Supreme Court dismisses appeal on lawyer fee contract validity and necessity of litigation acts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decision regarding lawyer fees. The appellant argued that a valid fee agreement existed for litigation actions, but the court found the contract lacked essential terms regarding the lawyer's obligation to conduct the case to final judgment. Furthermore, the court determined that certain legal actions were unnecessary and unjustified given the client's existing enforceable titles and the subsequent foreclosure of the mortgaged property.
Legislator headnote
AI generatedArticles 92 paragraphs 3 and 5 of the Lawyers Code (Law 3026/1954); Article 46 and 91 paragraph 1 of the Lawyers Code; A lawyer's fee agreement is void if it does not stipulate the obligation to conduct the case to final judgment, and no fees are due for unnecessary or unjustified acts unless agreed upon.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 279 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 279/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο-Φώτιο Χατζη-πανταζή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 6η Δεκεμβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τζιώτη, για να δικάσει μεταξύ :
Του αναιρεσείοντος : .... . Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Θεοδωρόπουλο.
Του αναιρεσίβλητου : ...... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Σπανουδάκη, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17 Μαρτίου 2003 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 557/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 449/2004 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων, με την από 17 Νοεμβρίου 2004 αίτησή του και τους από 10 Οκτωβρίου 2005 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Καλούδης διάβασε την από 25 Νοεμβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος του κυρίου δικογράφου και ο δεύτερος λόγος του δικογράφου των προσθέτων, να απορριφθούν δε οι λοιποί λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως και του δικογράφου των προσθέτων. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως και των πρόσθετων λόγων στο σύνολό τους και την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 92 παρ. 3 και 5 του Κώδικα περί Δικηγόρων (Ν.Δ. 3026/1954), επιτρέπεται συμφωνία που εξαρτά την αμοιβή του δικηγόρου ή το είδος αυτής από την έκβαση της δίκης ή από το αποτέλεσμα της εργασίας ή από οιαδήποτε άλλη αίρεση. Η σχετική συμφωνία δεν ισχύει αν ο δικηγόρος δεν ανέλαβε την υποχρέωση να διεξαγάγει τη δίκη μέχρι τελεσιδικίας και χωρίς σε περίπτωση αποτυχίας να λάβει αμοιβή.
Κατά συνέπεια, σε περίπτωση ελλείψεως του ουσιώδους αυτού όρου η συμφωνία αυτή λογίζεται ως μη γενομένη κατά τα άρθρα 3, 174 και 180 ΑΚ (ΑΠ 57/2005, 421/2002), η δε αγωγή περί καταβολής δικηγορικής αμοιβής βάσει τέτοιας συμφωνίας, χωρίς τον προαναφερόμενο όρο, είναι μη νόμιμη (ΑΠ 1239/2003). Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, το οποίο εκτίθεται κατά τα ουσιώδη στοιχεία στο αναιρετήριο, προκύπτει ότι o αναιρεσείων ισχυρίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι ανέλαβε να διεξαγάγει δίκη για την είσπραξη απαιτήσεως του αναιρεσίβλητου από τραπεζικές επιταγές και ότι, σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας τους ο τελευταίος θα κατέβαλε σ' αυτόν κάθε αναγκαία δαπάνη, δικαστική και εξώδικη και επιπλέον την αμοιβή του, ανερχόμενη σε ποσοστό 15% επί της απαιτήσεως.
Η αγωγή είναι μη νόμιμη, καθόσον υπό τα εκτιθέμενα σ' αυτήν πραγματικά περιστατικά, δεν καταρτίστηκε έγκυρη συμφωνία περί εργολαβικής αμοιβής, αφού δεν περιλαμβάνεται σ' αυτήν ο όρος ότι δεν οφείλεται αμοιβή σε περίπτωση αποτυχίας στην έκβαση της δίκης. Επομένως, το Εφετείο που απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή, και όχι ως αόριστη, δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις, ούτε παρέλειψε να κηρύξει απαράδεκτο, ο δε περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της αναιρέσεως, κατ' εκτίμηση από το άρθρο 559 αρ. 1 και 14 του ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Επειδή, από το περιεχόμενο των διαδικαστικών εγγράφων, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι ο αναιρεσίβλητος, με τις προτάσεις που κατέθεσε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, προέβαλε παραδεκτώς κατά των ένδικων αξιώσεων του αναιρεσείοντος ένσταση παραγραφής, ισχυριζόμενος ότι από τη διενέργεια της τελευταίας πράξεως του αναιρεσείοντος έως την άσκηση της αγωγής παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας, και το Πρωτοδικείο δέχτηκε την ένσταση αυτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν κατά το μέρος που αφορούσε τις απαιτήσεις των ετών 1994-1995.
Κατά το μέρος αυτό προσέβαλε την παραπάνω απόφαση ο αναιρεσείων με σχετικό λόγο έφεσης, ο δε αναιρεσίβλητος άσκησε αντίθετη έφεση και πρόσθετους λόγους, παραπονούμενος με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο, για εσφαλμένη απόρριψη της ενστάσεως παραγραφής, κατά το μέρος που αυτή αφορούσε τις αξιώσεις του επόμενου έτους (1996).
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, εξετάζοντας τους αναφερόμενους στην ένσταση παραγραφής λόγους της έφεσης του αναιρεσείοντος καθώς και τον τέταρτο πρόσθετο λόγο της έφεσης του αναιρεσίβλητου, έκρινε ότι και οι δύο αυτοί λόγοι ήταν παραδεκτοί και νόμιμοι αλλά αβάσιμοι κατ' ουσίαν, στη συνέχεια δε απέρριψε κατά το αντίστοιχο μέρος τις αντίθετες εφέσεις, επικυρώνοντας κατά τούτο την πρωτόδικη απόφαση.
Επομένως, οι δεύτερος και πέμπτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ.1, 8 και 14 του ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλονται οι αιτιάσεις, ότι το Εφετείο α)δέχτηκε τον ισχυρισμό περί παραγραφής, που προέβαλε ο αναιρεσίβλητος με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο της έφεσής του, μολονότι αυτός ήταν απαράδεκτος, αφού το κεφάλαιο που προσέβαλε δεν συνέχεται με τα κεφάλαια της πρωτόδικης απόφασης που αφορούσε η έφεσή του και επιπλέον δεν είχε τα απαιτούμενα στοιχεία, ώστε να είναι ορισμένος, β)παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο τον προαναφερόμενο λόγο, ενόψει των προαναφερόμενων ελλείψεων, και γ)έκρινε παραδεκτό τον ίδιο λόγο, εφαρμόζοντας εσφαλμένα το άρθρο 190 του Κώδικα των Δικηγόρων, με τη συνδρομή λιγότερων στοιχείων, από εκείνα που απαιτούνται κατά την εν λόγω διάταξη, πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως ως απαράδεκτος, λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος.
Ο τρίτος, από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο έκρινε εσφαλμένα ότι οι αξιώσεις του αναιρεσείοντος που αναφέρονται σε εξώδικες εργασίες των ετών 1994-1995, έχουν παραγραφεί, μολονότι αυτές εντάσσονται στα πλαίσια της συμβάσεως εργολαβίας δίκης, που είχε συνάψει με τον αναιρεσίβλητο, και κατά συνέπεια η έναρξη της παραγραφής τους τελούσε υπό την αίρεση της επιτυχούς εκβάσεως της δίκης, η οποία δεν είχε περατωθεί το έτος 1995, εφαρμόζοντας εσφαλμένα τις διατάξεις των άρθρων 251 του ΑΚ και 190 του Κ.Δ., πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε λανθασμένη προϋπόθεση, αφού το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε ότι δεν είχε συναφθεί σύμβαση εργολαβίας δίκης μεταξύ των διαδίκων, και απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή, κατά την αντίστοιχη βάση της.
Επειδή κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στις αιτιολογίες της που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.
Αντιθέτως η απόφαση δεν στερείται από νόμιμη βάση όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν στα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου ή ανάγονται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρ.561 παρ.1 ΚΠολΔ) και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται στην απόφαση σαφώς.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ελλειπή αιτιολογία σε ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα, δηλαδή απέρριψε με ελλειπή αιτιολογία την αντένσταση περί διακοπής της παραγραφής των αξιώσεών του, που προέβαλε ο αναιρεσείων στο Εφετείο κατά της προαναφερόμενης ενστάσεως παραγραφής του αναιρεσίβλητου, επικαλούμενος ότι ο τελευταίος αναγνώρισε τις αξιώσεις αυτές με το από 6-5-1995 ιδιωτικό συμφωνητικό περί ρυθμίσεως χρέους και συμβιβασμού, που κατήρτισαν μεταξύ τους.
Ο παραπάνω λόγος, ανεξάρτητα από το ότι είναι αόριστος, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο του επικαλούμενου ιδιωτικού συμφωνητικού, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι με την επίκληση των φερόμενων ως ελλειπών αιτιολογιών προσβάλλεται πράγματι η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο, το οποίο απέρριψε την ανωτέρω αντένσταση, εκθέτοντας με σαφήνεια στην προσβαλλόμενη απόφασή του το πόρισμα, ότι δεν αποδείχτηκε η διακοπή της παραγραφής με οποιοδήποτε τρόπο και ιδίως με την αναγνώριση των ως άνω αξιώσεων από τον αναιρεσίβλητο.
Επειδή, από τη διαλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση του Εφετείου, ότι στην κρίση του κατέληξε αφού έλαβε υπόψη και "τις ένορκες βεβαιώσεις που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, για τις οποίες τηρήθηκαν οι διατυπώσεις που τάσσει ο νόμος" προκύπει με βεβαιότητα ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τις λοιπές αποδείξεις και τις ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του συμβολαιογράφου Ηρακλείου Ιωάννη Μαναβάκη με αριθ. 6381, 6382/19-4-2004, 5002 και 5004/4-4-2003, αφού δεν συνάγεται το αντίθετο από τις αιτιολογίες της αποφάσεως, και δεν ήταν αναγκαίο να προσδιορίζονται ειδικότερα οι ένορκες αυτές βεβαιώσεις με τη μνεία του αριθμού αυτών.
Επομένως ο περί του αντιθέτου, από το άρθρο 559 αρ. 11 του ΚΠολΔ, πρώτος λόγος του δικογράφου των προσθέτων, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Επειδή, κατά τα άρθρα 46 και 91 παρ.1 του Kώδικα περί Δικηγόρων (Ν.Δ. 3026/1954) ο δικηγόρος, εν όψει της φύσεως της σχέσης αυτού μετά του εντολέως του που είναι κατ' εξοχή σχέση εμπιστοσύνης, δεν δικαιούται αμοιβής για ενέργειες οι οποίες δεν ήταν αναγκαίες ή ενδεδειγμένες στη συγκεκριμένη περίπτωση για την υποστήριξη του συμφέροντος του εντολέα του, εκτός αν αυτές έγιναν κατά συμφωνία ή ειδική εντολή εκείνου. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, δέχθηκε ότι δεν ήταν αναγκαία και δεν δικαιολογείται η άσκηση αφενός της από 3-1-1996 αγωγής, διότι αφορούσε απαίτηση, για την οποία ο αναιρεσίβλητος διέθετε εκτελεστό τίτλο, και αφετέρου της αιτήσεως τροπής προσημειώσεως σε υποθήκη, που είχε ήδη αποσβεστεί, αφού για το ακίνητο επί του οποίου είχε εγγραφεί η προσημείωση είχε χωρήσει αναγκαστική εκτέλεση και είχε καταβληθεί το εκπλειστηρίασμα, με βάση δε τις παραδοχές αυτές έκρινε ότι ο αναιρεσείων δεν δικαιούται αμοιβή για τις αιτούμενες για τις εργασίες αυτές δαπάνες. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις, αλλά ούτε και το άρθρο 92 παρ. 1 του Κώδικα. περί Δικηγόρων.
Συνεπώς, ο περί του αντιθέτου, από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, τρίτος, κατά το πρώτο και δεύτερο μέρος του, λόγος του δικογράφου των προσθέτων πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, ως απαράδεκτος δε κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, κατά το μέρος που πλήττει την επί της ουσίας κρίση του Εφετείου ως προς την ανάγκη πραγματοποιήσεως των ανωτέρω εργασιών. Περαιτέρω, ο λόγος αυτός της αναιρέσεως κατά το τρίτο μέρος του, από το άρθρο 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, για μη λήψη υπόψη από το Εφετείο προταθέντων από τον αναιρεσείοντα ουσιωδών πραγμάτων, ήτοι των ισχυρισμών του ότι τα έξοδα της προσημειώσεως σε υποθήκη ανέρχονταν σε 28.000 δρχ. περίπου και ότι, κατά το χρόνο καταβολής του πλειστηριάσματος, δεν διέθετε ο αναιρεσίβλητος εκτελεστό τίτλο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού το Εφετείο έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς αυτούς και τους απέρριψε.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-11-2004 αίτηση του ..... περί αναιρέσεως της υπ΄αριθ. 449/2004 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης.
Kαταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Ιανουαριου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 15 Φεβρουαρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ