279/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated279/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 576 § 2, 568 § 1 και 498 § 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο Άρειος Πάγος οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως αν κλήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως ο μη εμφανισθείς αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και σε καταφατική περίπτωση να προχωρήσει στη συζήτηση παρά την απουσία του.
Full text
Απόφαση 279 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 279/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη και Κωνσταντίνο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των καλούντων - αναιρεσειόντων: 1..., 2. ...και 3. ..., οι οποίο εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Γεωργιάδη.
Του καθού η κλήση - αναιρεσιβλήτου: ... ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-12-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου - καθού η κλήση, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Νάξου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10/2002 μη οριστική, 8/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 20/2008 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 21-4-2008 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 1661/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρουν προς συζήτηση οι καλούντες με την από 2-7-2009 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι καλούντες, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας ανέγνωσε την από 6-5-2009 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου, Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Μίμη Γραμματικούδη, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων-καλούντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 576 § 2, 568 § 1 και 498 § 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο Άρειος Πάγος οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως αν κλήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως ο μη εμφανισθείς αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και σε καταφατική περίπτωση να προχωρήσει στη συζήτηση παρά την απουσία του.
Στην προκείμενη περίπτωση από τις προσκομιζόμενες από τους αναιρεσείοντες υπ' αριθ. ... και ... εκθέσεις επιδόσεως του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., με τις παραπόδας αυτών από 16-7-2008 και 20-10-2009 αντίστοιχες αποδείξεις παράδοσης αντιγράφου του θυροκολληθέντος εγγράφου στα χέρια του αρμόδιου αξιωματικού υπηρεσίας, και τις από 17-7-2008 και από 20-10-2009 αντίστοιχες βεβαιώσεις του εν λόγω δικαστικού επιμελητή περί ταχυδρομικής αποστολής αντιγράφου του θυροκολληθέντος εγγράφου, αποδεικνύεται ότι επίσημο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, καθώς και της από 2-7-2009 κλήσης, με τις επ' αυτής (κλήσης) πράξεις κατάθεσης και ορισμού δικασίμου για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης και με κλήση για εμφάνιση κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, μετά από έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσειόντων, που επισπεύδουν τη συζήτηση, προς τον αναιρεσίβλητο, σύμφωνα με το άρθρο 128 παρ.1 και 4 ΚΠολΔ.
Επομένως, αφού ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την παραπάνω αναφερόμενη δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε για συζήτηση με τη σειρά από το πινάκιο, ούτε έχει καταθέσει δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση σαν ήταν παρών (άρθρο 568 παρ.4, 576 παρ.2 ΚΠολΔ).
II.- Κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 522 ΚΠολΔ, που αποτελεί ειδική εκδήλωση των αρχών της ελεύθερης διάθεσης του αντικειμένου της δίκης και της συζήτησης, τις οποίες καθιερώνει το άρθρο 106 του ίδιου ως άνω Κώδικα, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά τα με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους καθοριζόμενα όρια, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 535 παρ. 1, όπως ίσχυε πριν την τροποποίηση της με το άρθρο 16 παρ.7 του ν. 2915/2001, και εφαρμόζεται στην προκείμενη υπόθεση, της οποίας ο χρόνος πρώτης συζήτησης ορίσθηκε για τις 18-4-2000, αν ο λόγος της έφεσης κριθεί βάσιμος, η απόφαση που προσβάλλεται εξαφανίζεται και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αν το πρωτοβάθμιο έχει αποφανθεί για την ουσία της υπόθεσης, κρατεί αυτό την υπόθεση και τη δικάζει κατ' ουσία.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι η εξουσία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου περιορίζεται στην έρευνα της υπόθεσης μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Αν, συνεπώς, η αγωγή απορριφθεί και ο ενάγων, που επιθυμεί την ανατροπή της πρωτοβάθμιας απόφασης και την εκ νέου έρευνα της αγωγής του, ασκήσει έφεση κατ' αυτής, το Εφετείο, στο οποίο μεταβιβάζεται η υπόθεση, δεν μπορεί να ερευνήσει, μετά την εξαφάνιση της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, κατά παραδοχή κάποιου λόγου έφεσης, άλλη υπόθεση από εκείνη που εισάγεται με την έφεση, άλλως, αν πράξει τούτο, υποπίπτει στην από το άρθρο 559 αριθ.8 περ.α' ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια της παρά το νόμο λήψης υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν ενώπιον αυτού νομίμως και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των κατωτέρω διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι, με την 8/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου απορρίφθηκε η από 10-12-1999 και με αριθ. εκθ. κατ. 7/15-2-2000 διεκδικητική ακινήτου αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου κατά των αναιρεσειόντων, η οποία ως θεμέλιο της είχε παράγωγο (πώληση) και πρωτότυπο (έκτακτη χρησικτησία) τρόπο κτήσης της κυριότητας του επιδίκου.
Το Εφετείο, στο οποίο μεταβιβάστηκε η υπόθεση, με την από 3-10-2005 έφεση του ενάγοντος, που ως αίτημα της είχε την εξαφάνιση της εκκληθείσας πρωτόδικης απόφασης και την παραδοχή της ανωτέρω ένδικης αγωγής, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, έκανε δεκτή την έφεση και εξαφάνισε την προσβαλλόμενη απόφαση, στη συνέχεια δε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 535 παρ.1 ΚΠολΔ, δίκασε, όχι την ένδικη αγωγή, αλλά την από 10-12-1999 και με αριθ.
εκθ. κατ. 5/1-2-2000 αγωγή νομής του ίδιου ενάγοντος κατά των ίδιων εναγομένων, που δεν είχε αποτελέσει αντικείμενο έρευνας του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, την οποία έκανε δεκτή ως νόμιμη και κατ1 ουσία βάσιμη. Έτσι όμως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, υπέπεσε, σύμφωνα με τα ανωτέρω, στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 περ.α' ΚΠολΔ, διότι έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ήτοι αγωγικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι δεν περιέχονταν στην ένδικη αγωγή, την οποία μόνο είχε εξουσία να ερευνήσει, σύμφωνα με το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η από την ανωτέρα" διάταξη πλημμέλεια αυτή του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, είναι βάσιμος. III. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, (οι οποίοι δεν κατέθεσαν προτάσεις), κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την 20/2008 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναίρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Φεβρουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Φεβρουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ