Legislator Case Law & Legislation
279/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and substantive error regarding compensation calculation for public enterprises.

Case Number 279/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's decision regarding compensation claims by five plaintiffs against the Greek State. While the First Instance Court partially rejected the appeal for some plaintiffs, it incorrectly treated dismissal as a procedural error and failed to recognize that dismissal was the correct substantive outcome. The Court ruled that the appeal was inadmissible for certain plaintiffs because the First Instance Court had already decided on the merits, and the appeal was procedurally flawed for others due to the nature of the proceedings.

Legislator headnote

AI generated

Art. 560 KPolD; Art. 559 KPolD: An appeal against a first-instance judgment is inadmissible if the lower court has already ruled on the merits, and the Supreme Court must dismiss such appeals when the lower court's reasoning contradicts the substantive law governing the case.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal substantive dismissal public enterprise compensation procedural error Greek Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Art. 576 para. 1 and 2 KPolD
Art. 535 KPolD
Art. 560 KPolD
Art. 559 KPolD
Art. 2 para. 2 AN173/1967
Law 2112/1920
Law 3144/2003
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 279 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Γ.Β

Αριθμός 279/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Μαριάνθη Παγουτέλη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 4η Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Π. του Λ., κατοίκου ... Αττικής, που παραστάθηκε μετά των πληρεξουσίων δικηγόρων Δημητρίου Γεωργόπουλου και Σοφίας Ανδριοπούλου, 2) Χ. Σ. του Δ., κατοίκου Αθηνών, που παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρου Δημητρίου Γεωργόπουλου και Σοφίας Ανδριοπούλου, 3) Σ. Α. - Σ. του Ι., κατοίκου Αθηνών, 4) Π. Π. του Ι., κατοίκου Βριλησσίων που παραστάθηκαν αμφότερες μετά των πληρεξουσίων δικηγόρων Δημητρίου Γεωργόπουλου και κατέθεσαν προτάσεις και 5) Π. Ν. του Κ., κατοίκου Παπάγου, που δεν παραστάθηκε.

Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, ως καθολικού διαδόχου λόγω συγχώνευσης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ελληνικός Οργανισμός Μικρών - Μεσαίων Επιχειρήσεων και Χειροτεχνίας - Ανώνυμος Εταιρία" (ΕΟΜΜΕΧ ΑΕ), που εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-3-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 134/ 2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 3379/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-10-2016 αίτησή τους και τους από 31-8-2017 πρόσθετους λόγους αυτής.

Εκδόθηκε η 384/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, που ανέβαλλε την συζήτηση της υπόθεσης εωσότου εκδοθεί απόφαση για το ζήτημα αυτό από την πλήρη ολομέλεια του Αρείου Πάγου.

Εκδόθηκε η 10/2018 απόφαση της πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου και την υπόθεση επανέφεραν για εκ νέου συζήτηση οι αναιρεσείοντες με την από 15-10-2018 κλήση τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά την συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, ποιος επισπεύδει την συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αντιφατική περίπτωση κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της συνεδρίασης της δίκης, εισάγεται για συζήτηση με επίσπευση των αναιρεσειόντων η από 10-10-2016 αίτηση των αναιρεσειόντων για αναίρεση της υπ' αριθ. 3379/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Κατά την εκφώνηση όμως της υπόθεσης στην δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας με την σειρά του οικείου πινακίου ο πέμπτος αναιρεσείων Π. Ν. δεν εμφανίσθηκε ούτε κατέθεσε δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Συνεπώς, η συζήτηση της υπόθεσης πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν παρών και ο διάδικος αυτός (5ος αναιρεσείων). Ακολούθως, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη από τους αναιρεσείοντες υπ' αριθ. 594Β/18-6-2019 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Δ. Κ., η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, οι οποίοι, όπως προεκτέθηκε, επισπεύσθηκε με φροντίδα όλων των αναιρεσειόντων, οι οποίοι προς τον σκοπό αυτό επέδωσαν νομότυπα και εμπρόθεσμα στο αναιρεσίβλητο ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης προς το αναιρεσίβλητο, όπως προκύπτει από την 6949Β/21-3-2016 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ά. Κ., καθώς και της από 10-6-2019 υπ' αριθ. πρωτ. 89 βεβαίωσης αναβολής της αρμόδιας γραμματέως του Β1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, από την οποία προκύπτει ότι η ως άνω, από 10-1-2016, αίτηση για αναίρεση της 3379/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε προσδιορισθεί για να δικασθεί στις 21-5-2019, αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, κατά την δικάσιμο όμως αυτή, όπως προκύπτει από τα σχετικά πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου, δεν παρέστη το αναιρεσίβλητο κατά την νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, γι' αυτό πρέπει να δικασθεί ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτό παρόν (άρθρ. 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Περαιτέρω, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, που ασκήθηκαν με κατάθεση του οικείου δικογράφου στην Γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 5-9-2017, δεν προκύπτει ότι επιδόθηκαν στο αναιρεσίβλητο, αφού ουδόλως προσκομίζεται σχετική έκθεση επιδόσεως αυτών εντός της κατά νόμο προθεσμίας των 30 πλήρων ημερών (άρθρ. 569 παρ. 2 ΚΠολΔ) πριν από την αρχικώς ορισθείσα ημέρα συζήτησης της υπό κρίση αναίρεσης (10-10-2017), δεδομένου ότι ως ημέρα συζήτηση για τον υπολογισμό της προθεσμίας κατάθεσης και επίδοσης του δικογράφου των πρόσθετων λόγων νοείται εκείνη, η οποία, κατ' άρθρο 568 ΚΠολΔ, ορίζεται από τον Πρόεδρο του οικείου Τμήματος του Αρείου Πάγου, όχι δε και τη μεταγενέστερη που ορίζεται μετ' αναβολή από την αρχική δικάσιμο ή μετά ματαίωση ή κήρυξη απαράδεκτης της συζήτησης (Ολ ΑΠ 143/1984).

Συνεπώς και αφού δεν προσκομίζεται σχετική έκθεση του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή, από την οποία να προκύπτει επίδοση των ως άνω πρόσθετων λόγων 30 ημέρες πριν από την αρχική δικάσιμο, ούτε, άλλωστε, επικαλούνται στις έγγραφες προτάσεις τους οι αναιρεσείοντες τη σχετική επίδοση αυτών στο αναιρεσίβλητοι οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου (Ολ. ΑΠ 143/1984, ΑΠ 158/2020, ΑΠ 324/2020, ΑΠ 1167/2019).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 6/2019, Ολ ΑΠ 4/2018, Ολ ΑΠ 7/2006, Ολ ΑΠ 4/2005).

Κατά το άρθρο 2 παρ. 2 του α.ν. 173/1967 περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του α.ν. 99/1967 περί ελέγχου ομαδικών απολύσεων κ.λ.π. (ΦΕΚ Α' 189), "Εις περιπτώσεις εργοδότης τυγχάνει το Δημόσιον ή ΝΠΔΔ ή Τράπεζαι ή Επιχειρήσεις και οργανισμοί κοινής ωφελείας (ΔΕΗ, ΟΤΕ, Εταιρεία Υδάτων κ.λ.π.) ή επιχειρήσεις επιχορηγούμενα υπό του Κράτους, η υπό του ν. 2112/1990, ως ούτος ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως, οφειλομένη αποζημίωσις δεν δύναται να υπερβαίνη εις πάσαν περίπτωσιν το ποσόν των 240.000 δραχμών, καταργούμενης πάσης αντιθέτου ειδικής διατάξεως νόμου ή συμβάσεως οιασδήποτε μορφής ή τυχόν υπάρχοντος εθίμου".

Το ανώτατο αυτό όριο μεταβλήθηκε μεταγενέστερως και προσδιορίσθηκε με το άρθρο 21 παρ. 13 του ν. 3144/2003 στο ποσό των 15.000 ευρώ. Σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 1 του ίδιου νόμου, "Εις ας περιπτώσεις ειδική διάταξη νόμου ή κανονισμού ή συμβάσεως αναφερόμενης εις ανωνύμους εταιρείας ή κοινωφελείς επιχειρήσεις προβλέπει την καταβολήν εις υπαλλήλους κατά τον χρόνο της απομακρύνσεως των εκ της εργασίας, και ετέρας προσθέτου αποζημιώσεως πέραν της υπό του ν. 2112 προβλεπομένης, η αποζημίωσις αύτη δεν δύναται να υπερβαίνει ποσοστόν 15% της υπό της παρ. 2 του άρθρου 2 του παρόντος οριζομένης", δηλαδή υπό την ισχύ του Ν. 3144/2003, το ποσό των 2.250 ευρώ (15.000 Χ 15%) κι έτσι η οφειλόμενη αποζημίωση στην περίπτωση αυτή ανέρχεται στο ποσό των 17.250 ευρώ.

Εξάλλου, με το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 του ν.δ. 618/1970 "περί εφαρμογής των διατάξεων του α.ν. 173/1967 επί αποζημιώσεων κ.λπ." ορίστηκαν τα εξής: "Τα υπό των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 2 και του άρθρου 3 του α.ν. 173/1967 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του α.ν. 99/1967 περί ελέγχου ομαδικών απολύσεων κ.λπ." τιθέμενα ανώτατα όρια αποζημιώσεως ισχύουν δια πάσαν περίπτωσιν οφειλομένης, δυνάμει γενικής ή ειδικής διατάξεως νόμου ή κανονισμού ή συμβάσεως, αποζημιώσεως εις τους αποχωρούντος, απομακρυνομένους ή απολυόμενους υπαλλήλους και εργάτας του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, Τραπεζών, Επιχειρήσεων κοινής ωφελείας ή Επιχειρήσεων επιχορηγουμένων υπό του Κράτους, εφ' οιαδήποτε σχέσει εργασίας μετ' αυτών συνδεομένων καταργουμένης πάσης αντιθέτου γενικής ή ειδικής διατάξεως νόμου, κανονισμού, συμβάσεως οιασδήποτε μορφής ή εθίμου".

Οι ως άνω διατάξεις, ως εκ του σκοπού θεσπίσεώς τους, που προδήλως έγκειται στον περιορισμό, για λόγους γενικότερου συμφέροντος, των αποζημιώσεων των άνω μισθωτών για την οικονομική ανακούφιση του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των άλλων οργανισμών και επιχειρήσεων, περιλαμβανομένων των επιχειρήσεων κοινής ωφελείας, δεδομένου ότι οι σχετικές δαπάνες επιβαρύνουν τελικώς τους φορολογούμενους και στις περιπτώσεις των μη επιχορηγουμένων από το Κράτος επιχειρήσεων κοινής ωφελείας το κόστος των παρεχομένων στους πολίτες υπηρεσιών τους (ΟλΑΠ 10/1998, 33-34/1997), αποτελούν, κατά την έννοια του άρθρου 7 παρ. 3 του ν. 1876/1990, διατάξεις αναγκαστικού δικαίου με αμφιμερή ενέργεια, αφού τείνουν τελικά σε προστασία και των πολιτών.

Ως τέτοιες υπερισχύουν κατά την τελευταία διάταξη των κανονιστικών όρων των ΣΣΕ που καθορίζουν ευνοϊκότερο όριο αποζημιώσεως για τις συγκεκριμένες κατηγορίες εργαζομένων, ως προς τους οποίους οι εν λόγω ΣΣΕ τυγχάνουν ανίσχυρες.

Συνεπώς, το ανωτέρω καθοριζόμενο όριο αποζημίωσης για τις εν λόγω κατηγορίες εργαζομένων δεν δύναται να μεταβληθεί με διατάξεις ΣΣΕ, που ορίζουν διαφορετικά. Οι επιχειρήσεις κοινής ωφελείας, έχοντας εξ ορισμού ως αντικείμενο την εξυπηρέτηση κοινωφελών σκοπών, για τους οποίους πρωτίστως ενδιαφέρεται το Κράτος, αποτελούν κατά κανόνα κατηγορία δημοσίων επιχειρήσεων που ελέγχονται από το Δημόσιο ή άλλα νομικά πρόσωπα ή οργανισμούς δημοσίου χαρακτήρα.

Αποφασιστικό, όμως, στοιχείο για τον χαρακτηρισμό μιας επιχείρησης ως κοινής ωφελείας δεν είναι η νομική μορφή ή ο φορέας της, ούτε το νομικό καθεστώς που διέπει την ίδρυση και λειτουργία της, αλλά η φύση των υπηρεσιών της που πρέπει να είναι ζωτικής σημασίας για την εξυπηρέτηση βασικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου (ΟλΑΠ 20/2006, Ολ.

ΑΠ 10/1998, ΑΠ 16/2021, ΑΠ 174/2019). Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 3 του Ν. 707/77, ύστερα από την ενοποίηση του Εθνικού Οργανισμού Ελληνικής Χειροτεχνίας (ΕΟΕΧ) και του κέντρου Βιοτεχνικής Ανάπτυξης (ΚΕΒΑ), ιδρύθηκε ενιαίος Οργανισμός, κοινωφελούς χαρακτήρα, με την επωνυμία "Ελληνικός Οργανισμός Μικρομεσαίων, Μεταποιητικών Επιχειρήσεων και Χειροτεχνίας (ΕΟΜΜΕΧ), ως νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου που εδρεύει στην Αθήνα και υπάγεται στην εποπτεία του Υπουργείου Βιομηχανίας και Ενέργειας και ήδη στην εποπτεία του Υπουργείου Ανάπτυξης, Ναυτιλίας και Ανταγωνιστικότητας, με σκοπό την με κάθε πρόσφορο τρόπο προαγωγή και προώθηση της ανάπτυξης γενικώς της εγχώριας βιομηχανίας, με ευρεία έννοια (μικρομεσαίας Βιομηχανίας, Βιοτεχνίας, ειδών τέχνης, οικοτεχνίας, χειροτεχνίας και λαϊκής τέχνης) εντός των πλαισίων της κάθε φορά ασκούμενης κυβερνητικής πολιτικής, με τακτικούς πόρους στους οποίους περιλαμβάνεται και η ετήσια τακτική επιχορήγηση που εγγράφεται υποχρεωτικά στον τακτικό προϋπολογισμό του Υπουργείου Βιομηχανίας και Ενέργειας και με έκτακτους πόρους, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ειδικές χρηματοδοτήσεις από τον προϋπολογισμό δημόσιων επενδύσεων.

Το έτος 1997, δυνάμει του 159/1997 προεδρικού διατάγματος, εγκρίθηκε η μετατροπή του ΕΟΜΜΕΧ σε ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΜΙΚΡΩΝ - ΜΕΣΑΙΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΚΑΙ ΧΕΙΡΟΤΕΧΝΙΑΣ". Με το ίδιο π.δ. εγκρίθηκε το καταστατικό του ΕΟΜΜΕΧ, στο οποίο προβλέφθηκε, μεταξύ άλλων; ότι: Άρθρο 1 παρ. 3 : " Ο ΕΟΜΜΕΧ Α.Ε.

είναι κοινωφελής Εταιρία μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα και λειτουργεί για χάρη του Δημοσίου συμφέροντος με βάση του κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας. Για την επίτευξη του σκοπού αυτού απαλλάσσεται από κάθε φόρο..., τελεί δε υπό την εποπτεία του κράτους, η οποία ασκείται από τον Υπουργό Ανάπτυξης". Άρθρο 3: "1.

Σκοπός του ΕΟΜΜΕΧ Α.Ε. είναι η με κάθε πρόσφορο τρόπο προαγωγή, προώθηση και στήριξη ανάπτυξης των Μικρών - Μεσαίων Επιχειρήσεων στην Ελλάδα του δευτερογενούς και τριτογενούς τομέα της Οικονομίας, συμπεριλαμβανομένης της Χειροτεχνίας και της Καλλιτεχνικής Βιοτεχνίας μέσα στα πλαίσια της ασκούμενης Κυβερνητικής Πολιτικής......

Άρθρο 4: "1. Το μετοχικό κεφάλαιο του ΕΟΜΜΕΧ Α.Ε. θα προκύψει μετά την απογραφή, αποτίμηση, εκτίμηση και απεικόνιση, σε ισολογισμό που θα συνταχθεί, των παρακάτω περιουσιακών στοιχείων ενεργητικού και παθητικού:...7. Το πιο πάνω μετοχικό κεφάλαιο καλύπτεται εξ ολοκλήρου από το Ελληνικό Δημόσιο, εκδιδομένου στο όνομα του ενός τίτλου αναπαλλοτρίωτου...9.

Οι πόροι του ΕΟΜΜΕΧ Α.Ε. προέρχονται από: την ετήσια κρατική επιχορήγηση που εγγράφεται υποχρεωτικά στον Τακτικό Προϋπολογισμό του Υπουργείου Ανάπτυξης και καλύπτει τα λειτουργικά έξοδά του...". Από τα ανωτέρω συνάγεται, ότι ο ΕΟΜΜΕΧ, στη θέση του οποίου έχει πλέον υπεισέλθει το Ελληνικό Δημόσιο, αποτελεί Οργανισμό κοινής ωφελείας και είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου υπαγόμενο πλέον στην εποπτεία του Υπουργείου Ανάπτυξης, Ναυτιλίας και Ανταγωνιστικότητος.

Άλλωστε, ο κοινωφελής χαρακτήρας του ως άνω Οργανισμού ορίζεται ρητά στη διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 707/77.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 15 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης Προσωπικού της εταιρείας ΕΟΜΜΕΧ Α.Ε. (ΚΥΚΠ ΕΟΜΜΕΧ), που καταρτίσθηκε με την από 26.4.2006 ΣΣΕ μεταξύ του νομίμου εκπροσώπου του ΕΟΜΜΕΧ και του Πανελληνίου Συλλόγου Υπαλλήλων ΕΟΜΜΕΧ, "....στον υπάλληλο ο οποίος αποχωρεί από την εταιρεία λόγω συνταξιοδότησης καταβάλλεται αποζημίωση σύμφωνα με τον Ν. 3144/2003 προσαυξημένη κατά 15% βάσει του ΑΝ 173/67..", ενώ σύμφωνα με το άρθρο 14 της ως άνω ΣΣΕ "Σε υπάλληλο που αποχωρεί λόγω συνταξιοδότησης, το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρίας δύναται, μετά από εισήγηση του Διευθύνοντος Συμβούλου, να του απονείμει έπαινο με χρηματική αμοιβή επτά (7) έως δέκα (10) μηνιαίων αποδοχών..".

Όμως οι ως άνω προαναφερθέντες κανονιστικοί όροι της από 26.4.2006 συλλογικής σύμβασης εργασίας δεν μπορούν να υπερισχύσουν των πιο πάνω αναφερόμενων διατάξεων των άρθρων 2 και 3 του α.ν. 173/67, αφού οι διατάξεις αυτές είναι αναγκαστικού δικαίου με αμφιμερή προστατευτική ενέργεια, γιατί με αυτές επιδιώκεται ελάφρυνση των οικονομικών επιβαρύνσεων του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των άλλων Οργανισμών κοινής ωφελείας από την καταβολή υπέρογκων και δυσβάστακτων αποζημιώσεων και, συνεπώς, σε όση έκταση είναι αντίθετοι με τις διατάξεις αυτές είναι ανίσχυροι.

Έτσι, το άρθρο 15Α του ΚΥΚΠ ΕΟΜΜΕΧ τυγχάνει ανίσχυρο κατά το μέρος που προβλέπει λήψη αποζημίωσης συνταξιοδότησης πέραν του ορίου του άρθρου 2 παρ. 2 του α.ν. 173/1967 σε συνδυασμό με το άρθρο 21 παρ. 3 του ν. 3144/2001, ήτοι πέραν του ποσού των 15.000 ευρώ. Ομοίως, το άρθρο 14 παρ. 2 ΚΥΚΠ ΕΟΜΜΕΧ τυγχάνει ανίσχυρο κατά το μέρος που προβλέπει λήψη πρόσθετης αποζημίωσης συνταξιοδότησης, ήτοι πέραν του ορίου του άρθρου 3 παρ.1 του α.ν. 173/1967.

Δηλαδή μία τέτοια πρόσθετη αποζημίωση δεν δύναται να υπερβαίνει ποσοστό 15% της ανώτατης αποζημίωσης που προβλέπει το άρθρο 2 παρ. 2 του α.ν. 173/67, ήτοι δεν δύναται να υπερβαίνει το ποσό των 2.250 ευρώ (ποσοστό 15% επί του ορίου αποζημίωσης σύμφωνα με το ν. 3144/2003, ήτοι των 15.000 ευρώ).

Στην προκειμένη περίπτωση οι ενάγοντες, και ήδη αναιρεσείοντες με την από 27-3-2012 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 644/2012 αγωγή τους ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, εξέθεταν ότι προσλήφθηκαν από την εναγομένη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΜΙΚΡΩΝ - ΜΕΣΑΙΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΚΑΙ ΧΕΙΡΟΤΕΧΝΙΑΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (Ε.Ο.Μ.Μ.Ε.Χ. Α.Ε.), στη θέση της οποίας έχει υπεισέλθει ως καθολικός διάδοχος αυτής το Ελληνικό Δημόσιο, σύμφωνα με το άρθρο 17 παρ. 3 του ν. 4048/2012,

????? με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για να εργασθούν ως υπάλληλοι αντί μηνιαίου μισθού, που αναφέρεται για έκαστο εξ αυτών στην αγωγή, η πρώτη στις 11-4-1983 και μετά από αίτησή της για συνταξιοδότηση με την αριθμό 9/33 Α/7-6-2011 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης εγκρίθηκε η λύση της σύμβασης εργασίας από την 1-7-2011, η δεύτερη στις 7-11-1984, και μετά από αίτησή της, εγκρίθηκε με την με αριθμό 13/33 Α/7-6-2011 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης η λύση της σύμβασης εργασίας από 16-6-2021, η τρίτη στις 6-12-1984 και μετά από αίτησή της εγκρίθηκε με την με αριθμό 11/33Α/7-6-2011 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης η λύση της σύμβασης εργασίας από 16-6-2011, η τέταρτη στις 1-11-1985 και μετά από αίτησή της εγκρίθηκε με την με αριθμό 2/36 Α/19-7-2011 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης η λύση της σύμβασης εργασίας από 29-7-2011 και ο πέμπτος στις 15-5-1996 και μετά από αίτησή του εγκρίθηκε με την με αριθμό 3/34Α/21-6-2011 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης η λύση της σύμβασης εργασίας από 15-7-2011.

Ότι, με τις αναφερόμενες στην αγωγή καταγγελίες της ΕΟΜΜΕΧ Α.Ε., λύθηκε η σύμβαση εργασίας των εναγόντων αναιρεσειόντων κατά τα ως άνω χρονικά διαστήματα για έκαστο και σύμφωνα με το άρθρο 15 παρ. Α του ΚΥΚΠ - ΕΟΜΜΕΧ ορίσθηκε η νόμιμη αποζημίωσή των πρώτης, δευτέρας, τρίτης και τετάρτης των εναγουσών στο ποσό των 17.250 ευρώ, και του πέμπτου στο ποσό των 7.558,78 ευρώ.

Ότι η μεν πρώτη ενάγουσα αναιρεσείουσα, της οποίας η αποζημίωση ήταν καταβλητέα κατά το ποσό 6.294,96 ευρώ με την αποχώρηση την 1-7-2011 και το υπόλοιπο σε διμηνιαίες δόσεις μέχρις εξοφλήσεως, έλαβε εκ της ως άνω αποζημιώσεως το ποσό των 14.688,24 ευρώ, η δεύτερη έλαβε εξ ολοκλήρου την ως άνω αποζημίωση, ποσού 17.250 ευρώ, ομοίως και η Τρίτη έλαβε εξ ολοκλήρου την ως άνω αποζημίωση, ύψους 17.250 ευρώ, η τέταρτη της οποίας η αποζημίωση ήταν καταβλητέα κατά το ποσό 6.428,88 ευρώ με την αποχώρηση στις 29-7-2011 και το υπόλοιπο σε διμηνιαίες δόσεις μέχρις εξοφλήσεως, έλαβε εκ της ως άνω αποζημιώσεως το ποσό των 15.000,72 ευρώ, και ο πέμπτος έλαβε εξ ολοκλήρου την ως άνω αποζημίωση ύψους 7.558,78 ευρώ.

Ότι με τις αναφερόμενες στην αγωγή αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου της ΕΟΜΜΕΧ Α.Ε. εγκρίθηκε η χορήγηση σε καθένα εξ αυτών επαίνου με χρηματική αμοιβή ίση με τις αποδοχές εννέα (9) μηνών σε 9 μηνιαίες δόσεις, ανερχόμενου στα παρακάτω ποσά: 1) ποσό 18.884,88 ευρώ για την πρώτη εξ αυτών, εκ του οποίου αυτή έλαβε το ποσό των 4.196,64 ευρώ, 2) ποσό 22.565,70 ευρώ για την δεύτερη εξ αυτών, εκ του οποίου αυτή έλαβε το ποσό των 5.014,60 ευρώ, 3) ποσό 22.757,40 ευρώ για την τρίτη εξ αυτών, εκ του οποίου αυτή έλαβε το ποσό των 5.057,20 ευρώ, 4) ποσό 19.286,64 ευρώ για την τέταρτη εξ αυτών, εκ του οποίου αυτή έλαβε το ποσό των 2.142,96 ευρώ και 5) ποσό 12.694,50 ευρώ για τον πέμπτο εξ αυτών, εκ του οποίου αυτός έλαβε το ποσό των 2.821,00 ευρώ.

Ότι στο άρθρο 14 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης Προσωπικού της εταιρείας ΕΟΜΜΕΧ ΑΕ καθιερώνεται ο οφειλόμενος έπαινος με χρηματική αμοιβή και στο άρθρο 15 του Κανονισμού θεμελιώνεται η καταβολή αποζημίωσης λόγω συνταξιοδότησης σύμφωνα με τον Ν. 3144/2001, προσαυξημένη κατά 15% βάσει του ΑΝ 173/67. Με βάση το ιστορικό αυτό ζητούν, μετά από νόμιμη μετατροπή του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, με δήλωση καταχωρηθείσα στα πρακτικά του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, να αναγνωρισθεί ότι η πρώτη εναγομένη, στη θέση της οποίας έχει πλέον υπεισέλθει το ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, υποχρεούται να καταβάλει, κυρίως με τις προαναφερθείσες διατάξεις: 1) στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των 17.250 ευρώ συνολικά για υπόλοιπο οφειλόμενης αποζημίωσης (2.561,76 ευρώ) και υπόλοιπο οφειλομένου επαίνου (14.688,24), 2) στην δεύτερη ενάγουσα το ποσό των 17.551,10 ευρώ για υπόλοιπο οφειλομένου επαίνου, 3) στην τρίτη ενάγουσα το ποσό των 17.700,20 ευρώ για υπόλοιπο οφειλομένου επαίνου, 4) στην τέταρτη το συνολικό ποσό των 19.392,96 ευρώ για υπόλοιπο οφειλόμενης αποζημίωσης (2.249,28) και υπόλοιπο οφειλομένου επαίνου (17.143,68) και 5) στον πέμπτο ενάγοντα το ποσό των 9.873,50 ευρώ, για υπόλοιπο οφειλομένου επαίνου, νομιμοτόκως από τότε που κάθε επιμέρους ποσό κατέστη απαιτητό, άλλως από της επιδόσεως της αγωγής.

Επικουρικώς δε, ζητούν, να υποχρεωθεί η εναγομένη να τους καταβάλει τα ως άνω ποσά κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη.

Κατόπιν δε ασκηθείσης εφέσεως κατ' αυτής εκ μέρους των ήδη αναιρεσειόντων - εναγόντων, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δικάζουν ως Εφετείο, δέχθηκε, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, τα ακόλουθα ουσιώδη:

Οι ενάγοντες (και ήδη αναιρεσείοντες) προσλήφθηκαν από τον "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟ ΜΙΚΡΩΝ -ΜΕΣΑΙΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΚΑΙ ΧΕΙΡΟΤΕΧΝΙΑΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" (Ε.Ο.Μ.Μ.Ε.Χ Α.Ε.) με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για να εργασθούν ως υπάλληλοι, η πρώτη στις 11-4-1983 και μετά από αίτησή της για συνταξιοδότηση με την με αριθμό 9/33 A /7-6-2011 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης εγκρίθηκε η λύση της σύμβασης εργασίας από την 1-7-2011, η δεύτερη στις 7-11-1984, και μετά από αίτησή της, εγκρίθηκε με την με αριθμό 13/33 Α/7-6-2011 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης η λύση της σύμβασης εργασίας από 16-6- 2011, η Τρίτη στις 6-12-1984 και μετά από αίτησή της εγκρίθηκε με την με αριθμό 11/33 Α/7-6-2011 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης η λύση της σύμβασης εργασίας από 16-6-2011, η τέταρτη την 1-11-1985 και μετά από αίτησή της εγκρίθηκε με την με αριθμό 2/36 Α /19-7- 2011 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης η λύση της σύμβασης εργασίας από 29-7-2011 και ο πέμπτος στις 15-5-1996 και μετά από αίτησή του εγκρίθηκε με την με αριθμό 3/34 Α/21-6-2011 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης η λύση της σύμβασης εργασίας από 15-7-2011.

Με τις υπ' αριθμ. 3827/30-6-2011, 3585/15-6-2011, 3583/15- 6-2011, 4483/28-7-2011 και 4092/14-7-2011 καταγγελίες σύμβασης εργασίας της ΕΟΜΜΕΧ Α.Ε. λύθηκε η σύμβαση εργασίας των εναγόντων κατά τα ως άνω χρονικά διαστήματα για έκαστο και περαιτέρω το Δ.Σ. της εναγομένης ενέκρινε και καθόρισε ως αποζημίωση των πρώτης, δευτέρας, τρίτης και τετάρτης των εναγουσών το ποσό των 17.250 ευρώ και του πέμπτου το ποσό των 7.558,78 ευρώ.

Η μεν πρώτη ενάγουσα, της οποίας η αποζημίωση ήταν καταβλητέα, κατά το ποσό των 6.294,96 ευρώ με την αποχώρηση την 1-7-2011 και το υπόλοιπο σε διμηνιαίες δόσεις μέχρις εξοφλήσεως, έλαβε εκ της ως άνω αποζημιώσεως το ποσό των 14. 688,24 ευρώ, εν συνεχεία δε, κατόπιν της υπ' αριθμ. 293/13.6.2012 εντολής της Διευθύνουσας Συμβούλου του ΕΟΜΜΕΧ Α.

Λ., καταβλήθηκε στην πρώτη ενάγουσα περαιτέρω ποσό αποζημίωσης συνταξιοδότησης ύφους 1.000 ευρώ, κι έτσι η πρώτη ενάγουσα εισέπραξε συνολικά για αποζημίωση συνταξιοδότησης το ποσό των 15.688,24 ευρώ, το οποίο υπερβαίνει το νομίμως οφειλόμενο ποσό των 15.000 ευρώ, και ως εκ τούτου η πρώτη ενάγουσα δεν έχει ουδεμία περαιτέρω αξίωση καταβολής υπολοίπου αποζημίωσης.

Περαιτέρω, με την υπ' αριθμ. 10/33Α/7-6-2011 απόφαση το Διοικητικό Συμβούλιο της εναγομένης αποφάσισε την χορήγηση στην πρώτη ενάγουσα επαίνου με χρηματική αμοιβή ίση με τις αποδοχές εννέα (9) μηνών σε 9 μηνιαίες δόσεις, συνολικού ποσού 18.884,88 ευρώ , εκ του οποίου αυτή έλαβε το ποσό των 4.196,64 ευρώ, όπως εκθέτει στην αγωγή, το οποίο υπερβαίνει το νομίμως οφειλόμενο ποσό των 2.250 ευρώ, για πρόσθετη αποζημίωση συνταξιοδότησης, κατά τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, κι ως εκ τούτου η πρώτη ενάγουσα δεν έχει ουδεμία περαιτέρω αξίωση καταβολής υπολοίπου επαίνου.

Η δεύτερη των εναγόντων έλαβε εξ ολοκλήρου την ως άνω αποζημίωση ποσού 17.250 ευρώ, όπως εκθέτει στην αγωγή . Περαιτέρω , με την υπ' αριθμ. 14/33Α/7-6-2011 απόφαση το Διοικητικό Συμβούλιο της εναγομένης αποφάσισε την χορήγηση στη δεύτερη ενάγουσα επαίνου με χρηματική αμοιβή ίση με τις αποδοχές εννέα (9) μηνών σε 9 μηνιαίες δόσεις, συνολικού ποσού 22.565,70 ευρώ, εκ του οποίου αυτή έλαβε το ποσό των 5.014,60 ευρώ, όπως εκθέτει στην αγωγή της, το οποίο υπερβαίνει το νομίμως οφειλόμενο ποσό των 2.250 ευρώ, και ως εκ τούτου η δεύτερη ενάγουσα δεν έχει ουδεμία περαιτέρω αξίωση καταβολής υπολοίπου επαίνου.

Ακολούθως, η τρίτη των εναγόντων έλαβε εξ ολοκλήρου την ως άνω αποζημίωση ποσού 17.250, ευρώ, όπως εκθέτει στην αγωγή. Περαιτέρω, με την υπ' αριθμ. 12/33Α/7-6-2011 απόφαση, το Διοικητικό Συμβούλιο της εναγομένης αποφάσισε την χορήγηση στην τρίτη ενάγουσα επαίνου με χρηματική αμοιβή ίση με τις αποδοχές εννέα (9) μηνών σε 9 μηνιαίες δόσεις, συνολικού ποσού 22.757,40 ευρώ, εκ του οποίου αυτή έλαβε το ποσό των 5.057,20 ευρώ, όπως εκθέτει στην αγωγή, το οποίο υπερβαίνει το νομίμως οφειλόμενο ποσό των 2.250 ευρώ, και ως εκ τούτου η τρίτη ενάγουσα δεν έχει ουδεμία περαιτέρω αξίωση καταβολής υπολοίπου επαίνου.

Η τέταρτη ενάγουσα, της οποίας η αποζημίωση ήταν καταβλητέα κατά το ποσό 6.428,88 ευρώ με την αποχώρηση στις 29-7-2011 και το υπόλοιπο σε διμηνιαίες δόσεις μέχρις εξοφλήσεως, έλαβε εκ της ως άνω αποζημιώσεως το ποσό των 15.000,72 ευρώ, εν συνεχεία δε κατόπιν της υπ' αριθμ. 293/13.6.2012 εντολής της Διευθύνουσας Συμβούλου του ΕΟΜΜΕΧ Α.

Λ. καταβλήθηκε στην τέταρτη ενάγουσα περαιτέρω ποσό αποζημίωσης συνταξιοδότησης ύψους 1.000 ευρώ και έτσι η τέταρτη ενάγουσα εισέπραξε, συνολικά για αποζημίωση συνταξιοδότησης το ποσό των 16.000,72 ευρώ, το οποίο υπερβαίνει το νομίμως οφειλόμενο ποσό των 15.000 ευρώ και ως εκ τούτου η τέταρτη ενάγουσα δεν έχει ουδεμία περαιτέρω αξίωση καταβολής υπολοίπου αποζημίωσης.

Περαιτέρω, με την υπ' αριθμ. 3/36Α/19-7-2011 απόφαση το Διοικητικό Συμβούλιο της εναγομένης αποφάσισε την χορήγηση στην τέταρτη ενάγουσα επαίνου με χρηματική αμοιβή ίση με τις αποδοχές εννέα (9) μηνών σε 9 μηνιαίες δόσεις, συνολικού ποσού 19.286,64 ευρώ , εκ του οποίου αυτή έλαβε το ποσό των 2.142,96 ευρώ, ήτοι 107,04 λιγότερα του νομίμως οφειλομένου ποσού των 2.250 ευρώ.

Πλην, όμως, η τέταρτη ενάγουσα εισέπραξε επιπλέον από την εναγομένη, όπως προεκτέθηκε, το ποσό των 1.000,72 ευρώ, το οποίο εισέπραξε χωρίς νόμιμη αιτία, γενομένης δεκτής της προβαλλομένης από το εφεσίβλητο, ενστάσεως συμψηφισμού της απαίτησης της τέταρτης ενάγουσας ύφους 107,04 ευρώ με μέρος της απαίτησης του Ελληνικού Δημοσίου κατά της τέταρτης ενάγουσας εκ του άρθρου 904 ΑΚ, με συνέπεια την απόσβεση της απαίτησης της τέταρτης ενάγουσας κατά το ποσό των 107,04 ευρώ.

Ως εκ τούτου η τέταρτη ενάγουσα δεν έχει ουδεμία περαιτέρω αξίωση καταβολής υπολοίπου επαίνου. Τέλος, όσον αφορά τον πέμπτο εναγόμενο, με 'την υπ' αριθμ. 4/34Α/21-6-2011 απόφαση το Διοικητικό Συμβούλιο της εναγομένης αποφάσισε την χορήγηση στον πέμπτο εναγόμενο επαίνου με χρηματική αμοιβή ίση με τις αποδοχές εννέα (9) μηνών σε 9 μηνιαίες δόσεις, συνολικού ποσού 12.694,50 ευρώ, εκ του οποίου αυτός έλαβε το ποσό των 2.821,00 ευρώ, όπως εκθέτει στην αγωγή, το οποίο υπερβαίνει το νομίμως οφειλόμενο ποσό των 2.250 ευρώ, και ως εκ τούτου ο πέμπτος ενάγων δεν έχει ουδεμία περαιτέρω αξίωση καταβολής υπολοίπου επαίνου.

Επομένως, λόγω του κοινωφελούς χαρακτήρα της ΕΟΜΜΕΧ Α.Ε., οι προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 14 και 15 της από 26-4-2006 ΣΣΕ, βάσει των οποίων καταβάλλεται στον υπάλληλο, που αποχωρεί λόγω συνταξιοδότησης αποζημίωση σύμφωνα με τον Ν. 3144/2003, προσαυξημένη κατά 15% βάσει του Α.Ν. 173/67 και απονομή επαίνου με χρηματική αμοιβή 9 μηνών, αν και ευνοϊκότερες για τους ενάγοντες, δεν μπορούν να υπερισχύσουν των αναγκαστικού δικαίου αμφιμερών διατάξεων του Α.Ν. 173/67 και του Ν.Δ. 618/70, οι οποίες τέθηκαν για λόγους δημοσίου συμφέροντος προκειμένου να ελαφρυνθεί το Δημόσιο, τα ΝΠΔΔ και οι άλλοι Οργανισμοί κοινής ωφελείας από την καταβολή υπέρογκων και δυσβάστακτων αποζημιώσεων και έτσι σε όση έκταση είναι αντίθετες με τις διατάξεις αυτές είναι ανίσχυρες.

Τα καταβληθέντα στους ενάγοντες χρηματικά ποσά ως αποζημίωση απόλυσης και ως πρόσθετη αποζημίωση απόλυσης (έπαινος) είναι υπέρτερα του ανωτάτου ορίου καταβλητέας αποζημίωσης, που ανέρχεται στο ποσό των 15.000 ευρώ και 2.250 ευρώ αντιστοίχως, σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 2 παρ. 2 και 3 του α.ν. 173/67. Ο περιορισμός δε του ποσού της αποζημίωσης απόλυσης και της πρόσθετης αποζημίωσης, που δικαιούνταν οι ενάγοντες σύμφωνα με τις πραναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 14 και 15 της από 26-4-2006 ΣΣΕ, είναι νόμιμος, αφού η εναγομένη είναι επιχείρηση κοινής ωφελείας, κατά τα προεκτεθέντα.

Έτσι, που έκρινε το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ως προς τους δεύτερη, τρίτη και πέμπτο των εναγόντων και ακολούθως απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, δεν παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού σύμφωνα με τα προαναφερόμενα η Ε.Ο.Μ.Μ.Ε.Χ είναι επιχείρηση δημόσιας ωφέλειας και, συνεπώς ο περιορισμός του άρθρου 2 παρ. 2 και 3 του α.ν. 173/1967 για τα όρια της οφειλόμενης αποζημίωσης και πρόσθετης αποζημίωσης στους εργαζομένους, που αποχωρούν λόγω συμπληρώσεως του ορίου ηλικίας, δεν αντιβαίνει στις ως άνω διατάξεις, αφού ο εν λόγω περιορισμός έχει θεσπισθεί και επιβάλλεται εκ λόγων δημόσιας ωφελείας, όσα δε περί του αντιθέτου υποστηρίζονται με τους σχετικούς λόγους εφέσεως είναι αβάσιμα και απορριπτέα, και ως τούτου πρέπει, μετά μερική συμπλήρωση αιτιολογιών δια των αιτιολογιών της παρούσης, να απορριφθεί η έφεση στο σύνολό της ως προς του ανωτέρω ενάγοντες.

'Εσφαλε, όμως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή ως προς τις πρώτη και τέταρτη των εναγόντων, ενώ έπρεπε να την απορρίψει κατ' ουσίαν, και λόγω του ότι αποζημίωση απόλυσης και η πρόσθετη αποζημίωση απόλυσης (έπαινος) αποτελούν ένα ενιαίο κονδύλιο, και ως εκ τούτου πρέπει, αφού γίνει δεκτός ο σχετικός λόγος της υπό κρίση εφέσεως των εναγόντων ως ουσία βάσιμος ως και η έφεση στο σύνολο της, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη, να διακρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο για να δικασθεί, κατά τη διάταξη του άρθρου 535ΚΠολΔ, και κατ' ουσίαν ως προς τις ανωτέρω ενάγουσες, και να απορριφθεί η αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς τις πρώτη και τέταρτη των εναγόντων.

Περαιτέρω, η επικουρική βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού κρίνεται απορριπτέα ως μη νόμιμη, διότι ο ενάγων δεν επικαλείται πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα από εκείνα στα οποία στηρίζεται η αγωγή από την αδικοπραξία....." Με τις κρίσεις του αυτές το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τυπικά την έφεση, απέρριψε αυτή κατ' ουσίαν ως προς τους δεύτερη, τρίτη και πέμπτη των ήδη αναιρεσειόντων και ακολούθως, αφού δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση ως προς τις πρώτη και τέταρτη των αναιρεσειουσών, εξαφάνισε την εκκαλουμένη και απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν ως προς τις διαδίκους αυτές, προέβη σε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αναιρετικώς ανέλεγκτα έκρινε αποδεδειγμένα στις εκτεθείσες διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 2 ΑΝ173/1967 και αυτές του Ν. 2112/1920 που εφάρμοσε, τις οποίες δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή.

Τούτο δε διότι, από τις προεκτεθείσες διατάξεις προκύπτει σαφώς ότι στις Επιχειρήσεις Κοινής Ωφελείας η προβλεπόμενη από ειδική διάταξη νόμου ή Κανονισμό ή Σύμβαση και έτερης πρόσθετης αποζημίωσης, πέραν της προβλεπόμενης από τον Ν. 2112/1920, δεν δύναται να υπερβαίνει ποσοστό 15% της οριζόμενης αποζημίωσης από την παρ. 2 του άρθρου 2 του Ν. 3144/2003.

Επομένως, ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ (και όχι 559 όπως εσφαλμένα αναφέραται) αναιρετική πλημμέλεια είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Περαιτέρω, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη την από το αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι δεν ελήφθησαν υπόψη όλα τα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα. Ο λόγος όμως αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι εν προκειμένω η προσβαλλόμενη δίκασε έφεση αποφάσεως Ειρηνοδικείου, σύμφωνα δε με τα οριζόμενα στο άρθρο 560 ΚΠολΔ δεν προβλέπεται στις περιπτώσεις αυτές τέτοιος λόγος αναίρεσης.

Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθούν ένδικη αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-10-2016 αίτηση και τους πρόσθετους λόγους αυτής για αναίρεση της υπ' αριθ. 3379/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Φεβρουαρίου 2022.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ