Legislator Case Law & Legislation
279/2008 AI generated

279/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 279/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

279/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): συμβολαιογραφικό προσύμφωνο της ίδιας συμβολαιογράφου υποσχέθηκε να μεταβιβάσει στους αναιρεσίβλητους το υπ' αριθ. 2 διαμέρισμα του 2ου ορόφου εμβαδού 104,489 τ.μ. στο οποίο αντιστοιχούν ποσοστά συγκυριότητας επί του οικοπέδου ........, αντί τιμήματος 18.000.000 δραχ., που στο συμβόλαιο αναγράφθηκε 9.000.000 και που εξοφλήθηκε πλήρως με καταβολή προς τον εργολάβο.

Keywords

AI generated
agricultural markets brokerage fee common flat-rate scheme for farmers third-party proceedings farm rent agricultural insurance
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 279 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 279/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε - Εισηγητή και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων - καλούντων:Αναφέρονται 27 αναιρεσείοντες.Εκπροσωπήθηκαν όλοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωσήφ Παντελίδη, πλην του 18ου (Χ18) που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αντώνιο Χρυσωτή, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων - καθών η κλήση: 1) ....... και 2) ........., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Χρίστογλου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7.2.2001 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11471/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 2328/2004 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 20 Αυγούστου 2004 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1571/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Την υπόθεση επαναφέρουν προς συζήτηση οι καλούντες με την από 4 Δεκεμβρίου 2006 κλήση τους.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης - Σπυρίδων Τέντες ανέγνωσε την από 25 Σεπτεμβρίου 2005 έκθεση του αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Μιχαήλ Μαργαρίτη, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της ένδικης αίτησης αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 5 παρ. 1 του Συντάγματος, 200, 281, 297, 298 και 914 ΑΚ προκύπτει γενική αρχή του δικαίου ότι κάθε πράξη ή παράλειψη που ζημιώνει, δημιουργεί υποχρέωση προς αποζημίωση, αν οφείλεται σε πταίσμα και έρχεται σε αντίθεση όχι μόνο προς συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, αλλά και προς το γενικότερο πνεύμα της έννομης τάξεως, που επιβάλλει την υποχρέωση να μην εξέρχεται κανείς με τις πράξεις του από τα όρια που προσδιορίζονται από τα συναλλακτικά χρηστά ήθη.

Εξ άλλου, η σύμβαση μεταξύ εργολάβου και οικοπεδούχου, με την οποία ο μεν εργολάβος αναλαμβάνει να ανεγείρει, με τη συμφωνηθείσα αντιπαροχή οριζόντιων ιδιοκτησιών, πολυώροφη οικοδομή στο οικόπεδο αντισυμβληθέντος, ο δε οικοπεδούχος υπόσχεται, ανάλογα με την πρόοδο των οικοδομικών εργασιών, να μεταβιβάσει κατά κυριότητα ωρισμένα ποσοστά εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου του προς τον εργολάβο ή προς κάποιον, τον οποίον θα υποδείξει ο εργολάβος, τρίτον, που μπορεί να είναι και αυτός που προσυμφώνησε με τον εργολάβο την αγορά διαμερίσματος της ανεγειρόμενης οικοδομής, δεν αποτελεί την κατά τα άρθρα 410 και 411 ΑΚ γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου και συνεπώς, ο τρίτος που συνήψε συμβολαιογραφικό προσύμφωνο με τον εργολάβο, στο οποίο δεν μετείχε και ο οικοπεδούχος, δεν μπορεί να στραφεί κατά του τελευταίου και να αξιώσει την μεταβίβαση της κυριότητας του διαμερίσματος, έστω και αν έχει εξοφλήσει το προσυμφωνηθέν τίμημα προς τον εργολάβο με τον οποίο συμβλήθηκε (ΟλΑΠ 850/1982 και 1237/1982).

Από τις διατάξεις των άρθρων 361, 374 παρ. 1, 389, 397 και 686 παρ. 1 ΑΚ προκύπτει ότι αν συνομολογηθεί μεταξύ εργολάβου και εργοδότη η "ρήτρα εκπτώσεως", σε περίπτωση καθυστέρησης εκτελέσεως του έργου, αυτή έχει την έννοια ότι παρέχεται στον εργοδότη το δικαίωμα να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση και από της περιελεύσεως της σχετικής δήλωσης στον εργολάβο καταργείται ex tunc η σύμβαση, αν δεν έχει συμφωνηθεί κάτι το διαφορετικό. 'Εκτοτε ο οικοπεδούχος δικαιούται να διαθέσει, για δικό του πλέον λογαριασμό, ελευθέρως προς τρίτους αγοραστές, τα εν λόγω διαμερίσματα που αντιστοιχούν στην εργολαβική αμοιβή και κατά μείζονα λόγο μπορεί να μεταβιβάσει αυτά και προς τρίτο προσυμφωνημένο αγοραστή που είχε συμβληθεί με τον ήδη- εκπεσόντα εργολάβο, έστω και αν είχε ήδη καταβληθεί προς εκείνον ολόκληρο το τίμημα.

Οι καταβολές αυτές προς τον εκπεσόντα εργολάβο είναι για τον οικοπεδούχο acta inter allios και δεν τον δεσμεύουν. Υπό περιστάσεις, όμως, η συμπεριφορά του οικοπεδούχου κατά τη διαπραγμάτευση της σύναψης του οριστικού συμβολαίου προς τον τρίτο προσυμφωνηθέντα με τον εργολάβο αγοραστή μπορεί να κριθεί παράνομη, ιδίως όταν υπάρχουν στοιχεία παράνομης απειλής, ήτοι πρόκλησης τρόμου ή ανησυχίας με απειλή παράνομης πράξης ή παράλειψης, με την οποία εξαναγκάζει τον τρίτο να του καταβάλει υπέρμετρες οικονομικές παροχές, διότι άλλως δεν θα στέρξει σε μεταβίβαση της κυριότητας της οριζόντιας ιδιοκτησίας.

Επίσης, παράνομη, με τη γενική έννοια του όρου, όπως εκτίθεται στην αρχή της παρούσας σκέψης, μπορεί να κριθεί και η αξίωση πρόσθετου τιμήματος, πέραν από εκείνο που καταβλήθηκε ήδη στον εργολάβο και όταν η συμπεριφορά του οικοπεδούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά τον μεσολαβήσαντα χρόνο, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς να εμποδίζουν κατά νόμο τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, τη μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος του οικοπεδούχου να ζητήσει πρόσθετο τίμημα, αφού η συμπεριφορά αυτή τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο (πρβλ.

ΟλΑΠ 17/1995 και 62/1990). Απαιτείται δηλαδή για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμα του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται ιδιαιτέρως επαχθείς γι' αυτόν (υπόχρεο) επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγουμένη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστεως, δεν συγχωρείται να επικαλεσθεί ο υπόχρεος προς απόκρουση του δικαιώματος συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά (Ολ.ΑΠ 62/1990).

Περαιτέρω το ζήτημα, αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση ασκήσεως του δικαιώματος του. Ειδικά, επί εργολαβικής συμβάσεως προς ανέγερση πολυώροφης οικοδομής, κατά το σύστημα της αντιπαροχής, όπου ο εργολάβος κηρύχθηκε έκπτωτος και οι αποτελούσες εργολαβικό αντάλλαγμα οριζόντιες ιδιοκτησίες, κατά τη συμφωνία παραμένουν στους οικοπεδούχους λόγω καταπεσούσας ποινής, η άρνηση των οικοπεδούχων να συμπράξουν στη σύνταξη οριστικού συμβολαίου προς εκπλήρωση συμβολαιογραφικού προσυμφώνου μεταβίβασης οριζόντιας ιδιοκτησίας που ο έκπτωτος εργολάβος είχε υποσχεθεί προς τρίτο αγοραστή και είχε προεισπράξει το τίμημα, τότε μόνον είναι καταχρηστική, όταν οι οικοπεδούχοι συναίνεσαν να εγκατασταθεί ο τρίτος στην οριζόντιο ιδιοκτησία της οποίας η πώληση είχε προσυμφωνηθεί με τον εργολάβο πριν από της έκπτωση του, και τον διαβεβαίωσαν ότι η οριστική σύμβαση θα καταρτιζόταν με αυτούς στο άμεσο μέλλον με την καταβολή συγκεκριμένου συμπληρωματικού τιμήματος, ρητώς συμφωνηθέντος από κοινού, ενόψει δε των διαβεβαιώσεων αυτών, ο τρίτος έκανε εργασίες αποπερατώσεως του ημιτελούς διαμερίσματος με δικές του δαπάνες, κατόπιν δε όλων αυτών οι οικοπεδούχοι αθέτησαν την υπόσχεση καταρτίσεως οριστικού συμβολαίου, αντί του τιμήματος που είχαν υποσχεθεί, απαιτούντες μεγαλύτερο τίμημα συμπληρωματικώς (σχετ.

ΟλΑΠ 56/1990). Υπό περιστάσεις επίσης, το αντάλλαγμα που θα αξιώσουν οι οικοπεδούχοι από τον εν λόγω προσυμφωνηθέντα αγοραστή, θα πρέπει να είναι ανάλογο προς την κάλυψη νόμιμα προστατευόμενων συμφερόντων τους, τα οποία θίγονται, λόγω της ανώμαλης εξέλιξης της εργολαβικής σύμβασης, συνεπεία της οποίας η πολυώροφη οικοδομή παρέμεινε ημιτελής και υπάρχουν και οφειλές προς τρίτους που θα πρέπει πλέον να καταβάλουν οι εργολάβοι, όπως οι εισφορές προς το ΙΚΑ, τις οποίες θα πρέπει πλέον να αντιμετωπίσουν οι ίδιοι οι οικοπεδούχοι, με βάση τη νέα τους οικονομική θέση, που δημιουργήθηκε λόγω της έκπτωσης του εργολάβου, ήτοι από πόρους που θα προέρχονται από την εκποίηση των περιελθόντων σ' αυτούς κατά τα ανωτέρω διαμερισμάτων του εργολαβικού ανταλλάγματος, που δεν είχαν μέχρι τότε μεταβιβασθεί κατά κυριότητα σε τρίτους.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε τα ακόλουθα: 1) Οτι οι αναιρεσείοντες συγκύριοι οικοπέδου που βρίσκεται στην ....... Θεσσαλονίκης, ανέθεσαν, με το υπ' αριθμ. ..... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου θεσαλονίκης Αντωνίας Ψαράκη-Αγοραστούδη, στον εργολάβο ....... την ανέγερση πολυκατοικίας επί του άνω οικοπέδου τους και ως εργολαβικό αντάλλαγμα οι ενάγουσες ανέλαβαν την υποχρέωση να μεταβιβάσουν κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή στον εργολάβο, είτε σε πρόσωπα τα οποία εκείνος θα υπεδείκνυε, τα 500 χιλιοστά του όλου οικοπέδου, αντιστοιχούντα σε συγκεκριμένες οριζόντιες ιδιοκτησίες, ρητώς δε συμφωνήθηκε ότι η οικοδομή θα αποπερατωθεί εντός 26 μηνών από την έκδοση της οικοδομικής αδείας, ότι, σε περίπτωση καθυστερήσεως των εργασιών από τον εργολάβο επί έξι μήνες, οι οικοπεδούχοι θα δικαιούνται να τον κηρύξουν έκπτωτο, και ότι στην περίπτωση αυτή οι μέχρι τότε κατασκευές θα περιέρχονταν στους οικοπεδούχους λόγω ποινικής ρήτρας. 2) 'Οτι ο εργολάβος με το υπ' αριθμ.......

συμβολαιογραφικό προσύμφωνο της ίδιας συμβολαιογράφου υποσχέθηκε να μεταβιβάσει στους αναιρεσίβλητους το υπ' αριθ. 2 διαμέρισμα του 2ου ορόφου εμβαδού 104,489 τ.μ. στο οποίο αντιστοιχούν ποσοστά συγκυριότητας επί του οικοπέδου ........, αντί τιμήματος 18.000.000 δραχ., που στο συμβόλαιο αναγράφθηκε 9.000.000 και που εξοφλήθηκε πλήρως με καταβολή προς τον εργολάβο.

Οι αγοραστές (αναιρεσίβλητοι) εγκαταστάθηκαν στο διαμέρισμα το Φεβρουάριο του 2000, μετά την έκδοση της απόφασης 1292/1999 του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης κατά τρίτων (Γ1 και Γ2) που κατείχαν αυθαίρετα τούτο, και, ενώ αυτό ήταν ημιτελές. 3) 'Οτι ο εργολάβος από 16.11.1998 είχε ήδη περιέλθει σε υπερημερία περί την εκτέλεση του έργου και οι οικοπεδούχοι (αναιρεσείοντες), κάνοντες χρήση σχετικού συμβατικού όρου, του επέδωσαν στις 9.9.1999 δήλωση με την οποία τον κήρυξαν έκπτωτο και έκτοτε εκείνος αποβλήθηκε από το έργο και "έτσι η κυριότητα του παραπάνω διαμερίσματος παρέμεινε οριστικά στους οικοπεδούχους, λόγω ποινικής ρήτρας". 4) 'Οτι οι αναιρεσίβλητοι μετά την κατά τα άνω εγκατάστασή τους αποπεράτωσαν το διαμέρισμα με δικές τους δαπάνες ποσού δραχ. 3.500.000 περίπου. 5) Οι οικοπεδούχοι (αναιρεσείοντες), μετά την κήρυξη έκπτωτου του εργολάβου αρνήθηκαν την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου για το εν λόγω διαμέρισμα και αξίωσαν προς τούτο "παράνομα" από τους αναιρεσίβλητους να τους καταβάλουν το ποσό των δραχ. 11.000.000, για την κάλυψη, όπως ανέφεραν μέρους οφειλής προς το ΙΚΑ, απειλούντες ότι άλλως θα μεταβιβάσουν το διαμέρισμα προς τρίτους.

Ο κίνδυνος για τους αναιρεσίβλητους να πωληθεί σε τρίτους το διαμέρισμα "ήταν ορατός" από αυτούς, εν όψει της κατάστασης που δημιουργήθηκε από την έκπτωση του εργολάβου και του γεγονότος ότι αυτός είχε υποσχεθεί, σε αρκετές περιπτώσεις, να πωλήσει το ίδιο διαμέρισμα σε περισσότερους υποψήφιους αγοραστές και συγκεκριμένα στους ανωτέρω αναφερόμενους (Γ1 και Γ2) που πρόσφεραν 2.000.000 δραχ.. 'Ετσι οι αναιρεσίβλητοι, υπό την απειλή των αναιρεσειόντων οικοπεδούχων, για μεταβίβαση του διαμερίσματος σε τρίτους και "τελώντας υπό την πίεση ψυχολογικού καταναγκασμού, εν όψει και του γεγονότος ότι αυτοί είχαν ήδη πριν από την έκπτωση του εργολάβου εξοφλήσει πλήρως το τίμημα των 18.000.000 δραχ.

και είχαν εγκατασταθεί στο διαμέρισμα, αφού προέβησαν σε δαπάνες 3.500.000 δραχ. περίπου για την αποπεράτωση αυτού, αναγκάσθηκαν να υποκύψουν στην αντίθετη με τα χρηστά ήθη απειλή των εναγομένων (αναιρεσειόντων) και να συμφωνήσουν μαζί τους την προς αυτούς καταβολή του ποσού των 11.000.000 δραχ., το οποίο και τους κατέβαλαν στις 16.10.1999, ποσό που οι αναιρεσείοντες οικοπεδούχοι χρησιμοποίησαν όμως για την αποπεράτωση των δικών τους ιδιοκτησιών της αντιπαροχής και όχι των κοινοχρήστων χώρων. 6) Ότι μετά ταύτα δέχθηκαν οι αναιρεσείοντες οικοπεδούχοι και συνέπραξαν στη σύνταξη του υπ' αριθ. ...........

συμβολαίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης 'Αννας Ζαχαριάδου - Ταυλαρίδου και μεταβίβασαν την κυριότητα του διαμερίσματος προς τους αναιρεσίβλητους. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχεται περαιτέρω ότι η ανωτέρω συμφωνία και καταβολή έγιναν μόνο για το σκοπό να συμπράξουν οι αναιρεσείοντες οικοπεδούχοι στην κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου χωρίς να υπάρχει υποχρέωση των αναιρεσιβλήτων να συμβάλουν στην αποπεράτωση των οριζόντιων ιδιοκτησιών της αντιπαροχής που άφησε ημιτελή ο εργολάβος και την καταβολή των εισφορών του 1ΚΑ, τα δε χρήματα αυτά (τα 11.000.000 δραχ.) χρησιμοποιήθηκαν από τους αναιρεσείοντες οικοπεδούχους, όχι για την αποπεράτωση των κοινόχρηστων μερών της οικοδομής, αλλά για την αποπεράτωση των οριζόντιων ιδιοκτησιών της αντιπαροχής και την καταβολή οφειλών προς το ΙΚΑ, πράγμα που "όχι μόνο δεν προβλέπεται από καμία διάταξη νόμου, αλλά είναι και ευθέως αντίθετο με τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών ηθών", αφού οι αγοραστές (εκ προσυμφώνου) που είχαν πληρώσει το τίμημα στον εργολάβο δεν είχαν καμία νόμιμη ή συμβατική υποχρέωση να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις του εργολάβου προς αποπεράτωση των διαμερισμάτων της αντιπαροχής των οικοπεδούχων.

Εκτιμώντας δε τα αποδειχθέντα, ως άνω. καταλήγει το Εφετείο ότι οι αναιρεσείοντες οικοπεδούχοι, ασκώντας το δικαίωμά τους προς μεταβίβαση του διαμερίσματος προς τους αναιρεσίβλητους, ενήργησαν κατά προφανή υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ και συγκεκριμένα, αν και γνώριζαν την κατάρτιση του προσυμφώνου τους με τον εργολάβο, την πλήρη εξόφληση του τιμήματος προς εκείνον, την εγκατάσταση των αναιρεσίβλητων στο διαμέρισμα μετά την δαπάναις τους αποπεράτωση του, αξίωσαν για την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου και έλαβαν ποσό δραχ. 11.000.000 για εξόφληση οφειλών τους προς το ΙΚΑ, με την απειλή ότι θα εκποιήσουν το διαμέρισμα αυτό σε τρίτους και έτσι έλαβαν την παροχή αυτή των 11.000.000 δραχ.

και "εξ αιτίας της αδικοπρακτικής αυτής συμπεριφοράς" οι αναιρεσίβλητοι υπέστησαν ισόποση ζημία, αφού η καταβολή του ποσού αυτού είναι προϊόν καταναγκασμού και της προαναφερόμενης απειλής των αναιρεσειόντων ιόντων οικοπεδούχων. Και με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο αποφάνθηκε ότι είναι νόμιμη και βάσιμη η ένδικη αγωγή των αναιρεσιλήτων, με την οποία ζητούσαν την καταψήφιση του ποσού αυτού των 11.000.000, ως αποζημίωση από αδικοπραξία (άρθρα 914 ΑΚ σε συνδυασμό με 333 και 385 ΠΚ), και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση των αναιρεσειόντων οικοπεδούχων.

Με τις παραδοχές της αυτές, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 281 και 914 ΑΚ ευθέως και εκ πλαγίου και υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ. Συγκεκριμένα, ενώ δέχεται το Εφετείο ότι μετά την έκπτωση του εργολάβου, οι αναιρεσείοντες οικοπεδούχοι είχαν την κυριότητα του διαμερίσματος που αναφέρεται στην απόφαση και το δικαίωμα διάθεσης προς τρίτον αγοραστή έναντι τιμήματος που θα εισέπρατταν εξ ολοκλήρου οι ίδιοι και συνεπώς είναι αυτονόητο ότι για να στέρξουν σε μεταβίβασή του προς τους προσυμφωνηθέντας αγοραστές του έκπτωτου εργολάβου, θα μπορούσαν να αξιώσουν κάποιο ισάξιο αντάλλαγμα, για να αντιμετωπίσουν πλέον οι ίδιοι τις απαιτούμενες δαπάνες και να αποπερατώσουν την οικοδομή, δεν εκτίθεται στην απόφαση ποιες ήσαν συνολικά οι εντεύθεν ανακύψασες υποχρεώσεις των οικοπεδούχων (έξοδα αποπεράτωσης των δικών τους ιδιοκτησιών και των κοινοχρήστων της, υποχρεώσεις προς το ΙΚΑ κλπ.), ποια η αξία των διαμερισμάτων της αντιπαροχής που περιήλθαν στους οικοπεδούχους συνεπεία της εκπτώσεως του εργολάβου, καθώς και η αξία του μεταβιβασθέντος στους αναιρεσίβλητους διαμερίσματος και ποια αναλογία βάρυνε πλέον το εν λόγω διαμέρισμα και θα έπρεπε να είχε εκπληρώσει ο εργολάβος, αν δεν μεσολαβούσε η έκπτωση του, ώστε να κριθεί, αν το αξιωθέν από τους αναιρεσίβλητους ποσό των 11.000.000 ήταν στη συγκεκριμένη περίπτωση μη συμβατό προς αυτό που μπορούσε να αξιωθεί υπό παρόμοιες συνθήκες από έναν αντισυμβαλλόμενο που ενεργεί μέσα στα όρια της καλής πίστης και των χρηστών ηθών, πέραν και μόνο του οποίου ποσού μπορεί να ιδρυθεί αδικοπρατική συμπεριφορά με τη μορφή της απειλής.

Οι ανωτέρω αναφερόμενες παραδοχές της απόφασης και ιδίως ότι οι αναιρεσίβλητοι εγκαταστάθηκαν στο διαμέρισμα, πριν από την έκπτωση του εργολάβου (σε χρόνο που άλλωστε οι αναιρεσείοντες δεν αιτιολογείται στην απόφαση, γιατί μπορούσαν να προβάλουν εναντίωση) και το περάτωσαν με δικές τους δαπάνες, εν γνώσει των οικοπεδούχων δεν είναι αρκετές από μόνες τους να προσδώσουν στη συμπεριφορά των αναιρεσειόντων το νομικό χαρακτήρα της αδικοπραξίας, όταν μάλιστα χωρίς να προκύπτει σχετική συμφωνία, το Εφετείο δέχεται επίσης ότι τους αναιρεσίβλητους θα έπρεπε να βαρύνουν μόνο τα έξοδα της αποπεράτωσης των κοινοχρήστων μόνο μερών της οκοδομής.

Πρέπει λοιπόν να γίνουν δεκτοί κατά το σχετικό μέρος τους οι τρίτος, τέταρτος (εκτιμώμενος παραδεκτώς) και πέμπτος λόγοι της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 2328/2004 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση προς εκ νέου εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές,

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει για όλους μεν στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ, για δε τον δέκατο όγδοο των αναιρεσειόντων στο επιπλέον ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιανουαρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Φεβρουαρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ