Legislator Case Law & Legislation
279/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against eviction order due to inadmissible negative defense arguments.

Case Number 279/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the Greek State's appeal against a first-instance eviction order, ruling the appeal inadmissible. The State argued the lower court ignored historical facts regarding Ottoman land ownership and lack of title deeds, but the Court found these were merely negative defenses rather than new facts. Consequently, the appeal was dismissed, and the State was ordered to pay the legal costs of the continuing heir.

Legislator headnote

AI generated

Articles 286, 287, 290 of the Code of Civil Procedure; The appeal ground alleging failure to consider matters is inadmissible if it consists solely of negative defenses continuing the historical basis of the claim, as such arguments do not constitute new matters requiring judicial consideration.

Keywords

AI generated
negative defense inadmissibility historical land ownership Ottoman title deeds eviction order appeal procedural dismissal legal costs allocation continuing heir rights

Cited Legislation

AI generated
Articles 286, 287, 290 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 8 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 22, paragraph 1 of Law 3693/1957
Article 5, paragraph 12 of Law 1738/1987

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 14/2004
Supreme Court Case 469/1984
AI generated
2061/2009
Supreme Court dismisses appeal on property ownership transfer and possession requirements under Greek Civil Code.
1469/2006
Supreme Court dismisses appeal on contract interpretation and evidence distortion claims under Greek Civil Procedure Code.
1286/2022
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 2-4-2009 αγωγές των ήδη αναιρεσειόντων κατά: α) του πρώτου ήδη αναιρεσιβλήτου και β) της δεύτερης ήδη αναιρεσίβλητης. Επιπρόσθετα, η τελευταία κατέθεσε την από 28-7-2011 προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση και την από 10-10-2012 πρόσθετη παρέμβαση ενώ οι 3ος, 4ος, 5η, 6ος και 8η ήδη αναιρεσίβλητοι κατέθεσαν την από 10-8-2012 πρόσθετη παρέμβαση, στο Μονομελές Πρωτοδικείο Νάξου, που συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 128/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης και κατ' επέκταση της με αριθμό 13/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14-6-2019 αίτησή τους.
1987/2008
Supreme Court dismisses appeal on appeal grounds regarding evidence sufficiency and admissibility in property dispute.
421/2020
Supreme Court dismisses appeal against lower court ruling granting ownership via twenty-year possession under Greek Civil Code.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 279 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 279/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή και Ανθή Γκάμαρη- Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 5η Δεκεμβρίου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρίκα Γερασίμου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσίβλητου: Μ. Σ. του Γ.. Στο σημείο αυτό ο πληρεξούσιος δικηγόρος Αντώνιος Κουκοδήμος δήλωσε, ότι ο αναιρεσίβλητος απεβίωσε στις 21-3-2017 όπως προκύπτει και από τη …39/22-3-2017 Ληξιαρχική πράξη θανάτου του Δήμου ... και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζει ο μοναδικός εξ' αδιαθέτου κληρονόμος του Γ. Σ. του Μ., κάτοικος ..., που εκπροσωπείται από τον ίδιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-7-1995 αγωγή του Μ. Σ. που κατατέθηκε στο πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7959/1996 προδικαστική, 6198/2011 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, 875/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 19-6-2014 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ανθή Γκάμαρη ανέγνωσε την από 21-11-2018 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α, 287, 290 Κ.Πολ.Δ.,όπως ίσχυαν πριν από την αντικατάσταση τους με Ν. 4335/2015, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στην αναιρετική δίκη, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται αν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.

Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης. Η δίκη που διακόπηκε μπορεί να επαναληφθεί εκουσίως ρητώς με δήλωση των κληρονόμων του θανόντος στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, ακόμα και ταυτόχρονα με τη δήλωση διακοπής, εφόσον παρίσταται ο αντίδικος, είτε με την επίδοση ιδιαιτέρου δικογράφου ή και με εξώδικη δήλωση αλλά και σιωπηρώς με την κοινοποίηση κλήσης για συζήτηση της υπόθεσης.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης, ο αναιρεσίβλητος Μ. Σ. του Γ. απεβίωσε στις 21-3- 2017, δηλαδή μετά την άσκηση της από 19-6-2014 αίτησης αναίρεσης και κληρονομήθηκε από τον υιό του Γ. Σ. του Μ., ως μοναδικό εξ αδιαθέτου κληρονόμο του, ο οποίος κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, γνωστοποίησε το γεγονός του θανάτου του παραπάνω καθολικού δικαιοπαρόχου του, και ταυτόχρονα δήλωσε ότι συνεχίζει για εκείνον τη διακοπείσα δίκη.

Ο θάνατος του αναιρεσιβλήτου και η ιδιότητα του προαναφερόμενου ως μοναδικού κληρονόμου του δεν αμφισβητούνται και αποδεικνύονται και από την προσκομιζόμενη ληξιαρχική πράξη θανάτου, τα πιστοποιητικά του αρμόδιου Γραμματέα περί μη δημοσίευσης διαθήκης, μη αποποίησης του κληρονομικού δικαιώματος, μη αμφισβήτησης αυτού, καθώς και το πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών.

Συνεπώς, νόμιμα επαναλαμβάνεται η προκειμένη δίκη και παραδεκτά χωρεί η συζήτηση της υπόθεσης.

Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί, ναι μεν η εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημόσιας τάξης.

Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια τάξη είναι δεκτοί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, εφόσον στηρίζονται στο πραγματικό υλικό, που υποβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και εφόσον γίνεται σαφής επίκληση στο αναιρετήριο (ΑΠ 168/2015, ΑΠ 64/2017, ΑΠ 201/2017).

Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (Ολ.ΑΠ 15/2000 ΑΠ 168/2015, πρβλ. επίσης ΑΠ 84/2015, ΑΠ 89/2013, ΑΠ 901/2013, ΑΠ 858/2011, ΑΠ 760/2004, ΑΠ 139/2001, 539/2003).

Ειδικότερα, αν προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 § 2 ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 201/2017).

Το από το παραπάνω άρθρο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 64/2017, ΑΠ 386/2017). Περαιτέρω, η κατά το άρθρο 8 παρ.1 του αν. 1539/1938 (που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΚΠολΔ με το άρθρο 52 παρ. 18 Ειδ.Ν.Κ.ΠολΔικ) και όπως τούτο ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 24 του Ν.2732/1999, τήρηση της προδικασίας της αίτησης θεραπείας πριν από την άσκηση οποιασδήποτε κατά του Δημοσίου διεκδικητικής ή αναγνωριστικής της κυριότητας ακινήτου αγωγής, που αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού αυτής και εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο , απαιτείται μόνον όταν το επίδικο ακίνητο κατέχεται από το Δημόσιο και προκύπτει από όσα αναφέρονται στην αγωγή και δεν αμφισβητούνται, εκτός αν αμφισβητούνται από Δημόσιο, οπότε καθίσταται τούτο αντικείμενο απόδειξης (ΑΠ 301/1998, ΑΠ 1738/2012).

Ήδη δε, μετά την τροποποίηση της άνω διάταξης με το άρθρο 24 του Ν.2732/1999 (που ισχύει από 30-7-1999) η τήρηση της άνω προδικασίας για το παραδεκτό τέτοιας αγωγής απαιτείται ανεξάρτητα αν το ακίνητο κατέχεται ή όχι από το Δημόσιο (ΑΠ 201/2017, ΑΠ 1753/2017) και, συνακόλουθα, απαιτείται και στην δίκη που ανοίγεται μετά από την αποχή του δικαστηρίου να εκδώσει απόφαση αναγνώρισης του δικαιούχου της αποζημίωσης, στην περίπτωση που, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, η κυριότητα του απαλλοτριωμένου ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα επ' αυτού πιθανολογείται ότι ανήκει στο Δημόσιο, κατά το άρθρο 26 παρ. 11 του ν. 2882/2001 "Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων", (αντίστοιχη ομοίου σχεδόν περιεχομένου διάταξη του άρθρου 27 παρ. 4α ΝΔ 797/1971 για τις υπό το καθεστώς του άνω νδ κηρυχθείσες απαλλοτριώσεις), που διεξάγεται (η δίκη) κατά την τακτική διαδικασία, μετά από αγωγή του ενδιαφερόμενου με κύριο αντικείμενο την κυριότητα επί του απαλλοτριούμενού (ΑΠ 201/2017 , ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 1054/2013).

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (δικονομικό απαράδεκτο), συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω μη τήρησης της διοικητικής προδικασίας του άρθρου 8 παρ. 1 του ΑΝ 1539/1938, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 24 του Ν. 2732/1999, την από 19-7-1995 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου , με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί κύριος του επίδικου που απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά και δικαιούχος της αποζημίωσης που είχε καθορισθεί οριστικά με την 3793/1987 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, μετά από αποχή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Από την επιτρεπτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής. Ο αναιρεσίβλητος άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 19-7-1995 (αρ.κατ.2-8-1995) αγωγή του, στρεφομένη και κατά του Ελληνικού Δημοσίου, με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί ως κύριος του αναφερόμενου επίδικου οικοπέδου που απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά με μεγαλύτερη έκταση για δημόσια ωφέλεια και ως δικαιούχος της αποζημίωσης για την αναλογούσα σε αυτό έκταση που είχε καθορισθεί οριστικά με την 3793/1987 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, λόγω αποχής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την 700/1989 απόφασή του, να εκδώσει απόφαση επί σχετικής αίτησής του για αναγνώρισή του ως δικαιούχου, κατ' άρθρο 27 παρ. 4 νδ 797/1971} για το λόγο ότι πιθανολογείται σφόδρα η κυριότητα του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και η κυριότητα έπρεπε να κριθεί κατά την τακτική διαδικασία.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 7959/1996 μη οριστική απόφαση που διέταξε αποδείξεις και δικαστική πραγματογνωμοσύνη, στη συνέχεια η 6198/2011 οριστική απόφαση που δέχθηκε την αγωγή και αναγνώρισε τον ήδη αναιρεσίβλητο δικαιούχο της αποζημίωσης , αφού έκρινε ότι ήταν κύριος του επίδικου ακινήτου, και ακολούθως κατόπιν έφεσης του ήδη αναιρεσείοντος, η προσβαλλόμενη 875/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών που επικύρωσε την πρωτοβάθμια απόφαση, απορρίπτοντας την έφεση του Ελληνικού Δημοσίου.

Ήδη με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναφερόμενη πιο πάνω πλημμέλεια, λόγω μη τήρησης της άνω διοικητικής προδικασίας. Ο λόγος όμως αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, ότι ο σχετικός ισχυρισμός προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ούτε σε κάθε περίπτωση προκύπτει ότι το αναιρεσείον επανανέφερε τον ισχυρισμό, που είχε προβάλλει στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με λόγο έφεσης., ενώ επίσης δεν αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ και,ειδικότερα, αν αφορά τη δημόσια τάξη, ώστε να προτείνεται το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, με την προϋπόθεση όμως ότι το πραγματικό υλικό στο οποίο στηρίζεται, να υποβλήθηκε στο Δικαστήριο ουσίας και συγχρόνως να γίνεται επίκληση τούτου στο αναιρετήριο, στο οποίο όμως ουδεμία αναφορά γίνεται, ούτε προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση.

Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι και αβάσιμος καθόσον, κατά το ιστορικό της αγωγής, ο ενάγων-ήδη αναιρεσίβλητος, βρισκόταν στην νομή και κατοχή του επίδικου ακινήτου, επικαλούμενος παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας, το δε εναγόμενο ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο δεν αμφισβήτησε την κατοχή αυτή.

Αφού όμως το επίδικο δεν κατεχόταν από το Δημόσιο, ο ενάγων δεν βαρυνόταν με την υποχρέωση της τήρησης της αναφερόμενης στη μείζονα σκέψη προδικασίας του άρθρου 8 του ΑΝ 1539/1938, όπως ίσχυε πριν από την τροποίηση με το άρθρο 24 του Ν. 2732/1999, ενόψει του χρόνου άσκησης της αγωγής (2-8-1995), που είναι προγενέστερος της άνω τροποποίησης, και η τήρηση της προδικασίας αυτής επιβαλλόταν, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, μόνο αν το επίδικο ακίνητο κατεχόταν από τη Δημόσιο.

Από τις διατάξεις που περιέχονται στα από 21 Ιανουαρίου /3 Φεβρουάριου, 4/16 Ιουνίου και 19 Ιουνίου/ 1 Ιουλίου 1830 Πρωτόκολλα του Λονδίνου και ιδίως κατά τους ορισμούς του άρθρου 5 του πρώτου και μοναδικού άρθρου του δεύτερου και του άρθρου 1 του τρίτου αυτών, με τα οποία αναγνωρίστηκε η ύπαρξη της Ελλάδας ως ανεξάρτητου Κράτους και ρυθμίστηκαν οι σχέσεις του Ελληνικού Δημοσίου στο μέλλον ως προς τις πρώην ιδιοκτησίες στην Ελλάδα των Οθωμανών, σε συνδυασμό με τις ρυθμίσεις της από 27.6/9.7.1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως "περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος" και τις διατάξεις του άρθρου 16 του νόμου της 21.6/10.7.1837 "περί διακρίσεως κτημάτων", προκύπτει ότι το Ελληνικό Δημόσιο δεν έγινε καθολικός διάδοχος του Τουρκικού Κράτους, αλλά στην κυριότητά του περιήλθαν εκείνα μόνο τα κτήματα των Οθωμανών, τα οποία κατά τη διάρκεια του πολέμου, κατέλαβε με τις στρατιωτικές δυνάμεις και δήμευσε και εκείνα, τα οποία, κατά το χρόνο υπογραφής των ως άνω τριών Πρωτοκόλλων, είχαν εγκαταλειφθεί από τους αναχωρήσαντες από την απελευθερωθείσα Ελλάδα Οθωμανούς, πρώην κυρίους αυτών και δεν είχαν καταληφθεί από τρίτους έως την έναρξη ισχύος του ανωτέρω νόμου "περί διακρίσεως κτημάτων", όχι, όμως, και όσα κατά την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης και, ακολούθως, κατέχονταν από Έλληνες ιδιώτες, με διάνοια κυρίου, έστω και χωρίς έγκυρο και ισχυρό τίτλο (ταπί ή χοτζέτι κ.λ.π).

Να σημειωθεί ότι, ως προς τα ευρισκόμενα στην ... οθωμανικά κτήματα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για περιέλευσή τους στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου με το δικαίωμα του πολέμου, αφού η ... δεν κατακτήθηκε με τα όπλα, αλλά παραχωρήθηκε στο Ελληνικό Κράτος στις 31.3.1833 με βάση την, από 27.6/9.7.1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως και κατόπιν σχετικών συμφωνιών μεταξύ των ελληνικών και των τουρκικών αρχών, ενώ, εξάλλου, κατά τη διάρκεια της τρίτης τουρκικής κυριαρχίας στην ... (δηλ.

από 25.5.1827 έως 31.3.1833) και ειδικότερα κατά το έτος 1829, ο Σουλτάνος, έχοντας, κατά το οθωμανικό δίκαιο, την κυριαρχία σε όλη τη γη που ανήκε στο οθωμανικό κράτος, είχε εκδώσει θέσπισμα, με το οποίο παραχώρησε δωρεάν στους Αθηναίους-Οθωμανούς και Έλληνες" την κυριότητα των ήδη κατεχόμενων απ' αυτούς ακινήτων της ...ς, τα σχετικά δε ιδιοκτησιακά τους δικαιώματα αναγνωρίσθηκαν ακολούθως με το από 21.1/3.2.1830 Πρωτόκολλο της Ανεξαρτησίας της Ελλάδας και με την πιο πάνω Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως (ΑΠ 1563/1995).

Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 3 του β.δ/τος της 17/29-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών" που έχει ισχύ νόμου, ορίζει ότι : "Εντός ενός έτους από την ημέραν της δημοσιεύσεως του παρόντος νόμου οφείλουν οι ιδιοκτήται των υπό τα άρθρα 1 και 2 δασών να παρουσιάσωσιν εις την Ημε- τέραν επί των Οικονομικών Γραμματείαν, ή απ' ευθείας, ή δια των αρμοδίων υπαλλήλων, τους νομίμους τίτλους της ιδιοκτησίας των.

Η Γραμματεία θέλει εξετάσει αυτούς, θέλει τους αναγνωρίσει, ή απορρίψει, και εις την πρώτην περίπτωσιν, θέλει επισήμως δώσει την κατοχήν εις τους ιδιοκτήτας, εις δε την δευτέραν, θέλει αποπέμψει τας ελλειπούσας νομίμων αποδείξεων αξιώσεις αυτών, ενώπιον των αρμοδίων δικαστηρίων, εις την περίστασιν ταύτην, όμως, μέχρι της τελειωτικής δικαστικής αποφάσεως περί της ιδιοκτησίας, μένει η κατοχή του διαφιλονικουμένου δάσους αναφαίρετος, εις ον ευρίσκεται.

Παρελθούσης της ανωτέρω προθεσμίας, θεωρούνται όλα τα δάση, περί των οποίων δεν παρουσιασθώσιν, οι, ως άνω, απαιτούμενοι τίτλοι, ως αδιαφιλονίκητα^ εθνικά,. και θέλουν διατίθεσθαι ως τοιαύτα." Οι διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του ίδιου διατάγματος αναφέρουν ως ιδιωτικά δάση α) " ... εκείνα όσα δι' εγγράφων, εκδιδομένων κατά τους νομίμους τύπους από τας αρμοδίας τουρκικάς αρχάς, αποδειχθώ- σιν, ότι υπήρχον και πριν της αρχής του υπέρ ανεξαρτησίας αγώνος ιδιοκτησίαι πλήρεις ιδιωτών", β) " ...

τα κείμενα εις όσα ιδιωτικά χωρία (τζεφλίκια) δεν αναφέρουν μεν τα νόμιμα έγγραφα ονομαστί, τα εμπεριεχόμενα εις αυτά δάση, προϋποτιθεμένου, ότι κείνται αληθώς εντός των ακριβώς αποδειχθέντων ορίων του αρμοδίου ιδιωτικού κτήματος (τζεφλικίου), επομένως σχηματίζουν αναγκαίον και φυσικόν συστατικόν μέρος αυτού", γ) εκείνα, περί των οποίων εγείρουν αξιώσεις Δήμοι ή Μοναστήρια, στηριζόμενες σε "νόμιμα έγγραφα".

Με τις προαναφερόμενες διατάξεις του ίδιου β.δ/τος θεσπίζεται υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου τεκμήριο κυριότητας σε όλα τα δάση που υπήρχαν πριν από την ισχύ του διατάγματος αυτού στα όρια του Ελληνικού Κράτους, τα οποία δεν αναγνωρίστηκαν νόμιμα ότι ανήκουν σε ιδιώτες. Προϋπόθεση, όμως, εφαρμογής του τεκμηρίου αυτού είναι η ιδιότητα του διεκδικούμενου ακινήτου ως δάσους κατά το χρόνο έναρξης της ισχύος του συγκεκριμένου διατάγματος.

Έτσι, από τις ανωτέρω διατάξεις αυτού συνάγεται ότι τα δάση είναι: α) ιδιωτικά, αν μετά την τήρηση της διαδικασίας του άρθρου 3 του άνω διατάγματος αναγνωρίστηκαν ως τέτοια επίσημα από το Υπουργείο Οικονομικών ή, σε αρνητική περίπτωση, από τα δικαστήρια, β) δημόσια (αδιαφιλονίκητα εθνικά), αν δεν υποβλήθηκαν, αρμόδια και εμπρόθεσμα, οι απαιτούμενοι τίτλοι προς αναγνώρισή τους ως ιδιωτικών, ανεξάρτητα αν υπήρχαν ή όχι οι εν λόγω τίτλοι και γ) προσωρινώς "διακατεχόμενα" από ιδιώτες, δήμους, κοινότητες ή μοναστήρια, αν υποβλήθηκαν απ' αυτούς αρμόδια και εμπρόθεσμα οι εν λόγω τίτλοι, αλλά είτε δεν κρίθηκαν από την αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου ακόμη, είτε, κρινόμενοι μη νόμιμοι - ή άκυροι, εκκρεμεί, συνεπεία αυτού, η διαφορά στα δικαστήρια (μετά από ενέργεια του Υπουργείου ή της Επιτροπής αυτού, που συστάθηκε με την από 4-5-1842 δηλοποίηση ή και από τους ενδιαφερόμενους) ή δεν έγινε προσφυγή στα αρμόδια δικαστήρια από το Δημόσιο, ούτε από τους ενδιαφερόμενους.

Στην τελευταία περίπτωση, κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων, που πρέπει να ερμηνευθούν, σε συνδυασμό με τις ισχύουσες σχετικές διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, οι οποίες αναφέρονται στη διακατοχή, συνήθως υπό την έννοια της νομής και του άρθρου 22 του νόμου της 21-6/10-7-1837 "περί διακρίσεως κτημάτων", όπου η διακατοχή καθιερώνεται ως εμπράγματο δικαίωμα αντίστοιχο με εκείνο της νομής του Αστικού Κώδικα, ο διακάτοχος είναι νομέας και όχι κάτοχος του διαφιλονικούμενου δάσους.

Ως "διακατεχόμενα", τέλος, χαρακτηρίζονται συχνά και δάση, για τα οποία δεν είχε τηρηθεί η διαδικασία 'του άρθρου 3 του διατάγματος στης 17/29-11-1836 και, επομένως, είναι αδιαφιλονίκητα εθνικά διακατέχονται, όμως, υπό την έννοια της άσκησης της νομής επ' αυτών με διάνοια κυρίου, από ιδιώτες, δήμους, κοινότητες και μοναστήρια. "Διακακατεχόμενα", επίσης χαρακτηρίζονται ορισμένα δάση στους δασικούς κώδικες του ν. 4137/1929 (άρθρα 62, 93, 105, 107, 108, 131), α.ν. 2204/1940 (άρθρο 5), νδ 86/1969 (άρθρα 156, 163), ν 998/1979 (άρθρο 7) υπό άλλη ή ασαφή συχνά έννοια (ιδ.

Και ν. ΔΝΖ/1912). Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των νόμων 8 παρ. 1, κωδ. (7.39), 9 παρ.1, Πανδ. (50.14) του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, που κατά το άρθρο 51 του Εισ.Ν.ΑΚ έχουν εφαρμογή για τον πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα χρόνο (23-2-1946), ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, μετά από άσκηση σε αυτό πράξεων νομής, ήτοι εμφανών και συνεχών πράξεων, που εκδηλώνουν βούληση εξουσίασης του νομέα πάνω στο ακίνητο, όπως καλλιέργεια, εκμίσθωση, εποπτεία, φύλαξη και άλλες προσιδιάζουσες στη φύση του ακινήτου πράξεις, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη επί συνεχή τριακονταετία, ενώ εκείνος που χρησιδέσποζε μπορούσε, κατά τις διατάξεις του ν. 2 παρ. 20 πανδ. (41.4), ν. 6 πανδ. (44. 3), ν. 76 παρ. 1 πανδ. (18.1), ν. 7 παρ. 3, πανδ. (23.3), να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο όμοιας νομής του δικαιοπαρόχου του, εφόσον, όμως, είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού.

Όπως προκύπτει δε από τις διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 12 πανδ. (5.8), ν. 25, πανδ. (24.1), ν.27 πανδ.(18.1), ν. 10, 13 παρ. 1, 17, 48, πανδ. (41.3), ν.5, πανδ. (41.7), ν.3, πανδ:(41.10), ν.7 παρ.6, πανδ. (41.4),ν. 199, και πανδ. (50.16), καλή πίστη αποτελεί η ειλικρινής πεποίθηση του νομέα ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτου και τη συνδρομή αυτής, ως ενδιάθετης κατάστασης, συνάγει ο δικαστής της ουσίας συμπερασματικά από τα περιστατικά που δέχτηκε ως αποδειχθέντα (ΑΠ 1359/2002, ΑΠ 1281/2002).

Τέτοια καλή πίστη συντρέχει και όταν ο νομέας απέκτησε τη νομή του πράγματος από τον κύριο, ενώ αυτός (νομέας) δεν υποχρεούται να αποδείξει την καλή του πίστη, εάν αποδεικνύει την ύπαρξη νόμιμου τίτλου κτήσης, ο οποίος, εάν υπάρχει, μπορεί να έχει σημασία απλά για την κρίση ότι η νομή είναι ανεπίληπτη κατά τη συνείδηση του νομέα (ΑΠ 85/2003).

Οι διατάξεις αυτές του βυζαντινορωμαικού δικαίου δεν καταργήθηκαν με το μεταγενέστερο νόμο της 21-6/ 3-7-1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", στο άρθρο 21 του οποίου ορίστηκε ότι "ως προς τον τρόπο κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων κτημάτων, εφαρμόζονται αι εν τω πολιτικώ νόμω περιεχόμεναι διατάξεις", επομένως, και οι προαναφερόμενες διατάξεις του βυζαντινορωμαικού δικαίου.

Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων, με εκείνες των άρθρων 18 και 21 του ν. της 21-6-/3-7-1837, συνάγεται, ότι η έκτακτη χρησικτησία από '.ιδιώτη, σε αντίθεση με την τακτική, ήταν επιτρεπτή, με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν και χωρίς νόμιμο τίτλο, επί δημόσιων κτημάτων, όπως είναι τα δάση, τα οποία είναι εθνικά, (εκτός των διαλαμβανομένων στα άρθρα 1 και 2 του από 17-11/1-12-1836 β.δ/τος, που θεωρούνται ως ιδιωτικά, με τις προϋποθέσεις του άρθρου 3), εφόσον, όμως η τριακονταετής νομή είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11- 9-1915, όπως αυτό προκύπτει από τις διατάξεις, αφενός του νόμου ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου, που εκδόθηκαν με βάση αυτόν από 12-9-1015 έως 16-5-1926 και αφετέρου του άρθρου 21 του ν.δ.

της 22-4/26-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κλπ", που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημόσιων κτημάτων" και διατηρήθηκαν σε ισχύ μετά την εισαγωγή του Α.Κ. με το άρθρο 53 του Εισ.Ν. αυτού, με τις οποίες (διατάξεις) αναστάλθηκε κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύθηκε οποιαδήποτε παραγραφή των εμπράγματων δικαιωμάτων του Δημοσίου στα κτήματά του και, συνακόλουθα η χρησικτησία πάνω *σε αυτά (ΟλΑΠ 75/1987, ΑΠ 1995/2008, ΑΠ 1281/2002).

Εξάλλου, από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι δεν απαιτείται ως προϋπόθεση της αξ ιού μεν ης καλής πίστης νια την κτήση κυριότητας επί δημοσίου κτήματος με έκτακτη χρησικτησία η ύπαρξη ταπίου υπέρ του χρησιδεσπόζοντος ή στην περίπτωση του δάσους η εκ μέρους αυτού υποβολή τίτλων ιδιοκτησίας κατά το άρθρο 3 του από 17-11-1836 ΒΔ/τος "περί ιδιωτικών δασών" (ΑΠ 52/2014).

Εφόσον, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις, αποκτήθηκε κυριότητα σε δάσος ή δασική έκταση με έκτακτη χρησικτησία μέχρι τις 11-9-1915, δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των κατά καιρούς ισχυσάντων και, πάντως, μετά την 11-9-1915 δασικών κωδίκων, όπως οι μεταγενέστερες διατάξεις του άρθρου 49 του ν. 2052/1920, κατά τις οποίες τα δικαιώματα του Δημοσίου επί δασικών εκτάσεων παραμένουν ισχυρά, του άρθρου 215 ν. 4173/1929 (όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε μεταγενέστερα), του άρθρου 58 του νδ 86/1969 "περί Δασικού Κώδικα" και των άρθρων 2 και 4 του αν .ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημόσιων κτημάτων", με τις οποίες ορίζεται ότι επί των δημοσίων εν γένει δασών θεωρείται νομέας το Δημόσιο, έστω και εάν δεν ενήργησε επ' αυτών οποιαδήποτε πράξη νομής, ότι ουδείς δύναται να αποκτήσει δικαιώματα νομής με εκχέρσωση, υλοτομία, σπορά ή οποιαδήποτε άλλη πράξη επί δημόσιων δασών κλπ., ότι μόνη η βοσκή επί δημοσίων δασών κλπ, ουδέποτε θεωρείται πράξη νομής και ότι τα δικαιώματα του Δημοσίου επί ακινήτων κτημάτων σε ουδεμία παραγραφή, υπόκεινται (ΑΠ 784/1987),

ούτε ασκεί επιρροή στην κυριότητα που αποκτήθηκε η μεταγενέστερη διάταξη του άρθρου 62 παρ.1 του ν. 998/1979 "περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της χώρας", με την οποία ορίζεται ότι "σε κάθε φύσεως αμφισβητήσεις ή διενέξεις ή δίκες μεταξύ του Δημόσιου και φυσικού ή νομικού προσώπου, το οποίο επικαλείται ή αξιώνει οποιαδήποτε δικαιώματα εμπράγματα ή όχι επί των δασών, των δασικών εκτάσεων κλπ το ως άνω φυσικό ή νομικό πρόσωπο οφείλει να αποδείξει την ύπαρξη του δικαιώματος του" και πολύ περισσότερο η εκδιδομένη με βάση το άρθρο 191 του νδ 86/1969 απόφαση του Νομάρχη, με την οποία κηρύσσεται η επίδικη έκταση δασωτέα ή αναδασωτέα, αφού ο ιδιοκτήτης της συγκεκριμένης έκτασης εξακολουθεί να παραμένει κύριος αυτής και μετά την κήρυξή της ως αναδασωτέας (ΟλΑΠ 21/2005, ΑΠ 1646/2009, ΑΠ 975/2008).

Παράλληλα, κατά το άρθρο 1 του διατάγματος 3/15-12-1833, που έχει ισχύ νόμου, "περί διορισμού του φόρου βοσκής και του δια τα εθνικοϊδιόκτητα λιβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833 - 1834", όλα τα λιβάδια, για την επικαρπία των οποίων δεν υπάρχει έγγραφο (ταπί) εκδοθέν επί τουρκοκρατίας, θεωρούνται δημόσια και η νομή τους παραμένει στο Δημόσιο.

Η διάταξη αυτή αφορά τη συντήρηση των δικαιωμάτων του Δημοσίου, τα οποία προϋπήρχαν και δεν καθιστά ανεπίδεκτα νομής και ιδιωτικής κτήσης στο μέλλον τα ακίνητα αυτά. Η έννοια αυτή προκύπτει και από: α) το άρθρο 1 παρ.2 ν. ΚΘ' 31.1/18-2-1864, κατά το οποίο το Δημόσιο και οι Κοινότητες διατηρούν τα δικαιώματα που είχαν επί των αμφισβητούμενων λιβαδιών άνευ βλάβης των αποκτηθέντων δικαιωμάτων από τρίτους, καθώς και β) από το άρθρο 3 ν.

ΨΗΖ/1880, κατά το οποίο, οι κοινότητες, ως προς τα κοινοτικά λιβάδια, διατηρούν απέναντι των ιδιωτών τη νομική κατοχή επί των βοσκότοπων, επί των οποίων εγένοντο μέχρι το 1864 τοποθετήσεις ποιμνίων. Περαιτέρω, από τις διατάξεις περί κτήσης κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία του βυζαντινορωμαικού δικαίου, 18, 21 του ν.

της 21.6/3-7-1837, 21 του ν.δ. της 22.4/16-5-1926, 60 ν. ΣΟΖ/1855 και 12 παρ. 1 ν. ΔΝΖ/1912, προκύπτει ότι είναι δυνατή η απόκτηση κυριότητος επί βοσκοτόπων, εθνικών ή μη, και υπό ιδιωτών, εφόσον αυτοί τους νέμονταν με διάνοια κυρίου και καλή πίστη επί τριακονταετία μέχρι και τις 11ης Σεπτεμβρίου 1915 (ΑΠ 1359/2002).

Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση, τούτο δε συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει Λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 24/1992).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα:

"... Στην παραπάνω έκταση, που απαλλοτριώθηκε, περιλαμβάνεται και το επίδικο οικόπεδο, που εμφανίζεται με τον αριθμό 9 του προαναφερόμενου Ο.Τ., το οποίο (οικόπεδο) έχει εμβαδόν 315,36 τ.μ. Το επίδικο ακίνητο αποτελεί τμήμα μεγαλύτερης έκτασης 4.500 στρεμμάτων, γνωστής ως "..." ή "..." ή "...", που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια των Δήμων ...

και εντοπίζεται μεταξύ της κορυφογραμμής των ... ... Το ακίνητο απέκτησε ο ενάγων δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος υπ' αριθ. …600/5-10-1977 αγοραπωλητήριου συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Χ. Κ. Μ. από τις πωλήτριες Ι. χήρα Χ. Α. το γένος Γ. και Μ. Β., θετή κόρη του Λ. Β. και Ε. χήρα Γ. Π. το γένος Γ. και Μ. Β., ομοίως θετή κόρη του Λ.

Β. οι οποίες, σύμφωνα με το εν λόγω αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, ήταν κυρίες κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου εκάστη επί του πωλουμένου επίδικου ακινήτου. Στις ως άνω πωλήτριες είχε περιέλθει το επίδικο ακίνητο, σε μεγαλύτερη έκταση και κατά ποσοστό 50% στην καθεμία, από κληρονομιά του θετού πατέρα τους Λ. Β. :ου Γ., ο οποίος απεβίωσε την 14.02.1934 και κατέλιπε τις από 16.11.1932-03.12.1932 και 22.07.1933 ιδιόγραφες διαθήκες του, που δημοσιεύθηκαν με τα υπ' αριθμ. 633- 634/21.02.1934 πρακτικά του Πρωτοδικείου Αθηνών και κηρύχθηκαν κυρίες με την υπ' αριθμ. 5904/1934 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου, και ότι η Ι.

συζ. Χ. Α., από το ως άνω ποσοστό της του 1/2 εξ αδιαιρέτου στην ευρύτερη έκταση, στην οποία περιλαμβάνονται και τα ανωτέρω τρία οικόπεδα, επιφανείας 310,13 τ.μ . το καθένα, μεταβίβασε στους Γ. Β. του Π. και Λ. Β. του Π. ποσοστό 1/100 εξ αδιαιρέτου των ακινήτων στον καθένα, δυνάμει του υπ' αριθμ. ...5/1981 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Σ.

Θ. Σ. που μεταγράφηκε νόμιμα στα ίδια ως άνω βιβλία μεταγραφών, στον τόμο 3195 και με αριθμό 325, επιπλέον δε} σύστησε προίκα υπέρ της θυγατέρας της Ε. συζ. Β. Μ. και του προικολήπτη Β. Μ. του Θεοδώρου, σε ποσοστό 30/100 εξ αδιαιρέτου των ακινήτων, δυνάμει του υπ' αρ. ...6/1981 προικοσυμφώνου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Σ.Θ.

Σ. που μεταγράφηκε νόμιμα στα ίδια ως άνω βιβλία μεταγραφών, στον τόμο …95 και με αριθμό …26, ότι η ευρύτερη έκταση περιλαμβάνεται στο βόρειο τμήμα της έκτασης του "..." και καταλαμβάνει το ποσοστό των 3/4 αυτής, είχε περιέλθει στον Λ. Β. του Γ. κατόπιν διανομής μεταξύ αυτού και της αδελφής του Α. διαζευγμένης συζ.

Ε. Τ. με την από 04.06.1927 διαιτητική απόφαση που εκδόθηκε κατόπιν του υπ' αριθμ. ...19/1927 συνυποσχετικού συμβολαίου του συμβολαιογράφου Κ. Ρ. και κηρύχθηκε εκτελεστή με την υπ' αριθμ. …08/1927 απόφαση του Προέδρου Πρωτοδικών Αθηνών, ενώ τα από 1-16 συνοδευτικά αυτής πρακτικά κηρύχθηκαν εκτελεστά με την υπ' αριθμ, 8855/1927 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου και μεταγράφηκαν νόμιμα στα ίδια ως άνω βιβλία μεταγραφών, στον τόμο …54 και με αριθμό …38.

Στους συγκυρίους Λ. Β. του Γ. και Α. συζ. Ε. Τ. είχε περιέλθει η ευρύτερη έκταση του "..." πού στη συνέχεια διανεμήθηκε, κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, από κληρονομιά του πατέρα τους Γ. Β. του Λ., ο οποίος απεβίωσε την 15.02.1911, χωρίς να αφήσει διαθήκη και κατέλιπε μόνους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τη σύζυγο του Ε.

το γένος Ι. Κ. και τα τέσσερα τέκνα του Λ. Β., Α. διαζευγμένη συζ. Ε. Τ., Α. συζ. Α. Ε. και Μ. Ι. Κ., από τους οποίους η τελευταία αποποιήθηκε την επαχθείσα σ' αυτήν κληρονομιά και η μερίδα της προσαύξησε ισομερώς τις μερίδες των λοιπών συγκληρονόμων, επιπλέον δε, στο Λ. Β. είχε περιέλθει η ευρύτερη έκταση κατά ποσοστό 2/4 εξ αδιαιρέτου, δυνάμει του υπ' αριθμ. ...49/1918 συμβολαίου του συμβολαιογράφου I.

Γ. Ο. που μεταγράφηκε νόμιμα στα ίδια ως άνω βιβλία μεταγραφών, στον τόμο …44 και με αριθμό …39, λόγω αγοράς από τις Ε. χηρ. Γ. Β. (μητέρα του) και Α. συζ. Α. Ε. (αδελφή του), στις οποίες, κατά τα προαναφερθέντα, είχε περιέλθει από κληρονομιά του συζύγου και πατέρα τους, αντίστοιχα, ότι στον Γ. Β. του Λ. είχε περιέλθει η ευρύτερη έκταση από κληρονομιά της μητέρας του Α.

χήρας Λ. Β. που απεβίωσε την 21.01.1899, χωρίς να αφήσει διαθήκη και κατέλιπε αυτόν ως μοναδικό εξ αδιαθέτου κληρονόμο της. Στην Α. χήρα Λ. Β. είχε περιέλθει από κληρονομιά του Α. Κ. του Ι. που απεβίωσε στις 10.10.1864 και κατέλιπε την από 11.01.1864 μυστική διαθήκη του που δημοσιεύθηκε από το Πρωτοδικείο Αθηνών με το υπ' αριθμ. 8/11.11.1864 πρακτικό του, σε συνδυασμό με την υπ' αριθμ. ...85/1865 πράξη του συμβολαιογράφου Σ.

Τ., με την οποία πιστοποιείται από τους εκτελεστές της διαθήκης του Α. Κ. η παράδοση του εν λόγω ακινήτου στην ως άνω κληρονόμο. Στον

Α. Κ. του Ι. είχε περιέλθει η μείζονα έκταση του "..." με τμηματικές από Έλληνες ιδιοκτήτες κατά τα έτη 1833 έως 1853:

α) με το από 13.02.1833 συμφωνητικό του Μνήμονος Πωλήσεων Π. Π., αγοράς από τον Ν. Ζ.,

β) με το από 27.02.1833 ιδιωτικό έγγραφο των δημογερόντων Αθηνών Μ. Τ., Σ. Μ. και Σ. Β., λόγω αγοράς από τους Γ. Τ., Μ. Τ. και Κ. Τ.,

γ) με το υπ' αριθμ. …94/1937 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κ. Π., λόγω αγοράς από τον Β. Κ.,

δ) με το υπ' αριθ. …15/1841 συμβόλαιο του ιδίου ως άνω Συμβολαιογράφου λόγω αγοράς από την Σ. Κ.,

ε) με το υπ' αριθ. …04/1843 συμβόλαιο του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφουt λόγω αγοράς από την Σ. Κ.,

στ) με το υπ' αριθμ. …12/1843 συμβόλαιο του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου, λόγω αγοράς από τους I. Κ., Α. Κ., Σ. συζ. Μ. Τ.,

ζ) με το υπ' αριθμ. …68/1852 συμβόλαιο του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου, λόγω αγοράς από την Σ. συζ. Μ. Τ.,

η) με το υπ' αριθμ. …33/1852 συμβόλαιο του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου, λόγω αγοράς από τον Α. Κ..

θ) το υπ' αριθμ. …83/1852 συμβόλαιο του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου, λόγω αγοράς από τον I. Κ.,

ι) το υπ' αριθμ. …39/1852 συμβόλαιο του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου, λόγω αγοράς από τις Μ. συζ. Ν. Μ., Κ. συζ. Δ. Β. και Γ. Κ.,

ια) με το υπ' αριθμ. …15/1853 συμβόλαιο του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου, λόγω αγοράς από τους Μ. Σ. Σ., Μ., Ζ. και Γ. Ζ.. Το εκκαλούν-εναγόμενο ισχυρίζεται, ότι η περιγραφή του ακινήτου στα ως άνω συμβόλαια του συμβολαιογράφου Κ. Π. είναι ασαφής. Είναι γεγονός ότι, με βάση τους παραπάνω τίτλους ιδιοκτησίας οι μεταβιβαζόμενες κάθε φορά εκτάσεις δεν προσδιορίζονται, ακριβώς, με τα εμβαδά τους, τις πλευρικές διαστάσεις τους και τα γειτονικά τους ακίνητα, ώστε να παρέχεται η δυνατότητα σαφούς προσδιορισμού της θέσης κάθε μεταβιβαζόμενης μερικότερης ιδιοκτησίας.

Αυτό, όμως, δικαιολογείται, καθόσον, στην εποχή των επίδικων μεταβιβάσεων, ήταν, αν όχι αδύνατη, δύσκολη και δαπανηρή η τοπογράφηση τόσο μεγάλων εκτάσεων, που είχαν τότε μικρή οικονομική αξία. Έτσι, κατά τους χρόνους υπογραφής των περί της Ανεξαρτησίας της Ελλάδας τριών Πρωτοκόλλων (δηλ. στις 3.2.1830, 16.6.1830 και 1.7.1830) και της Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως (δηλαδή στις 9.7.1832) αλλά και στις 31.3.1833, όταν ολοκληρώθηκε η ενσωμάτωση της ...ς στο Ελληνικό Κράτος, το επίδικο ακίνητο, ως περιλαμβανόμενο στην πιο πάνω ευρύτερη έκταση των 4.500 στρεμμάτων, δεν ανήκε, κατά κυριότητα, στο Τουρκικό Κράτος, ούτε σε Τούρκους ιδιώτες που το εγκατέλειψαν, κατά την αποχώρησή τους από την περιοχή της ...ς, αλλά κατεχόταν από τον Α.

Κ. και τους δικαιοπαρόχους του, οι οποίοι, συμπεριφερόμενοι ως κύριοι και έχοντας την ειλικρινή πεποίθηση ότι δεν προσβάλλουν την κυριότητα άλλου, το εξουσίαζαν, με βάση το Σουλτανικό δωρητήριο θέσπισμα του έτους 1829 και τους αναφερόμενους πιο πάνω κτητικούς τίτλους, κατά τις αντίστοιχες διακρίσεις. Στις 10-10-1864 απεβίωσε ο Α.

Κ. και το ως άνω κτήμα περιήλθε λόγω κληρονομιάς στην Α. χήρα Λ. Β., γνωστή ως "...", με την από 11-1- 1864 μυστική διαθήκη του, που δημοσιεύτηκε νόμιμα (βλ. το 8/1864 πρακτικό του Πρωτοδικείου Αθηνών) και εγκαταστάθηκε στην κληρονομιά από τους εκτελεστές της διαθήκης, με την ...85/1865 πράξη του συμβολαιογράφου Σ. Τ., στην οποία (κληρονομιά) υπεισήλθε και αναμείχθηκε με διάνοια κληρονόμου, μέχρι του θανάτου της, την 21-1-1899.

Το εκκαλούν ισχυρίζεται ότι η ως προαναφερόμενη ...85/1865 πράξη έπρεπε να έχει μεταγραφεί. Κατά το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο, για την αποδοχή της κληρονομιάς, αρκούσε ο κληρονόμος να υπεισέλθει σε αυτή και να αναμιχθεί με διάνοια κληρονόμου και δεν ήταν αναγκαία η μεταγραφή της αποδοχής. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσίαν ο ισχυρισμός αυτός του εκκαλούντος.

Κατά την ως άνω μυστική διαθήκη το παραπάνω κτήμα έχει επιφάνεια 15.000 περιφερειακών στρεμμάτων, που αντιστοιχούν σε 4.500 εμβαδομετρικά στρέμματα, καταμετρημένα από τον μηχανικό Δ. Ζ., τεθέντων των ορίων από τον τότε Ειρηνοδίκη της Βορείου Πλευράς Αθηνών Π. Σ., κατά το επίσημο έγγραφο 54 της 30 Μαΐου 1853. Το εκκαλούν ισχυρίζεται ότι το ως άνω έγγραφο είναι πλαστό.

Αναφορικά με τον ισχυρισμό αυτό, πρέπει να σημειωθεί ,ότι η Ε. χήρα Γ. Π. και η Ι. χήρα Χ. Α. είχαν ασκήσει, ενώπιον του Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά του Π. Β. ή Λ. την από 2-8-1936 διεκδικητική αγωγή, η οποία αφορούσε ένα ακίνητο που φερόταν ότι αποτελούσε τμήμα της πιο πάνω έκτασης των 4.500 στρεμμάτων, που ο Α. Κ. είχε αποκτήσει κατά τα προαναφερόμενα.

Κατά τη συζήτηση της αγωγής αυτής που έγινε στο Πρωτοδικείο στις 29.6.1967, μετά τη διεξαγωγή των αποδείξεων, οι τότε ενάγουσες, για τα όρια του όλου πιο πάνω μείζονος κτήματος, προσκόμισαν ένα αντίγραφο από ένα άλλο έγγραφο, το οποίο, ως αντίγραφο και αυτό της 54/1853 έκθεσης οριοθεσίας του Ειρηνοδίκη Βόρειας Πλευράς Αθηνών Π.

Σ., είχε παρακατατεθεί στο συμβολαιογράφο Π. Γ. από τους πιο πάνω μνημονευόμενους κληρονόμους του Α. Κ., με την 24289/1904 πράξη του. Το αντίγραφο αυτό, που οι τότε ενάγουσες είχαν προσκομίσει στη δίκη εκείνη, προσβλήθηκε ως πλαστό από τους τότε αντιδίκους τους. Το Πρωτοδικείο Αθηνών, με την 230/1967 απόφαση του, δεν έλαβε καθόλου υπόψη την πιο πάνω έκθεση οριοθέτησης, με την αιτιολογία ότι δεν συνιστά σπουδαίο τεκμήριο, αφού η οριοθέτηση έγινε ύστερα, από αίτηση του Α.

Κ., κατά τις υποδείξεις του ίδιου, χωρίς τη σύμπραξη άλλων όμορων ιδιοκτητών ή άλλων αρμοδίων και επιπλέον, επειδή οι τότε ενάγουσες, απαντώντας στην ένσταση της πλαστότητας, δήλωσαν ότι είναι αλυσιτελής η λήψη ή μη υπόψη του προσβαλλόμενου ως πλαστού αντιγράφου, ενόψει των λοιπών προσκομιζομένων αποδεικτικών στοιχείων, ύστερα από εκτίμηση των οποίων δέχθηκε τελικά την αγωγή εκείνη και απέρριψε σχετική ανταγωγή των τότε εναγομένων.

Μετά από άσκηση σχετικής ποινικής δίωξης, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την 10897/1970 απόφασή του, έκρινε ως πλαστό το αντίγραφο που είχαν προσκομίσει οι τότε ενάγουσες, τις οποίες και κήρυξε ένοχες για χρήση πλαστού, αλλά ύστερα από έφεσή τους, το Εφετείο Αθηνών με την 9244/1972 απόφασή του, έκρινε μεν και πάλι ως πλαστό το επίμαχο αντίγραφο, αλλά αθώωσε τις κατηγορούμενες, λόγω αμφιβολιών ως προς τη δόλια προαίρεση τους, για το λόγο ότι η πλαστογραφία είχε λάβει χώρα σε πολύ απώτερο χρόνο και η διάγνωση της πλαστογραφίας του εγγράφου από το περιεχόμενο του καθίστατο αδύνατη αν όχι δυσχερέστατη, για τις κατηγορούμενες.

Το γεγονός, όμως αυτό, ότι δηλαδή είχε κριθεί ως πλαστό ένα συγκεκριμένο αντίγραφο ενός άλλου εγγράφου, το οποίο ως αντίγραφο και αυτό της πιο πάνω πράξης οροθεσίας του μείζονος ακινήτου, χρησιμοποιήθηκε από τους διαδόχους του Α. Κ., δεν ασκεί έννομη επιρροή επί του κύρους της προαναφερόμενης πράξης οροθεσίας, η οποία έγινε το έτος 1853 και για την οποία συντάχθηκε η πιο πάνω υπ' αριθμόν 54/30-5-1853 πράξη του Ειρηνοδίκη Βόρειας Πλευράς Αθηνών.

Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχτηκε ότι οι προαναφερόμενοι δικαιοπάροχοι τους, απώτεροι και εγγύτεροι, απέκτησαν κυριότητα στο επίδικο και στο μείζον ακίνητο με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, αφού νέμονταν αυτό με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, συνεχώς και αδιαταράκτως, από το 1833, και πάντως το αργότερο από το έτος 1853 μέχρι την 11.9.1915, δηλαδή, για χρονικό διάστημα πλέον της τριακονταετίας, ασκώντας επ' αυτού όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του και τον προορισμό του διακατοχικές πράξεις.

Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι κατείχαν και νέμονταν συνεχώς ολόκληρη την έκταση, η οποία φερόταν ως δύο αυτοτελή κτήματα, ήτοι αυτό της "..." και αυτό που ονομάζεται "Κ.-Γ." και έχει συνολική επιφάνεια 15.000 περιμετρικά (περιφερειακά/αθηναϊκά) στρέμματα που ισοδυναμούν με περίπου 4.500 επίπεδα (κοινά) στρέμματα, με διάνοια κυρίου, καλή πίστη και νόμιμους τίτλους, έχοντας την ειλικρινή πεποίθηση μέχρι την εισαγωγή του ΑΚ (23.02.1946) ότι νεμόμενοι το κτήμα αυτό δεν προσέβαλαν το δικαίωμα κυριότητας άλλων, ούτε και του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο δεν άσκησε ποτέ επ' αυτού διακατοχικές πράξεις, μετά δε την εισαγωγή του ΑΚ, έχοντας την πεποίθηση, χωρίς βαριά αμέλεια, ότι είχαν αποκτήσει κυριότητα στο επίδικο.

Η ευρύτερη έκταση του "..." περιλάμβανε αγρούς, καλλιεργήσιμες εκτάσεις με σιτηρά, δημητριακά, λαχανόκηπους, αμπέλους, οπωροφόρα δένδρα και βοσκήσιμες εκτάσεις, ο δε Α. Κ., αλλά και οι προαναφερόμενοι δικαιοπάροχοι των εναγόντων, εκμίσθωναν σε τρίτους τμήματα της έκτασης αυτής για καλλιέργεια, συλλογή ρητίνης, βοσκή, εξόρυξη λίθων και εκμετάλλευση των ανθρακορυχείων, όπως προκύπτει, μεταξύ άλλων, και από τα μισθωτήρια συμβόλαια υπ' αριθμ.

…13/1837, …66/1838, …60/1841, …93/1843 και …45/1852 του συμβολαιογράφου Κ. Π., υπ' αριθμ.…10/1861 του συμβολαιογράφου Δ. Κ., υπ' αριθμ. …44/1877 και ...71/1877 του συμβολαιογράφου I. Β., υπ' αρ. ...40/1903 του συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Σταμέλου, ...15/1903 του συμβολαιογράφου Η. Κ., υπ1 αρ. ...75/1903 του συμβολαιογράφου Π. Γ., υπ' αρ. …81/1906 του συμβολαιογράφου Κ.

Ρ., υπ' αρ. …19 / 1910 του συμβολαιογράφου Α. Π., υπ' αρ …77/1914 του συμβολαιογράφου Ν. Σ., υπ' αρ. …16/1917, …91/1918, ...64/1923 και 1...6/1925 του συμβολαιογράφου Π. Β., αριθμ …27/1928, …31/1928 και …76/1928 του συμβολαιογράφου Β. Δ. και υπ' αριθμ ...3011934 του συμβολαιογράφου Σ. Κ.. Επιπλέον οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων επισκέπτονταν την ευρύτερη έκταση, επέβλεπαν αυτή ως δική τους και προέβαιναν σε σύνταξη τοπογραφικών διαγραμμάτων και οριοθέτηση της, όπως προκύπτει, μεταξύ άλλων από την υπ' αρ. 161/1882 πράξη καθορισμού ορίων του συμβολαιογράφου Γ.

Κ., τις υπ' αριθμ …47/1918, ...24/1923 και ...26/1924 πράξεις καθορισμού ορίων του συμβολαιογράφου Π. Β. και την υπ' αρ. …08/1926 πράξη καθορισμού ορίων του συμβολαιογράφου Β. Παλαιολόγου. Επίσης οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων μεριμνούσαν για τη φύλαξη της έκτασης με ιδιωτικούς φύλακες και την απόκρουση πράξεων προσβολής, της νομής από τρίτους.

Εξάλλου, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχτηκε ότι κατά καιρούς έχουν απαλλοτριωθεί αναγκαστικά για δημόσια ωφέλεια επιμέρους ακίνητα της μείζονος έκτασης του "..." και στις σχετικές δίκες με αντίδικο το Ελληνικό Δημόσιο έχουν αναγνωρισθεί διάφοροι ιδιοκτήτες- όμορων ακινήτων ως δικαιούχοι αποζημίωσης των απαλλοτριωθέντων ακινήτων.

Η κυριότητα αυτή του επιδίκου μεταβιβάσθηκε στη συνέχεια νομότυπα στον ενάγοντα, βάσει του υπ' αριθ. …600/5-10-1977 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Χ. Κ. Μ., που αποτελεί νόμιμο τίτλο και έχει μεταγραφεί νόμιμα, συντρεχόντων στο πρόσωπο του ενάγοντος και των δικαιοπαρόχων του και των λοιπών νομίμων προσόντων (δηλ.

νομή, διάνοια κυρίου, καλή πίστη κατά τις παραπάνω διακρίσεις). Έτσι ο ενάγων έγινε κύριος του επιδίκου τόσο παραγώγως βάσει της σύμβασης πώλησης, που συνήφθη με το προαναφερόμενο συμβολαιογραφικό έγγραφο, όσο και πρωτοτύπως δυνάμει τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας. Εξάλλου, είναι βέβαια γεγονός ότι, με βάση τους προαναφερθέντες τίτλους ιδιοκτησίας των δικαιοπαρόχων του ενάγοντος, οι μεταβιβαζόμενες κάθε φορά εδαφικές εκτάσεις δεν προσδιορίζονται ακριβώς με τα εμβαδά τους, τις πλευρικές διαστάσεις τους και τα γειτονικά τους ακίνητα, ώστε να παρέχεται η δυνατότητα σαφούς προσδιορισμού της θέσεως κάθε μεταβιβαζόμενης μερικότερης ιδιοκτησίας, καθ' όσον στην εποχή των επιδίκων μεταβιβάσεων ήταν δύσκολη, αν όχι αδύνατη, και δαπανηρή η τοπογράφηση τόσο μεγάλων εκτάσεων, που είχαν τότε μικρή οικονομική αξία.

Ωστόσο, με βάση τα όρια του ενιαίου κτήματος Β., τα οποία ήταν ανατολικά και νοτιοανατολικά η κορυφογραμμή των ... και βόρεια και βορειοανατολικά το ρέμα ... το επίδικο ακίνητο, που βρίσκεται σε απόσταση μόλις 100 μέτρων από την έκταση του ιδίου κτήματος, που έχει απαλλοτριωθεί από το Ελληνικό Δημόσιο υπέρ της ΕΥΔΑΠ (διυλιστήρια ύδατος), περαιτέρω δε βρίσκεται σε απόσταση 150 περίπου μέτρων δυτικά της ....

και 800 περίπου μέτρα βορειότερα του νότιου ορίου του εν λόγω μείζονος κτήματος, βρίσκεται αναμφισβήτητα μέσα στα όρια του τελευταίου και περιλαμβάνεται, ως εκ τούτοις στους τίτλους ιδιοκτησίας των δικαιοπαρόχων του ενάγοντος, όπως κατηγορηματικά αποφαίνεται και η δικαστική πραγματογνώμονας Β. Π. - Δ., Αγρονόμος Τοπογράφος Μηχανικός Ε.Μ.Π., που διορίστηκε με την προαναφερθείσα υπ' αριθμ. 7959/1996 μη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στην από 17-5-2010 έκθεση πραγματογνωμοσύνης που συνέταξε και η οποία κατατέθηκε στη γραμματεία του δικαστηρίου τούτου με αριθμό έκθεσης καταθέσεως 150/17-5-2010.

Το επίδικο επομένως αποτελεί τμήμα της μείζονος έκτασης του "κτήματος Εύμορφης Εκκλησιά", γεγονός που δεν αμφισβητείται από το εναγόμενο, την οποία νέμονταν με διάνοια κυρίου καλή πίστη και νόμιμους τίτλους από το έτος 1833 έως την 11.9.1915, δηλαδή για χρονικό διάστημα τριάντα και πλέον ετών, ο δικαιοπάροχος των εναγόντων Α.

Κ., αλλά και οι προαναφερόμενοι διάδοχοι αυτού, και ως εκ τούτου συμπληρώθηκε στο πρόσωπο των απώτερων ως άνω δικαιοπαρόχων του ενάγοντος πρωτότυπος τρόπος κτήσης της κυριότητας, ήτοι έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με το τότε ισχύον νομικό καθεστώς και ανεξάρτητα από την μορφολογία της επίδικης έκτασης, εάν δηλαδή αυτή ήταν δάσος, λιβάδι ή βοσκότοπος, όπως διατείνεται το εναγόμενο, η οποία (κυριότητα) μεταβιβάσθηκε στη συνέχεια νομότυπα στους λοιπούς δικαιοπαρόχους των εναγόντων και τελικά στους ίδιους, βάσει των ως άνω τίτλων και λοιπών νομίμων προσόντων (νομή διάνοια κυρίου και καλή πίστη).

Τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά έχουν γίνει δεκτά και με τις αποφάσεις του Αρείου Πάγου υπ' αριθμ 1563/1995 και 1281/2002 καθώς και του Εφετείου Αθηνών υπ' αριθμ 1518/2002 και 1162/2002, με τις οποίες απορρίφθηκε ο ισχυρισμός του Ελληνικού Δημοσίου, σχετικά με την κυριότητα του στο "...". Από κανένα από τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε ότι το εναγόμενο ασκούσε πράξεις νομής στη μείζονα έκταση του "...", αλλά αντιθέτως αποδείχθηκε ότι το ίδιο θεωρούσε τους κληρονόμους Β.

ως κύριους του όλου κτήματος. Το έτος 1987 το εναγόμενο αμφισβήτησε για πρώτη φορά το δικαίωμα κυριότητας των δικαιοπαρόχων των εναγόντων στην ευρύτερη έκταση του "...", με την υπ' αριθμ 23/28.5/18.06.1987 γνωμοδότηση του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων, η οποία έγινε αποδεκτή με την υπ' αριθμ Δ 3954/756/20.07.1987 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και την συμπληρωματική αυτής υπ' αριθμ 1096684/6894/Α0010/01.10.1992 απόφαση του Υφυπουργού Οικονομικών, και διατάχθηκε η καταγραφή ως δημοσίων κτημάτων όλων των επιμέρους ακινήτων της έκτασης του "...", τα οποία, σύμφωνα με αυτήν, βρίσκονταν στην κυριότητα των κληρονόμων Γ.

Β., και στη συνέχεια την 19.10.1987 καταγράφηκε το επίδικο ακίνητο σαν δημόσιο κτήμα με τον αριθμό 2.220 στα οικεία βιβλία καταγραφής δημοσίων κτημάτων που τηρούνται στην Κτηματική Υπηρεσία Αθηνών.

Συνεπώς(και εφόσον αποδεικνύεται ότι από το έτος 1833 και πάντως το αργότερο από το έτος 1855 έως την 11.9.1915, δηλαδή, συνεχώς για διάστημα τριάντα (30) και πλέον ετών νεμήθηκαν το επίδικο με διάνοια κυρίων, καλή πίστη και με βάση τους πιο πάνω τίτλους οι προ μνημονευόμενοι απώτεροι δικαιοπάροχοι των εναγόντων, ενώ ποτέ δεν άσκησε σ' αυτό διακατοχικές πράξεις το Δημόσιο, το οποίο αντιθέτως θεωρούσε τους κληρονόμους Β.

ως κυρίους της επίδικης έκτασης, ανεξάρτητα από τη μορφολογία του επίδικου (αν δηλαδή αυτό ήταν δάσος κατά το έτος 1836 ή λιβάδι) έγιναν κύριοι του επίδικου με την έκτακτη χρησικτησία του Βυζαντινορωμαικού δικαίου (άρθρο 51 Εισ.Ν.ΑΚ). Η κυριότητα αυτή του, επίδικου μεταβιβάσθηκε στη συνέχεια νομοτύπως στους λοιπούς δικαιοπαρόχους των εναγόντων και τελικώς στους ίδιους με τους πιο πάνω τίτλους, όπως αυτοί κατά σειρά προαναφέρθηκαν.

Εν όψει των γεγονότων που αποδείχθηκαν, είναι αβάσιμοι οι ισχυρισμοί του εναγομένου Δημοσίου, ότι το ίδιο είναι κύριο της επίδικης έκτασης λόγω διαδοχής του Τουρκικού Δημοσίου, σύμφωνα με τη συνθήκη της Κωνσταντινούπολης μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας "περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος" του έτους 1832 και τα από 6.6.1830 και 7.7.1830 Πρωτόκολλα του Λονδίνου, ότι τούτο καταλήφθηκε πριν από το έτος 1837 ως αδέσποτο ή ότι κατά το έτος αυτό ήταν αδέσποτο και καταλήφθηκε αργότερα από το Δημόσιο με βούληση κυρίου ή ότι το επίδικο ήταν δάσος κατά το έτος 1836 ή λιβάδι ή βοσκότοπος το έτος 1833".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε, κατά τα ως άνω, την ένδικη αγωγή του αναιρεσιβλήτου και αναγνώρισε αυτόν δικαιούχο της οριστικής αποζημίωσης που είχε καθορισθεί οριστικά με την 3793/1987 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και αναλογεί στο επίδικο απαλλοτριωθέν ακίνητο , συνολικής έκτασης 315,36 τμ ,αφού αναγνώρισε αυτόν ως κύριο του επίδικου ακινήτου με παράγωγο τρόπο, δεχθέν ότι οι απώτεροι και απώτατοι δικαιοπάροχοι του είχαν γίνει κύριοι αυτού με έκτακτη χρησικτησία υπό τους όρους του προισχύσαντος Β.Ρ.Δ, που είχε συμπληρωθεί έως την 11- 9-1915, αλλά και με πρωτότυπο, με συνυπολογισμό της νομής των δικαιοπαρόχων του, απορρίπτοντας τις άνω ενστάσεις του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου περί ιδίας κυριότητας, και ακολούθως απέρριψε ως αβάσιμη την έφεση του τελευταίου κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε δεχθεί τα ίδια, επικυρώνοντας αυτήν.

Με αυτά που δέχθηκε, και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της κτήσης της κυριότητας του επίδικου ακινήτου από τους προαναφερόμενους απώτατους και απώτερους δικαιοπαρόχους του αναιρεσιβλήτου, με έκτακτη χρησικτησία και, ειδικότερα, ως το ζήτημα της καλής πίστης, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε, και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο αυτής, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις,, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπον τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το ουσιώδες ως άνω ζήτημα.

Ειδικότερα, δέχθηκε ότι οι απώτατοι και απώτεροι δικαιοπάχοχοι του αναιρεσιβλήτου νεμήθηκαν το μείζον ακίνητο, καθώς και το εντός αυτού επίδικο, ασκώντας τις αναφερόμενες πράξεις νομής, συνεχώς και αδιαταράκτως από το 1833 και πάντως το αργότερο από το έτος 1853 μέχρι την 11-9-1915, δηλαδή, για χρονικό διάστημα πλέον της 30ετίας, με διάνοια κυρίων, με βάση τους τίτλους τους και με καλή πίστη, έχοντας την εύλογη και ειλικρινή πεποίθηση ότι με την κτήση αυτής δεν βλάπτουν δικαιώματα τρίτων και, ιδίως, του Δημοσίου, η οποία δικαιολογείται από το ότι νέμονταν την εδαφική έκταση με βάση τους τίτλους τους , ο δε απώτατος τούτων Α.

Κ. με βάση τα αναφερόμενα αγοραπωλητήρια συμβόλαια και συμφωνητικά , και το Σουλτανικό δωρητήριο θέσπισμα του έτους 1829, χωρίς να ενοχληθούν ποτέ από τρίτους και, ιδίως, από το Δημόσιο, το οποίο ουδέποτε άσκησε διακατοχικές πράξεις επί αυτού. Επομένως, οι δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης από τους αριθμ. 19 και 1 αντίστοιχα του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμοι.

Ο ίδιος τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το από τον αριθμ 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, σκέλος, για παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων που προεκτέθηκαν, ήτοι αυτών της Συνθήκης της Κωνσταντινούπολης, των πρωτοκόλλων του Λονδίνου, των νόμων και διαταγμάτων περί διακρίσεων των δημοσίων κτημάτων, περί δικαιοστασίου, διοικητικής αποβολής, περί ιδιωτικών δασών (Βδ της 17./11/1-12-1836), λιβαδιών, βοσκοτόπων, και αναφορικά με την καλή πίστη των απώτατων και απώτερων δικαιοπαρόχων του αναιρεσιβλήτου, αφού κατά την άποψη του αναιρεσείοντος επρόκειτο "περί δημόσιας και εν μέρει δασικής έκτασης και τούτο δέχθηκε και το Εφετείο", ερείδεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, αφού υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του Εφετείου, αυτό δεν δέχθηκε ότι περιήλθε στο Ελληνικό Κράτος, ως δημόσιο κτήμα, με βάση την άνω Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης και τα πρωτόκολλα του Λονδίνου, αλλά κατεχόταν από τον απώτατο δικαιοπάροχο του αναιρεσιβλήτου και τους δικαιοπάροχους του, ούτε ότι ήταν δάσος το 1836 , λιβάδι ή βοσκότοπος το έτος 1933, (δεχθέν επικουρικά την ιδιότητα του δάσους ή λιβαδιού), απορρίπτοντας τις προαναφερόμενες ενστάσεις του αναιρεσείοντος.

Σε κάθε δε περίπτωση, ο λόγος αυτός κατά το σκέλος αυτό είναι αλυσιτελής, αφού με τις μη πληττόμενες επιτυχώς αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης που στηρίζουν αυτοτελώς το διατακτικό της το Εφετείο δέχτηκε την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία από τους προαναφερομενους απώτατους και απωτέρους δικαιοπάροχους του αναιρεσιβλήτου μέχρι την 11-9-1915, ώστε και αν ακόμη επρόκειτο για δημόσιο κτήμα, με εφαρμογή των άνω διατάξεων, η κυριότητα του αναιρεσιβλήτου καταλυθεί.

Περαιτέρω, ο ίδιος δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το από τον αριθμ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ σκέλος, με τον οποίο αποδίδονται αιτιάσεις για ανύπαρκτη, άλλως ελλιπή και ανεπαρκτή αιτιολογία της προσβαλλόμενης, αναφορικά με την ύπαρξη καλής πίστης των απωτατων και απωτέρων δικαιοπαρόχων του αναιρεσιβλήτου, διότι, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος " η προσβαλλόμενη απόφαση είχε δεδομένη την κακή πίστη ,ν στην άσκηση νομής επί δημόσιας και εν μέρει δασικής έκτασης κατά την έναρξη της χρησικτησίας (1833) του αρχικού δικαιοπαρόχου του αναιρεσιβλήτου Α.Κ.

και των διαδόχων του, αφού α) ουδέποτε προσκομίσθηκε (στην δίκη) ή προβλήθηκε ισχυρισμός στην αγωγή ότι οι ενάγοντες ... διέθεταν επίσημο τίτλο (ταπί ή χοτζέτι)...β) οι ενάγοντες δεν ισχυρίσθηκαν , ούτε προσκόμισαν στοιχείο ότι διέθεταν έστω, απόφαση κάποιας Μικτής Ελληνοτουρκικής Επιτροπής που να αναγνωρίζει τους τίτλους τους, ή ότι είχαν υποβάλλει αυτούς για τα δασικά τμήματα του κτήματος εντός της ανατρεπτικής προθεσμίας των 18 μηνών στην προβλεπόμενη από το ΒΔ 17-/29-11-1836 περί ιδιωτικών δασών διαδικασία., και παρά ταύτα δέχθηκε την καλή πίστη και μάλιστα με ιδιωτικά συμφωνητικά μεταξύ Ελλήνων ιδιωτών, χωρίς καμία νομική εγκυρότητα χωρίς να αιτιολογεί επαρκώς την κρίση της", είναι απαράδεκτος.

Και τούτο, το μεν διότι ερείδεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης ότι επρόκειτο για δημόσιο κτήμα και κατά ένα μέρος για δασική έκταση (ομοίως δημόσιο κτήμα), που δεν έγινε δεκτό με την προσβαλλόμενη, ενώ σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με όσα έχουν προεκτεθεί στη μείζονα νομική σκέψη , δεν απαιτείτο ως προϋπόθεση της αξιούμενης καλής πίστης για την κτήση κυριότητας επί δημοσίου κτήματος με έκτακτη χρησικτησία υπό τους όρους του ΒΡΔ η ύπαρξη ταπίου ή άλλου έγκυρου τίτλου υπέρ του χρησιδεσπόζοντος, ή στην περίπτωση του δάσους η υποβολή των τίτλων ιδιοκτησίας κατά το προαναφερόμενο ΒΔ του 1836 περί ιδιωτικών δασών, το δε , διότι οι αιτιάσεις ανάγονται αποκλειστικά στην εκτίμηση , στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού του πορίσματος που δεν απόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), καθόσον το πόρισμα που έχει εξαχθεί από τις αποδείξεις και προεκτέθηκε, διατυπώνεται με πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις στην προσβαλλόμενη απόφαση.

Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, για τα οποία, αν παρά το νόμο λήφθηκαν ή δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύεται ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, αγωγής ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς (Ολ ΑΠ 14/2004), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού οι τελευταίοι αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (Ολ ΑΠ 469/1984), ούτε τέλος τα επιχειρήματα και συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών.

Στην προκείμενη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμ 8 περ. β ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και ειδικότερα, δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος ότι ο απώτατος δικαιοπάροχος του αναιρεσιβλήτου Α.Κ.ς δεν διέθετε τίτλους (ταπί ή χοτζέτι) που να αποδείκνυαν την νομή του με καλή πίστη, ούτε τέτοιο προσκόμισε στη δίκη , ούτε ότι προέβη στην διαδικασία του βδ/τος της 17/29 Νοεμβρίου 1836 περί ιδιωτικών δασών, και ότι η επίδικη έκταση βρισκόταν όχι στην νομή και κατοχή Ελλήνων, αλλά Οθωμανών, από τους οποίους το ίδιο απέκτησε και δεν μπορούσε άλλος να αποκτήσει παρά μόνο με τις άνω προϋποθέσεις και διαδικασίες, με συνέπεια να αχθεί σε κρίση περί εκτάκτου χρησικτησίας των απώτατων και απώτερων δικαιοπαρόχων του αναιρεσιβλήτου υπό του όρους του ΒΡΔ.

Ο λόγος αυτός, όπως διατυπώνεται, είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι δεν πρόκειται για "πράγματα" με την έννοια που προεκτέθηκε, αλλά για αρνητικούς ισχυρισμούς που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση αυτής , ενώ σε κάθε περίπτωση ο λόγος είναι και αβάσιμος, διότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως το περιεχόμενο αυτής αναλυτικά προεκετέθηκε, έλαβε υπόψη όλους τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος και τους ανωτέρω, τους οποίους και απέρριψε.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον , ως ηττηθείς διάδικος,στη δικαστική δαπάνη του συνεχίζοντος τη δίκη καθολικού διαδόχου του αναιρεσιβλήτου, κατά το σχετικό αίτημά του (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), μειωμένη κατά τα άρθρα 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 Εισ.Ν.Κ.ΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν.1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19-6-2014 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 875/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη του συνεχίζοντος τη δίκη καθολικού διαδόχου του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Φεβρουαρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Μαρτίου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ

H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ