Court rejects request to reopen case regarding debt offset by promissory note delivery.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to reopen the case to recover a sum of money previously paid via a promissory note. The appellant argued that delivering the note constituted an offset for the debt, but the court found no evidence of a mutual agreement to this effect. Consequently, the court allowed the appeal against the lower court's judgment but remanded the case for further examination while dismissing the procedural request to reopen proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 421 and 422 of the Civil Code; The delivery of a promissory note does not constitute offset of the underlying debt unless there is clear evidence of a mutual agreement between the parties that the note's delivery serves as payment in lieu of cash.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 279 / 2015 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 279/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ανδρέα Δουλγεράκη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, Νικολάου Λεοντή, Νικόλαο Πάσσο, Μιχαήλ Αυγουλέα, Χρήστο Βρυνιώτη και Γεώργιο Αναστασάκο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Της εδρεύουσας στην Αθήνα, ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία BRINK'S HERMES AVIATION SECURITY SERVICES ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ-ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ, και τον διακριτικό τίτλο BRINK'S AVIATION SEURITY SERVICES SA, που εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σταμάτη Τερεζάκη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις και το αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.
Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Φ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταμάτιο Μισκή, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-3-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:1157/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4328/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-10-2014 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Μιχαήλ Αυγουλέας, ανέγνωσε την από 9-2-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του 3ου των λόγων της κρινόμενης αίτησης, από τον αρ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης κατά τα αντίστοιχα κεφάλαιά της και την απόρριψη των, από τους αρ. 11γ και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, 1ου και 2ου λόγων της αίτησης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρ. 110§2 ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρ. 561 §2 ΚΠολΔ) είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, θα πρέπει δε, αν πρόκειται για ισχυρισμούς που δεν λήφθηκαν υπόψη, ενώ έπρεπε να ληφθούν, να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα.
Ειδικότερα αν προσβάλλεται για τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρo 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης, η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Από αυτό συνάγεται ότι, αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την εκκαλούμενη απόφαση του, απέρριψε την αγωγή ενόλω ή εν μέρει, κατά παραδοχή αυτοτελούς ισχυρισμού (ένστασης) του εναγομένου, τη δε απόφαση αυτή εκκαλεί ο ενάγων, η υπόθεση ή το σχετικό κεφάλαιο αυτής μεταβιβάζονται με την άσκηση της έφεσης στο Εφετείο, αδιαίρετα και ως σύνολο, τόσο δηλαδή ως προς την αγωγή ή το οικείο μέρος αυτής, όσο και ως προς την ένσταση και δεν υπάρχει ανάγκη να επαναφέρει την τελευταία και ο εναγόμενος, με τις προτάσεις του στο Εφετείο, κατά τους ορισμούς του άρθρου 240 ΚΠολΔ.
Στην αντίστροφη περίπτωση, αν δηλαδή η αγωγή έγινε δεκτή και απορρίφθηκε ένσταση του εναγομένου κατ' αυτής, ο τελευταίος εκκαλώντας την απορριπτική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, μπορεί να επαναφέρει στο Εφετείο την ένταση αυτή μόνο με λόγο έφεσης ή με πρόσθετο λόγο και όχι απλά με τις προτάσεις του.
Ο εκκαλών - εναγόμενος, όμως, μπορεί με τις προτάσεις του στο Εφετείο να προτείνει ενστάσεις όχι προς εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, αλλά προς απόρριψη της αγωγής μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης και τη διακράτηση της υποθέσεως από το Εφετείο, υπό την προϋπόθεση όμως ότι οι ενστάσεις αυτές είχαν προταθεί παραδεκτώς και στη πρωτόδικη δίκη, ή γεννήθηκαν μετά την τελευταία συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (οψιγενείς) ή συντρέχουν γι' αυτές οι προϋποθέσεις του άρθρου 269 ΚΠολΔ που επιτρέπουν τη βραδύτερη προβολή τους.
Κατά τη διάταξη δε, του άρθρου 240 ΚΠολΔ, για την επαναφορά ισχυρισμών που προβλήθηκαν στη πρωτόδικη δίκη, απαιτείται η επανυποβολή τους με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των πρωτόδικων προτάσεων που τους περιέχουν καθώς και η προσκομιδή σε επικυρωμένο αντίγραφο των τελευταίων και δεν αρκεί η ενσωμάτωση ολόκληρου του κειμένου των προτάσεων που είχαν υποβληθεί στο πρώτο βαθμό, στις προτάσεις για το Εφετείο με γενική αναφορά στις τελευταίες σε όλους αορίστως τους ισχυρισμούς που προβλήθηκαν πρωτοδίκως.
Επομένως δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο, αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή ή σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλαδή σε ισχυρισμό που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας και βέβαια το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει ούτε στα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης), ούτε στα νομικά επιχειρήματά τους, που σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου ή αποκρουόμενου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την ένδικη αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσίβλητος ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη, ήδη αναιρεσείουσα, να του καταβάλει, από τη μεταξύ τους σύμβαση εργασίας, που καταγγέλθηκε χωρίς να του καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση: 1)για διαφορά αποδοχών (με συνυπολογισμό του επιδόματος 5% για εποχούμενη περιπολία), για μη καταβληθέντα δώρα εορτών και επιδομάτων αδείας, διαφορών για απασχόληση κατά τη νύκτα και αργίες νυκτερινές, το ποσόν των 10.311,14 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, 2) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 14-12-2009 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του λόγω μη καταβολής της οφειλόμενης αποζημίωσης, και να υποχρεωθεί να του καταβάλει για μισθούς υπερημερίας για το διάστημα 14.12.2009 -31.3.2010 το ποσό των 4.725,83 ευρώ και το ποσό των 13.127,30 ΕΥΡΩ για μισθούς υπερημερίας για το διάστημα 1.4.2010 έως και Ιανουάριο του 2011, άλλως δε το ποσό των 224,62 ευρώ ως διαφορά της καταβληθείσας αποζημίωσης.
Το πρωτοβάθμιο, Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δέχτηκε ως εν μέρει κατ' ουσία βάσιμη την αγωγή και επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο: Α) το ποσό των 2836,4 ευρώ, για μη ληφθέντα επιδόματα των ετών 2005, 2006, 2007, 2008 και 2009, και Β) το ποσό των 1059,1 (807,1 +252,20) ευρώ, ως αποζημίωση για μη ληφθείσα άδεια 16 ημερών του 2008 και 14 ημερών του 2009.
Κατά της αποφάσεως αυτής οι διάδικου άσκησαν αντίθετες εφέσεις. Το Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία τις αντίθετες εφέσεις, επικυρώνοντας την πρωτοβάθμια απόφαση. Από την παραδεκτή όμως, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι η εναγομένη, ήδη αναιρεσείουσα-εργοδότρια του ενάγοντος, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά του πρωτοβάθμιου δικστηρίου ισχυρίστηκε ότι οι ένδικες απαιτήσεις του αντιδίκου της, μεταξύ των οποίων και εκείνες που επιδικάσθηκαν και φορούσαν τα επιδόματα αδείας των ετών 2005, 2006, 2008 και 2009 είχαν εξοφληθεί πλήρως, τον οποίο (ισχυρισμό) ανέπτυξε και με τις, επί της έδρας κατατεθείσες προτάσεις της με την παραδεκτή επίκληση και προσκομιδή σχετικών εγγράφων.
Με την έφεσή της δε, με λόγο αυτής (εφέσεως) προέβαλε τον ίδιο, ως άνω ισχυρισμό, όσο αφορά τα εν λόγω επιδόματα αδείας (των ετών 2005, 2006, 2008 και 2009), ενώ επικαλέσθηκε και προσκόμισε και τα έγγραφα που στήριζαν τη βασιμότητα του εν λόγω ισχυρισμού της. Το Εφετείο, όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, τον νόμιμα και παραδεκτά προβληθέντα ως άνω ισχυρισμό και αντίστοιχο λόγο εφέσεως, απέφυγε να ερευνήσει, καθόσον ουδέν διέλαβε περί αυτού στην απόφασή του.
Ενόψει αυτών, o 3ος λόγος της κρινόμενης αίτησης, συναφής από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της, για την ενότητα της εκτελέσεως, και για μη προσβαλλόμενα κεφάλαιά της, (το επιδικασθέν επίδομα αδείας του έτους 2007 και την αποζημίωση για μη ληφθείσα άδεια των ετών 2008 και 2009 ).
Περαιτέρω, ενόψει της αναιρετικής εμβέλειας του ως άνω λόγου καθίσταται περιττή η έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης, που αφορούν τα ίδια ως άνω κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης. Μετά απ' αυτά πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που την εξέδωσε, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (580 παρ. 3 ΚΠολΔ), και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, ως ηττώμενος διάδικος στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας (άρθρο 183 ΚΠολΔ).
2. Από τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την αναιρεθείσα απόφαση, αν δε αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης αυτής, ο Αρειος Πάγος, εφόσον υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.
Εξάλλου, η παράδοση τραπεζικής επιταγής, η οποία αποτελεί όργανο και όχι μέσο πληρωμής, δεν συνιστά καταβολή κατά την έννοια του άρθρου 416 ΑΚ, ούτε σε περίπτωση αμφιβολίας θεωρείται δόση ή υπόσχεση αντί καταβολής κατά τα άρθρα 419 και 421 ΑΚ, αλλά γίνεται χάριν καταβολής. Ο οφειλέτης, με την έκδοση της επιταγής ή την ανάληψη υποχρεώσεως απ` αυτήν, υπόσχεται στο δανειστή του (λήπτη), ότι θα εκπληρώσει την αρχική (βασική) του υποχρέωση με την εκπλήρωση νέας, με τη γένεση δηλαδή της ενοχής από επιταγή δημιουργείται μόνον εναλλακτικός τρόπος πληρωμής.
Έτσι, δεν επέρχεται απόσβεση της αρχικής υποχρέωσης, παρά μόνο με την πραγματική πληρωμή (είσπραξη) της επιταγής, είτε αυτή γίνεται με μετρητά, είτε με πίστωση του λογαριασμού του κομιστή της. Δεν αποκλείεται όμως η παράδοση της επιταγής να συνιστά υπόσχεση αντί καταβολής κατά τον ερμηνευτικό κανόνα του ανωτέρω άρθρου 421 ΑΚ, όταν εκδηλώνεται σαφής (ρητή ή σιωπηρή) περί τούτου βούληση των μερών, οπότε η απόσβεση της απαίτησης του δανειστή επέρχεται άμεσα ή από το μεταγενέστερο χρόνο που τα μέρη συμφώνησαν (λ.χ.
επί μεταχρονολογημένης επιταγής). Τη συμφωνία αυτή πρέπει να την επικαλείται και να την αποδεικνύει αυτός που προβάλλει απόσβεση (εξόφληση) της απαίτησης του δανειστή με την έκδοση ή οπισθογράφηση και παράδοση της επιταγής (ΑΠ 1701/1999, ΑΠ 883/2000, ΑΠ 1606/2000, 322/2000. 1825/2012). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τις προτάσεις της, που κατατέθηκαν στον αρμόδιο γραμματέα, όπως προκύπτει από τη βεβαίωση του τελευταίου, στις 27-1-2015, υπέβαλε παραδεκτώς αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την αναιρεθείσα απόφαση, ζητώντας να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να του αποδώσει το ποσό των 5039,5 ευρώ, που αφορά το κεφάλαιο, τους τόκους και τη δικαστική δαπάνη, που επιδίκασε η προσβαλλόμενη απόφαση, το οποίο (ποσό) η ίδια τoυ κατέβαλε εκουσίως, με την παράδοση ισόποσης επιταγής της τράπεζας ALFA BANK.
Η εν λόγω αίτηση είναι αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί. Τούτο διότι δεν αποδεικνύεται ότι η παράδοση της επιταγής από την αναιρεσείουσα στον αναιρεσίβλητο, συνιστά υπόσχεση αντί καταβολής και συνακόλουθα απόσβεση των απαιτήσεων του τελευταίου από την προσβαλλόμενη απόφαση. Τέτοια συμφωνία ουδόλως επικαλείται η αναιρεσείουσα.
Ούτε άλλωστε, τέτοια βούληση των διαδίκων (ρητή ή σιωπηρή) προκύπτει από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από την αναιρεσείουσα, με ημερομηνία 24-11-2014 έγγραφο, με το οποίο φέρεται η τελευταία να παραδίδει και ο αναιρεσίβλητος να παραλαμβάνει την επίμαχη επιταγή. Αντίθετα με ρητή δήλωση των διαδίκων που περιέχεται στο έγγραφο αυτό, κάτι τέτοιο αποκλείστηκε και συμφωνήθηκε ρητά ότι "με την παραλαβή της ως άνω επιταγής και υπό τον όρο της πληρωμής της, εξοφλείται πλήρως και ολοσχερώς η αξίωσή του αναιρεσίβλητου έναντι της αναιρεσείουσας".
Εξάλλου, η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται, ούτε και αποδεικνύεται από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά στοιχεία ότι έλαβε χώρα πληρωμή της επιταγής.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αρ. 4328/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
Παραπέμπει την υπόθεση προς εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.
Απορρίπτει την με τις από 27-1-2015 προτάσεις της αναιρεσείουσας υποβληθείσα αίτηση περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση. Επιβάλλει στον αναιρεσίβλητο τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας την οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων τριακοσίων (2300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Μαρτίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ