279/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated279/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): α) ύπαρξη κενής οργανικής θέσεως, β) συμπλήρωση ευδόκιμης υπηρεσίας ενός έτους στον 3ο βαθμό, γ) ύπαρξη προσόντων ανώτερης θέσεως, δ) επίδειξη εξαιρετικής επιδόσεως, ήθους, ικανότητας και φιλεργίας κατά την άσκηση της υπηρεσίας και ε) επίδειξη ικανότητας συστηματικού προσδιορισμού και αποτελεσματικού συνδυασμού διαθεσίμων μέσων και προσωπικού κατά τρόπο αυξητικό του υπηρεσιακού έργου και της παραγωγικότητας των εργαζομένων.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 279 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 279/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1΄ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Tου αναιρεσείοντος: .... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Κάπο, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Κοκύρη - Χρηστίδη βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-4-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 319/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 8315/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27-7-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Αλεξόπουλος, διάβασε την από 12-12-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 201 ΑΚ, αν με τη δικαιοπραξία τα αποτελέσματά της εξαρτήθηκαν από γεγονός μελλοντικό και αβέβαιο (αίτηση αναβλητική), τα αποτελέσματα αυτά επέρχονται μόλις συμβεί το γεγονός (πλήρωση της αιρέσεως), κατά δε το άρθρο 207 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, η αίρεση θεωρείται ότι πληρώθηκε, αν την πλήρωσή της εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη εκείνος που θα ζημιωνόταν από την πλήρωσή της.
Τέτοια αναβλητική δικαιοπραξία, στην οποία έχει εφαρμογή το άρθρο 201 ΑΚ, είναι και εκείνη με την οποία συμφωνείται μεταξύ εργοδότη και μισθωτού ότι η προαγωγή του τελευταίου θα γίνει αν συντρέξουν ορισμένες προϋποθέσεις, η διαπίστωση της συνδρομής των οποίων γίνεται από τον εργοδότη ή όργανο αυτού, πράγμα το οποίο συμβαίνει και όταν η προαγωγική εξέλιξη των υπαλλήλων προβλέπεται από Κανονισμό του εργοδότη που έχει συμβατική ισχύ.
Στην περίπτωση αυτή, παρακώλυση της πληρώσεως της αιρέσεως εναντίον της καλής πίστεως υπάρχει κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως και όταν ο εργοδότης ή όργανό του κρίνει ότι ο μισθωτός δεν έχει τις προϋποθέσεις που συμφωνήθηκαν για την προαγωγή, εφόσον η συγκεκριμένη αρνητική κρίση είναι καταφανώς, δηλαδή κατ΄ αντικειμενική κρίση, άδικη και όχι όταν η κρίση αυτή θα μπορούσε, κατ΄ υποκειμενική εκτίμηση, να ήταν διαφορετική.
Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 10 και 12 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας και Κανονισμού βαθμολογικής και μισθολογικής τάξεως των υπαλλήλων της αναιρεσείουσας Τράπεζας της Ελλάδος, που έχει συμβατική ισχύ, η προαγωγή των υπαλλήλων της από τον 3ο βαθμό (του εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου) στον 2ο βαθμό (του Υποδιευθυντή) αποφασίζεται από το Γενικό Συμβούλιο αυτής κατά απόλυτη εκλογή και ελεύθερη κρίση, μετά γνώμη του Διοικητού, όταν συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) ύπαρξη κενής οργανικής θέσεως, β) συμπλήρωση ευδόκιμης υπηρεσίας ενός έτους στον 3ο βαθμό, γ) ύπαρξη προσόντων ανώτερης θέσεως, δ) επίδειξη εξαιρετικής επιδόσεως, ήθους, ικανότητας και φιλεργίας κατά την άσκηση της υπηρεσίας και ε) επίδειξη ικανότητας συστηματικού προσδιορισμού και αποτελεσματικού συνδυασμού διαθεσίμων μέσων και προσωπικού κατά τρόπο αυξητικό του υπηρεσιακού έργου και της παραγωγικότητας των εργαζομένων.
Πέραν των προϋποθέσεων αυτών, με το άρθρο 34 του Γενικού Κανονισμού Καταστάσεως Υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης, όπως τροποποιήθηκε με τις από 27-2-1987, 21-12-1990 και 29-8-1991 αποφάσεις του Γενικού Συμβουλίου αυτής, από το έτος 1990 και εφεξής προβλέφθηκαν ως αξιολογικά στοιχεία για την προαγωγή στους ανώτερους βαθμούς οι πρόσθετες γνώσεις και η ικανότητα εκτελέσεως εξειδικευμένων καθηκόντων, όπως η ικανότητα διεκπεραιώσεως συγχρόνων τραπεζικών εργασιών, η γνώση της λειτουργίας των τραπεζικών αγορών και των νέων χρηματοπιστωτικών προϊόντων και υπηρεσιών, η ικανότητα χειρισμού θεμάτων νομισματικής και πιστωτικής πολιτικής, λειτουργίας, εποπτείας και ελέγχου του πιστωτικού συστήματος, η γνώση και η ικανότητα ασκήσεως αποτελεσματικής διοικήσεως και βελτιώσεως των τρόπων διοικήσεως κλπ.
Περαιτέρω, κατά της αγωγής του μη προαχθέντος αντίθετα στην καλή πίστη υπάλληλου του οποίου η προαγωγή τελούσε υπό την αίρεση συνδρομής των όρων που προβλέπονται από κανονισμό συμβατικής ισχύος δύναται να προβληθεί από τον εναγόμενο εργοδότη διακωλυτική ένσταση ως προς τη γένεση του προς προαγωγή δικαιώματος του ενάγοντος ότι και αν δεν είχε προαχθεί ο προτεινόμενος προς σύγκριση υπάλληλος που υστερούσε καταφανώς έναντι αυτού και πάλι δεν θα είχε προαχθεί ο ενάγων διότι θα έπρεπε να προαχθεί στον αξιούμενο βαθμό κάποιος τρίτος ομοιόβαθμός του υπάλληλος που παραλείφθηκε επίσης κατά την ίδια προαγωγική κρίση και ο οποίος υπερείχε του ενάγοντος σε προαγωγικά προσόντα.
Τέλος, ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών διαπιστώσεών του στο εννοιολογικό περιεχόμενο του εν λόγω κανόνα. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη (κατά τούτο) απόφασή του σχετικώς με την προταθείσα από την αναιρεσίβλητη κατά της αγωγής διακωλυτική ένσταση, ότι δηλαδή ο αναιρεσείων δεν θα προαγόταν και σε περίπτωση καταδήλου υπεροχής του έναντι του προτεινόμενου προς σύγκριση συναδέλφου του Χ1, διότι στον αξιούμενο βαθμό θα προαγόταν κάποιος από τους συναδέλφους του Χ3 και Χ2, οι οποίοι υπερείχαν σε προαγωγικά προσόντα, δέχθηκε τα ακόλουθα:
Ο αναιρεσείων (ενάγων) που είχε γεννηθεί το έτος 1938 προσελήφθη από την αναιρεσίβλητη (εναγομένη) στις 1.8.1966 μετά από εξωτερικό διαγωνισμό ως ημερομίσθιος υπάλληλος και στη συνέχεια από 16.12.1966 διορίσθηκε με το βαθμό βοηθού διαχειριστή στο προσωπικό Ταμειακού Κλάδου της Τράπεζας ως υπάλληλος με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας που διεπόταν από τις διατάξεις του συμβατικής ισχύος άνω Οργανισμού εσωτερικής υπηρεσίας και Κανονισμού της βαθμολογικής και μισθολογικής τάξεως των υπαλλήλων της εναγομένης.
Στη συνέχεια, προήχθη αυτός στους επόμενους βαθμούς ιεραρχίας της εναγομένης. Στον βαθμό του εντεταλμένου τμηματάρχη προϊσταμένου ο ενάγων προήχθη με απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της Τράπεζας (Συν. 9/7.9.1997) με αφετηρία χρόνου επελεύσεως των αποτελεσμάτων αυτής από 1.7.1994. Ο ενάγων είναι πτυχιούχος Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής Πειραιώς από του έτους 1968 και είχε παρακολουθήσει επιμορφωτικά σεμινάρια α) διοικητικής επιμορφώσεως (10-14.12.1986 και 23-25/11/1987), β) MANAGEMENT - Παραγωγικότητας 29/5 - 1/6/89 και γ) Τεχνικής Γρήγορου Διαβάσματος, όπως προκύπτει από όσα αναφέρονται σχετικά με τις σπουδές του στο προσκομιζόμενο φωτοαντίγραφο του μηχανογραφημένου ατομικού του δελτίου στοιχείων υπαλλήλου για προαγωγή.
Επίσης, ο ενάγων γνώριζε την αγγλική γλώσσα χωρίς να κατέχει πτυχίο περί του βαθμού γνώσεως αυτής, αν και στα φύλλα επιδόσεώς του που προσκομίζονται σημειώνεται ότι γνώριζε καλώς αυτή την ξένη γλώσσα. Είχε υπηρετήσει στο υποκατάστημα ... της Τράπεζας από 8.8.1969, όπου από 2.8.1978 ασκούσε καθήκοντα Προϊσταμένου Υπηρεσίας Ταμείου μέχρι 8.8.1994, οπότε και ανέλαβε καθήκοντα ως Διευθυντής στο Υποκατάστημα ...
της εναγομένης. Στα φύλλα επιδόσεώς του για προηγούμενα διανυθέντα με το βαθμό του Τμηματάρχη ταμειακού κλάδου διαστήματα από 1.10.1986 έως 30.9.1987 βαθμολογήθηκε από τον κριτή Διευθυντή του Υποκαταστήματος με δύο για την ποσοτική του απόδοση με ένα για την ποιοτική απόδοση, την υπηρεσιακή κατάρτιση, την πρωτοβουλία, την οργάνωση - προγραμματισμό και την εποπτεία - διοίκηση και με δύο για την επικοινωνία και τη συνεργασία, από 1.10.1987 έως 30.9.1988, βαθμολογήθηκε από τον άνω κριτή με ένα για την ποσοτική και ποιοτική απόδοση, την υπηρεσιακή κατάρτιση, την πρωτοβουλία, την οργάνωση και τον προγραμματισμό και την εποπτεία και διοίκηση και με δύο για την συνεργασία και την πρωτοβουλία και από 1.10.88 έως 30.9.89 βαθμολογήθηκε επίσης με ένα στα ίδια ως άνω κριτήρια αξιολόγησης εκτός από την επικοινωνία και τη συνεργασία στα οποία βαθμολογήθηκε με δύο.
Αναφέρεται στα άνω φύλλα επιδόσεως του ενάγοντα από τον κριτή ότι ως προϊστάμενος της υπηρεσίας ταμείου σε συνάρτηση με τη μακρόχρονη πείρα του, εξασφαλίζει απόλυτα τη σωστή λειτουργία των θυρίδων συναλλαγών και την ασφάλεια των δραχμικών και συναλλαγματικών διαθεσίμων του υποκαταστήματος. Επίσης, ότι ο ενάγων με υψηλό αίσθημα ευθύνης, ήθους, τιμιότητος, εξασφαλίζει το υποκατάστημα με σωστές προβλέψεις και οργανωτικές προτάσεις και ότι αναλαμβάνει αξιόλογες πρωτοβουλίες και εποπτεύει συνεχώς όλους του χώρους των συναλλαγών, μαζί δε με τον προϊστάμενο άλλης υπηρεσίας αναπληρώνει με επιτυχία τον Διευθυντή του υποκαταστήματος σε κάθε απουσία του.
Ο ενάγων συμπλήρωσε το όριο ηλικίας, που προβλεπόταν από τις διατάξεις του άρθρου 56 του Γενικού Κανονισμού της καταστάσεως των Υπαλλήλων της εναγομένης, στις 31.12.1998 και σύμφωνα με το άρθρο 19 του άνω κανονισμού ελύθη αυτοδικαίως η σχέση εργασίας του με την Τράπεζα. Μετά δε την από 11.12.98 απόφαση του Συμβουλίου Διευθύνσεως της εναγομένης διεγράφη από 11.1.1999 από τη δύναμη του προσωπικού της εναγομένης.
Από το προσκομιζόμενο από 8.4.1993 έγγραφο του Υποκαταστήματος ... της εναγομένης προς τη Διεύθυνση Διοικητικού Τμήμα Επιμορφώσεως προκύπτει ότι σε τρία σεμινάρια δίωρης διάρκειας το καθένα, που έγιναν στις 23.3.1993 στις 30.3.1993 και στις 1.4.1993 προς ενημέρωση υπευθύνων συναλλάγματος και στα οποία συμμετείχαν υπάλληλοι των Εμπορικών Τραπεζών, υπάλληλοι ΕΛΤΑ περιφέρειας ...
και η προϊσταμένη ΕΟΤ.... , ο ενάγων ήταν, ως Προϊστάμενος των υπηρεσιών ταμείου του άνω υποκαταστήματος της εναγομένης, εισηγητής στα σεμινάρια αυτά σε θέματα επιταγών σε συνάλλαγμα και ξένων χαρτονομισμάτων. Κατά τις κρίσεις του έτους 1998 για προαγωγή στο βαθμό του Υποδιευθυντή για την πλήρωση κενών οργανικών θέσεων, η εναγομένη με την από 9.9.1998 απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της μετά από πρόταση του Διοικητή, σύμφωνα με το άρθρο 12 του Οργανισμού της Εσωτερικής Υπηρεσίας και Κανονισμού της Βαθμολογικής και Μισθολογικής Τάξεως των Υπαλλήλων, που ανακοινώθηκε με την υπ' αριθ. 9/10.9.1998 εγκύκλιο διοικήσεως της διευθύνσεως προσωπικού της Τράπεζας, προήγαγε από 1.9.1998 στον παραπάνω βαθμό τους αναφερόμενους σ' αυτή τέσσερις Εντεταλμένους τμηματάρχες - προϊσταμένους λογιστικού κλάδου που προτείνονταν και με την ένδικη αγωγή προς σύγκριση και έναν Εντεταλμένο τμηματάρχη προϊστάμενο του τεχνικού κλάδου, κατά παράλειψη του ενάγοντα.
Μεταξύ των προαχθέντων συναδέλφων του ενάγοντος περιλαμβανόταν και ο προς σύγκριση προτεινόμενος Χ1, έναντι του οποίου μόνον το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε ότι υπερτερούσε καταφανώς ο ενάγων και όχι έναντι των λοιπών τριών προτεινομένων προς σύγκριση ...., ... και ... , για τους οποίους δέχθηκε η μη πληττόμενη κατά τούτο εκκαλούμενη απόφαση ότι υπερτερούσαν του ενάγοντος.
Από τη σύγκριση των προσόντων του ενάγοντος και εκείνων του Χ1 (τα οποία παρατίθενται στην προσβαλλόμενη) προκύπτει καταφανής υπεροχή του πρώτου. Ο πρώτος με την ένσταση της εναγόμενης προτεινόμενος .... είχε γεννηθεί το έτος 1946 και είχε προσληφθεί στην εναγόμενη στις 27.3.1969. Υπηρέτησε αρχικά στο Κεντρικό Κατάστημα από της αναλήψεως υπηρεσίας του στο τμήμα Αξιών προς είσπραξη και από 7.5.1979 στο Υποκατάστημα ...
της εναγομένης. Είναι πτυχιούχος Ανώτατης Σχολής Οικονομικών και Εμπορικών Επιστημών (Οικονομικό Τμήμα) από του έτους 1973 και πτυχιούχος Νομικής (Τμήμα Οικονομικών Επιστημών) από 26.11.1979, γνωρίζει πολύ καλά την γαλλική γλώσσα και έχει προσκομίσει στην Τράπεζα σχετικό δίπλωμα ανωτέρων σπουδών πρώτου βαθμού του Γαλλικού Ινστιτούτου Αθηνών από 18.6.1976, γνωρίζει επίσης καλώς την αγγλική γλώσσα χωρίς πτυχίο αν και στο φύλλο επιδόσεως από 1.10.88 έως 30.9.89 σημειώνεται ότι γνωρίζει πολύ καλά την γλώσσα αυτή, έχει παρακολουθήσει, όπως σημειώνεται στο προσκομιζόμενο μηχανογραφημένο ατομικό δελτίο στοιχείων υπαλλήλου για προαγωγή δύο επιμορφωτικά σεμινάρια (Διοικητική Επιμόρφωση MANAGEMENT και το ΕΡΓΟ ΤΩΝ ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΩΝ), ενώ βαθμολογήθηκε στα φύλλα επιδόσεως ετών 1987 με δύο στην ποσοτική απόδοση, υπηρεσιακή κατάρτιση και πρωτοβουλία και με ένα στα υπόλοιπα πέντε αξιολογικά κριτήρια που αναφέρονται στα φύλλα επιδόσεως.
Κατά τα έτη 1988 και 1989 βαθμολογήθηκε με δύο στην υπηρεσιακή κατάρτιση και με ένα στην ποσοτική και ποιοτική απόδοση, στην επικοινωνία, την συνεργασία, την πρωτοβουλία, την οργάνωση και την εποπτεία - διοίκηση. Στον βαθμό του εντεταλμένου Τμηματάρχη Προϊσταμένου προήχθη από 1.12.1992. Από άποψη υπευθύνων καθηκόντων ο ανωτέρω προτεινόμενος ορίστηκε προϊστάμενος υπηρεσίας από 3.9.1984 στο Υποκατάστημα ... , ενώ από 12.7.1991 ορίστηκε διευθυντής στο υποκατάστημα ...
και από 14.9.93 ορίστηκε υποδιευθυντής στο Υποκατάστημα ..... Ο δεύτερος των προτεινομένων Χ2 προσελήφθη στην εναγομένη ως υπάλληλος στις 19.7.1976 κα έχει γεννηθεί το έτος 1950. Είναι πτυχιούχος Νομικής Σχολής Τμήμα Οικονομικών Επιστημών από του έτους 1976 και έχει ολοκληρώσει μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο Νότιας Καλιφόρνιας στα Οικονομικά και στη Διοίκηση Επιχειρήσεων γνωρίζει πολύ καλά την αγγλική γλώσσα και καλώς την γαλλική και έχει παρακολουθήσει τρία επιμορφωτικά σεμινάρια ενημερώσεως.
Χρηματοοικονομικό και ΕΕΔΕ χρηματοδοτήσεως επιχειρήσεων και επιπλέον επιμορφωτικά σεμινάρια στην Αυστρία, στη Νέα Υόρκη και στην Ιαπωνία έχοντας γνώσεις και της Ιαπωνικής γλώσσας. Συμμετείχε ως μέλος σε επιτροπές και ομάδες εργασίας και διάφορα συνέδρια και ημερίδες στην Ελλάδα και στην αλλοδαπή και ως εισηγητής σε σεμινάριο του Πανεπιστημίου Μακεδονίας.
Είχε ορισθεί εκπρόσωπος της Τράπεζας σε νομοπαρασκευαστικές επιτροπές στο Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και συμμετείχε ως εισηγητής σε προγράμματα επιμορφώσεως στην Ένωση Ελληνικών Τραπεζών και στη Διεύθυνση Γενικής Επιθεωρήσεως Τραπεζών. Έχει υπηρετήσει στο κεντρικό κατάστημα της εναγομένης στο Τμήμα Ειδικών Λογαριασμών Εξωτερικού, στο Συμβούλιο Ερεύνης Τιμών, στην Υπηρεσία Διεθνών Σχέσεων, στο Τμήμα Παρακολουθήσεως Πιστωτικών Ελέγχων Υποκαταστημάτων, στον Τομέα Εποπτείας Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Υποκαταστημάτων Ξένων Τραπεζών.
Σε όλα τα φύλλα επιδόσεως των ετών 1987, 1988 και 1989 βαθμολογείται στα επιμέρους κριτήρια αξιολογήσεως με άριστα ένα. Στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη Προϊσταμένου έχει προαχθεί από 1.12.1992. Υπεύθυνα καθήκοντα Προϊσταμένου Τομέα Εποπτείας Υποκαταστημάτων Ξένων Τραπεζών του ανατέθηκαν από 3.4.1996 με την πράξη διοικητή 164/1996.
Υπερτερεί ο ενάγων από τους άνω προτεινόμενους στην γενική αρχαιότητα στην υπηρεσία κατά 2 έτη και 8 μήνες από τον Χ3 και κατά 9 έτη 11 1/2 μήνες από τον Χ2, ενώ υστερεί έναντι αυτών στην αρχαιότητα στον κατεχόμενο βαθμό κατά 2 έτη και πέντε μήνες. Υστερεί επίσης ο ενάγων έναντι των άνω προτεινομένων στους τίτλους σπουδών, αφού εκείνοι έχουν είτε δεύτερο πτυχίο ανώτατης σχολής είτε μεταπτυχιακούς τίτλους καθώς και στη γνώση ξένης γλώσσας, αφού έχουν δίπλωμα για το βαθμό γνώσεώς της και επιπλέον γνωρίζουν και δεύτερη ξένη γλώσσα.
Ως προς την άσκηση υπευθύνων καθηκόντων υπερέχει ο ενάγων έναντι του δευτέρου των προτεινομένων, αφού έχει διατελέσει προϊστάμενος υπηρεσίας από το έτος 1978 και Διευθυντής Υποκαταστήματος από τον Αύγουστο του έτους 1994, ενώ μόλις δύο έτη και πέντε μήνες πριν από τις κρίσιμες προαγωγικές κρίσεις ανετέθησαν στον Χ2 για πρώτη φορά υπεύθυνα καθήκοντα Προϊσταμένου Τομέα.
Ισοδύναμοι έναντι του ενάγοντος ως προς την άσκηση υπευθύνων καθηκόντων είναι ο πρώτος προτεινόμενος που έχει διατελέσει, εκτός από προϊστάμενος υπηρεσίας σε σημαντικό υποκατάστημα, όπως αυτό των .... , και ως διευθυντής υποκαταστήματος .... επί διετία, καθώς και υποδιευθυντής στη συνέχεια στο υποκατάστημα .... .
Αντισταθμίζεται η υπεροχή του ενάγοντος στη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα έναντι του πρώτου των προτεινομένων από την κατά 1 έτος και 7 μήνες υπεροχή του Χ3 έναντι του ενάγοντος στην αρχαιότητα στον κατεχόμενο βαθμό, ενώ υπάρχει υπεροχή του άνω προτεινόμενου έναντι του ενάγοντος, όπως τίτλους σπουδών και στη γνώση ξένης γλώσσας που δεν εξισορροπούνται από το ότι ο ενάγων παρακολούθησε ένα σεμινάριο επιμορφώσεως παραπάνω και δεν ήταν περισσότερο κατάλληλος και ικανός ο ενάγων για κατάληψη θέσεως Υποδιευθυντή έναντι του άνω προτεινόμενου από το ότι την τελευταία τετραετία πριν από τις επίμαχες κρίσεις άσκησε καθήκοντα διευθυντού στο μικρότερο υποκατάστημα της εναγομένης στο .... .
Ο άνω προτεινόμενος από την εναγομένη άσκησε νωρίτερα από ότι ο ενάγων καθήκοντα διευθυντή στο επίσης μικρό κατάστημα της Τράπεζας στον .... και στη συνέχεια την τελευταία πενταετία πριν από τις επίμαχες κρίσεις καθήκοντα υποδιευθυντή σε σημαντικό επαρχιακό υποκατάστημα. Ο πρώτος των προτεινόμενων Χ3 υπερείχε αρκετά έναντι του ενάγοντος μετά από την επιμέρους και την συνολική αξιολόγηση των προσόντων τους και παρεμποδιζόταν η γένεση του προς προαγωγή δικαιώματός του, αφού από την κατά παράλειψή του προαγωγή του προτεινομένου με την αγωγή προς σύγκριση Χ1 δεν θιγόταν αυτός, αλλά παρεμποδιζόταν εναντίον της καλής πίστεως η πλήρωση της αιρέσεως υπό την οποία τελούσε το προς προαγωγή δικαίωμα του πρώτου των προτεινομένων με τη διακωλυτική ένσταση άνω συναδέλφου του στην αποφασισθείσα να καλυφθεί κενή οργανική θέση.
Με βάση τις παραδοχές του αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι είναι βάσιμη ουσιαστικά ως προς τον πρώτο των προτεινομένων Χ3 η διακωλυτική ως άνω ένσταση της αναιρεσίβλητης και, κατά παραδοχή της εφέσεώς της, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε απορρίψει την ως άνω ένσταση ως αόριστη και είχε δεχθεί την αγωγή του αναιρεσείοντος, και απέρριψε την τελευταία αυτή (ένδικη αγωγή) ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Έτσι κρίνοντας το Εφετείο δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις διατάξεις του άρθρου 207 περ. 1 του ΑΚ και κατά συνέπεια ο από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-7-2005 αίτηση της "ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" περί αναιρέσεως της 8315/2002 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιανουαρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 8 Φεβρουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ