Supreme Court allows appeal against second instance judgment for insufficient reasoning on Article 1015 Civil Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the Second Instance Court's decision to grant an easement of way. The Second Instance Court ruled in favor of the plaintiff without adequately explaining why the defendants lacked standing under Article 1015 of the Civil Code. The Court found this reasoning insufficient and remanded the case for retrial by a different panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArt. 1015 ΑΚ; Art. 560(6) ΚΠολΔ: An appeal is admissible when the second instance judgment fails to provide sufficient reasoning to establish the legal basis for rejecting a standing objection under Article 1015 of the Civil Code.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 279 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 279/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αγαθή Δερέ, Μερόπη Τζουγκαράκη, Ιφιγένεια Ματσούκα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 6 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ιδιωτικής Κεφαλαιουχικής Εταιρείας με την επωνυμία ".......", που κατοικοεδρεύει στην ..... Αττικής (οδός ..... αριθμ.....,) νομίμως εκπροσωπούμενης, με ΑΦΜ .....2389, προελθούσα εκ της νομίμως συντελεσθείσας μετατροπής της ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία ".......", 2) Ν.Π.Ζ., κατοίκου .... Αττικής, 3) Α. (A.) Σ. (C.) του Τ. (G.), κατοίκου ...... Ιταλίας, 4) Μ. (M.) Α. (A.) του Τ. (G.), συζ. Α. (A.) Σ. (C.), κατοίκου .... Ιταλίας, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη-Πρόδρομο Αναστασιάδη, που ανακάλεσε την από 5-3-2024 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο, και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Ζ., κατοίκου ..... Αττικής, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Γεωργουλόπουλο, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Κοινοποιούμενη στους:
1) Κ. (C.) Φ. (F.) του Β. (W.), κατοίκου ....., 2) Ν. Ν. (D. - N.) Φ. (F.) του Β. (W.), κατοίκου ...., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-7-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο ..... . Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: ..../2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και ..../2015, ...../2019 μη οριστικές, ...../2022 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου .... . Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12-10-2022 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 12-10-2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθμ. ..../2022 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου .... (δικάσαντος ως εφετείο), κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ο αναιρεσίβλητος άσκησε την από 02-07-2006 αγωγή παροχής διόδου εναντίον των αναιρεσειόντων και αυτών προς τους οποίους κοινοποιείται η αναίρεση, ενώπιον του Ειρηνοδικείου ....., εκδοθείσας της .../2008 απόφασης του παραπάνω δικαστηρίου, με την οποία η αγωγή έγινε δεκτή.
Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν: 1) η από 30-09-2008 έφεση των δύο πρώτων εναγομένων και ήδη πρώτης και δευτέρου των αναιρεσειόντων, 2) η από 07-10-2008 έφεση των τρίτης και τετάρτου των εναγομένων (προς τους οποίους κοινοποιήθηκε η αναίρεση) και 3) η από 07-10-2008 έφεση των πέμπτης και έκτου των εναγομένων και ήδη τρίτου και τέταρτης των αναιρεσειόντων ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..... .
Οι εφέσεις συνεκδικάσθηκαν και αφού εκδόθηκαν οι 3316/2005 και 1012/2019 μη οριστικές αποφάσεις του παραπάνω δικαστηρίου, εκδόθηκε η προσβαλλομένη ..../2022 απόφαση, με την οποία απορρίφθηκαν οι εφέσεις και επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), ενώ καταβλήθηκε και το προσήκον παράβολο.
Επίσης επιδόθηκε στους αναγκαίους ομοδίκους των αναιρεσειόντων, προς τους οποίος και κοινοποιήθηκε (υπ' αριθμ. 5106Ζ και 5107Ζ/23-2-2023 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στην περιφέρεια του Εφετείου ..., Δ. Δ.). Πρέπει κατά συνέπεια να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Επειδή, κατά το άρθρο 1012 ΑΚ αν ακίνητο στερείται την αναγκαία δίοδο προς το δρόμο, έχει δικαίωμα ο κύριος του να απαιτήσει δίοδο από τους γείτονες έναντι ανάλογης αποζημίωσης. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, ως ακίνητο στερούμενο της αναγκαίας διόδου προς το δρόμο θεωρείται εκείνο το οποίο στερείται κάθε επικοινωνίας με δημόσιο, δημοτικό ή κοινοτικό δρόμο, αλλά και εκείνο, το οποίο έχει μεν δίοδο προς τέτοιο δρόμο, πλην όμως αυτή δεν εξυπηρετεί επαρκώς τις ανάγκες του ιδιοκτήτη του, για την εκμετάλλευση ή τη χρησιμοποίηση αυτού σύμφωνα με τον προορισμό του.
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 1015 ΑΚ, αν εξαιτίας της εκποίησης μέρους του ακινήτου αποκόπηκε η συγκοινωνία προς το δρόμο του μέρους που εκποιήθηκε ή του μέρους που απέμεινε, έχει υποχρέωση να παράσχει δίοδο ο κύριος του μέρους από όπου γινόταν έως τώρα η συγκοινωνία. Η διάταξη αυτή του άρθρου 1015 ΑΚ αναφέρεται στην περίπτωση που λόγω εκποίησης μέρους του ακινήτου, το μέρος που εκποιήθηκε ή απέμεινε έχασε την επικοινωνία με το δημόσιο δρόμο.
Εφόσον συντρέχουν οι παραπάνω προϋποθέσεις, αυτός που αποστερήθηκε τη δίοδο λόγω της εκποίησης δεν έχει την κατ` άρθρο 1012 ΑΚ αξίωση κατ` άλλων γειτόνων, αλλά αξίωση σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1015 ΑΚ κατά του κυρίου του ακινήτου, μέσω του οποίου γινόταν μέχρι τώρα η επικοινωνία με το δημόσιο δρόμο. Εξάλλου, με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου), που είναι ταυτόσημος με το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ., ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή ή η ένσταση ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. Α.Π. 10/2011, Ολ. Α.Π. 7/2006). Τέλος, κατά το άρθρο 560 αρ. 6 ΚΠολΔ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν, κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Ως ζητήματα δε, σε σχέση με τα οποία η έλλειψη, η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος, που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ω αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία κατά νόμο για τη στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης περιστατικά (Ολ.
Α.Π. 9/2016). Επομένως, ο λόγος αυτός από το άρθρο 560 αρ.6 ΚΠολΔ δεν ιδρύεται εάν το σφάλμα της ελάσσονος πρότασης αναφέρεται σε γεγονότα που δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης, όπως τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς, καθώς και εκείνα που θεμελιώνουν αλυσιτελή ισχυρισμό, δηλαδή ισχυρισμό, που και αν δεν τον λάμβανε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας θα κατέληγε στο ίδιο διατακτικό.
Στην υπόθεση που κρίνεται, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο έφεση κατά απόφασης Ειρηνοδικείου, δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής, σχετικώς με την ένδικη αγωγή παροχής διόδου: "Δυνάμει του από 1-3-1995 ιδιωτικού συμφωνητικού μεταξύ του Ν.
Ζ., του Α.Ο. και του Α. Ζ., νομίμως δημοσιευθέντος στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου ..... με αύξοντα αριθμό ..../17-03-1995, συνεστήθη η ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "......¨ με έδρα την Αθήνα στην οδό ...... 34, διαχειριστής της οποίας ήταν ο δεύτερος εκκαλών, Ν. Ζ. . Σκοπός της εταιρείας ήταν η κατά το σύστημα της αντιπαροχής ανέγερση εξοχικών κατοικιών επί αγροτεμαχίων, κειμένων στη νήσο .......
και ειδικότερα στην τοποθεσία ".....", συνάμα δε, η επί κέρδει πώληση των κατοικιών και η διανομή των κερδών στους εταίρους. Διάρκεια της εταιρείας ορίστηκε η διάρκεια εκτέλεσης του έργου, που αποτελούσε και το σκοπό της εταιρείας (βλ. τα υπ' αριθμ. ...../17.12.1998 και ....../17.12.1998 προσύμφωνα μεταβίβασης ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδου και εργολαβικού ανοικοδόμησης συγκροτήματος εξοχικών κατοικιών στα ως άνω οικόπεδα της συμβολαιογράφου .....
Π. Σ.- Σ.). Δυνάμει δε του υπ' αριθμ. ..../31-12-1998 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου ... Ε. Ρ. - Ο., που μεταγράφηκε νόμιμα, ο εφεσίβλητος Α. Ζ. αγόρασε τμήματα συνεχόμενων αγροτεμαχίων με αριθμούς 1β, 2β, 3β από τον Π. Σ., ο οποίος ενεργούσε ως αντιπρόσωπος των ιδιοκτητών Π. Τ. (1β), Σ. Σ. (2β) και Σ. Κ. (3β) αντίστοιχα (βλ. το από Οκτωβρίου 1998 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου Μηχανικού Ι.
Γ.). Αυτά τα τρία δε αγροτεμάχια, ως ενιαίο σύνολο αποτελούσαν ένα ενιαίο αγροτεμάχιο έκτασης 4.474 τ.μ., που αποτυπώνεται με τα περιμετρικά στοιχεία Α-1-2-3-5-15-Θ-Η-Α και ολόκληρο με το κεφαλαίο γράμμα Γ. Το εν λόγω ακίνητο συνορεύει δε βόρεια σε πλευρά 5-15 μήκους 54,60 μ και βορειοανατολικά σε πλευρά 15-Θ μήκους 44 μ με το υπ' αριθμ. 3γ αγροτεμάχιο ιδιοκτησίας των πωλητών Π.
Σ. και Σ.Κ. (το 3γ αγροτεμάχιο αποτελεί τμήμα μεγαλύτερου αγροτεμαχίου με αριθμό 3), νότια σε πλευρά 1-Α μήκους 85,80 μ. με πρώην ιδιοκτησία Σ. Τ., ανατολικά σε πλευρά Α-Η-Θ μήκους 38,40μ. με ιδιοκτησία αγνώστου και δυτικά σε πλευρά 1-2-3-5 μήκους 52,35 μ. εν μέρει με το υπ' αριθμ. 1α αγροτεμάχιο του πωλητή Π. Τ., εν μέρει με το υπ' αριθμ. 2α ιδιοκτησίας της εκ των πωλητών Σ.
Σ. και εν μέρει με το υπ' αριθμ. 3α ιδιοκτησίας των εκ των πωλητών Π. Σ. και Σ. Κ.. Την ίδια δε μέρα και ενώπιον της ίδιας συμβολαιογράφου και με βάση το ίδιο τοπογραφικό διάγραμμα, ο ίδιος αντιπρόσωπος, ο Π. Σ. των πωλητών Σ. Κ., Π. Τ., Σ. Μ. και Π. Π., πώλησε δυνάμει του υπ' αριθμ. ..../31-12-1998 συμβολαίου, που μεταγράφηκε νόμιμα, στους Σ.
Μ. και Χ.Μ. τα αγεροτεμάχια 3γ (τμήμα του αγροτεμαχίου 3), 4β (τμήμα του αγροτεμαχίου 4), 5β (τμήμα του αγροτεμαχίου 5) και 6α (τμήμα του αγροτεμαχίου 6). Τα αγροτεμάχια αυτά ήταν όμορα και ως ενιαίο αγροτεμάχιο αποτυπωνόταν με το κεφαλαίο γράμμα Δέλτα (Δ) στο ίδιο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα. Η συνολική δε έκταση αυτών των δύο αγροτεμαχίων ήταν 4.683 τ.μ.
και ως ενιαία έκταση αποτυπώνεται με τα περιμετρικά 5-15-Θ-Ι-14-12-12- 11-10-Ε-9-8-7-6-5, συνορεύει δε βόρεια σε πλευρά 9-Ε μήκους 10,90 μ και Ε-10 μήκους 60.40 με ιδιοκτησίες Κ. Π. και Τ. αντίστοιχα, νότια σε πλευρά 5-15 μήκους 54,60 μ και νοτιοανατολικά σε πλευρά 15-Θ μήκους 44 μ με το υπ' αριθμ. 3β αγροτεμάχιο ιδιοκτησίας των εκ των πωλητών Π.
Σ. και Σ. Κ., ανατολικά σε ιδιοκτησία 10-11-12 μήκους 26,30 μ με τα υπ' αριθμ. 6β και 5γ αγροτεμάχια ιδιοκτησίας των εκ των πωλητών Π. Π. και Σ. Μ. αντίστοιχα, βορειανατολικά σε πλευρά 12- 13-14 μήκους 31,35 μ με τα υπ' αριθμ. 5γ και 4γ αγροτεμάχια εκ των πωλητών Σ. Μ. και Π. Τ. αντίστοιχα, νοτιοανατολικά σε πλευρά Θ-Ι- 14 μήκους 26,75 μ.
με ιδιοκτησία αγνώστου και δυτικά σε πλευρά 6-6-7-8-3 μήκους 43,05 μ. με τα υπ' αριθμ. 3δ, 4α, 5α αγροτεμάχια των εκ των πωλητών Π. Σ. και Σ. Κ., Π. Τ. και Σ. Μ., αντίστοιχα και ιδιοκτησία Κ. Π. το γένος Π. . Το ανωτέρω δε με στοιχείο Δ αγροτεμάχιο μεταβίβασαν οι Σ. Μ. και Χ. Μ. (αγοραστές) στην "Ν.Π.Ζ. τεχνική εταιρεία Ε.Ε.", δυνάμει του υπ' αριθμ. ...../12-2-2002 συμβολαίου της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα.
Στις 31-12-1998 ο ίδιος αντιπρόσωπος Π.Σ. των πωλητών, Σ.Μ., Σ.Σ., Π.Τ., Π.Π., Σ. Σ. και Κ. Π. με βάση το ίδιο τοπογραφικό διάγραμμα ενώπιον της ίδιας συμβολαιογράφου, πώλησε στους Γ. Β. και Σ. Χ. τα υπ' αριθμ. 4γ (τμήμα του υπ' αριθν. 4 αγροτεμαχίου), 5γ (τμήμα του υπ' αριθμ. 5 αγροτεμαχίου), 6β (τμήμα του υπ' αριθμ. 6 αγροτεμαχίου), 1', 2', 3', 4', 5', 6' αγροτεμάχια, συνεχόμενα, τα οποία αποτελούσαν ένα ενιαίο αγροτεμάχιο συνολικής έκτασης 4.472 τ.μ., όπως εμφαίνεται στο τοπογραφικό διάγραμμα με το κεφαλαίο Έψιλον (Ε) και τα περιμετρικά στοιχεία 14-13-12-11-10-β-σ-ν-ξ-ο-π-γ-δ-λ-κ-ι-θ-η-9-Ζ-Λ-Κ-14, το οποίο συνορεύει δε βόρεια σε πλευρά 10-β μήκους 17,90 μ.
με ιδιοκτησία ....., ανατολικά - βορειονατατολικά σε τεθλασμένη πλευρά α-η-θ-ι-κ-λ-δ μήκους 69,05 μ. με αγροτικό δρόμο, βορειοανατολικά σε πλευρά γ-δ μήκους 23,50 μ. με ιδιοκτησία Ν. Α., δυτικά - βορειοδυτικά σε τεθλασμένη πλευρά β-σ- ν-ξ-ο-π-γ μήκους 83,40 μ με ιδιοκτησία ......, δυτικά σε πλευρά 12-11-10 μήκους 23,60 μ, εν μέρει με ιδιοκτησία Σ.
Μ. και εν μέρει με ιδιοκτησία Π. Π., νοτιοδυτικά, σε πλευρά 14-13-12 μήκους 31,35 μ εν μέρει με ιδιοκτησία ...... και εν μέρει με Σ. Μ. και νοτιοανατολικά εν μέρει σε πλευρά 14-Κ-Λ-Ζ μήκους 49,15 μ με ιδιοκτησία αγνώστου και εν μέρει με πρόσωπό Ζ-α με αγροτικό δρόμο. Αυτό το αγροτεμάχιο το μεταβίβασαν δε οι Γ. Β. και Σ. Χ. στις 12-2-2002 στην "Ν.
Π. Ζ. Τεχνική Εταιρεία Ε.Ε." δυνάμει του υπ' αριθμ. ...../12-2-2002 συμβολαίου της ίδιας συμβολαιογράφου νομίμως μετεγραφέντος. Η πρώτη εκκαλούσα ετερόρρυθμη εταιρεία κατέστη, έτσι κυρία των ως άνω με στοιχεία Δ και Ε αγροτεμαχίων. Στα ως άνω υπ' αριθμ. ..../1998 και ...../1998 συμβόλαια, οι αντίστοιχοι αγοραστές των αγροτεμαχίων Δ και Ε, δήλωσαν και υποσχέθηκαν ότι για την αξιοποίηση των αγοραζόμενων τότε ακινήτων, εντός των επόμενων τεσσάρων (4) μηνών θα προέβαιναν σε σύσταση πραγματικής δουλείας διόδου πλάτους τεσσάρων (4) τουλάχιστον μέτρων επί των ακινήτων αυτών στο προσφορότερο μέρος και κατά προτίμηση στο ανατολικό όριο των ακινήτων, υπέρ των όμορων ή θα αποδέχονταν τη σύσταση πραγματικής δουλείας διόδου υπέρ των ακινήτων τους.
Η πρόβλεψη αυτή δεν υπήρξε στο υπ' αριθμόν ...../1998 συμβόλαιο, που αφορά το αγροτεμάχιο Γ. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος εκκαλών, με την ιδιότητά του ως διαχειριστής της ως άνω, ετερόρρυθμης εταιρείας, αφού προέβη στην τροποποιητική σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας με αριθμό 10072/27-12-2005 του συμβολαιογράφου Κ.
Π. για το αγροτεμάχιο Ε, μεταβίβασε τα 500/1000 του αγροτεμαχίου Ε κατά εξ αδιαιρέτου στους Κ. Φ. και Ν. - Ν. Φ. με το υπ' αριθμόν ..../29-12-2005 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου ..... Κ. Π., νομίμως μετεγγραφέντος, και τα υπόλοιπα 500/1000 του αγροτεμαχίου Ε μεταβίβασε κατά 1/2 εξ αδιαιρέτου στους Α. Σ. και Μ. - Α., σύζυγο Α. Σ., με το υπ' αριθμόν ....../13-01-2006 συμβόλαιο, νομίμως μετεγγραφέντος.
Ομοίως, ο δεύτερος εκκαλών, αφού προέβη στη σύσταση πραγματικής δουλείας διόδου σε βάρος του υπό στοιχείο Δ αγροτεμαχίου και υπέρ του όμορου υπό στοιχείο Ε αγροτεμαχίου δυνάμει του υπ'αριθμ. ....../25-05-2006 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Κ.Π., νομίμως μεταγραφέντος στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου ....., μεταβίβασε το αγροτεμάχιο Δ σε άλλους αγοραστές.
Το αγροτεμάχιο Ε είχε και εξακολουθεί να έχει άμεση προσπέλαση προς υφιστάμενη αγροτική οδό, αφού έχει πρόσωπο, στην οδό αυτή, μήκους περίπου 70 μ. Τα αγροτεμάχια Γ και Δ δεν είχαν ούτε πρόσωπο ούτε προσπέλαση προς αγροτική οδό. Όπως εκτίθεται ανωτέρω, με το ως άνω μνημονευόμενο υπ' αριθμ. ...../25-5-2006 συμβόλαιο συστήθηκε πραγματική δουλεία διόδου, καθαρού πλάτους 4,50 μ.
κατά μήκος του νοτιοανατολικού ορίου των αγροτεμαχίων Δ και Ε, η οποία κυρίως εξυπηρετούσε και εξυπηρετεί τη μία εκ των δύο κατοικιών του αγροτεμαχίου Ε (κατοικία .....) και τη μία εκ των τριών κατοικιών του αγροτεμαχίου Δ (1η κατοικία), η δε δίοδος αποτυπώνεται στο προσαρτημένο στο επίμαχο συμβόλαιο τοπογραφικό διάγραμμα.
Με αυτή τη σύσταση δουλείας διόδου, το αγροτεμάχιο Δ απέκτησε προσπέλαση προς την υφιστάμενη αγροτική οδό. Το αγροτεμάχιο Γ παρέμεινε, έως και σήμερα, χωρίς σύσταση δουλείας διόδου, ενώ είναι απόλυτα περίκλειστο από άρτια και οικοδομήσιμα (και ήδη πλήρως οικοδομημένα) αγροτεμάχια, τα οποία είτε έχουν πρόσωπο σε υφιστάμενη αγροτική οδό, είτε έχουν προσπέλαση προς υφιστάμενη αγροτική οδό μέσω πραγματικής δουλείας διόδου.
Επιπλέον, αποδείχθηκε ότι η αγορά των επίδικων ακινήτων έγινε από τον εφεσίβλητο και τους δύο πρώτους εκκαλούντες για τη δημιουργία και εκμετάλλευση ενός ενιαίου συγκροτήματος παραθεριστικών κατοικιών στην περιοχή, με την ανοικοδόμηση και την πώληση των υπό ανέγερση κατοικιών σε διάφορους αγοραστές.
Τούτο δε προκύπτει από τον σκοπό της σύστασης της ετερόρρυθμης εταιρείας, ενώ η συμφωνία αυτή ανάγεται χρονικά στο έτος 1995. Το έτος 1998, οπότε και ο εφεσίβλητος απέκτησε το περίκλειστο ακίνητο, ξεκίνησε η υλοποίηση της εν λόγω συμφωνίας του 1995. Όμως ήδη από τις αρχές του έτους 2001, είχαν αρχίσει διαφωνίες και έριδες μεταξύ των εταίρων με αποτέλεσμα την εκ μέρους του Α.
Ο. και Α. Ζ. καταγγελία της εταιρείας (βλ. την υπ' αριθμ. 5144/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου .....), συναγομένης δε της ρήξης των σχέσεων και της επαγγελματικής συνεργασίας ήδη από το έτος 2001. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι το ακίνητο του εφεσίβλητου ήταν εξ αρχής περίκλειστο, όταν αυτός το αγόρασε το έτος 1998 και ότι ο ίδιος ευελπιστούσε ότι, μαζί με τους πρώτους δύο εκκαλούντες θα προχωρούσαν στην ανοικοδόμηση παραθεριστικών κατοικιών, λαμβάνοντας ο καθένας το μερίδιό του από τις προς ανέγερση κατοικίες, η δε διέλευση από το ακίνητο του εφεσίβλητου είχε συμφωνηθεί να γίνεται διαμέσου των αγροτεμαχίων Δ και Ε, όπως είχαν συμφωνήσει εξ αρχής οι εταίροι, γεγονός που δεν πραγματοποιήθηκε λόγω της ρήξης των σχέσεων των εταίρων.
Συνεπώς, ο ισχυρισμός των εκκαλούντων για την έλλειψη παθητικής νομιμοποίησής τους κατ' άρθρον 1015 ΑΚ είναι απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος, δεδομένου ότι το ακίνητο του εφεσίβλητου ήταν εξ αρχής περίκλειστο και ουδέποτε είχε πρόσβαση σε δρόμο, ώστε διά της όποιας επιγενόμενης εκποίησης να στερηθεί αυτή τη δίοδο, ενώ για τη δημιουργία της εν λόγω διόδου είχε συμφωνηθεί μεταξύ του εφεσίβλητου και των δύο πρώτων εκκαλούντων η δημιουργία συγκροτήματος παραθεριστικών κατοικιών, όπου κάθε αγροτεμάχιο θα είχε πρόσβαση σε δρόμο, έστω και διά μέσου των όμορων αυτού ακινήτων.
Η τυχόν μεταγενέστερη αλλαγή γνώμης του εφεσίβλητου για την εκμετάλλευση του περίκλειστου ακινήτου του, ενεργώντας ατομικά και όχι στο πλαίσιο της δραστηριότητας της εταιρείας εκπονώντας δικό του σχέδιο ανοικοδόμησης με αρχιτέκτονα μηχανικό τον Γ. Ν., αιτούμενος βάσει της υπ' αριθμ. 458/24.8.2004 άδειας την έγκριση της ανέγερσης δύο κατοικιών 175 τμ εκάστης, ουδεμία νόμιμη επιρροή ασκεί στον ισχυρισμό της διάταξης του άρθρου 1015 ΑΚ.
Ό ισχυρισμός των εκκαλούντων ότι στο συμβόλαιο του εφεσίβλητου δεν υπήρξε πρόβλεψη για παροχή διόδου υπέρ του με στοιχείο Γ ακινήτου του προβάλλεται αλυσιτελώς, δεδομένου ότι το εξ αρχής περίκλειστο ακίνητο του εφεσίβλητου στο πραγματικό της κατ'άρθρον 1012 ΑΚ παροχής διόδου είναι το δεσπόζον ακίνητο, ενώ μια τέτοια τυχόν πρόβλεψη για παροχή διόδου σε (αποκλεισμένα από τον δρόμο και) όμορα ακίνητα, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, θα προβλεπόταν στα δουλεύοντα ακίνητα, όπως και έγινε εν προκειμένω, με την σχετική τέτοια πρόβλεψη στα ακίνητα με τα στοιχεία Δ και Ε, όπως και αναφέρεται στα υπ' αριθμ. ...../1998 και ...../1998 συμβόλαια.
Όπως προειπώθηκε, η πρόβλεψη για παροχή διόδου έμεινε ανενεργός για άνω των τεσσάρων μηνών από τη σύνταξη των συμβολαίων αυτών, στη συνέχεια όμως, ο δεύτερος εκκαλών προχώρησε στη σύσταση πραγματικής δουλείας διόδου με το υπ' αριθμ. ...../2006 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κ. Π. μεταξύ των αγροτεμαχίων Δ και Ε, υλοποιώντας με αυτόν τον τρόπο, έστω και καθυστερημένα, την ως άνω προβλεφθείσα στα υπ' αριθμ. ...../1998 και ....../1998 συμβόλαια, συμφωνία, αναγνωρίζοντας παράλληλα την ανάγκη παροχής διόδου για το αγροτεμάχιο με το στοιχείο Δ, ενώ η επικοινωνία του με στοιχείο Γ αγροτεμαχίου του εφεσίβλητου με τον υφιστάμενο αγροτικό δρόμο, έμεινε αρρύθμιστη.
Ο εν λόγω ισχυρισμός του άρθρου 1015 ΑΚ στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο απερρίφθη και η αγωγή του ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου έγινε δεκτή. Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης οι εναγόμενοι και ήδη εκκαλούντες άσκησαν τις κρινόμενες και συνεκδικαζόμενες εφέσεις, παραπονούμενοι για την αποδοχή της αγωγής και για την απόρριψη του ισχυρισμού τους εκ του άρθρου 1015 ΑΚ.
Η μη οριστική όμως απόφαση του Δικαστηρίου τούτου ...../2019 θεώρησε, όχι ορθά, ότι δεν υπήρξε κάποια συμφωνία μεταξύ του εφεσίβλητου και των δύο πρώτων εκκαλούντων, έκανε δε δεκτό τον σχετικό λόγο έφεσης και στη συνέχεια εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και διέταξε τη διενέργεια συμπληρωματικής πραγματογνωμοσύνης.
Η υπ' αριθμ. ....../2019 μη οριστική απόφαση, σύμφωνα με τα παραπάνω εκτεθέντα, έσφαλε ως προς την κρίση της, και για το λόγο αυτό, πρέπει να ανακληθεί οίκοθεν (άρθρο 309 ΚΠολΔ) εφόσον η απόφαση αυτή δεν αποφάνθηκε οριστικά επάνω στην αγωγή, όπως σχετικά αναλύεται στη μείζονα σκέψη που παρατίθεται στην αρχή της παρούσας (ολΑΠ 12/1989 ΕλλΔνη 1989.1313, βλ.
Σαμουήλ: Η Έφεση, Δ' εκδ. 1993 σελ.346-347 και την εκεί αναφερόμενη λοιπή αρεοπαγιτική νομολογία). Πρέπει, συνεπώς, να ανακληθεί η απόφαση αυτή, και στη συνέχεια να απορριφθεί σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, στην ουσία του ο εν λόγω ισχυρισμός και σχετικός λόγος έφεσης. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι το εξ' αρχής (και όχι κατόπιν εκποιήσεως) περίκλειστο ακίνητο του εφεσίβλητου στερείται διόδου προς τον αγροτικό δρόμο, και για τον λόγο αυτό οι εναγόμενοι - εκκαλούντες πρέπει να υποχρεωθούν να παράσχουν δίοδο υπέρ του ενάγοντος - εφεσίβλητου.
Με βάση τα ανωτέρω δεδομένα, το Δικαστήριο αφού ερεύνησε όλες τις προταθείσες και τις πιθανές περιπτώσεις παροχής διόδου, καταλήγει, ότι μόνη λύση για την παροχή διόδου υπέρ του εφεσίβλητου είναι αυτή που έγινε δεκτή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και συγχρόνως κρίνεται ως καταλληλότερη στη διενεργηθείσα και κατατεθείσα στη γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου, έκθεση πραγματογνωμοσύνης του αγρονόμου-τοπογράφου μηχανικού Γ.
Σ., η οποία, αφού μελέτησε διεξοδικά όλα τα απαραίτητα έγγραφα, με ενδελεχή ανάλυση όλων των πιθανών λύσεων, καταλήγει στην πλέον συμφέρουσα λύση ως προς όλους τους διαδίκους, λαμβάνοντας υπόψη, τη θέση και την κλίση του εδάφους όπου ευρίσκονται οι ιδιοκτησίες, την ελάχιστη δυνατή ενόχληση των ιδιοκτησιών που θα επιβαρυνθούν με την παροχή διόδου, το κόστος κατασκευής και εν γένει της διαμόρφωσης του χώρου, προκειμένου να παρασχεθεί η επίδικη δίοδος.
Κατόπιν αυτών, το παρόν Δικαστήριο υιοθετεί τη λύση της παροχής διόδου διαμέσου των ακινήτων Δ και Ε, ιδιοκτησίας των εκκαλούντων, όπως αυτή έγινε δεκτή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και χαρακτηρίζεται αυτή ως η πιο εφικτή και συμφέρουσα λύση για τους διαδίκους....". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε τις εφέσεις των αναιρεσειόντων (και των ομοδίκων τους στους οποίους κοινοποιήθηκε η αναίρεση), επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή του αναιρεσιβλήτου και είχε απορριφθεί η ένσταση η στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 1015 ΑΚ των αναιρεσειόντων.
Ειδικότερα το Εφετείο δέχθηκε ότι το ακίνητο του αναιρεσιβλήτου ήταν εξ αρχής περίκλειστο, ήτοι από το έτος 1998 που αυτός το αγόρασε και ουδέποτε είχε πρόσβαση σε δρόμο. Επίσης δέχθηκε ότι είχε συμφωνηθεί μεταξύ του αναιρεσιβλήτου και των δύο πρώτων αναιρεσειόντων να έχει δίοδο το περίκλειστο ακίνητο του αναιρεσιβλήτου μέσω των ακινήτων που απέκτησε το έτος 2002 η πρώτη αναιρεσείουσα εταιρεία, στη συνέχεια δε απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την ένσταση των αναιρεσειόντων για έλλειψη παθητικής νομιμοποίησής τους, κατά άρθρο 1015 ΑΚ και δέχθηκε την αγωγή επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες στη διατύπωση του αποδεικτικού του πορίσματος περί μη συνδρομής στην ένδικη περίπτωση των προϋποθέσεων εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 1015 ΑΚ. Ειδικότερα δεν διευκρινίζεται στην προσβαλλομένη εάν ο αναιρεσίβλητος απέκτησε το περίκλειστο, όπως είχε ήδη διαμορφωθεί ως τέτοιο, από τους προς αυτόν πωλητές, με προγενέστερο τίτλο, ή το πρώτον κατέστη τούτο περίκλειστο με την αγορά αυτού από τον αναιρεσίβλητο.
Συγκεκριμένα, ενώ γίνεται δεκτό από την προσβαλλομένη ότι το ακίνητο του αναιρεσιβλήτου προήλθε από την κατάτμηση τριών ακινήτων που ενοποιήθηκαν ως αγροτεμάχιο Γ, δεν διευκρινίζεται εάν τα εναπομείναντα στους πωλητές τμήματα είχαν πρόσβαση σε δρόμο, διότι στην τελευταία αυτή περίπτωση, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 1015 ΑΚ, μόνο εναντίον αυτών (πωλητών) θα μπορούσε να στραφεί ο αναιρεσίβλητος αιτούμενος την παροχή διόδου.
Συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το σκέλος που αποδίδει στην προσβαλλόμενη την από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης που καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του ως άνω λόγου. Ακολούθως πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές πλην εκείνων, που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση. Περαιτέρω πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ.3 Κ.Πολ.Δ., στους καταθέσαντες και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.) .
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1747/2022 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..... .
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην εκείνων που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στους καταθέσαντες αναιρεσείοντες.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει στο ποσόν των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Φεβρουαρίου 2025.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ