Legislator Case Law & Legislation
279/2016 AI generated

279/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 279/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 279 / 2016 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

279/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 279 / 2016 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Keywords

AI generated
inadmissibility of building appeal architect fees building permit condition building permit fee calculation construction costs architectural services contract
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 279 / 2016 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 279/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Στυλιανή Γιαννούκου, Γεώργιο Αναστασάκο, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του την 1η Δεκεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας" που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως υποκαταστάτου των μελών του: α) εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...." που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα και β) Π. Λ., κατοίκου ..., το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αγγελική Ζηβοπούλου και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από το νόμιμο εκπρόσωπό της Ξ. Ζ. που παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Λ. Ζ. και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-11-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 252/2012 του ίδιου δικαστηρίου και 3164/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 17-3-2015 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Στυλιανή Γιαννούκου ανέγνωσε την από 17-11-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αίτησης.

Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθεμία δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η σύμβαση με την οποία ανατίθεται σε μηχανικό η εκπόνηση μελέτης φέρει το χαρακτήρα της σύμβασης έργου βάσει της οποίας ο μηχανικός έχει υποχρέωση να εκτελέσει το έργο εκπονώντας την αναληφθείσα μελέτη (άρθρο 681 Α.Κ.) και δικαιούται να λάβει τη συμφωνημένη αμοιβή (άρθρο 694 Α.Κ.) ή, αν δεν συμφωνήθηκε ή η συμφωνηθείσα είναι μικρότερη της νόμιμης αμοιβής, την τελευταία όπως αυτή καθορίζεται από το π.δ. 696/1974, όπως ισχύει. Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1, 2 παρ. 1, 3 παρ. 1, 4 και 80 παρ. 1 του π.δ. 696/1974 (όπως αυτά τροποποιήθηκαν από το π.δ. 515/1989 που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 59 του ν.δ. της 17-7/16-8-1923 "περί σχεδίου πόλεων, κωμών και συνοικισμών του κράτους και οικοδομής αυτών" και ίσχυαν κατά τον επίδικο χρόνο) προκύπτει ότι η αμοιβή των ιδιωτών μηχανικών για την εκπόνηση των προβλεπόμενων από το διάταγμα αυτό μελετών κτιριακών έργων καθορίζεται: α) σε ποσοστά επί τοις εκατό του προϋπολογισμού των μελετωμένων έργων με βάση προβλεπόμενο από την παρ. 2 αυτού τύπο, στον οποίο Σ είναι ο προϋπολογισμός κάθε έργου, υπολογιζόμενος σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο άρθρο 3 αυτού, β) κατά μονάδα έργου (π.χ. χιλιόμετρο οδού, στρέμμα επιφάνειας κ.λ.π.) με βάση τιμές μονάδας, γ) κατ’ αποκοπή ή ανάλογα με το χρόνο απασχόλησης, δ) κατά ειδικό τρόπο που καθορίζεται στις επί μέρους διατάξεις του. Επί αμοιβής καθοριζόμενης κατά τα διαλαμβανόμενα στο στοιχείο α, ο προϋπολογισμός με τον οποίο υπολογίζεται η αμοιβή κάθε έργου είναι (σύμφωνα με το άρθρο 3 αυτού) αυτός που εξάγεται με τις ποσότητες όλων των κονδυλίων αυτού, όπως αυτός εγκρίνεται από τον Εργοδότη, σύμφωνα με αναλυτική προμέτρηση και με τις τιμές μονάδας εργασιών που υπολογίζονται με βάση τις εγκεκριμένες από τη Γενική Γραμματεία Δημοσίων Έργων του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων αναλύσεις τιμών και τις βασικές τιμές ημερομισθίων, υλικών και μισθωμάτων μηχανημάτων στο χρόνο σύνταξης του προϋπολογισμού του τελευταίου σταδίου της μελέτης που έχει ανατεθεί στον ίδιο μελετητή με την οικεία σύμβαση. Η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 του διατάγματος αυτού έγκριση από τον εργοδότη του προϋπολογισμού αφορά τα κονδύλια, δηλαδή τις εργασίες αυτού, όπως αυτές αναφέρονται σε σχετικό προϋπολογισμό που συντάσσει ο μελετητής μηχανικός ως απαραίτητο στοιχείο της μελέτης του και όχι τον ειδικό και αναλυτικό προϋπολογισμό που διαμορφώνεται με τα ως άνω αντικειμενικά στοιχεία. Έγκριση από τον εργοδότη και των στοιχείων αυτών, που ορίζονται από το νόμο, δεν απαιτείται ούτε ο αναλυτικός αυτός προϋπολογισμός πρέπει να υποβάλλεται και να παραδίδεται προηγουμένως στον εργοδότη προς έγκριση. Η αντίθετη εκδοχή ότι για τη θεμελίωση της αξίωσης του μελετητή μηχανικού για την αμοιβή του από την εκπόνηση της ανατεθείσας σ’ αυτόν μελέτης πρέπει να εγκρίνεται από τον εργοδότη και ο διαμορφούμενος κατά τα ανωτέρω ειδικός και αναλυτικός προϋπολογισμός όσον αφορά το ύψος των επί μέρους κονδυλίων ή το συνολικό ύψος του, θα οδηγούσε σε αποκλεισμό κάθε αξίωσης του μηχανικού από αμοιβή του υπολογιζόμενη με βάση τον προϋπολογισμό του έργου για την εκπονηθείσα μελέτη, αφού ο εργοδότης θα μπορούσε να ισχυρισθεί ότι δεν ενέκρινε ή δεν εγκρίνει το ύψος του αναλυτικού προϋπολογισμού και έτσι να ματαιώσει τη γένεση αξίωσης καταβολής της νόμιμης αμοιβής του μηχανικού. Δηλαδή για τη θεμελίωση και τον προσδιορισμό του δικαιώματος μελετητή μηχανικού για την αμοιβή του από την εκπόνηση της ανατεθείσας σ’ αυτόν μελέτης με βάση ποσοστά του προϋπολογισμού, απαιτείται η έγκριση από τον εργοδότη μόνο του αρχικού προϋπολογισμού, που εξάγεται με τις ποσότητες όλων των εργασιών του εκτελούμενου έργου και όχι του αναλυτικού προϋπολογισμού, ο οποίος συντάσσεται με βάση τα αναφερόμενα στο ίδιο άρθρο αντικειμενικά στοιχεία που ισχύουν στο χρόνο σύνταξης του προϋπολογισμού του τελευταίου σταδίου της μελέτης και λαμβάνεται υπόψη για τον ακριβή υπολογισμό της αμοιβής (Α.Π. 579/2009). Αν ο εργοδότης αμφισβητεί τον αναφερόμενο στην αγωγή ειδικό και αναλυτικό προϋπολογισμό με βάση τον οποίο προσδιορίζεται η αξιούμενη αμοιβή του μηχανικού για την εν λόγω κατά νόμο θεμελίωση της αξίωσης του τελευταίου προς λήψη της νόμιμης αμοιβής του, απαιτείται να αποδεικνύεται και ν’ αναφέρεται στην απόφαση ότι ο εργοδότης έχει εγκρίνει, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 1 του π.δ. 696/1974, εκτός από τη μελέτη, και τον αρχικό προϋπολογισμό που συντάσσει ο μηχανικός ως απαραίτητο στοιχείο της μελέτης του (σχετ. Α.Π. 765/2000). Εξάλλου με την παρ. 6 του ίδιου άρθρου (3), όπως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο, ορίσθηκε ότι: "Ειδικά για την έκδοση οικοδομικών αδειών, ο προϋπολογισμός εξάγεται είτε βάσει αναλυτικού προϋπολογισμού, είτε σύμφωνα με τις τιμές μονάδος που καθορίζονται με υπουργική απόφαση, η οποία λαμβάνει υπόψη το κόστος κατασκευής, όπως εξάγεται από τον αντικειμενικό προσδιορισμό της αξίας των ακινήτων (άρθρ. 41 ν. 1249/1982, όπως κάθε φορά ισχύει)". Περαιτέρω κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. Α.Π. 7/2006). Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Α.Π. 329/2015). Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφασή του το εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα ουσιώδη: "Δυνάμει του... συμβολαίου αγοραπωλησίας... σε συνδυασμό με την... πράξη εξοφλήσεως υπολοίπου τιμήματος αγοραπωλησίας ακινήτου και άρση διαλυτικής αιρέσεως... που μεταγράφηκαν νόμιμα, η εναγομένη [σημ: εδώ αναιρεσίβλητη] κατέστη κυρία ενός οικοπέδου... κειμένου στη συμβολή των οδών ...... του Δήμου Αθηναίων... Από 8-11-1994 έως 30-6-2000 η περιοχή στην οποία βρίσκεται το ως άνω οικόπεδο τελούσε υπό καθεστώς αναστολής έκδοσης οικοδομικών αδειών... Το Μάιο 2006, ενόψει του ότι δεν είχε εκδοθεί άλλη απόφαση αναστολής χορήγησης οικοδομικών αδειών στην ως άνω περιοχή, η εναγομένη απευθύνθηκε στην πρώτη υποκαθιστάμενη [σημ: από το ενάγον και εδώ αναιρεσείον] "...." προκειμένου να κατασκευάσει στο προαναφερόμενο οικόπεδό της τετραώροφη οικοδομή γραφείων... Οι νόμιμοι εκπρόσωποι της εναγομένης συζήτησαν για το έργο με το μελετητή της πρώτης υποκαθιστάμενης αρχιτέκτονα μηχανικό Μ. Τ., ωστόσο γνώριζαν ότι συμβάλλονται με την τελευταία... Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο Μ. Τ. προχώρησε άμεσα στην εκπόνηση των απαραίτητων μελετών για την κατάθεση αίτησης έκδοσης οικοδομικής άδειας (τοπογραφικό, αρχιτεκτονική μελέτη, μελέτη παθητικής πυροπροστασίας) και τον Ιούλιο του έτους 2006 απέστειλε την αρχιτεκτονική μελέτη στην εναγομένη, η οποία την ενέκρινε. Η ύπαρξη συγκεκριμένης συμφωνίας των μερών όσον αφορά την αμοιβή για τις υπό εκπόνηση μελέτες δεν αποδείχθηκε ούτε γίνεται επίκληση τέτοιας συμφωνίας από τα διάδικα μέρη. Την 7-8-2006, ενόψει της κατάθεσης της αίτησης για έκδοση οικοδομικής άδειας, η νόμιμη εκπρόσωπος της εναγομένης υπέγραψε τη δήλωση αναθέσεων των επιμέρους μελετών του έργου. Σύμφωνα με τη δήλωση αυτή η εναγομένη ανέθεσε στην πρώτη υποκαθιστάμενη τη γενική μελέτη του έργου, τη στατική μελέτη, τη μελέτη θερμομόνωσης, τη μελέτη υδραυλικών εγκαταστάσεων και τη μελέτη εγκατάστασης πυροπροστασίας και στο δεύτερο υποκαθιστάμενο ηλεκτρολόγο μηχανικό Π. Λ. ανέθεσε τη μελέτη ηλεκτρικών εγκαταστάσεων, τη μελέτη εγκατάστασης ανυψωτικών συστημάτων και τη μελέτη εγκατάστασης κλιματισμού. Την ίδια ημέρα η εναγομένη παρέδωσε στην πρώτη υποκαθιστάμενη την... επιταγή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος εις διαταγή της "....", ποσού 11.900 ευρώ, με ημερομηνία έκδοσης 8-8-2006, ως προκαταβολή της αμοιβής της. Την 8-8-2006 η εν λόγω προκαταβολή (αμοιβή 10.000 ευρώ + 1.900 ευρώ Φ.Π.Α.) κατατέθηκε στο σχετικό λογαριασμό του ΤΕΕ στην ως άνω τράπεζα για τις αμοιβές μελετητών, εκδοθέντος του... ... διπλότυπου είσπραξης. Την 30-8-2006 κατατέθηκε τελικά στην Πολεοδομία Δήμου Αθηναίων η... αίτηση της εναγομένης για τη χορήγηση άδειας κατασκευής νέας τετραώροφης οικοδομής γραφείων με ισόγειο και πατάρι, καταστήματα, τέσσερα υπόγεια και δώμα, την οποία συνόδευαν τοπογραφικό διάγραμμα, αρχιτεκτονική μελέτη και μελέτη πυροπροστασίας (όλες εκπονηθείσες από την πρώτη υποκαθιστάμενη δια του Μ. Τ.), καθώς και το ως άνω διπλότυπο της ΕΤΕ για την προκαταβολή μέρους της αμοιβής. Στο τελευταίο φύλλο της αίτησης (Έλεγχος Μελέτης) αναφέρεται ότι κατά την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης (30-8-2006) ελέγχθηκε και εγκρίθηκε το τοπογραφικό διάγραμμα ως προς τους όρους δόμησης και την 4-9-2006 επανελέγχθηκε και εγκρίθηκε εκ νέου, παρά την ύπαρξη χειρόγραφου ερωτήματος για την ισχύ ή όχι απόφασης αναστολής έκδοσης αδειών στο ακίνητο. Την 15-9-2006 ελέγχθηκε από την πολεοδομία η τεχνική έκθεση της αρχιτεκτονικής μελέτης, το τοπογραφικό και διάγραμμα εκσκαφών, την 4-10-2006 ελέγχθηκαν οι κατόψεις και τομές και 24-10-2006 εγκρίθηκε η αρχιτεκτονική μελέτη ως προς τις όψεις. Επί πλέον την 1-11-2006 ελέγχθηκε από την πολεοδομία η μελέτη παθητικής πυροπροστασίας και την 15-12-2006 εγκρίθηκε αυτή από την Πυροσβεστική Υπηρεσία. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι έως 19-12-2006 είχε κατατεθεί στην πολεοδομία από τους ως άνω υποκαθιστάμενους το σύνολο των μελετών που είχαν αναλάβει και έτσι είχε παραδοθεί στην εναγομένη πλήρως αποπερατωθέν το έργο που τους ανέθεσε... Εξάλλου αποδείχθηκε ότι, εφόσον έως τις 19-12-2006 είχαν ολοκληρωθεί οι έλεγχοι των απαραίτητων μελετών, απέμενε για την ολοκλήρωση του φακέλου η προσκόμιση των σχετικών παραστατικών που αφορούσαν την καταβολή της νόμιμης αμοιβής των ανωτέρω μελών του ενάγοντος και των εισφορών και κρατήσεων υπέρ τρίτων (φορολογικών, ΙΚΑ, ΤΣΜΕΔΕ κ.λ.π.). Τα ανωτέρω υπολογίζονται βάσει του προϋπολογισμού του έργου (συμβατικού ή αναλυτικού), ο οποίος αναφέρεται στο οικείο φύλλο της αίτησης οικοδομικής άδειας. Υποβολή όμως προϋπολογισμού στην πολεοδομία δεν έγινε, οι σχετικές αμοιβές και εισφορές δεν υπολογίστηκαν και δεν καταβλήθηκαν, για το λόγο δε αυτό (μη καταβολή αμοιβών και εισφορών) την 30-10-2007 ο φάκελος με την αίτηση εκδόσεως οικοδομικής αδείας και τις μελέτες επεστράφη από την πολεοδομία στην εναγομένη. Στο μεταξύ και ενώ η διαδικασία κατάθεσης και ελέγχου των μελετών ήταν σε εξέλιξη, εκδόθηκε νέα απόφαση για αναστολή της έκδοσης οικοδομικών αδειών στο ακίνητο της εναγομένης... Την 20-5-2008 η πρώτη υποκαθιστάμενη ζήτησε για πρώτη φορά από το ενάγον να προσδιορίσει τη νόμιμη αμοιβή της για τις εκπονηθείσες μελέτες και την 5-11-2008 το ίδιο αίτημα απηύθυνε στο ΤΕΕ ο δεύτερος υποκαθιστάμενος. Οι ως άνω υποκαθιστάμενοι εκ του ενάγοντος, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, παρέδωσαν στην εναγομένη πλήρως αποπερατωθέν το έργο που τους ανέθεσε και δικαιούνται τη νόμιμη αμοιβή, δηλαδή την καθοριζόμενη από το π.δ. 696/1974 με βάση τον προϋπολογισμό του έργου και την κατηγορία κάθε μελέτης, αφού κατά τα προαναφερόμενα, δεν αποδείχθηκε σχετική συμφωνία των μερών... Όσον αφορά τον υπολογισμό της νόμιμης αμοιβής των υποκατάστατων μελών του ενάγοντος, τα μέρη δεν επικαλούνται ούτε αποδείχθηκε η ύπαρξη συμφωνίας ως προς τον τρόπο καθορισμού της, δηλαδή εάν η αμοιβή θα υπολογισθεί με βάση συμβατικό ή αναλυτικό προϋπολογισμό (αρθρ. 3 παρ. 6 π.δ. 696/1974) αφού πρόκειται για μελέτες κτιριακού έργου για το οποίο απαιτείται οικοδομική άδεια. Επομένως... θα πρέπει να αναζητηθεί η αληθής βούληση των μερών, σύμφωνα με τους γενικούς κανόνες που τίθενται από τα άρθρα 173 και 200 Α.Κ., οι οποίοι αφορούν την αναζήτηση κατά την ερμηνεία των δικαιοπραξιών της αληθινής βουλήσεως των συμβαλλομένων χωρίς προσήλωση στις λέξεις και την ερμηνεία των συμβάσεων όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη ως κριτήρια συμπεριφοράς επιβαλλόμενης στις συναλλαγές κατά την κρίση του χρηστού και εχέφρονος ανθρώπου, ο οποίος σταθμίζει τα συμφέροντα των μερών και ιδίως εκείνου την ιδιαίτερη προστασία του οποίου επιδιώκει ο ερμηνευόμενος όρος, τις συνθήκες υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων, τη φύση της συμβάσεως και προπαντός την αληθινή βούληση των δηλούντων... Με βάση τα ανωτέρω, εφόσον ουδέποτε υποβλήθηκε από τους μελετητές στην εργοδότρια εναγομένη συνολικός προϋπολογισμός εργασιών του έργου ή κατάλογος αμοιβών αυτών με βάση προϋπολογισμό εργασιών, ώστε να θεωρηθεί ότι αυτή ήταν η αληθινή βούλησή τους και εφόσον δεν επρόκειτο για κάποιο σύνθετο και ιδιαίτερο αρχιτεκτονικά, στατικά ή μηχανολογικά κτίριο αλλά για τετραώροφο κτίριο γραφείων, ήτοι για κτιριακό έργο του οποίου ο προϋπολογισμός υπολογίζεται συνήθως, με βάση τα συναλλακτικά ήθη, συμβατικά, το δικαστήριο κρίνει ότι η βούληση των μερών ήταν να υπολογιστεί η νόμιμη αμοιβή με βάση τον συνήθη - και κατά κανόνα χαμηλότερο - συμβατικό προϋπολογισμό του έργου, σύμφωνα με τις ισχύουσες τιμές μονάδος ανά επιφάνεια του κτιρίου, ο οποίος κατά την εναγομένη ανέρχεται στο ποσό των 58.869,75 ευρώ και όχι με τον επικαλούμενο στην αγωγή αναλυτικό προϋπολογισμό των εργασιών του έργου, ύψους 2.361.379,96 ευρώ. Επομένως, εφόσον δεν συμφωνήθηκε μεταξύ των συμβληθέντων, ήτοι της εναγομένης και των ως άνω μελετητών, ο υπολογισμός της αμοιβής των τελευταίων βάσει αναλυτικού προϋπολογισμού ούτε ανταποκρίνεται ο εν λόγω υπολογισμός στην αληθινή βούληση αυτών, σύμφωνα με τους γενικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., οι υποκαθιστάμενοι δεν δικαιούνται την αιτούμενη με βάση αναλυτικό προϋπολογισμό του έργου αμοιβή". Με βάση τα ανωτέρω το εφετείο απέρριψε κατ’ ουσία την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή του ως αβάσιμη κατ’ ουσία. Υπό τις εκτεθείσες παραδοχές το εφετείο προέβη σε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών - που αναιρετικώς ανέλεγκτα έκρινε αποδεδειγμένα - στις ρηθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του π.δ. 696/1974 όπως ισχύει και εκείνες των άρθρων 681 επ., 173, 200 Α.Κ. που εφάρμοσε, τις οποίες δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή. Διέλαβε δε στον υπαγωγικό συλλογισμό του επαρκείς, σαφείς, και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των νομικών αυτών κανόνων. Τούτο δε διότι οι διαλαμβανόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση σαφείς παραδοχές ότι: α) δεν έγινε επίκληση κατάρτισης ούτε αποδείχθηκε συμφωνία μεταξύ των μερών ως προς τον τρόπο καθορισμού της αμοιβής και ειδικότερα αν αυτή θα υπολογιστεί με βάση συμβατικό ή αναλυτικό προϋπολογισμό, β) δεν έγινε υποβολή στην πολεοδομία του αρχικού προϋπολογισμού που ν’ αναφέρεται στο οικείο φύλλο της αίτησης έκδοσης οικοδομικής άδειας, γ) δεν υποβλήθηκε από τους μελετητές στην εργοδότρια συνολικός προϋπολογισμός εργασιών του έργου ή κατάλογος αμοιβών αυτών με βάση προϋπολογισμό των εργασιών ως απαιτούμενο στοιχείο της μελέτης τους, καταφάσκουν την ύπαρξη κενού ως προς τον τρόπο υπολογισμού και την ανάγκη προσφυγής του δικαστηρίου, προς πλήρωση αυτού και προκειμένου να διαπιστωθεί η αληθής βούληση των συμβληθέντων, στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173, 200 Α.Κ., τους οποίους ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε για την εξεύρεση του εφαρμοστέου στη συγκεκριμένη περίπτωση τρόπου υπολογισμού της νόμιμης αμοιβής των υποκαθισταμένων από το αναιρεσείον για τις προκείμενες μελέτες κτιριακού έργου απαιτούντος την έκδοση οικοδομικής άδειας. Με βάση δε τις εκτεθείσες επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις παραδοχές κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμοστέος ήταν ο υπολογισμός της αμοιβής όχι με βάση τον αιτούμενο αρχικό αναλυτικό προϋπολογισμό αλλά με βάση το συμβατικό. Συνακόλουθα οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος αναιρετικοί λόγοι, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το εφετείο παραβίασε ευθέως τις ρηθείσες διατάξεις, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Ομοίως απορριπτέος ως αβάσιμος είναι ο πέμπτος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. Με τις λοιπές δε διαλαμβανόμενες στο λόγο αυτό αιτιάσεις και υπό την επίφαση της ίδιας εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττονται απαραδέκτως οι ανεπίδεκτες αναιρετικού ελέγχου ουσιαστικές παραδοχές του εφετείου. Εξ άλλου ο πρώτος λόγος της αίτησης, κατά το μέρος αυτού με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια με την αιτίαση ότι η αναφερόμενη σ’ αυτόν, για τον επί τη βάσει συμβατικού πρϋπολογισμού (βάσει τιμών επιφανείας του έργου), υπουργική απόφαση ΠΕΧΩΔΕ 81304/6083/6-12-1989 (περί καθορισμού των σχετικών τιμών) είναι μη νόμιμη "με συνέπεια να παρίσταται ως μη νόμιμος και ο με βάση την ως άνω ΥΑ υπολογισμός της αμοιβής..." είναι αβάσιμος και απορριπτέος ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως θεμελιούμενος. Και τούτο διότι το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν εφάρμοσε την εν λόγω υπουργική απόφαση, ώστε με βάση αυτή να αχθεί στον υπολογισμό και επιδίκαση αμοιβής με βάση το συμβατικό προϋπολογισμό, ελλείψει σχετικού επικουρικού αγωγικού αιτήματος. Η δε αναφορά σ’ αυτήν του ποσού των 58.869,75 ευρώ ετέθη πλεοναστικώς κατά την πορεία του δικανικού συλλογισμού προς άντληση επί πλέον επιχειρήματος υπέρ της παραδοχής του υπολογισμού της εν λόγω αμοιβής με βάση το συμβατικό προϋπολογισμό και δεν θεμελιώνει τον ρηθέντα αναιρετικό λόγο.

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα με την έννοια της πιο πάνω διάταξης είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης. Ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.Α.Π. 25/2003) αλλά και όταν τον αντιμετώπισε και τον απέρριψε στην ουσία με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.Α.Π. 11/1996). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια με την αιτίαση ότι το εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ασκούντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αγωγικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι ελλείψει συμφωνίας περί αμοιβής για τις εκπονηθείσες μελέτες του επιδίκου έργου, αξίωνε την καταβολή της νόμιμης αμοιβής των υπ’ αυτού υποκαθισταμένων, όπως αυτή προσδιορίζεται βάσει των διατάξεων του π.δ. 696/1974, επικαλούμενος ως βάση υπολογισμού τον αναλυτικό προϋπολογισμό του έργου συνταχθέντα από τους υποκαθιστάμενους ως στοιχείο της μελέτης τους. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι το εφετείο έλαβε υπόψη τον εν λόγω αγωγικό ισχυρισμό, τον οποίο απέρριψε κατ’ ουσία με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν.

Συνεπώς πρέπει ν’ απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17-3-2015 αίτηση για αναίρεση της 3164/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιανουαρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Απριλίου 2016.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ