πειραιά, ότι "Σίγουρα δεν είχε λόγο ο σύζυγος μου να κάνει και να δώσει αυτό το πληρεξούσιο στον αδελφό του...." και του Φ. Α., γαμβρού των διαδίκων ότι" Ο Γ. (εφεσίβλητος) έχει δύο παιδιά και δεν είναι δυνατό να έδινε την περιουσία του στο Λ., (εκκαλούντα), το πληρεξούσιο του συμβ/φου το οποίο χρησιμοποίησε ο Λ.

είναι πλαστό". Είναι βέβαια αλήθεια ότι ο γραφολόγος Α. Μ. αποφάνθηκε με τις προαναφερθείσες εκθέσεις γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης ότι "... η μονογραφή - υπογραφή ετέθη δια της ιδίας χειρός του Ι. Π.". Όμως, οι εκθέσεις αυτές, συγκρινόμενες με τις εκθέσεις γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης των γραφολόγων Μ.

Μ. και Α. Π., με τις οποίες αυτοί αποφαίνονται ότι "οι επίμαχες μονογραφές δεν είναι γνήσιες του Ι. Π., αλλά πλαστές", είναι ελάχιστα πειστικές, ενόψει κυρίως των μεθόδων και των μέσων που οι τελευταίοι χρησιμοποίησαν και του γεγονότος ότι το περιεχόμενο τους συμπίπτει με εκείνο των προαναφερθεισών μαρτυρικών καταθέσεων, με αποτέλεσμα να μην αποτελούν ασφαλή βάση για μια διαφορετική από την ανωτέρω κρίση".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ότι οι ένδικες (αυτό)συμβάσεις (μισθώσεις και πωλήσεις) ακινήτων του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου είναι άκυρες, επειδή το φερόμενο ότι δόθηκε από αυτόν (ενάγοντα) στον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα πληρεξούσιο ήταν άκυρο, λόγω πλαστότητας, κατόπιν δε απέρριψε ως αβάσιμη κατ'ουσίαν την έφεση του τελευταίου, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει όμοια και είχε δεχθεί ως βάσιμη κατ'ουσία την ένδικη αγωγή για την αναγνώριση της ακυρότητας των άνω συμβάσεων.

Επομένως, οι ανωτέρω 4ος και 5ος λόγοι αναιρέσεως από τους αριθμούς 1 και 19, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ., με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αιτιάσεις, αντίστοιχα, ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 229 ΑΚ και ότι διαλαμβάνει αντιφατικές αιτιολογίες, είναι αβάσιμοι, όπως από την παραδεκτή επισκόπησή της προκύπτει, και απορριπτέοι, αναφορικά με α)την από τον αριθμό 1 αιτίαση διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το επίμαχο πληρεξούσιο ήταν γνήσιο ενώ, κατά τις προεκτεθείσες ανέλεγκτες παραδοχές του Εφετείου, αυτό ήταν άκυρο λόγω πλαστότητας και β)την από τον αριθμό 19 αιτίαση διότι δεν υπάρχει αντίφαση στις επικαλούμενες με τον ως άνω λόγο παραδοχές, αφού το Εφετείο προκειμένου να καταδείξει την έλλειψη πληρεξουσιότητας του αναιρεσείοντος κατά την κατάρτιση των ένδικων (αυτό)συμβάσεων δεν θα μπορούσε παρά να κάνει αναφορά, (χρήση κατά τον αναιρεσείοντα) του επίμαχου (άκυρου) πληρεξουσίου.

Εξάλλου, η προσβαλλόμενη απόφαση, στο σύνολο της, διαλαμβάνει πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες Σε κάθε δε περίπτωση οι ανωτέρω λόγοι είναι απορριπτέοι και ως απαράδεκτοι, διότι υπό την επίκληση των άνω αναιρετικών πλημμελειών πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη για τα πράγματα εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας( άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που υπέβαλε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από12/06/2001 αίτηση του Λ. Π. για αναίρεση της 364/2001 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Δεκεμβρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Ιανουαρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ