27/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΕγγύηση σε σύμβαση πίστωσης με αλληλόχρεο λογαριασμό κλείσιμο του λογαριασμού και παράλειψη άσκησης αξιώσεων τράπεζας κατά κληρονόμων ενός εκ των συνεγγυητών επί 8ετία. Ένσταση καταχρήσεως δικαιώματος νομικά αβάσιμη από μόνη την επί 8ετία αδράνεια του δικαιούχου. Αβάσιμος αναιρετικός λόγος 559 αρ. 1 ΚΠολΔ. Από τη βεβαίωση του επικυρούντος τα αντίγραφα των εμπορικών βιβλίων της τράπεζας, για το κλείσιμο του αλληλόχρεου λογαριασμού δικηγόρου, έχουν αυτή την αποδεικτική δύναμη των πρωτοτύπων και δεν επηρεάζει το ότι ενυπάρχει επ΄ αυτών και επικύρωση από τους υπαλλήλους της τράπεζας αβάσιμος αναιρετικός λόγος από άρθρο 559 αρ. 12 ΚπολΔικ. Απαράδεκτοι λόγοι από αρθρ. 1, 18, 11γ, 14 άρθρο 559 ΚΠολΔ.
Legislator headnote
AI generated27/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, το δικαίωμα θεωρείται ως ασκούμενο καταχρηστικώς, πλην άλλων, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της ασκήσεως του και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το μεσολαβήσαν διάστημα δεν δικαιολογούν επαρκώς τη μεταγενέστερη ενάσκησή του, από την οποία προκύπτει, αντιθέτως, προφανής υπέρβαση των ορίων της καλής πίστεως.
Full text
Απόφαση 27 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Εγγύηση σε σύμβαση πίστωσης με αλληλόχρεο λογαριασμό κλείσιμο του λογαριασμού και παράλειψη άσκησης αξιώσεων τράπεζας κατά κληρονόμων ενός εκ των συνεγγυητών επί 8ετία. Ένσταση καταχρήσεως δικαιώματος νομικά αβάσιμη από μόνη την επί 8ετία αδράνεια του δικαιούχου. Αβάσιμος αναιρετικός λόγος 559 αρ. 1 ΚΠολΔ. Από τη βεβαίωση του επικυρούντος τα αντίγραφα των εμπορικών βιβλίων της τράπεζας, για το κλείσιμο του αλληλόχρεου λογαριασμού δικηγόρου, έχουν αυτή την αποδεικτική δύναμη των πρωτοτύπων και δεν επηρεάζει το ότι ενυπάρχει επ΄ αυτών και επικύρωση από τους υπαλλήλους της τράπεζας αβάσιμος αναιρετικός λόγος από άρθρο 559 αρ. 12 ΚπολΔικ. Απαράδεκτοι λόγοι από αρθρ. 1, 18, 11γ, 14 άρθρο 559 ΚΠολΔ.
Αριθμός 27/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών:1. ...χας Κ1, κατοίκου ..., και 2. ...το γένος Κ1, κατοίκου ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευάγγελο Γεωργόπουλο.
Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης Τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", που εδρεύει την Αθήνα και εκπροσωπείται, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπύρο Τσαντίνη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19 Φεβρουαρίου 2001 ανακοπή ως και τους από 6 Σεπτεμβρίου 2001 προσθέτους λόγους ανακοπής που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6800/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1168/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 10 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 2 Νοεμβρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου του στην δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, το δικαίωμα θεωρείται ως ασκούμενο καταχρηστικώς, πλην άλλων, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της ασκήσεως του και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το μεσολαβήσαν διάστημα δεν δικαιολογούν επαρκώς τη μεταγενέστερη ενάσκησή του, από την οποία προκύπτει, αντιθέτως, προφανής υπέρβαση των ορίων της καλής πίστεως.
Ειδικότερα στην περίπτωση της μακράς αδράνειας του δικαιούχου υπάρχει τέτοια κατάχρηση, εφόσον συντρέχουν, προσθέτως, περιστατικά αναγόμενα στον ίδιο χρόνο και στην όλη συμπεριφορά τόσο αυτού, όσο και του αποκρούοντος το δικαίωμα, από τα οποία γεννάται στον υπόχρεο η πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκηθεί κατ' αυτού, έτσι ώστε η, με τη μεταγενέστερη άσκηση, επιδίωξη ανατροπής της δημιουργηθείσης καταστάσεως, να συνεπάγεται επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, υπό την προϋπόθεση ότι οι πράξεις του υποχρέου και η διαμορφωθείσα υπέρ αυτού κατάσταση πραγμάτων τελούν σε αιτιώδη σχέση προς την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου (Ολ.
ΑΠ 62/1990). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο κατά το πρώτο μέρος του, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δικ, λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι κατ' εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 281 ΑΚ απέρριψε ως (νομικά) αβάσιμη την ένσταση των αναιρεσειουσών, που είχαν προβάλλει με τον τέταρτο λόγο της ανακοπής τους κατά της εναντίον αυτών εκδοθείσης με αίτηση της αναιρεσίβλητης διαταγής πληρωμής, περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της από 19-2-2001 ανακοπής των αναιρεσειουσών (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ.), προκύπτει ότι προέβαλαν με τον τέταρτο λόγο αυτής για τη θεμελίωση του αιτήματός τους ακυρώσεως της 2042/2001 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσ/νίκης, με την οποία διατάχθηκαν να καταβάλουν στην αναιρεσίβλητη ποσά 25.000.000 και 18.750.000 δραχμών από εγγυητική ευθύνη του θανόντος και κληρονομηθέντος από αυτές Κ1, σε σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό μεταξύ της αναιρεσίβλητης-πιστώτριας και της υπέρ ης η εγγύηση εταιρίας "ΝΕΟΤΕΞ ΑΕ", ότι ο συνεγγυητής (με άλλους) Κ1, νόμιμος εκπρόσωπος της πρωτοφειλέτιδας, απεβίωσε στις 21-2-1984, ο αλληλόχρεος λογαριασμός κλείσθηκε από την αναιρεσίβλητη το έτος 1991, κατά της πρωτοφειλέτιδας και των συνεγγυητών εκδόθηκε η 2425/1991 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσ/νίκης και διατάχθηκαν εξασφαλιστικά της απαιτήσεως της αναιρεσίβλητης, με αιτήσεις της, μέτρα (προσημειώσεις, υποθήκες, κλπ) και μόλις περί τα τέλη Μαΐου του 1999 γνωστοποίησε σ' αυτές (αναιρεσείουσες) την ύπαρξη της υποχρεώσεώς τους, ως κληρονόμων του Κ1 για την οποία δεν έχουν και δυνατότητα επαληθεύσεώς της, λόγω αδυναμίας τους προσβάσεως στα βιβλία και στοιχεία της πρωτοφειλέτιδας, με συνέπεια, ενόψει της συμπεριφοράς αυτής της αναιρεσίβλητης, της μακράς αδράνειάς της και της έλλειψης αξιόλογου εισοδήματος εκείνων (αναιρεσειουσών) να υπερβαίνει προφανώς τα όρια της καλής πίστης και των χρηστών και συναλλακτικών ηθών η άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης.
Κατά συνέπεια, εφόσον η επικαλούμενη 8ετής αδράνεια της αναιρεσίβλητης να καταστήσει γνωστή την αξίωσή της στις αναιρεσείουσες και να λάβει καταδιωκτικά (ή εξασφαλιστικά) μέτρα εναντίον τους δεν αρκούσε να καταστήσει την άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική, χωρίς την επίκληση, κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο και άλλων περιστατικών, σχετικά με τη συμπεριφορά της δικαιούχου και των υποχρέων, που να τελούν σε αιτιώδη συνάφεια μεταξύ τους και τα οποία να καθιστούν για τις τελευταίες αδικαιολόγητη και επαχθή την άσκηση του δικαιώματος, κατά τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών ηθών, το Εφετείο, με το να απορρίψει ως νόμω αβάσιμο τον, με τον τέταρτο λόγο της ανακοπής των αναιρεσειουσών, προβληθέντα ισχυρισμό τους περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης από την εγγυητική ευθύνη του καθολικού δικαιοπαρόχου εκείνων Κ1 δεν παραβίασε ευθέως (με εσφαλμένη μη εφαρμογή) τον κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 281 ΑΚ, εφ' όσον δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του και ο ως άνω αντίθετος εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δικ., λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Ο κατά το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως της έλλειψης νόμιμης βάσης της δικαστικής αποφάσεως, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο εισήλθε στην ουσία της υποθέσεως, όχι δε και όταν απέρριψε την αγωγή ή την ένσταση ως μη νόμιμη, αόριστη, απαράδεκτη ή για άλλο τυπικό λόγο (Ολ. ΑΠ 44/1990). Κατά συνέπεια, οι πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος του και δεύτερος κατά το δεύτερο επίσης μέρος του, εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δικ., λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδεται στο Εφετείο η μομφή της εκ πλαγίου παραβιάσεως της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ, με την απόρριψη ως μη νομίμου του από τη διάταξη αυτή τέταρτου λόγου της ανακοπής των αναιρεσειουσών περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης, είναι απαράδεκτοι.
Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 8 περίπτ. β' του Κ.Πολ.Δικ., σύμφωνα με την οποία αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο παραλείπει να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή, που δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ. ΑΠ 2/1989) ή παραλείπει να συνεκτιμήσει μερικότερα περιστατικά, των οποίων έγινε επίκληση για τη θεμελίωση ενός τέτοιου ισχυρισμού. Κατά συνέπεια, εφόσον ο με τον τέταρτο λόγο της ανακοπής της αναιρεσειουσών προβαλλόμενος ισχυρισμός τους περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης είναι, κατά τα προαναφερόμενα, συνολικά εκτιμώμενος, μη νόμιμος, ο με τον δεύτερο, κατά το πρώτο μέρος του, εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔικ λόγος αναιρέσεως, ότι το Εφετείο παρέλειψε να λάβει υπόψη ορισμένα από αυτά τα περιστατικά, αποβαίνει αλυσιτελής.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 του Κ.Πολ.Δικ. "αναίρεση επιτρέπεται ...... αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει η παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν". Κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, για να στοιχειοθετηθεί ο λόγος αυτός αναιρέσεως, πρέπει το δικαστήριο να είχε εισέλθει στην έρευνα της ουσίας του ισχυρισμού, στον οποίο αναφέρεται η λήψη ή μη λήψη υπόψη των αποδεικτικών μέσων και να μην τον απέρριψε ως απαράδεκτο ή νόμω αβάσιμο (Ολ. ΑΠ 3/1997). Επομένως, εφόσον τα επικληθέντα και προσκομισθέντα από τις αναιρεσείουσες αποδεικτικά μέσα (μαρτυρικές καταθέσεις και έγγραφα) που δεν λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο, συνδυάζονται από αυτές με την απόδειξη του με τον τέταρτο λόγο της ανακοπής τους προβληθέντος ισχυρισμού τους περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης από εγγυητική ευθύνη του κληρονομηθέντος από εκείνες Κ1 σε σύμβαση πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό και ήταν, κατά τα προαναφερόμενα, ο ισχυρισμός τους νομικά αβάσιμος, δεν παρέλειψε το Εφετείο παρά το νόμο να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά αυτά μέσα και ο αντίθετος εκ του άρθρου 559 αρ. 11γ του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.
Κατά το άρθρο 632 του Κ.Πολ.Δικ., κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 624 έως 634 μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις ή απαιτήσεις παροχής χρεογράφων, εφόσον η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό αποδεικνύεται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, κατά δε το άρθρο 626 παρ. 3 του ίδιου κώδικα στην αίτηση του δικαιούχου για την έκδοση διαταγής πληρωμής πρέπει να επισυνάπτονται και όλα τα έγγραφα από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό της.
Διαταγή πληρωμής μπορεί να εκδοθεί και για το κατάλοιπο κλεισθέντος αλληλόχρεου λογαριασμού (άρθρα 112 Εισ. Ν Α.Κ., 874 Α.Κ. και 669 Ε.Ν.), εφόσον αποδεικνύονται εγγράφως η σύμβαση του αλληλόχρεου λογαριασμού, η κίνηση, το κλείσιμο και το κατάλοιπο αυτού. Η περιλαμβανόμενη στη σύμβαση παροχής πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό ειδική συμφωνία (άρθρο 361 Α.Κ.), ότι η οφειλή του πιστούχου προς την πιστώτρια Τράπεζα, που θα προκύψει από το οριστικό κλείσιμο της πιστώσεως, θα αποδεικνύεται από το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της Τράπεζας, είναι, ως δικονομική σύμβαση, έγκυρη.
Το απόσπασμα αυτό, στο οποίο αποτυπώνεται η κίνηση, το κλείσιμο του λογαριασμού και το κατάλοιπο, επέχει θέση αποδεικτικού μέσου με ισχύ ιδιωτικού εγγράφου, το αντίγραφο δε αυτού έχει αποδεικτική δύναμη ίση με το πρωτότυπο, εφόσον η ακρίβεια τούτου βεβαιώνεται από αρμόδια αρχή ή δικηγόρο (άρθρα 449 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., 52 ν.δ/τος 3026/1954, 14 ν. 1599/1986) και δεν μπορεί να προσδώσει την αποδεικτική αυτή δύναμη η βεβαίωση της ακρίβειας του αντιγράφου από τον αρμόδιο υπάλληλο της πιστώτριας Τράπεζας, εκτός εάν αφορά εκτύπωση αποσπάσματος των μηχανογραφικώς τηρούμενων εμπορικών βιβλίων, που περιέχονται σε ηλεκτρονική μορφή εντός του υπολογιστή, οπότε δεν απαιτείται βεβαίωση της ακρίβειας τούτου από αρμόδια αρχή ή δικηγόρο.
Ειδικότερα κατά το άρθρο 449 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., φωτοτυπίες εγγράφων έχουν αποδεικτική δύναμη ίση με το πρωτότυπο εφόσον η ακρίβειά τους βεβαιώνεται από πρόσωπο που είναι κατά νόμο αρμόδιο να εκδίδει αντίγραφα, ενώ με το άρθρο 52 παραγρ. 1 και 2 του ν.δ/τος 3026/2954 "περί του Κώδικος των Δικηγόρων", ορίζεται ότι "ο δικηγόρος έχει το δικαίωμα να εκδίδει επικυρωμένα υπ' αυτού αντίγραφα των παρ' αυτώ υπαρχόντων παντός είδους εγγράφων, ών υπεύθυνος περί της ακρίβειάς των" (παρ. 1) και ότι "τα τοιαύτα αντίγραφα έχουσι πλήρη ισχύν αντιπεφωνημένου αντιγράφου" (παρ. 2).
Ως αντίγραφα νοούνται στο άρθρο αυτό και εκείνα που αποδίδουν μέρη συνολικών εγγράφων, όπως τα εμπορικά βιβλία και τα πολυσέλιδα έντυπα, συνιστάμενα σε σελίδες τους ή, προκειμένου για εμπορικά βιβλία τηρούμενα υπό μορφή φύλλων ή πινακίδων (καρτελλών), τα αντίγραφα των επί μέρους φύλλων ή πινακίδων (καρτελλών).
Κατά την έννοια δε του ιδίου άρθρου, το έγγραφο υπάρχει στο Δικηγόρο, αν αυτός το κατέχει, προσωρινά έστω, ανεξάρτητα από χρονική διάρκεια, όταν εκδίδει το αντίγραφο. Για το κύρος της επικύρωσης φωτοτυπίας, με βεβαίωση από δικηγόρο της ακρίβειάς της, βεβαίωση δηλαδή, ότι αυτή αποδίδει το πρωτότυπο, δεν είναι, σε περίπτωση προσωρινής κατοχής του πρωτοτύπου, αναγκαία η πανηγυρική διατύπωση αυτού του γεγονότος στη σχετική έγγραφη βεβαιωτική πράξη του δικηγόρου, αλλά αρκεί να συνάγεται βεβαίωση και του γεγονότος αυτού από την όλη διατύπωση της πράξης.
Τέτοια δε έμμεση βεβαίωση προσωρινής κατοχής του εγγράφου από το δικηγόρο μπορεί να ενέχει και ο χαρακτηρισμός του επικυρούμενου φωτοτυπικού αντιγράφου ως αντιπεφωνημένου, αφού ο χαρακτηρισμός αυτός λογικά προϋποθέτει την ολική ενέργεια παραβολής του φωτοαντιγράφου προς το πρωτότυπο και τη διαπίστωση της συμφωνίας προς αυτό, πράγμα που σημαίνει την έστω και βραχύχρονη κατοχή του πρωτοτύπου από το δικηγόρο, ο οποίος το παραβάλλει προς το φωτοαντίγραφο που επικυρώνει.
Εξάλλου, ο κατά το άρθρο 559 αρ. 12 του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως, της παραβίασης από το δικαστήριο των αποδεικτικών μέσων, ιδρύεται όταν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη που δεν την είχε κατά νόμο ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη, μολονότι την είχε κατά νόμο, αποδεικτικά δε μέσα με αυξημένη αποδεικτική δύναμη είναι τα έγγραφα, όταν παράγουν πλήρη απόδειξη και η δικαστική ομολογία.
Κατά δε τον αριθμό 1 του αυτού άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ "αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών....", η παραβίαση δε μπορεί να εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ ΑΠ 7/2006). Στην υπόψη περίπτωση με τον τέταρτο κατά το πρώτο μέρος του, εκ του άρθρου 559 αρ. 12 Κ.Πολ.Δικ., λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι παραβίασε τους ορισμούς του νόμου ως προς τη δύναμη του αποδεικτικού μέσου των (ιδιωτικών) εγγράφων, προσδίδοντας στα για την έκδοση της διαταγής πληρωμής επικληθέντα και προσκομισθέντα αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων της αναιρεσίβλητης τη δύναμη εγγράφων με πλήρη απόδειξη, ενώ αυτά δεν είχαν σύννομη επικύρωση από το δικηγόρο, ο οποίος δεν βεβαίωσε την ακρίβεια του περιεχομένου τους σε σχέση με τα πρωτότυπα και έτσι απέρριψε τον δεύτερο λόγος της ανακοπής των αναιρεσειουσών.
Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο απέρριψε το δεύτερο λόγο της ανακοπής των αναιρεσειουσών ως ουσιαστικά αβάσιμο, δεχόμενο ότι: "Από τα νομίμως και με επίκληση προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, αποδεικνύεται, ότι με τον 9ο όρο της υπ' αριθ. 13411/10.12.1980 συμβάσεως πιστώσεως (στην οποία ρητώς αναφέρονται και οι δεκατέσσερες αυξητικές αυτής), καταρτίσθηκε έγκυρη δικονομική σύμβαση μεταξύ της καθ' ής αφενός και της πιστούχου, αλλά και των εγγυητών των εν λόγω συμβάσεων αφετέρου, κατά την οποία: "Απόσπασμα εκ των βιβλίων της τραπέζης, εξηγμένον υπ' αυτής και εμφαίνον την,από της τελευταίας αναγνωρίσεως του πιστούχου, κίνησίν του ή των οικείων της πιστώσεως λογαριασμών, αποτελεί πλήρη απόδειξίν της, εκ του οριστικού κλεισίματος της πιστώσεως, τυχόν προκυπτούσης απαιτήσεως της τραπέζης κατά του πιστούχου".
Μετά το ενδιάμεσο κλείσιμο των λογαριασμών και την έγγραφη αναγνώριση του υπολοίπου εκάστου εξ αυτών από την πιστούχο, η καθ' ής εξέδωσε έντεκα (11) αντίγραφα των ανωτέρω λογαριασμών, τα οποία υπογράφονται μεν από τους υπαλλήλους της καθ' ής τράπεζας, προσκομίσθηκαν όμως στο Δικαστή του ενταύθα Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης επικυρωμένα για την ακρίβειά τους, ήδη από την 26/11/1999, από τον δικηγόρο του ενταύθα Δικηγορικού Συλλόγου ...
και επομένως ορθώς λήφθηκαν υπόψη ως νόμιμα ιδιωτικά έγγραφα (άρθρο 623 ΚΠολΔ)". Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τους ορισμούς του νόμου ως προς τη δύναμη των επικυρωμένων από δικηγόρο ως άνω αντιγράφων λογαριασμών, που αποδείκνυαν πλήρως της αξίωση της αναιρεσίβλητης κατά των αναιρεσειουσών (ως καθολικών διαδόχων του εγγυητή Κ1) από την επίμαχη σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, καθ' όσον η επικύρωση, κατά την έννοια του νόμου, αποτελούσε πιστοποίηση της ταυτότητας του περιεχομένου των επικυρούμενων αντιγράφων με τα πρωτότυπα αυτών, έστω και αν στα επικυρούμενα αντίγραφα υπήρχε και η βεβαίωση των υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης για την ακρίβεια αυτών των αντιγράφων με τα πρωτότυπα.
Επομένως όσα αντιθέτως προβάλλουν οι αναιρεσείουσες με τον ως άνω, εκ του άρθρου 559 αρ. 12 Κ.Πολ.Δικ., λόγο αναιρέσεως είναι αβάσιμα. Εξάλλου και ο σε συνάρτηση με τα ανωτέρω τέταρτος, κατά το δεύτερο μέρος του, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο μέμφονται οι αναιρεσείουσες την προσβαλλόμενη απόφαση, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 52 του ν. 3026/1954, ως προς την αποδεικτική ισχύ των θεωρούμενων από δικηγόρους αντιγράφων, είναι απορριπτέος, προεχόντως ως αόριστος, διότι δεν προσδιορίζεται σε τι συνίσταται το ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα της προσβαλλόμενης αποφάσεων ως προς την αναφερόμενη διάταξη.
Κατά το άρθρο 851 του ΑΚ "ο εγγυητής ευθύνεται για την έκταση που έχει κάθε φορά η κύρια οφειλή και ιδίως για τις συνέπειες του πταίσματος ή της υπερημερίας του πρωτοφειλέτη". Κατά δε το άρθρο 852 του αυτού κώδικα "ο εγγυητής, σε περίπτωση αμφιβολίας, δεν ευθύνεται για παρεπόμενες παροχές που είχαν συμφωνηθεί και ήταν απαιτητές κατά το χρόνο της εγγύησης.
Για τέτοιες παροχές που γίνονται απαιτητές μετά την εγγύηση, ο εγγυητής σε περίπτωση αμφιβολίας ευθύνεται μόνον αν κατά το χρόνο της εγγύησης γνώριζε την ύπαρξή τους". Με τις ανωτέρω διατάξεις, οι οποίες είναι ενδοτικού χαρακτήρα, με την έννοια ότι μπορεί να καθορίζεται ελεύθερα στενότερη η ευρύτερη ευθύνη του εγγυητή με τη σύμβαση εγγυήσεως, καθιερώνεται ευθύνη του εγγυητή για την, από πταίσμα ή υπερημερία του πρωτοφειλέτη ή αδυναμία παροχής, εκάστοτε έκταση της κύριας οφειλής και των απαιτητών κατά την εγγύηση παρεπομένων παροχών, όπως και εκείνων που κατέστησαν απαιτητές μεταγενέστερα και γνώριζε την ύπαρξή τους.
Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1, 577 και 578 του Κ.Πολ.Δικ. συνάγεται ότι, αν η αγωγή ή άλλη αυτοτελής αίτηση ή ανταίτηση κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.), δεν αρκεί να εκτίθενται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υποθέσεως, η έννοια που αποδίδει αυτός στη φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη και το συμπέρασμα του δικαστηρίου που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει επί πλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το βάσιμο ή μη της αγωγής ή άλλης αυτοτελούς αιτήσεως ή ανταιτήσεως.
Διότι μόνον ενόψει των ουσιαστικών αυτών παραδοχών μπορεί να ελεγχθεί, αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε σφαλερό διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναιρέσεως, σύμφωνα με το άρθρο 578 Κ.Πολ.Δικ.
Εν προκειμένω με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στο Εφετείο την αιτίαση ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 851 και 852 ΑΚ απέρριψε τον πρώτο λόγο της ανακοπής τους, ότι έπρεπε να προηγηθεί παραίτηση του από αυτές κληρονομηθέντος εγγυητή Κ1 από την προστασία των διατάξεων αυτών, για να εκτείνεται η ευθύνη τους στο αναγνωρισθέν από αυτόν κατάλοιπο του λογαριασμού, αλλά αρκέσθηκε στο ότι με τον 15ο όρο της σύμβασης πίστωσης και τις ταυτάριθμες πράξεις αύξησης, που φέρουν και την υπογραφή του εγγυητή, εγγυήθηκε αυτός υπέρ της πιστούχου μέχρι του ποσού των 100.000.000 δραχμών, ευθυνόμενος εις ολόκληρο με αυτή και "αναγνώρισε ως έγκυρη την οποιαδήποτε και στο μέλλον γενησόμενη από την πιστούχο αναγνώριση της οφειλής". Επομένως, εφόσον δεν προσδιορίζεται συγκεκριμένο ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα του Εφετείου, ως προς τις εφαρμοσθείσες ενδοτικού χαρακτήρα ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 851 και 852 του ΑΚ, από την ιδιαίτερη συμφωνία εγγυητή και πιστώτριας αναιρεσίβλητης για διευρυμένη ευθύνη του, πέραν του τιθέμενου πλαισίου με τις διατάξεις αυτές και τις συμβατικές δεσμεύσεις του καθολικού δικαιοπαρόχου των αναιρεσειουσών, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δικ., αντίθετος λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος.
Κατά το άρθρο 862 ΑΚ, "ο εγγυητής ελευθερώνεται, εφόσον από πταίσμα του δανειστή έγινε αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη". Με τη διάταξη αυτή τίθεται ο κανόνας της ελευθερώσεως του εγγυητή, εάν από πταίσμα (δόλο ή αμέλεια, έστω και ελαφρά) του δανειστή έγινε αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη, ενώ η εφαρμογή της δεν αποκλείεται από τυχόν εκ των προτέρων παραίτηση του εγγυητή από το, κατ' άρθρο 955 ΑΚ, δικαίωμα της διζήσεως.
Λόγω του ενδοτικού χαρακτήρα της ανωτέρω ρυθμίσεως, ο εγγυητής μπορεί να παραιτηθεί εκ των προτέρων του θεσπιζόμενου με αυτή ευεργετήματος (ελευθερώσεως), όχι όμως και για την περίπτωση κατά την οποία η ικανοποίηση του δανειστή θα καταστεί αδύνατη από δόλο ή βαριά αμέλεια του τελευταίου, δοθέντος ότι, σύμφωνα με το άρθρο 322 παρ. 1 ΑΚ, είναι άκυρη (ΑΚ 174) κάθε προηγούμενη συμφωνία που αποκλείει ή περιορίζει την ευθύνη από δόλο ή βαριά αμέλεια (Α' Oλ.
ΑΠ 6/2000). Πταίσμα του δανειστή ως προς την είσπραξη της απαιτήσεως εκδηλώνεται είτε με πράξεις είτε με παραλείψεις, εξαιτίας των οποίων γίνεται αδύνατη η ικανοποίησή του από τον πρωτοφειλέτη. Στην εγγύηση αορίστου χρόνου, ειδικότερα, θεωρείται ότι υπάρχει πταίσμα του δανειστή (και) όταν αυτός αμελεί για ικανό χρόνο να καταδιώξει τον πρωτοφειλέτη, που έπειτα γίνεται αναξιόχρεος (και αν ακόμη ο εγγυητής δεν έκανε χρήση των δικαιωμάτων που παρέχουν οι διατάξεις των άρθρων 867-868 AK) ή υπαίτια δεν αποδέχεται την κύρια οφειλή, που έγκυρα του προσφέρεται ή δεν αναγγέλλεται στην πτώχευση του πρωτοφειλέτη ή αμελεί τη διεξαγωγή της δίκης ή αναγκαστικής εκτελέσεως εναντίον του πρωτοφειλέτη.
Εφόσον στον Αστικό Κώδικα δεν έχει περιληφθεί ορισμός της βαριάς αμέλειας, στο δικαστήριο εναπόκειται να κρίνει, εκτιμώντας τις περιστάσεις, πότε η αμέλεια είναι βαριά και αυτή η αξιολογική του κρίση υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο, με βάση τα γενόμενα ανελέγκτως δεκτά πραγματικά περιστατικά. Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αρ. 14 του Κ.Πολ.Δικ.
αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Με τον έκτο, εκ του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δικ., όπως εκτιμάται, λόγο αναιρέσεως προσάπτουν στο Εφετείο την μομφή οι αναιρεσείουσες ότι εσφαλμένως απέρριψε ως αόριστο (και εν μέρει μη νόμιμο) τον τρίτο λόγο της ανακοπής τους, ότι από πταίσμα (και επικουρικώς βαριά αμέλεια) της αναιρεσίβλητης, κατέστη αδύνατη η ικανοποίηση της αξίωσής της και έτσι εκείνες ελευθερώθηκαν από την υποχρέωσή τους.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της από 19-2-2001 ανακοπής των αναιρεσειουσών προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του ως άνω ισχυρισμού τους προέβαλαν ότι, μολονότι η αναιρεσίβλητη γνώριζε από το έτος 1984 την κακή οικονομική κατάσταση της πρωτοφειλέτιδας εταιρίας, η οποία είχε τότε σημαντική περιουσία (ακίνητα, μηχανήματα, απαιτήσεις κλπ), συνέχιζε να της παρέχει πιστώσεις και 4 μόλις ημέρες πριν από το κλείσιμο των λογαριασμών (1-4-1991) της χορήγησε πρόσθετη πίστωση 11.5000.000 δραχμών με την 13411/14/29-3-1991 σύμβαση, ενώ παράλληλα παρέλειψε από βαριά αμέλειά της να λάβει μέτρα διασφαλίσεως των απαιτήσεών της, όπως έπραξαν άλλοι δανειστές που ενέγραψαν εμπράγματες ασφάλειες στην περιουσία της πρωτοφειλέτιδας και ικανοποιήθηκαν, ενώ από την αδράνεια της αναιρεσίβλητης κατέστη αναποτελεσματική η έκδοση στη συνέχεια (μέσα του έτους 1991) της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, όταν πλέον η πρωτοφειλέτιδα είχε καταστεί αφερέγγυα.
Επομένως, εφόσον οι αναιρεσείουσες δεν προσδιόρισαν με τρόπο σαφή και συγκεκριμένο τα περιστατικά που προσέδιδαν φερεγγυότητα στην πρωτοφειλέτιδα από το έτος 1984 μέχρι το έτος 1991 και παράλληλα κακή πορεία των εργασιών της, ώστε να προκύπτει από το συσχετισμό τους η τυχόν υπερχρέωση της πρωτοφειλέτιδας, ούτε εκείνα που σχετίζονταν με την επίδειξη περισσότερης επιμέλειας από άλλους δανειστές της για την εξασφάλιση και είσπραξη απαιτήσεων ή λήψη καταδιωτικών μέτρων εναντίον της, σε σύγκριση με την αναιρεσίβλητη, ο ισχυρισμός αυτός είναι αόριστος και το Εφετείο απορρίπτοντας τούτον δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, όσο δε αντίθετα προβάλλουν οι αναιρεσείουσες με τον ως άνω, εκ του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δικ, λόγο αναιρέσεως είναι αβάσιμα.
Κατά το άρθρο 585 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 43 παρ. 1 του ν.δ. 958/1971, "το έγγραφο της ανακοπής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που αναφέρονται στα άρθρα 118 έως 120, και τους λόγους της. Νέοι λόγοι μπορούν να προταθούν μόνο με πρόσθετο δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου προς το οποίο απευθύνεται η ανακοπή, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, και κοινοποιείται στον αντίδικο οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση".
Από τη διάταξη αυτή, που έχει εφαρμογή και στην ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής (άρθρο 632 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι νέοι λόγοι, οι οποίοι δεν περιέχονται στο δικόγραφο της ανακοπής, δεν επιτρέπεται να προταθούν για πρώτη φορά με τρόπο διαφορετικό από τον οριζόμενο στο άρθρο 585 παρ. 2 εδ. β' ΚΠολΔ, όπως με τις έγγραφες προτάσεις του ανακόπτοντος της πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας δίκης ή με το δικόγραφο της εφέσεως εναντίον αποφάσεως που απορρίπτει την ανακοπή ή με εκείνο των πρόσθετων λόγων εφέσεως και όταν ακόμη αφορούν ισχυρισμούς από τις διατάξεις των άρθρων 269 και 527 Κ.Πολ.Δικ..
Εξάλλου ο κατά το άρθρο 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως της παρά το νόμο μη λήψης υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν, για να είναι παραδεκτός, κατά το άρθρο 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δικ., πρέπει να στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος έχει προταθεί παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο από όπου προέρχεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (Ολ.
ΑΠ 43/1990) και να αναφέρεται τούτο στο αναιρετήριο, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Επομένως ο έβδομος, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 8 Κ.Πολ.Δικ., λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι άφησε αδίκαστο τον με τις έγγραφες προτάσεις των αναιρεσειουσών, κατά την εκδίκαση της ανακοπής τους πρωτοδίκως και κατ' έφεση προβληθέντα ισχυρισμό τους, ότι οι συμβατικές ρήτρες παραιτήσεως του, κληρονομηθέντος από εκείνες, εγγυητή από δικαιώματά του, κατά τα άρθρα 866-868 ΑΚ, αντιβαίνουν στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, είναι απαράδεκτος, εφόσον ο ως άνω ισχυρισμός, στον οποίο στηρίζεται ο προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως, δεν έχει προβληθεί παραδεκτώς με την ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής ή με πρόσθετους λόγους της ανακοπής.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 του Κ.Πολ.Δικ., σύμφωνα με την οποία "αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο", σε συνδυασμό και με εκείνες των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1, 577 και 578 του Κ.Πολ.Δικ., συνάγεται ότι ο ως άνω αναιρετικός λόγος, ο οποίος δίδεται επί παραβιάσεως δικονομικών διατάξεων (Ολ.
ΑΠ 1/1999) για να είναι ορισμένος, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο τα γεγονότα που δημιουργούν ακυρότητα. Με το όγδοο και τελευταίο, εκ του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δικ., λόγο αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι εσφαλμένως δεν κηρύχθηκε άκυρη η διαταγή πληρωμής, κατά παραδοχή του (δια δικογράφου προβληθέντος) προσθέτου λόγου ανακοπής, ότι της από 31-5-2000 επιστολής της αναιρεσίβλητης προς τις αναιρεσείουσες για το κλείσιμο του αλληλόχρεου λογαριασμού προηγήθηκε η από 11-5-1999 όμοια, με αναφορά όμως μεγαλύτερης οφειλής, και ακολούθησε η από 20-7-2000 όμοια με περιορισμό της οφειλής σε 25.000.000 και 18.750.000 δραχμές για την πρώτη και δεύτερη από τις αναιρεσείουσες αντιστοίχως, ενώ κάθε μεταγενέστερη επιστολή περιείχε παραίτηση από την αμέσως προηγούμενη.
Επομένως, εφόσον δεν προσδιορίζεται με το αναιρετήριο, κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο, σε τί συνίσταται η δικονομική ακυρότητα των από τις διαδοχικές, δι' επιδιδόμενων επιστολών, οχλήσεις των αναιρεσειουσών από την αναιρεσίβλητη, με παράλληλες παραιτήσεις στις δύο τελευταίες από τις αμέσως προηγούμενες, ούτε το βλαπτικό για τα έννομα συμφέροντα των αναιρεσειουσών αποτέλεσμα, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αόριστος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-9-2009 αίτηση των ... κλπ για αναίρεση της 1168/2008 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης από χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Δεκεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ