Legislator Case Law & Legislation
27/2018 AI generated

27/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 27/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

Ο αναιρεσίβλητος με την από 28-3-2007 αγωγή προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Λασιθίου, στρεφόμενη κατά α) του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, β) του Δήμου … και γ) του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Κρήτης, ισχυρίστηκε ότι εργαζόταν ως οδηγός απορριμματοφόρου στον εναγόμενο Δήμο, στον οποίο υπέβαλε την από 1-11-2000 αίτηση, με την οποία ζήτησε να καταταγεί σε οργανική θέση οδηγού του Δήμου με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 17 του ν. 2839/2000.

Legislator headnote

AI generated

27/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ότι το αρμόδιο Δημοτικό Συμβούλιο, με απόφασή του, τάχθηκε υπέρ της αποδοχής του αιτήματος του ενάγοντος. Ότι η απόφαση αυτή, κατά τον έλεγχο νομιμότητας που άσκησε η επιτροπή του άρθρου 18 του ν. 2218/1994, ακυρώθηκε με την αιτιολογία ότι η εκτέλεση των έργων στα οποία είχε απασχοληθεί ο ενάγων, είχαν γίνει με αυτεπιστασία και ως εκ τούτου η περίπτωσή του δεν ενέπιπτε στις ρυθμίσεις του ανωτέρω νόμου.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 27 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 27/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 10η Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νομίμως από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και 2) Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Κρήτης, που κατοικοεδρεύει στην Κρήτη και αμφότεροι παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, Γεωργίου Θεοδωρακόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Δ. Τ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Πέτρου Μηλιαράκη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-3-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λασιθίου την 5-4-2007. Εκδόθηκαν η 97/2008 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 105/2011 απόφαση του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 11-3-2014 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής αρεοπαγίτης, Γεώργιος Δημάκης, ανέγνωσε την από 24-11-2014 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία αρεοπαγίτη, Μιχαήλ Αυγουλέα, με την οποία εισηγείται α) την απόρριψη της αίτησης, καθόσον ασκείται από το Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας Κρήτης και επιδιώκει την αναίρεση της 97/2008 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου και β) την παραδοχή κατά τα λοιπά αυτής, όσον αφορά το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο και συνακόλουθα την αναίρεση της 105/2011 απόφασης του Εφετείου Κρήτης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Ο αναιρεσίβλητος με την από 28-3-2007 αγωγή προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Λασιθίου, στρεφόμενη κατά α) του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, β) του Δήμου … και γ) του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Κρήτης, ισχυρίστηκε ότι εργαζόταν ως οδηγός απορριμματοφόρου στον εναγόμενο Δήμο, στον οποίο υπέβαλε την από 1-11-2000 αίτηση, με την οποία ζήτησε να καταταγεί σε οργανική θέση οδηγού του Δήμου με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 17 του ν. 2839/2000.

Ότι το αρμόδιο Δημοτικό Συμβούλιο, με απόφασή του, τάχθηκε υπέρ της αποδοχής του αιτήματος του ενάγοντος. Ότι η απόφαση αυτή, κατά τον έλεγχο νομιμότητας που άσκησε η επιτροπή του άρθρου 18 του ν. 2218/1994, ακυρώθηκε με την αιτιολογία ότι η εκτέλεση των έργων στα οποία είχε απασχοληθεί ο ενάγων, είχαν γίνει με αυτεπιστασία και ως εκ τούτου η περίπτωσή του δεν ενέπιπτε στις ρυθμίσεις του ανωτέρω νόμου.

Ότι ο ενάγων άσκησε αίτηση ακύρωσης της εν λόγω αποφάσεως ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Χανίων, η οποία έγινε δεκτή με την 18/2003 απόφαση του εν λόγω δικαστηρίου, ακυρώθηκε η προαναφερθείσα απόφαση της επιτροπής και αναπέμφθηκε η υπόθεση στη Διοίκηση για νέα κρίση. Ότι ακολούθως, μετά την έκδοση της παραπάνω απόφασης του Διοικητικού Εφετείου, ο Γενικός Γραμματέας Περιφέρειας Κρήτης με πράξη του κατέταξε τον ενάγοντα σε προσωποπαγή θέση οδηγού αυτοκινήτου στον εναγόμενο Δήμο με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.

Ότι η 18/2003 απόφαση εξαφανίστηκε με την 3721/2006 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, που εκδόθηκε ύστερα από έφεση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, επειδή το ΣτΕ έκρινε ότι το δικάσαν Διοικητικό Εφετείο δεν είχε δικαιοδοσία, αφού πρόκειται για διαφορά ιδιωτικού δικαίου. Σύμφωνα με το ιστορικό αυτό, ο ενάγων ζητεί με την ένδικη αγωγή να αναγνωριστεί έναντι πάντων των εναγομένων ότι έχει καταταχθεί σε οργανική θέση οδηγού αυτοκινήτων του Δήμου … του νομού …, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, από την υποβολή της σχετικής αίτησης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 17 του ν. 2839/2000 και ότι συνδέεται με τον ανωτέρω Δήμο με σύμβαση εργασίας αυτής της μορφής.

Επί της αγωγής εκδόθηκε η 97/2008 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία κρίθηκε ότι υφίσταται απλή ομοδικία μεταξύ των εναγομένων και κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της αγωγής ως προς τον εναγόμενο Δήμο …, διότι δεν αποδεικνυόταν ότι ο τελευταίος, που δεν είχε λάβει μέρος στη συζήτηση, είχε κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως.

Κατά τα λοιπά, η αγωγή έγινε δεκτή ως κατ' ουσία βάσιμη ως προς το Ελληνικό Δημόσιο και το Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας Κρήτης και αναγνωρίσθηκε έναντι αυτών ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, από την υποβολή της σχετικής αίτησης, είχε καταταχθεί σε οργανική θέση του εναγόμενου Δήμου Νεάπολης, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 17 του ν. 2839/2000.

Κατά της αποφάσεως αυτής οι εναγόμενοι Ελληνικό Δημόσιο και Γενικός Γραμματέας Περιφέρειας Κρήτης άσκησαν έφεση. Το Εφετείο Κρήτης, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την έφεση αυτή ως απαράδεκτη, αφού δέχτηκε ότι μεταξύ των εκκαλούντων και του Δήμου … υπάρχει αναγκαστική ομοδικία, λόγω του ότι η διαφορά επιδέχεται ενιαία ρύθμιση (ΚΠολΔ 76) και ως εκ τούτου δεν μπορούσε να ασκηθεί έφεση κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, ενόσω δεν είχε εκδοθεί οριστική απόφαση και για τον εναγόμενο Δήμο.

2. Στο άρθρο 648 ΑΚ ορίζεται ότι "Με τη σύμβαση εργασίας ο εργαζόμενος έχει υποχρέωση να παρέχει, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, την εργασία του στον εργοδότη και αυτός να καταβάλλει το συμφωνημένο μισθό". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι εργοδότης μπορεί να είναι φυσικό ή νομικό πρόσωπο ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου, ακόμα και το Ελληνικό Δημόσιο, στην υπηρεσία του οποίου διατελεί ένα άλλο φυσικό πρόσωπο προς παροχή εργασίας με μισθό, υπό συνθήκες νομικής εξάρτησης.

Ο εργοδότης δικαιούται να αξιώσει την παροχή της εργασίας. Σε σύνδεσμο με την ιδιότητα του εργοδότη βρίσκεται ένα σύνολο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, που έχουν χαρακτήρα περιουσιακό ή προσωπικό, ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου. Εξάλλου, στις διατάξεις του άρθρου 17 του ν. 2839/2000 ορίζεται ότι: "1. Προσωπικό το οποίο, υπηρετεί κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου ή υπηρέτησε μέσα στο χρονικό διάστημα από 1-8-1999 μέχρι 31-3-2000 στο Δημόσιο, τους ΟΤΑ α' και β' βαθμίδας και στα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου πλήρους απασχόλησης ή με σύμβαση μίσθωσης έργου, κατατάσσεται σε οργανικές θέσεις με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του φορέα τελευταίας απασχόλησης, εφόσον κατά την 31-3-2000 :

α) Είχε συνολική παροχή υπηρεσίας στο φορέα, με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου ή με συμβάσεις μίσθωσης έργου, τουλάχιστον είκοσι τέσσερις (24) μήνες. β) Δεν είχε μεσολαβήσει, προκειμένου για προσωπικό που απασχολήθηκε με περισσότερες της μιας συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, χρονικό διάστημα διακοπής μεταξύ των συμβάσεων μεγαλύτερο των δύο (2) μηνών.

γ) Η απαιτούμενη κατά το εδάφιο α' συνολική παροχή υπηρεσίας, προκειμένου για προσωπικό που απασχολήθηκε με συμβάσεις μίσθωσης έργου, έχει παρασχεθεί από 1-1-1995 και εφεξής. δ) Κατά την πρόσληψη ή την κατάρτιση των συμβάσεων δεν παραβιάσθηκαν οι διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας που διέπει την πρόσληψη ή την κατάρτιση της συμβάσεως, των ΠΥΣ 236/94 και 55/98, καθώς και οι διατάξεις του άρθρου 21 του ν. 2190/1994 και του άρθρου 6 του ν. 2527/1997.

ε) Πρόκειται εφεξής να καλύψει πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα, σε θέσεις του οποίου κατατάσσεται. [...]. 5. Για την, κατά την παράγραφο 1, κατάταξη απαιτούνται : α) Υποβολή αιτήσεως μέσα σε αποκλειστική προθεσμία δύο (2) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου. β) Συνδρομή των προβλεπόμενων από την κείμενη νομοθεσία γενικών προσόντων διορισμού, εκτός από το ανώτατο όριο ηλικίας και με την επιφύλαξη των οριζομένων στις παραγράφους 5 και 6 του άρθρου 10 του ν. 2266/1994.

γ) Εάν, με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, κριθεί, μετά την πάροδο της προθεσμίας υποβολής της αιτήσεως που ορίζεται ανωτέρω, ότι εχώρησε άκυρη καταγγελία συμβάσεως ορισμένου χρόνου, εφόσον ο ενδιαφερόμενος θα πληρούσε τις προϋποθέσεις εφαρμογής της παρ.1 εάν δεν είχε χωρήσει η, κριθείσα ως άκυρη, καταγγελία της συμβάσεως, η προθεσμία που ορίζεται στο εδάφιο α' της παρούσας παραγράφου αρχίζει από την επίδοση της τελεσίδικης δικαστικής απόφασης. 6.

Οι κατατασσόμενοι εντάσσονται σε υφιστάμενες θέσεις αντίστοιχης ή παρεμφερούς ειδικότητας και αν δεν υπάρχουν, σε προσωρινές θέσεις αντίστοιχης ειδικότητας, που συνιστώνται με την απόφαση κατάταξης. 7. Η κατάταξη γίνεται με απόφαση του αρμόδιου για την πρόσληψη οργάνου ύστερα από γνώμη του υπηρεσιακού συμβουλίου.

Ειδικά, η κατάταξη των υπαγομένων στις ρυθμίσεις των προηγουμένων παραγράφων που υπηρετούν στους ΟΤΑ α' βαθμίδας διενεργείται με πράξη του Γενικού Γραμματέα της οικείας Περιφέρειας μετά από πρόταση του οικείου δημοτικού συμβουλίου και γνώμη του υπηρεσιακού συμβουλίου του δήμου ή της κοινότητας, ως προς τη συνδρομή της προϋπόθεσης που ορίζεται στο εδάφιο ε' της παρ.1 και ως προς την παρεμφερή ειδικότητα της προηγούμενης παραγράφου. [...]. 10.

Από τις διατάξεις των προηγουμένων παραγράφων εξαιρείται [...]. ια) Το προσωπικό που έχει προσληφθεί με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου ή έργου για την κατασκευή έργων με αυτεπιστασία. 11. Για την ορθή εφαρμογή των διατάξεων των προηγουμένων παραγράφων το ΑΣΕΠ ασκεί έλεγχο με τους επιθεωρητές του, είτε αυτεπαγγέλτως είτε ύστερα από ερώτημα του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης ή του οικείου Υπουργού, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8 του ν. 2190/1994".

Περαιτέρω, στη διάταξη του άρθρου 8 του ν. 2190/1994 ορίζεται ότι "1. Στο ΑΣΕΠ λειτουργεί Γραφείο Επιθεώρησης, που έχει τις ακόλουθες αρμοδιότητες: α) Τον έλεγχο της πραγματοποίησης αυθαιρέτων διορισμών ή προσλήψεων προσωπικού, που υπάγονται στον παρόντα νόμο. [...]. δ) Τη διενέργεια ερευνών και ελέγχων της τήρησης, από τους οπωσδήποτε και με οποιαδήποτε ιδιότητα μετέχοντες, των διατάξεων και κανονισμών, που διέπουν τις διαδικασίες πλήρωσης θέσεων ή πρόσληψης προσωπικού [...]. 2.

Για τη λειτουργία του Γραφείου Επιθεώρησης τοποθετούνται με απόφαση του προέδρου του ΑΣΕΠ ως επιθεωρητές τρεις από τους συμβούλους αυτού [...]. 3. Η έκθεση επιθεώρησης υποβάλλεται στον πρόεδρο του ΑΣΕΠ, στον Υπουργό Προεδρίας της Κυβέρνησης και στον οικείο Υπουργό. Εφόσον ανακύπτουν ευθύνες κατά συγκεκριμένων οργάνων, η έκθεση διαβιβάζεται και στην οικεία υπηρεσία.

Αν το αρμόδιο όργανο ασκήσει πειθαρχική δίωξη, η έκθεση επιθεώρησης επέχει θέση ανακριτικού πορίσματός κατά τις οικείες πειθαρχικές διατάξεις".

3. Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην ένδικη, από 28-3-2007 αγωγή, εργοδότης του ενάγοντος μπορούσε να είναι μόνο ο Δήμος …, που υπήρξε και ο φορέας της τελευταίας απασχόλησής του, γιατί μόνο αυτός, με την ιδιότητα του εργοδότη, θα μπορούσε να αξιώσει την παροχή εργασίας από τον ενάγοντα και, αντίστοιχα, μόνον έναντι αυτού (του Δήμου) ο ενάγων, ως εργαζόμενος, θα μπορούσε να απαιτήσει την καταβολή του μισθού του.

Έτσι, εργοδότης του δεν θα μπορούσε να είναι ούτε το Ελληνικό Δημόσιο ούτε ο Γενικός Γραμματέας Περιφέρειας Κρήτης. Το γεγονός αυτό δεν επηρεάζεται από το ότι, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στις ανωτέρω διατάξεις, για την κατάταξη εργαζομένου (όπως του ενάγοντος) σε ΟΤΑ α' βαθμού δια της διοικητικής οδού απαιτείται η έκδοση πράξης του Γενικού Γραμματέα της οικείας Περιφέρειας, καθώς και η διενέργεια σχετικού ελέγχου για την τήρηση της νομιμότητας του διορισμού από τον ΑΣΕΠ.

Διότι η αρμοδιότητα των εν λόγω κρατικών οργάνων είναι διοικητικής φύσεως και δεν επηρεάζει τη δικαστική διάγνωση ως προς το αν μεταξύ του προσώπου που παρέσχε υπηρεσίες και εκείνου που τις αποδέχθηκε λειτούργησε ή όχι σχέση εξαρτημένης εργασίας, ως προς το αν στη σχέση αυτή προσήκει ή όχι ο νομικός χαρακτηρισμός της συμβάσεως ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και ως προς το αν συντρέχουν ή όχι οι, κατ' εξαίρεση προβλεπόμενες, νόμιμες προϋποθέσεις κατάταξης σε οργανική θέση δια της δικαστικής οδού, η οποία δεν αποκλείεται από την παραλλήλως προβλεπόμενη διοικητική.

Ως εκ τούτου, πραγματικό ζήτημα ομοδικίας και, μάλιστα, αναγκαστικής δεν μπορεί να τεθεί βασίμως. Επομένως, το Εφετείο Κρήτης, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεση, όσον αφορά το Ελληνικό Δημόσιο και το Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας Κρήτης, δεχόμενο ότι μεταξύ των εν λόγω εκκαλούντων και του μη κλητευθέντος ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου εναγομένου Δήμου … υπήρχε αναγκαστική ομοδικία (ΚΠολΔ 76) με συνέπεια, επειδή δεν είχε εκδοθεί οριστική απόφαση και για το Δήμο, να μην μπορεί (κατά την κρίση του Εφετείου) να ασκηθεί έφεση ούτε από τους λοιπούς εναγομένους κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, απήγγειλε το εν λόγω απαράδεκτο παραβιάζοντας το νόμο.

Γι' αυτό και ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο επισημαίνεται η παραβίαση αυτή και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.

4. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Μετά την αναίρεση αναβιώνει η εκκρεμοδικία επί της εφέσεως η οποία, σύμφωνα με τα όσα αναπτύχθηκαν κατά την έρευνα του αναιρετικού λόγου που ευδοκίμησε, είναι όχι μόνο παραδεκτή, αλλά και βάσιμη κατ' ουσίαν, διότι το δικαίωμα που επικαλείται ο ενάγων και έχει ως περιεχόμενο την αναγνώριση της υπάρξεως συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, σύμφωνα με τις εξαιρετικές και μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 17 του ν. 2839/2000, υφίσταται ή δεν υφίσταται, ανάλογα προς το αποτέλεσμα της ουσιαστικής έρευνας της περί τούτου διαφοράς, μόνο έναντι του φερομένου ως εργοδότη Δήμου … και όχι των συνεναγομένων Ελληνικού Δημοσίου και Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Κρήτης. Ως προς αυτούς, δηλαδή, η αγωγή ελέγχεται ως μη νόμιμη. Επομένως, η διαφορά δεν απαιτεί περαιτέρω έρευνα και ο Άρειος Πάγος οφείλει να κρατήσει την υπόθεση (ΚΠολΔ 580 παρ.3), να κάνει τυπικά και ουσιαστικά δεκτή την έφεση, να εξαφανίσει την εκκαλουμένη 97/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου και να απορρίψει την ένδικη αγωγή ως προς τους εναγομένους Ελληνικό Δημόσιο και Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας Κρήτης. Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφισθούν μεταξύ των διαδίκων, διότι η κατά τις εφαρμοστέες διατάξεις υποκειμενική οριοθέτηση της διαφοράς εμφάνιζε ερμηνευτικές δυσχέρειες (ΚΠολΔ 179).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 105/2011 απόφαση του Εφετείου Κρήτης.

Κρατώντας την υπόθεση, Δέχεται την έφεση.

Εξαφανίζει την 97/2008 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου ως προς τους εκκαλούντες.

Απορρίπτει την από 28-3-2007 αγωγή ως προς τους εναγομένους Ελληνικό Δημόσιο και Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας Κρήτης. -Και

Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα της όλης δίκης.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 19η Δεκεμβρίου 2017. -Και

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 10η Ιανουαρίου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ