Legislator Case Law & Legislation
279/2026 AI generated

Supreme Court allows appeal against labor dispute judgment for failure to consider evidence without proper summons.

Case Number 279/2026
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court accepted the appeal filed by an anonymous company against a final labor dispute judgment. The lower court had excluded witness affidavits due to alleged improper summons, but the Supreme Court found the appellate court failed to consider evidence lawfully submitted by the appellant. Consequently, the appeal was allowed, the judgment annulled, and the case remitted for retrial with a new judge.

Legislator headnote

AI generated

Articles 591, 648, 138, 180, 559, 591, 339, 614, 564, 573, 577, 580, 495, 614 of the Code of Civil Procedure; The appellate court's failure to consider evidence lawfully submitted by the appellant constitutes a substantive error requiring the annulment of the judgment and remittal for retrial.

Keywords

AI generated
labor dispute procedure improper summons evidence exclusion appellate error remittal for retrial witness affidavits costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Articles 591, 614(3), 621, 622 of the Code of Civil Procedure
Article 564(1) of the Code of Civil Procedure
Articles 573(1), 261 of the Code of Civil Procedure
Article 147(2) of the Code of Civil Procedure
Articles 552, 553(1)(b), 556(1), 558, 566(1), 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
Articles 591(1), 339 of the Code of Civil Procedure
Articles 648, 138, 180 of the Civil Code
Article 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 573(1), 106, 176(a), 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) last paragraph and 614(3)(a) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 279 / 2026 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 279 /2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Πλατιά, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νίκη Κατσιαούνη, Απόστολο Φωτόπουλο - Εισηγητή, Ηλία Γιαρένη και Αγγελική Καρδαρά, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α. , για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", με τον διακριτικό τίτλο "... Α.Β.Ε.Ε.", που εδρεύει στον Ταύρο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Τσάφο, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Μ. Χ. του Ι. , συζ. Λ. Χ. , κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Σουρλά, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-3-2019 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1037/2022 του ίδιου Δικαστηρίου και 2059/2024 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 4-9-2024 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την από 4-9-2024 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...-2024 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμό 2059/20-5-2024 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών - η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών (άρθρα 591, 614 αριθμός 3, 621 και 622 ΚΠολΔ) - επί της από 10-1-2023 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...-2023 έφεσης που είχε ασκήσει η αναιρεσείουσα κατά της υπ' αριθμό 1037/2022 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα - μέσα στην προθεσμία των τριάντα (30) ημερών που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 564 παράγραφος 1 ΚΠολΔ, επειδή η αναιρεσιβαλλομένη επιδόθηκε, όπως ομολογείται, στην αναιρεσείουσα στις 8-7-2024 (άρθρα 573 παράγραφος 1 και 261 ΚΠολΔ) και το χρονικό διάστημα από 1 έως 31 Αυγούστου δεν υπολογίζεται -σύμφωνα με το άρθρο 147 παράγραφος 2 ΚΠολΔ - και για τη γνήσια προθεσμία που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 564 παράγραφος 1 ΚΠολΔ για την άσκηση αναίρεσης - και γενικά παραδεκτά (άρθρα 552, 553 παράγραφος 1 β, 556 παράγραφος 1, 558, 566 παράγραφος 1 και 577 παράγραφος 1 ΚΠολΔ).

Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί και περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 577 παράγραφος 3 ΚΠολΔ). 2. Από την επισκόπηση του περιεχομένου των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παράγραφος 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, Μ. Χ. του Ι. , κάτοικος ... , στην από 18-3-2019 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...-2019 αγωγή της - την οποία είχε απευθύνει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και είχε στρέψει κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...

ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και έδρα την Αθήνα είχε εκθέσει τα εξής: Ότι στις 1-7-1997 είχε καταρτίσει με την αναιρεσείουσα σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και ότι έκτοτε προσέφερε σε αυτή προσηκόντως την εργασία της ως υπάλληλος γραφείου έναντι συγκεκριμένου μηνιαίου μισθού.

Ότι η αναιρεσείουσα-εργοδότριά της από τον Αύγουστο του έτους 2017 έπαυσε να αποδέχεται την εργασία της με συνέπεια να περιέλθει έκτοτε σε υπερημερία και ότι, περαιτέρω, η εργοδότριά της δεν είχε καταβάλει σε αυτή και τις δεδουλευμένες αποδοχές της για το χρονικό διάστημα από το μήνα Νοέμβριο του έτους 2010 έως και το μήνα Αύγουστο του έτους 2017.

Με το ιστορικό αυτό ζήτησε - μετά το παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής της από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό (άρθρα 591 παράγραφος 1 σε συνδυασμό με άρθρα 223 εδάφιο β, 294, 295 παράγραφος 1 εδάφιο β και 297 ΚΠολΔ) - να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της αναιρεσείουσας να καταβάλει σε αυτή νομιμότοκα κυρίως με βάση τη σύμβαση εργασίας και, επικουρικά, σύμφωνα με τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό α) δεδουλευμένες αποδοχές για το χρονικό διάστημα από 1-11-2010 έως και 31-8-2017 συνολικού ποσού 159.795,53 Ευρώ και β) μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 1-9-2017 έως και 28-2-2019 συνολικού ποσού 36.267,80 Ευρώ.

Η αναιρεσείουσα - μεταξύ άλλων - προέβαλε παραδεκτά ως απάντηση στην αγωγή την ένσταση ότι είχε καταρτίσει φαινομενικά μόνον σύμβαση εργασίας με την αναιρεσίβλητη, διότι με τον τρόπο αυτό επιθυμούσε να την υπαγάγει σε καθεστώς κοινωνικής ασφάλισης λόγω των προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε και όχι να την απασχολεί πράγματι στην επιχείρησή της ως εργαζομένη με συνέπεια η επίδικη σύμβαση ως απόλυτα εικονική να πάσχει από ακυρότητα και για το λόγο αυτό να μην ενέχεται έναντι της αναιρεσίβλητης προς καταβολή οποιαδήποτε παροχής (άρθρα 591 παράγραφος 1, 262 παράγραφος 1 ΚΠολΔ, 138 παράγραφος 1 και 180 ΑΚ).

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δίκασε την υπόθεση αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών (άρθρα 614 αριθμός 3 και 621 έως 622 ΚΠολΔ), έκρινε την αγωγή παραδεκτή και νόμιμη και στη συνέχεια, αφού απέρριψε την ένσταση που είχε προβάλει η αναιρεσείουσα ως ουσιαστικά αβάσιμη, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και αναγνώρισε την υποχρέωση της αναιρεσείουσας να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη για τις αιτίες που προαναφέρθηκαν συνολικά το ποσό των 99.907,88 Ευρώ νομιμότοκα.

Η αναιρεσείουσα άσκησε κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου την από 10-1-2023 έφεση για κακή εκτίμηση των αποδείξεων και αιτήθηκε να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη με σκοπό να απορριφθεί η αγωγή της αναιρεσίβλητης εναντίον της. Η αναιρεσείουσα μάλιστα με την έφεσή της προσέβαλε ειδικά την εκκαλουμένη και για το λόγο ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο μετά από κακή εκτίμηση των αποδείξεων είχε απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένσταση, την οποία είχε προβάλει ως εναγομένη ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ότι η επίδικη σύμβαση εργασίας ως απόλυτα εικονική έπασχε από ακυρότητα με συνέπεια να μην ευθύνεται συμβατικά έναντι της αναιρεσίβλητης προς καταβολή παροχών.

Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δίκασε την έφεση αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία που είχε δικάσει και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη υπ' αριθμό 2059/2024 τελεσίδικη απόφαση, με την οποία απέρριψε την έφεση ως αβάσιμη με παραδοχές όμοιες με αυτές της εκκαλουμένης. 3.

Το άρθρο 421 ΚΠολΔ, όπως είχε προστεθεί με την παράγραφο 3 του άρθρου δευτέρου του άρθρου 1 του Ν.4335/2015 (Φ.Ε.Κ. Α 87/23-7-2015) και ίσχυε σύμφωνα με το άρθρο ένατο παράγραφος 4 του ίδιου άρθρου 1 από 1-1-2016, όριζε τα εξής: "Οι διάδικοι μπορούν να προσάγουν προαποδεικτικώς ένορκες βεβαιώσεις, εφόσον αυτές λαμβάνονται ενώπιον [...] συμβολαιογράφου της έδρας του δικαστηρίου ή της κατοικίας ή της διαμονής του μάρτυρα [...] κατά τη διαδικασία των επόμενων άρθρων.".

Το άρθρο 422 παράγραφος 1 ΚΠολΔ ορίζει τα εξής: "Ο διάδικος που επιδιώκει τη λήψη ένορκης βεβαίωσης, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο προηγούμενο άρθρο, επιδίδει δύο (2) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από την βεβαίωση στον αντίδικο κλήση, η οποία αναφέρει την αγωγή [...] που αφορά η βεβαίωση, τόπο, ημέρα και ώρα που θα δοθεί, το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και τη διεύθυνση της κατοικίας του μάρτυρα.".

Το άρθρο 424 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε, πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 23 ν. 4842/2021 (Φ.Ε.Κ. Α 190/13-10-2021), όριζε τα εξής: "Ένορκη βεβαίωση, που δίδεται κατά παράβαση των προηγούμενων διατάξεων, δεν λαμβάνεται καθόλου υπόψη στο πλαίσιο της δίκης για την οποία δόθηκε, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.". Οι ένορκες βεβαιώσεις που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 421 έως 424 ΚΠολΔ αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο σε σχέση με τους μάρτυρες και τα έγγραφα και για το λόγο αυτό πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση (ΑΠ 416/2025, ΑΠ 276/2021).

Το δικαστήριο, όμως, δεν έχει υποχρέωση να κάνει ειδική μνεία στην απόφαση ότι έλαβε υπόψη ένορκη βεβαίωση ως αποδεικτικό μέσο για να σχηματίσει την αποδεικτική του κρίση, όταν η ένορκη αυτή βεβαίωση είχε ληφθεί για να χρησιμοποιηθεί σε δίκη ασφαλιστικών μέτρων, διότι στην ειδική αυτή διαδικασία ισχύουν ιδιαίτεροι κανόνες ως προς την απόδειξη, τη συγκέντρωση των αποδεικτικών μέσων και γενικά τη διαδικασία που προβλέπεται για την εκδίκαση της αίτησης (άρθρα 106, 347, 691 παράγραφος 1 και 695 ΚΠολΔ, ΑΠ 416/2025).

Οι ένορκες βεβαιώσεις, επομένως, που λήφθηκαν χωρίς προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου δεν αποτελούν ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα στην ειδική διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 682 επ. ΚΠολΔ) και παραδεκτά λαμβάνονται υπόψη σε αυτή ως αποδεικτικά μέσα για την πιθανολόγηση των ισχυρισμών των διαδίκων (ΑΠ 1312/2019, ΑΠ 1684/2018).

Από το συνδυασμό, εξάλλου, των διατάξεων των άρθρων 339 και 395 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον συμβολαιογράφου, οι οποίες είχαν ληφθεί με επιμέλεια του διαδίκου που τις επικαλείται και τις προσκομίζει, χωρίς κλήτευση του αντιδίκου του, και είχαν προσκομισθεί ως αποδεικτικά μέσα σε δίκη που είχε διεξαχθεί κατά την ειδική διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, λαμβάνονται υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια σε νέα, άλλη, δίκη - στην οποία επιτρέπεται η απόδειξη με μάρτυρες - με την προϋπόθεση ότι κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ελήφθησαν επίτηδες για να προσκομισθούν στη συγκεκριμένη δίκη. Οι ένορκες αυτές βεβαιώσεις αποτελούν δικαστικά τεκμήρια - και όχι ιδιαίτερη κατηγορία αποδεικτικών μέσων - και η χρήση τους ως δικαστικών τεκμηρίων γίνεται με την προσκόμιση και την επίκληση των εγγράφων στα οποία περιέχονται οι βεβαιώσεις. Το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να τις μνημονεύσει ειδικά σε αντίθεση με τα λοιπά αποδεικτικά έγγραφα, αλλά αρκεί η βεβαίωση ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά έγγραφα, τα οποία οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα.

Το δικαστήριο της ουσίας περαιτέρω δεν είναι απαραίτητο στην προκειμένη περίπτωση να κάνει αναφορά στα έγγραφα που ελήφθησαν υπόψη προς άμεση ή έμμεση απόδειξη και σε αυτά που ελήφθησαν υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια. Αντίθετα, αν το δικαστήριο της ουσίας εξαιρέσει παντελώς της ένορκες βεβαιώσεις που προαναφέρθηκαν, ακόμη και για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, υποπίπτει στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 11 περίπτωση γ ΚΠολΔ, το οποίο ορίζει ότι: "Αναίρεση επιτρέπεται [...] αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν" (ΑΠ 276/2021, ΑΠ 1312/2019, ΑΠ 593/2019, ΑΠ 736/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, στον πρώτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα εκθέτει ότι το Μονομελές Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που προσκόμισε και επικαλέσθηκε με συνέπεια να υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 11 περίπτωση γ ΚΠολΔ και να πρέπει για το λόγο αυτό να αναιρεθεί.

Η αναιρεσείουσα επικαλείται, ειδικότερα, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την απόφαση που προσβάλλεται απέρριψε την έφεση, την οποία είχε ασκήσει κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ως αβάσιμη, χωρίς όμως να λάβει καθόλου υπόψη του για να σχηματίσει την αποδεικτική του αυτή κρίση τις υπ' αριθμό ...-2019, ...-2019 και ...-2019 τρεις (3) ένορκες βεβαιώσεις τρίτων προσώπων, ενός σε καθεμία από αυτές, ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Χ.

Μ. - που είχαν ληφθεί για να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικά μέσα σε προηγούμενη δίκη ασφαλιστικών μέτρων μεταξύ των διαδίκων - τις οποίες είχε επικαλεσθεί και είχε προσκομίσει νόμιμα ως δικαστικά τεκμήρια και ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου για να αποδείξει τη βασιμότητα της έφεσής της, με την οποία είχε προσβάλει την εκκαλουμένη ειδικά και για το λόγο ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο μετά από κακή εκτίμηση των αποδείξεων είχε απορρίψει ως αβάσιμη την ένσταση - την οποία είχε προβάλει παραδεκτά ως εναγομένη ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου - ότι η επίδικη σύμβαση, την οποία είχε καταρτίσει με την αναιρεσίβλητη, ως απόλυτα εικονική έπασχε από ακυρότητα με συνέπεια η αναιρεσίβλητη να μην έχει συμβατικές αξιώσεις έναντί της.

Η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται, τέλος, ότι οι ένορκες βεβαιώσεις που προαναφέρθηκαν ήταν πρόσφορες για την απόδειξη του ουσιώδους αυτού ισχυρισμού της και ότι σε περίπτωση που το δευτεροβάθμιο δικαστήριο τις λάμβανε υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια για το σχηματισμό της αποδεικτικής του κρίσης ως προς τη βασιμότητα της έφεσής της θα δεχόταν την έφεση ως βάσιμη και στην ουσία της, θα εξαφάνιζε για το λόγο αυτό την εκκαλουμένη και κατά το στάδιο πλέον έρευνας της αγωγής θα δεχόταν την ένστασή της ως ουσιαστικά βάσιμη και θα απέρριπτε για το λόγο αυτό την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Από την επισκόπηση του περιεχομένου της αναιρεσιβαλλομένης (άρθρο 561 παράγραφος 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα είχε προσκομίσει νόμιμα με επίκληση ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και τις υπ' αριθμό ...-2019 , ...-2019 και ...-2019 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Χ. Μ. , οι οποίες είχαν ληφθεί στο πλαίσιο άλλης δίκης μεταξύ των διαδίκων, η οποία είχε διεξαχθεί κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων.

Το Εφετείο δέχθηκε ότι οι ένορκες βεβαιώσεις που είχαν προσκομισθεί από την εναγομένη-εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα "δόθηκαν χωρίς νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης και δεν λαμβάνονται υπόψιν ούτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων". Η βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας ότι δεν προέκυπτε νομότυπη λήψη των ενόρκων βεβαιώσεων, επειδή ανάγεται σε πράγματα, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Με την παντελή, όμως, εξαίρεση των βεβαιώσεων που προαναφέρθηκαν, όπως σαφώς συνάγεται από τη φράση του σκεπτικού του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου που προπαρατέθηκε αυτολεξεί, ακόμη και για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ως προς τη βασιμότητα ή μη της ένστασης, την οποία είχε προβάλει η αναιρεσείουσα, το Εφετείο κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 591 παράγραφος 1 και 339 ΚΠολΔ - σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 648, 138 και 180 ΑΚ - δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που η αναιρεσείουσα είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει νόμιμα με συνέπεια να υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 11 περίπτωση γ ΚΠολΔ, όπως βάσιμα επικαλείται η αναιρεσείουσα με το λόγο αναίρεσης που προαναφέρθηκε, ο οποίος, επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.

4. Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν η αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση στο σύνολό της. Μετά από αυτό παρέλκει να ερευνηθούν οι λοιποί από τους αριθμούς 1, 11 και 19 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης, επειδή μετά την παραδοχή του πρώτου από αυτούς καταλαμβάνονται από την εμβέλεια της αναιρετικής απόφασης. Η υπόθεση, τέλος, χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση και πρέπει συνεπώς να παραπεμφθεί για εκδίκαση ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο μπορεί να συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε (άρθρο 580 παράγραφος 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας που κατέθεσε προτάσεις - μετά από το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της - πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης, η οποία ηττήθηκε στη δίκη (άρθρα 573 παράγραφος 1, 106, 176 εδάφιο α, 183 και 191 παράγραφος 2 ΚΠολΔ). Τέλος, το παράβολο που κατέθεσε ο αναιρεσείουσα πρέπει να επιστραφεί σε αυτή, επειδή δεν είχε νόμιμη υποχρέωση να καταθέσει παράβολο για το παραδεκτό της αναίρεσης λόγω της φύσης της ένδικης διαφοράς ως εργατικής (άρθρο 495 παράγραφος 3 εδάφιο τελευταίο και 614 αριθμός 3 α ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμό 2059/2024 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ειδικής διαδικασίας περιουσιακών-εργατικών διαφορών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, το ύψος των οποίων ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) Ευρώ.

Διατάσσει να επιστραφεί στην αναιρεσείουσα το υπ' αριθμό .../2024 παράβολο ποσού τετρακοσίων πενήντα (450) Ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Φεβρουαρίου 2026.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ