Supreme Court dismisses appeal on shareholder claims for unjust enrichment against bank after stock sale.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by shareholders against the National Bank of Greece regarding a stock sale. The court found the lower courts correctly ruled that the bank had no direct obligation to pay the shareholders the proceeds from the sale, as the debt was extinguished by the bank's collection from the new shareholder. Consequently, the claim for unjust enrichment was legally unfounded. The appeal was rejected, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 904 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: Shareholders cannot claim unjust enrichment from a bank regarding proceeds from a stock sale if the bank has already collected the debt from the new shareholder, rendering the claim legally unfounded.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 279 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 279/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 15 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Ι. Ν. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, 2. Ε. συζ. Ι. Ν., το γένος Θ. Μ., κατοίκου ..., 3. Α. Ν. του Ι., κατοίκου ομοίως, 4. Θ. Ν. του Ι., κατοίκου ομοίως, 5. Θ. συζ. Κ. Θ. το γένος Ι. Κ., κατοίκου ..., 6. Ν. Θ. του Κ., κατοίκου ομοίως, 7. Μ. Θ. του Κ., κατοίκου ... και 8. Ι. Θ. του Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κλεάνθη Ρούσσο.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Φραγκανδρέα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Αυγούστου 2001 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1153/2003 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 6927/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24 Ιουλίου 2007 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Σίδερης, ανέγνωσε την από 8 Οκτωβρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι). Κατά την έννοια του άρθρου 576 Κ.Πολ.Δ, εάν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. 3 και 4 ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου κατά τη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, εφόσον ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση.
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 10364/4.1.2010 έκθεση επιδόσεως του δικ. επιμελητού του Πρωτοδικείου Ζακύνθου, ακριβές αντίγραφο της από 12.11.2009 κλήσεως, μετά της πράξεως ορισμού δικασίμου για την εκδίκαση της αναιρέσεως και κλήσεως προς παράσταση, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον πρώτο των αναιρεσειόντων, για την ορισθείσα δικάσιμο της 10.5.2010, οπότε η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε αρχικώς για την 19.9.2011 και στη συνέχεια για την παρούσα δικάσιμο, μη απαιτουμένης νέας κλητεύσεως για την τελευταία αυτή δικάσιμο, αφού η αναγραφή στο πινάκιο επέχει θέση κλητεύσεως για τον πρώτο των αναιρεσειόντων, ο οποίος δεν εμφανίσθηκε κατά την μετά αναβολή συζήτηση της κρινόμενης αίτησης. Επομένως, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του πρώτου αναιρεσείοντος, σαν να ήταν και αυτός παρών.
ΙΙ). H νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοστεί ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., αν το δικαστήριο για την κρίση του ως προς το 'νόμω' βάσιμο της αγωγής είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί είτε αρκέστηκε σε λιγότερα. Η τυχόν δε παραπέρα ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής η αναγόμενη στην παράθεση στο δικόγραφο αυτής των περιστατικών τα οποία συγκεκριμενοποιούν την ασκούμενη αξίωση και το προβαλλόμενο αίτημα με βάση αυτό, ώστε αυτό να είναι ως λογικό επακόλουθο αυτών σαφές, ελέγχεται αντίστοιχα ως παράβαση με βάση τους από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 Κ.Πολ.Δ.
λόγους αναιρέσεως. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 904 εδ. 1 του Α.Κ., όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου, έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής βασική προϋπόθεση της απαίτησης από αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι η ύπαρξη άμεσης περιουσιακής μετακίνησης μεταξύ του πλουτισμού του λήπτη και της ζημίας άλλου, δηλαδή για να στηριχθεί αγωγή από αδικαιολόγητο πλουτισμό πρέπει να υφίσταται άμεση αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παροχής ή της ζημίας του ενάγοντος και του πλουτισμού του εναγομένου, η οποία δεν υφίσταται στην περίπτωση που παρεμβάλλεται και άλλη τρίτη περιουσία, υπό την έννοια ότι η περιουσιακή μετακίνηση πρέπει να πραγματοποιείται από την περιουσία του ζημιωθέντος στην περιουσία του πλουτίσαντος χωρίς την παρεμβολή τρίτου προσώπου, που να ενεργεί για δικό του λογαριασμό.
Έτσι δεν υφίσταται τέτοια αιτιώδης συνάφεια και επομένως αδικαιολόγητος πλουτισμός του εναγομένου, επί παροχής γενομένης από τον ενάγοντα σε εκτέλεση σύμβασης αυτού με τρίτο, που ανέλαβε την υποχρέωση καταβολής, για λογαριασμό του ενάγοντος, ξένου χρέους τετάρτου προσώπου. Από αυτά παρέπεται ότι, αν χρηματική παροχή του ενάγοντος, που έγινε σε εκτέλεση σύμβασης εντολής μεταξύ αυτού και τρίτου ενεργήσαντος για δικό του λογαριασμό, προκάλεσε απόσβεση οφειλής τετάρτου προσώπου προς το λήπτη της παροχής εναγόμενο, δικαιούχος να αναζητήσει τον πλουτισμό είναι μεν ο ενάγων που κατέβαλε ξένο χρέος (του τετάρτου προσώπου) χωρίς ο ίδιος να οφείλει στον εναγόμενο λήπτη, πλην αδικαιολόγητα πλουτίσας και υπόχρεος σε απόδοση του πλουτισμού είναι ο πραγματικός οφειλέτης τέταρτος που απαλλάχθηκε από το χρέος του και όχι ο εναγόμενος που εισέπραξε την απαίτηση, την οποία είχε και αποσβέστηκε με την είσπραξη (Α.Π 898/2003, Α.Π. 7/2004, Α.Π 1238/2005, 1627/2010).
Περαιτέρω η κατ' άρθρο 68 Κ.Πολ.Δ. νομιμοποίηση του διαδίκου όπως και το έννομο συμφέρον αποτελούν ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας και η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων αυτών ελέγχεται αναιρετικά με το λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ. (Α.Π. 8/2012 -ΟΛ-Α.Π 1780/2011, Α.Π. 1125/2011, Α.Π. 1125/2011 Α.Π 389/2010, Α.Π. 339/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε, κατά εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής, τα ακόλουθα: "Με όσα εκθέτουν οι ήδη εκκαλούντες στην ένδικη αγωγή τους δεν ευθύνονταν οι ίδιοι ως μέτοχοι της δανειολήπτριας ανώνυμης εταιρείας "ΑΚΤΗ ΖΑΚΥΝΘΟΥ Α.Τ.Ε." για την πληρωμή του χρέους της προς την δανείστρια Τράπεζα, διάδοχος της οποίας λόγω της συγχωνεύσεως μ' αυτήν κατέστη η εναγομένη.
Δεν αρκεί για τη γέννηση τέτοιας ευθύνης των το ότι η οφειλέτιδα ξενοδοχειακή εταιρεία είχε υπογράψει ως εκ τρίτου συμβαλλόμενη το από 14-12-1999 ιδιωτικό συμφωνητικό, όπως επανελήφθη την 21-12-1999 για την πώληση εκ μέρους των εναγόντων των ανωνύμων μετόχων της Α.Τ Ε. "ΑΚΤΗ ΖΑΚΥΝΘΟΥ", των οποίων ήταν κύριοι, νομείς και κάτοχοι, στην αγοράστρια εταιρεία "Λ.
ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑΙ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΑI ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΖΑΚΥΝΘΟΥ Α.Ε" αντί του αναφερόμενου τιμήματος. Δεν καταρτίσθηκε σύμβαση μεταξύ των εναγόντων και της εναγομένης ως διαδεχθείσης την αρχική δανείστρια Τράπεζα για αναδοχή στερητικώς ή σωρευτικώς από τους πρώτους του χρέους της οφειλέτιδας ξενοδοχειακής εταιρείας απέναντι στην Τράπεζα.
Από το ότι περαιτέρω, κατά την αγωγή, με την υπογραφή του ως άνω συμφωνητικού πωλήσεως των μετοχών τους η αγοράστρια των τίτλων εταιρεία "Λ. ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑΙ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΖΑΚΥΝΘΟΥ Α.Ε " ανέλαβε την υποχρέωση απέναντι στους ενάγοντες να καταβάλει μέρος του τιμήματος των μετοχών απευθείας στην τρίτη ήδη εφεσίβλητη εναγόμενη Τράπεζα, χωρίς να είναι δανείστρια των εναγόντων, ενδεχομένως καταρτίσθηκε σύμβαση υπέρ τρίτου, υπό την έννοια ότι η αγοράστρια των μετοχών εταιρεία υπεσχέθη να καταβάλει χρέος όχι των εναγόντων πωλητών των μετοχών, αλλά της δανειολήπτριας ξενοδοχειακής εταιρείας προς την εναγομένη ως διαδεχθείσα την αρχική δανείστρια Τράπεζα.
Η καταβολή δε από την αγοράστρια αυτών των μετοχών εταιρεία (ως υποσχεθείσα) μέρους του τιμήματος αγοράς των μετοχών, προκειμένου να πληρωθεί χρέος της οφειλέτριας ξενοδοχειακής εταιρείας προς την εναγομένη (ως τρίτη), θα επέφερε και την εξόφληση αντίστοιχου μέρους της οφειλής της ως άνω αγοράστριας προς τους ενάγοντες (ως δέκτες της υποσχέσεως) από την αγοραπωλησία των μετοχών.
Υπό την προϋπόθεση δε ότι η εναγομένη ως τρίτη από την άνω αναφερόμενη στην αγωγή σύμβαση μεταξύ των εναγόντων και της αγοράστριας των μετοχών αυτών εταιρείας θα αποκτούσε δικαίωμα να απαιτήσει την παροχή από την υποσχεθείσα αυτήν εταιρεία απευθείας κατά τη βούληση των συμβαλλομένων ή ανάλογα με την φύση και το σκοπό της συμβάσεως (ΑΚ 411), η εναγομένη Τράπεζα καθίστατο απ' ευθείας δανείστρια της υποσχεθείσης εταιρείας και διαδέχονταν τους ενάγοντες ως δέκτες της υποσχέσεως σε δικαίωμά των κατά της υποσχεθείσης.
Το δικαίωμα αυτό της εναγομένης να απαιτήσει απευθείας την υποσχεθείσα παροχή δεν διέρχονταν προηγουμένως από την περιουσία των εναγόντων, ώστε έπειτα μέσω αυτής να διαβιβασθεί στην περιουσία της εναγομένης ως τρίτης. Επομένως, ενστάσεις από την αιτία της υποσχέσεως που οδήγησε στην κατάρτιση της αναφερόμενης συμβάσεως υπέρ τρίτου, στα πλαίσια των ενστάσεων εξ' αυτής που δύνανται να προταθούν κατά του τρίτου από τον υποσχεθέντα (ΑΚ 414), ήταν δυνατό να προταθούν από την αγοράστρια των μετοχών εταιρεία κατά της εναγομένης.
Κατά τα λοιπά εξακολουθούσε να υπάρχει διαχωρισμός μεταξύ των τριών, ξεχωριστών η μια από την άλλη, διμερών σχέσεων που εμφανίζονταν σε εκείνη τη σύμβαση υπέρ τρίτου. Το υποκείμενο καθεμιάς των τριών αυτών σχέσεων είχε δυνατότητα να προβάλει κατά του άλλου μόνον ενστάσεις τις οποίες είχε ατομικώς κατ' εκείνου και δεν επιτρεπόταν να επικαλεσθεί, για να την προβάλει κατά του άλλου, ένσταση από τη σχέση του προς τον τρίτο ενδιαφερόμενο.
Τον ισχυρισμό ότι από το ποσό των δραχμών 1.800.000.000, που ανέλαβε η αγοράστρια των μετοχών εταιρεία την υποχρέωση και κατέβαλε στην εναγομένη, εισέπραξε η τελευταία αδικαιολόγητα και παράνομα το ποσό των δραχμών 1.457.445.408, προκειμένου να ικανοποιηθεί αξίωση αυτής για καταβολή τόκων προερχόμενων από παράνομο ανατοκισμό τόκων και τόκων υπολογισθέντων με επιτόκια ανώτερα του νομίμου ορίου, δηλαδή για απαίτηση παράνομη ως αντιτιθέμενη στις δημόσιας τάξεως διατάξεις των άρθρων 296 του ΑΚ, 111 του ΕισΝΑΚ και των ρυθμίσεων της υπ' αριθμόν 203/1987 Αποφάσεως της Νομισματικής Επιτροπής, όπως τροποποιήθηκαν, καθώς και των ρυθμίσεων της υπ' αριθμόν 2Θ 9/3 Ο-10-1980 Αποφάσεως της Νομισματικής Επιτροπής εδικαιούτο να προβάλει κατά της εναγομένης η οφειλέτρια ξενοδοχειακή εταιρεία που είχε δανειοδοτηθεί από την δικαιοπάροχο της εναγόμενης Τράπεζα από τις μεταξύ των σχέσεις από τις δανειακές συμβάσεις και εκείνη περί ενοποιήσεως και κεφαλαιοποιήσεως των οφειλών της από τα ληφθέντα δάνεια, εάν παρεβιάσθησαν από την δανείστρια Τράπεζα και την εναγομένη οι διατάξεις περί επιτοκίων τέτοιων δανείων και περί ανατοκισμού τόκων Οι ενάγοντες ως δέκτες της υποσχέσεως της αγοράστριας των μετοχών τους εταιρείας περί καταβολής δεν είχαν από τη σχέση τους με την τελευταία δικαίωμα να προβάλουν τέτοιο ισχυρισμό σε βάρος της εναγομένης.
Με το συμφωνητικό που αναφέρουν οι ενάγοντες ότι επώλησαν στην ως άνω αγοράστρια εταιρεία τις μετοχές των και το οποίο συνυπέγραψε η σφειλέτρια της εναγομένης δανειολήπτρια εταιρεία δεν καταρτίσθηκε και άλλη παράλληλη σύμβαση υπέρ τρίτου με υποσχεθέντες την καταβολή του ως άνω ποσού των δραχμών 1.800.000.000 τους ενάγοντες, δέκτη της υποσχέσεως την ως άνω δανειολήπτρια εταιρεία "ΑΚΤΗ ΖΑΚΥΝΘΟΥ Α.Τ.Ε." και τρίτη, στην οποία θα γινόταν η καταβολή από τους ενάγοντες, την εναγομένη.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και του ότι δεν προκύπτει αναδοχή του χρέους της δανειολήπτριας εταιρείας, της οποίας ήταν μέτοχοι, έναντι της εναγομένης ως δανείστριας δεν δικαιούνταν ατομικώς οι ενάγοντες να ισχυρισθούν ότι χωρίς νόμιμη αιτία ή παρανόμως μετακινήθηκε στην περιουσία της τελευταίας όφελος από αναληφθείσα εκ μέρους των να γίνει παροχή προς εκείνη.
Κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, στη συμφωνία που καταρτίσθηκε μεταξύ των εναγόντων και της αγοράστριας των μετοχών τους εταιρείας περιλαμβανόταν ρήτρα κατά την οποία, αν η αγοράστρια και η οφειλέτρια της εναγομένης εταιρεία "ΑΚΤΗ ΖΑΚΥΝΘΟΥ Α.Ε " επιδίωκαν μείωση του ζητούμενου από την εναγομένη ποσού των δραχμών 1800000.000 είτε με βάση τη νομοθετική ρύθμιση που τυχόν θα ίσχυε κατά το χρόνο της καταβολής του είτε με αναζήτηση δικαστικώς ως αχρεωστήτως καταβληθέντος του ποσού που θα καταβάλλονταν στην εναγομένη επί πλέον ταυ ύψους της πραγματικής προς αυτή οφειλής της δανειολήπτριας εταιρείας, το ποσό κατά το οποίο θα μειωνόταν το αξιούμενο ή το καταβλητέο προς αντίδικο Τράπεζα ποσό θα προσαύξανε το καταβλητέο στους εναγόντες τίμημα για την πώληση των μετοχών τους Από την αναφερόμενη συμβατική ρύθμιση επιβεβαιώνεται μόνον το δικαίωμα της αγοράστριας των μετοχών εταιρείας και της δανειολήπτριας ξενοδοχειακής εταιρείας μετά την πώληση των μετοχών των εναγόντων στην ως άνω εταιρεία "Λ.
ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑΙ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΖΑΚΥΝΘΟΥ", αν θελήσουν, να αναζητήσουν από την εναγομένη τη διαφορά μεταξύ του πράγματι οφειλόμενου και του καταβλητέου στην εναγομένη ποσού των δραχμών 1.800.000000 σε περίπτωση μειώσεως του ποσού αυτού. Δεν δημιουργούσε υποχρέωση της εναγομένης να επιστρέφει στους ενάγοντες όποιο ποσό θεωρούν αυτοί ότι αδικαιολόγητα εισέπραξε από την αγοράστρια των μετοχών εταιρεία πέραν του πράγματι οφειλόμενου σ' αυτήν από τη δανειολήπτρια εταιρεία το ότι συμφώνησαν οι ενάγοντες με την αγοράστρια εταιρεία να αποδοθεί σ' αυτούς κάποιο ποσό από αυτό που καταβλήθηκε από την τελευταία στην εναγομένη σε περίπτωση επιτεύξεως μειώσεως του είτε βάσει νομοθετικής ρυθμίσεως είτε κατόπιν ασκήσεως αγωγής εκ μέρους της αγοράστριας των μετοχών εταιρείας ή εκ μέρους της δανειολήπτριας εταιρείας κατά της εναγομένης και επιτυχούς εκβάσεως της επ' αυτής δίκης.
Από την ως άνω περιληφθείσα στη σύμβαση πωλήσεως των μετοχών τους ρήτρα επιστροφής στους ενάγοντες ποσού από αυτό κατά το οποίο θα ζητούσαν είτε η αγοράστρια των μετοχών εταιρεία είτε η δανειολήπτρια εταιρεία να μειωθεί το αιτούμενο ποσό από την εναγομένη και καταβληθέν για το χρέος της δανειολήπτριας ξενοδοχειακής εταιρείας ποσό δεν δεσμεύονταν η μη συμβληθείσα εναγόμενη.
Είναι αδιάφορο για την τελευταία αν ζημιώνονταν οι ενάγοντες από τη μη επιδίωξη εκ μέρους της αγοράστριας των μετοχών τους εταιρείας ή εκ μέρους της σφειλέτριας της εναγόμενης ξενοδοχειακής εταιρείας δικαστικώς της αναζητήσεως της αποδόσεως της διαφοράς μεταξύ ταυ αιτηθέντος και καταβληθέντος για το χρέος της δανειολήπτριας εταιρείας ποσού και εκείνου που πράγματι οφειλόταν.
Εξάλλου, όπως επισημάνθηκε παραπάνω, πρέπει να υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του πλουτισμού και της περιουσιακής μετακίνησης ή ζημίας του τρίτου στις από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό απαιτήσεις ανεξάρτητα από τη μορφή τους και από το αν πήγαζαν από ή χωρίς παροχή και ως αιτιώδης συνάφεια εννοείται ότι η ωφέλεια του πλουτήσαντος δεν αρκεί να είναι αντανακλαστικό ή τυχαίο επακόλουθο, αλλά απαιτείται να είναι άμεση συνέπεια της παροχής ή της επέμβασης στην περιουσία του ζημιωθέντος.
Στην ενοχική σχέση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό στα πλαίσια μιας περιουσιακής μετακίνησης, στην οποία παρεμβάλλεται τρίτο πρόσωπο, το πρόσωπα του ζημιωθέντος και του πλουτήσαντος δεν ταυτίζονται πάντοτε με εκείνα του καταβάλοντος και του αποκτήσαντος το συγκεκριμένο πλουτισμό, δηλαδή με τους άμεσα συναλλασσόμενους.
Υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή, η αγοραπωλησία των ως άνω μετοχών μεταξύ των εναγόντων και της αντισυμβαλλόμενης των αγοράστριας των μετοχών εταιρείας, που δεν είναι διάδικος στην επ' αυτής δίκη, αποτελούσε τη σχέση καλύψεως που περιελάμβανε και την υπόδειξη αυτών προς την αντισυμβαλλόμενη των αγοράστρια εταιρεία να καταβάλει μέρος του τμήματος αγοράς των μετοχών απευθείας στην εναγομένη, για ακυρότητα ή ακυρωσία της οποίας δεν προβάλλεται κάποια αιτίαση.
Όσα αναφέρουν οι ενάγοντες για ακυρότητα της σχέσεως τρίτου και αποκτώντος ως σχέσεως αξίας ανάγονται στην οφειλή μεταξύ της δανειολήπτριας ξενοδοχειακής εταιρείας, για εξόφληση οφειλών της οποίας προς τη δανείστρια Τράπεζα υπέδειξαν οι ενάγοντες και δόθηκε από την αγοράστρια των μετοχών τους εταιρεία το ποσό των 1.800.000000 δραχμών στην εναγόμενη ως διαδεχθείσα τη δανείστρια Τράπεζα και εντοπίζουν την ακυρότητα στην είσπραξη της διαφοράς μεταξύ του οφειλόμενου πράγματι και του καταβληθέντος ποσού λόγω παρανόμων τόκων.
Σ' αυτή την περίπτωση, την ωφέλεια από την απόσβεση της οφειλής έναντι της λήπτριας της παροχής εναγομένης θα μπορούσαν να αξιώσουν οι ενάγοντες που απώλεσαν την αξίωση των κατά της αγοράστριας των μετοχών εταιρείας κατά το ποσό που καθ' υπόδειξη των καταβλήθηκε από την τελευταία στην εναγομένη και το οποίο αναφέρουν ότι άλλως θα ελάμβαναν οι ίδιοι ως τίμημα για την πώληση των μετοχών τους από την οφειλέτιδα δανειολήπτρια εταιρεία, που απαλλάχθηκε από την κατά τον τρόπο αυτό καταβολή του ποσού των δραχμών 1.800.000.000 από το χρέος αυτής προς την εναγόμενη υπό προϋποθέσεις.
Οι προϋποθέσεις όμως αυτές δεν συνέτρεχαν με βάση όσα εκτίθενται στην αγωγή. Για το χρέος της δανειολήπτριας ξενοδοχειακής εταιρείας από οφειλές από δάνεια που είχε λάβει από τη δικαιοπάροχο της εναγόμενης Τράπεζας, όπως είχαν ενοποιηθεί, είχε κοινοποιηθεί από τη δανείστρια Τράπεζα στην ως άνω ξενοδοχειακή εταιρεία, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, η από 2-1-1997 τις διατάξεις του Ν.Δ.
της 17-7/13-8-1923 επιταγή με την οποία εζητείτο να καταβάλει η οφειλέτρια εταιρεία στην ως άνω Τράπεζα το ποσό των δραχμών 2 924.117. 623 και στις 27-1-1997 ενεγράφη η ως άνω επιταγή, που επείχε θέση κατασχέσεως κατά το άρθρο 57 παρ 3 εδ. α' καί β' του ως άνω νομοθετικού διατάγματος, στα Βιβλία Κατασχέσεων του Υποθηκοφυλακείου Ζακύνθου σε σχέση με το κατασχεθέν ακίνητο με το επ' αυτού τουριστικό συγκρότημα της οφειλέτριας εταιρείας στην θέση "Λίμνη Μακρά" ή "Λαζανά" ή "Λούρου" στην περιφέρεια της Κοινότητας Καλαμακίου Ζακύνθου.
Για το χρέος αυτό της δανειολήπτριας ξενοδοχειακής εταιρείας δεν είχε εκδοθεί δικαστική απόφαση που να ακυρώνει την ως άνω επιταγή ή το κατ' εντολή της εναγομένης εκδοθέν την 1η 9-1999 από την επί του πλειστηριασμού υπάλληλο πρόγραμμα δημοσίου αναγκαστικού πλειστηριασμού για λόγους που ανάγονται στην ύπαρξη και το ύψος της απαιτήσεως της δανείστριας Τράπεζας ή της εναγομένης ως διαδόχου αυτής που επέσπευδε την αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος του κατασχεθέντος ακινήτου της οφειλέτριας ξενοδοχειακής εταιρείας ούτε είχε εκδοθεί δικαστική απόφαση που να εκκαθαρίζει την απαίτηση της εναγομένης ως προς το οφειλόμενο κεφάλαιο, τους τόκους και τα έξοδα από την οφειλέτρια εταιρεία μέχρι τότε που έγινε η πώληση και μεταβίβαση των μετοχών της εταιρείας αυτής από τους ενάγοντες ως κυρίους και κατόχους αυτών προς την αγοράστρια των μετοχών μη διάδικο εταιρεία που ανέλαβε την υποχρέωση και κατέβαλε στην εναγόμενη το ποσό των δραχμών 1.800000000.
Κατόπιν αυτών και του ότι δεν είχαν αναλάβει οι ενάγοντες έναντι της εναγομένης την υποχρέωση να της καταβάλουν το εν λόγω ποσό δεν νοείται ζημία αυτών λόγω απώλειας της αξιώσεως των έναντι της αγοράστριας των μετοχών τους εταιρείας να λάβουν το μέρος του ανταλλάγματος για την πώληση των που υπέδειξαν σ' αυτή να καταβληθεί στην εναγομένη, της οποίας με την αναφερόμενη είσπραξη του ποσού αυτού από την αγοράστρια των μετοχών αποσβέσθηκε η απαίτηση που είχε κατά της δανειολήπτριας εταιρείας.
Υπό τα αναφερόμενα στην ένδικη αγωγή περιστατικά, δεν νομιμοποιούνταν ενεργητικώς να ζητήσουν να αναγνωρισθεί ότι όφειλε σ' αυτούς απευθείας η εναγομένη κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις το ποσό που εισέπραξε αυτή από την αγοράστρια των μετοχών τους επί πλέον εκείνου που νομίμως, κατά τους ισχυρισμούς των, οφειλόταν από την δανειολήπτρια εταιρεία, της οποίας ήταν αυτοί μέτοχοι, ως ωφέλεια που εισπράχθηκε από την εναγομένη παράνομα και χωρίς νόμιμη αιτία με αντίστοιχη ζημία των και από το λόγο αυτό η αγωγή ήταν νομικά αβάσιμη Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη για έλλειψη θετικής διαδικαστικής προϋποθέσεως σε σχέση με την εξουσία των εναγόντων να διεξάγουν την δίκη ως φορείς του επικαλουμένου δικαιώματος εναντίον της εναγομένης δεν έσφαλε κατ' αποτέλεσμα ...".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του ορθώς ερμήνευσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 904 το Α.Κ. και επομένως, οι περί του αντιθέτου, από το άρθρο 559 αριθ. 1, και όχι 8, του ΚΠολΔ δεύτερος, τρίτος, κατά το δεύτερο σκέλος και τέταρτος, λόγοι αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι. Προκειμένης δε νομικής αιτιολογίας οι πρώτος και τρίτος, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγοι της αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση, η από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
πλημμέλεια, λόγω παραβιάσεως την ερμηνευτικών των δικαιοπραξιών κανόνων των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., ως και η από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι προεχόντως απορριπτέοι ως απαράδεκτοι. Οι λοιπές διάσπαρτα περιεχόμενες στην αίτηση αιτιάσεις των αναιρεσειόντων για εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων περί συμβάσεως υπέρ τρίτου και αναδοχής χρέους είναι απορριπτέες, ως αλυσιτελείς, διότι πλήσσουν νομική αιτιολογία της αποφάσεως που εκφέρεται εκ περισσού.
Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24.7.2007 αίτηση των Ν. Ι. κ.λ.π., για την αναίρεση της 6927/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών . Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Νοεμβρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Φεβρουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ