279/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22 Μαρτίου 1996 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων η οποία κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6602/1997 μη οριστική, 5294/2002 εν μέρει οριστική, 1867/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 4918/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24 Νοεμβρίου 2009 αίτησή τους, ως και του από 2 Δεκεμβρίου 2010 δικογράφου, προσθέτων λόγων.
Legislator headnote
AI generated279/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
Full text
Απόφαση 279 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 279/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 10 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Δ. Κ. Κ., 2.Μ. Δ. Κ., 3.Ι. Δ. Κ., κατοίκων ..., 4.Ε. Μ. Π. και 5. Α. συζ. Ε. Π., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Αντιπαριώτη.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "MERSER Ν.Η. Μ. Ανώνυμη Επισκευαστική, Τουριστική - Εμπορική Τεχνική Εταιρία", (πρώην "Κέντρο Τεχνικής και Εμπορικής Εξυπηρετήσεως Αυτοκινήτων Α.Ε"), που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Κωτσοβίλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22 Μαρτίου 1996 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων η οποία κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6602/1997 μη οριστική, 5294/2002 εν μέρει οριστική, 1867/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 4918/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24 Νοεμβρίου 2009 αίτησή τους, ως και του από 2 Δεκεμβρίου 2010 δικογράφου, προσθέτων λόγων.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Φούκας ανέγνωσε την από 26 Δεκεμβρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί αμφότεροι οι λόγοι της αιτήσεως, ο πρώτος, ο δεύτερος και ο τρίτος, κατά το υπό στοιχείο 1. α' μέρος του, λόγοι αναιρέσεως του δικογράφου των προσθέτων λόγων και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι του δικογράφου αυτού.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 341 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε μέχρι την 28η Μαΐου 1993, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες τα πολυμελή δικαστήρια δεν εκδίδουν αμέσως οριστική απόφαση, τα δικαστήρια αυτά εκδίδουν πράξη, με την οποία τάσσουν αποδείξεις. Η ανωτέρω πράξη, η οποία δεν περιέχει αιτιολογία ούτε οριστικές διατάξεις και περιλαμβάνει τα στις προηγούμενες διατάξεις αναφερόμενα στοιχεία, ορίζει και το θέμα αποδείξεως, το οποίο πρέπει να διαλαμβάνει τους ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, οι οποίοι αμφισβητούνται και δεν έχουν εισέτι αποδειχθεί.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 22 του Ν. 2915/2001, ο οποίος (νόμος) κατήργησε, μεταξύ άλλων, και τις διατάξεις των άρθρων 341 έως 345 ΚΠολΔ, αι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και στις εκκρεμείς υποθέσεις των οποίων η πρώτη συζήτηση έχει προσδιορισθεί να γίνει μετά την έναρξη της ισχύος των σχετικών διατάξεων, ενώ στις υποθέσεις, των οποίων η πρώτη συζήτηση έχει προσδιορισθεί να γίνει στο χρονικό διάστημα μεταξύ δημοσίευσης και έναρξης ισχύος του αντιστοίχου κεφαλαίου, καθώς και στις λοιπές, εκκρεμείς, κατά την έναρξη ισχύος του κεφαλαίου τούτου, δίκες, εφαρμόζονται οι διατάξεις που ίσχυαν μέχρι την ισχύ του παραπάνω νόμου.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε μέχρι την τροποποίηση του με τον ανωτέρω Ν. 2915/2001 (αρθρ. 17 παρ. 2, σε συνδ. με το άρθρο 15 του Ν. 2943/2001), ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθή χωρίς απόδειξη.
Αυτό συμβαίνει και όταν λαμβάνει υπόψη προσκομισθείσες αποδείξεις, καίτοι δεν συντρέχει περίπτωση επιτρεπτής λήψεως υπόψη αυτών (αποδείξεων), χωρίς προηγουμένη απόφαση ή πράξη αποδείξεων. Η παράβαση αυτή συντελείται και όταν, κατά την τακτική διαδικασία, αμφισβητείται η γνησιότητα ιδιωτικού εγγράφου, οπότε, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 457, 336 παρ. 3, 339, 340 και 395 ΚΠολΔ, δεν είναι δυνατή η χρησιμοποίηση αυτού χωρίς διάταξη σχετικής αποδείξεως, ούτε προς άμεση απόδειξη ούτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον προϋπόθεση τούτου είναι το βέβαιο και αναμφισβήτητο του γεγονότος, το οποίο αποτελεί τη βάση του τεκμηρίου (ΑΠ 72/2008, 1739/2007).
Το βάρος αποδείξεως της γνησιότητας του εγγράφου έχει ο διάδικος που προσκομίζει και επικαλείται αυτό, σύμφωνα με το άρθρο 338 ΚΠολΔ (ΑΠ 1616/2001). Περαιτέρω, ο εκ του άρθρου 559 αρ.11α' ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Με τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της αρχής της συζητήσεως (άρ.106), διασφαλίζεται η συμμόρφωση προς τα άρθρα 335, 338, 339, 340, 341 και 346 ΚΠολΔ, ώστε να λαμβάνονται υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι και μόνον αυτά (ΑΠ 332/1987).
Έτσι, αν το δικαστήριο, στην περίπτωση κατά την οποία αμφισβητηθεί η γνησιότητα ιδιωτικού εγγράφου, χωρίς προηγουμένως να εξετάσει κατά νόμο την άρνηση της γνησιότητάς του, λάβει υπόψη του το έγγραφο αυτό, τότε υποπίπτει στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.11α' ΚΠολΔ, αφού εκτιμά έγγραφο πριν διαπιστώσει αν εμπίπτει στα επιτρεπόμενα ή μη επιτρεπόμενα από το νόμο αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 72/2008, ΑΠ 655/2003).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτουν τα εξής: Οι ήδη αναιρεσείοντες άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 22-3-1996 αγωγή κατά της ήδη αναιρεσίβλητης, με την οποία ζήτησαν να αναγνωρισθεί η ακυρότητα των από 27-6-1995 και 5-7-1995 αποφάσεων της έκτακτης γενικής συνελεύσεως των μετόχων αυτής.
Η εναγομένη, προς αντίκρουση της αγωγής, επικαλέσθηκε και προσκόμισε, πλην άλλων, και το από 7-6-1995 πρακτικό της γενικής συνελεύσεως των μετόχων της εναγομένης ανώνυμης εταιρίας. Οι ενάγοντες αρνήθηκαν νομίμως, με την προσθήκη των προτάσεων, της πρώτης συζητήσεως, την ύπαρξη, το περιεχόμενο και τη γνησιότητα του πρακτικού αυτού.
Τον ισχυρισμό αυτόν επανέφεραν και στο Εφετείο με τους δύο πρώτους λόγους της εφέσεώς τους κατά της οριστικής αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Το Εφετείο έλαβε υπόψη το πρακτικό αυτό για να σχηματίσει το αποδεικτικό πόρισμά του χωρίς να έχουν διαταχθεί αποδείξεις, εις βάρος της εναγομένης, για την αμφισβητηθείσα γνησιότητα αυτού και έτσι υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.10 και 11α ΚΠολΔ.
Συνεπώς αμφότεροι οι λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως, καθώς και οι δύο πρώτοι και ο τρίτος, κατά το υπό στοιχείο 1α μέρος του, λόγοι του δικογράφου των προσθέτων, είναι βάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, κατά παραδοχή των λόγων αυτών αναιρέσεως, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών, και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, πλην εκείνων που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ). Η αναιρεσίβλητη πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμό 4918/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην εκείνων που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 1 Φεβρουαρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Φεβρουαρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ