Supreme Court dismisses appeal on jurisdictional ground, ruling public works contracts are administrative disputes.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against a final judgment that rejected a public works contract dispute for lack of jurisdiction. The appellant argued the contract was private, but the court held that supplementary agreements in public works create administrative relationships. Since the lower court did not examine the merits, the appeal lacked a valid legal basis.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1, 2 of the Code of Civil Procedure; Article 559, No. 19 of the Code of Civil Procedure: Supplementary contracts arising from public works agreements constitute administrative disputes of substance, and appeals based on lack of legal basis are inadmissible if the lower court did not examine the case on its merits.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 278 / 2026 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 278 /2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο - Εισηγητή, Βαρβάρα Πάπαρη και Φωτεινή Μηλιώνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 27 Μαΐου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ. , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εργοληπτικής Εταιρείας Δημοσίων Έργων με την επωνυμία "Ε.Τ.Ε.Δ. Α.Ε.", που εδρεύει στην Δράμα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σουλτάνα Ναλμπάντη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης α' βαθμού του Δήμου Δράμας, που εδρεύει στην Δράμα και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Φινοκαλιώτη που ανακάλεσε την από 1/5/2024 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/10/2011 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Δράμας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 39/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 149/2018 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26/9/2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθμόν 149/2018 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, το οποίο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας και επικύρωσε την υπ' αριθμόν 39/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Δράμας, με την οποία είχε απορριφθεί ως απαράδεκτη, για έλλειψη δικαιοδοσίας, η αγωγή της αναιρεσείουσας κατά του αναιρεσίβλητου. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).
Με την παρ. 1 του άρθρου 94 του Συντάγματος ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, ενώ με την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, ορίζεται ότι στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται όλες οι ιδιωτικές διαφορές. Αντίστοιχα, ο ΚΠολΔ ορίζει στο μεν άρθρο 1 εδ. α' ότι στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων ανήκουν οι διαφορές ιδιωτικού δικαίου, εφόσον ο νόμος δεν τις έχει υπαγάγει σε άλλα δικαστήρια, στο δε άρθρο 2 ότι τα πολιτικά δικαστήρια απαγορεύεται να επεμβαίνουν σε διοικητικές διαφορές ή υποθέσεις που υπάγονται σε διοικητικά δικαστήρια ή αρχές, όπως επίσης απαγορεύεται στα διοικητικά δικαστήρια ή αρχές να επεμβαίνουν σε διαφορές ή υποθέσεις ιδιωτικού δικαίου, επιτρέπεται όμως η εξέταση , εφόσον πλέον δεν καλύπτονται από δεδικασμένο (ΑΠ 1023/2022, ΑΠ 599/2013).
Εξάλλου, με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 1406/1983, που εκδόθηκε σε εκτέλεση της διατάξεως του άρθρου 94 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτή ίσχυε πριν τη συνταγματική αναθεώρηση, και επέβαλλε την εντός πενταετούς προθεσμίας, δυναμένης να παραταθεί με νόμο, υποβολή της εκδικάσεως όσων από τις διοικητικές διαφορές ουσίας δεν είχαν ακόμη υπαχθεί στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια στα τελευταία, υπήχθησαν στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας, μεταξύ δε των ενδεικτικά προβλεπόμενων στην παρ. 2 του ιδίου άρθρου περιπτώσεων περιελήφθησαν και οι διαφορές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας των διοικητικών συμβάσεων (εδάφιο Γ), δηλαδή οι διαφορές που προέρχονται από διοικητική σύμβαση και ανάγονται στο κύρος, την ερμηνεία και την εκτέλεση αυτής ή σε οποιαδήποτε παρεπόμενη της συμβάσεως αξίωση.
Η σύμβαση είναι διοικητική, εάν ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και με τη σύναψη της συμβάσεως επιδιώκεται η ικανοποίηση σκοπού, τον οποίο ο νόμος έχει αναγάγει σε δημόσιο, το δε Ελληνικό Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, είτε βάσει του κανονιστικού καθεστώτος που διέπει τη σύμβαση, είτε βάσει ρητρών που προβλέπονται κανονιστικώς και έχουν περιληφθεί στη σύμβαση, οι οποίες αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο, βρίσκεται, προς ικανοποίηση του εν λόγου σκοπού, σε υπερέχουσα θέση έναντι του αντισυμβαλλόμενου μέρους, δηλαδή σε θέση που δεν προσιδιάζει στον δυνάμει των διατάξεων του ιδιωτικού δικαίου συναπτόμενο συμβατικό δεσμό (Α.Ε.Δ. 4/2017, 21/2009, 18/2009, 14/2007, 6/2007, ΑΠ 891/2018).
Συμβάσεις που δεν συγκεντρώνουν σωρευτικά τα γνωρίσματα αυτά είναι ιδιωτικές και οι διαφορές από αυτές υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Επομένως, σύμβαση δεν έχει από τη φύση της διοικητικό χαρακτήρα, όταν σε αυτή δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος το Ελληνικό Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, αφού μόνο τα πρόσωπα αυτά μπορούν να εκδώσουν εκτελεστές διοικητικές πράξεις προσβλητές με αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας σύμφωνα με το άρθρο 95 παρ. 1 περ.
α' του Συντάγματος, που τελεί σε αρμονία με την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 του Συντάγματος, αλλά νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, έστω και εάν το τελευταίο ανήκει στο δημόσιο ή είναι δημόσια επιχείρηση που λειτουργεί κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας ή προβλέπεται από τον νόμο η εφαρμογή της νομοθεσίας για τα δημόσια έργα (Α.Ε.Δ. 4/2017, 8/1992, 45/1991, 10/1987, ΟλΣτΕ 1944/2021, ΑΠ 661/2023, ΑΠ 2043/2022).
Εξάλλου στο άρθρο 7 παρ. 1 του Ν. 1418/1984 ορίζεται ότι: "ο ανάδοχος είναι υποχρεωμένος να κατασκευάσει το έργο κατά τους όρους της σύμβασης και τις σύμφωνες προς αυτή και το νόμο έγγραφες εντολές του φορέα κατασκευής του έργου...", στο δε άρθρο 8 παράγραφοι 1 και 2 του ίδιου νόμου, όπως αντικαταστάθηκαν από την παράγραφο 1 του άρθρου τετάρτου του Ν. 2372/1996 και τροποποιήθηκε η πρώτη εξ αυτών με την παράγραφο 2 του άρθρου 15 του Ν. 3212/2003, ορίζονται τα εξής: "1.
Το έργο εκτελείται σύμφωνα με τη σύμβαση και τα τεύχη και σχέδια που τη συνοδεύουν. Αν προκύψει ανάγκη εκτέλεσης συμπληρωματικών εργασιών, που δεν περιλαμβάνονται στο αρχικό ανατεθέν έργο ούτε στην πρώτη συναφθείσα σύμβαση και οι οποίες κατέστησαν, κατά την εκτέλεση του έργου, αναγκαίες λόγω απρόβλεπτων περιστάσεων με τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στην περίπτωση δ' της παρ. 3 του άρθρου 8 του Π.Δ. 334/2000, συνάπτεται σύμβαση με τον ανάδοχο του έργου.
Για τον καθορισμό των νέων τιμών μονάδας των συμπληρωματικών εργασιών εφαρμόζονται οι διατάξεις των παρ. 3 και 4 του άρθρου 43 του Π.Δ. 609/1985, όπως κάθε φορά ισχύουν. Η εκτέλεση των συμπληρωματικών εργασιών είναι υποχρεωτική για τον ανάδοχο του έργου και προκειμένου να υπογραφεί η σύμβαση ανάθεσης των συμπληρωματικών εργασιών, απαιτείται γνώμη του οικείου τεχνικού συμβουλίου.
Το συνολικό ποσό των συμβάσεων αυτών δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%) του ποσού της αρχικής σύμβασης. Στο ως άνω ποσοστό του πενήντα τοις εκατό (50%) συμπεριλαμβάνεται και η αμοιβή συντάξεως τυχόν μελετών για τις συμπληρωματικές εργασίες του έργου. Οι συμπληρωματικές εργασίες παραλαμβάνονται μαζί με τις εργασίες της αρχικής σύμβασης. 2. ...
Όπου στις κείμενες διατάξεις αναφέρεται ο όρος "συγκριτικός πίνακας" αντικαθίσταται με τον όρο "ανακεφαλαιωτικός πίνακας εργασιών"". Επίσης, στο άρθρο 34 παρ. 2 του Π.Δ. 609/1985 ορίζεται ότι: "... Ο ανάδοχος δεν δικαιούται σε αποζημίωση ή αύξηση τιμών για μεταβολές στα έργα που έγιναν χωρίς έγγραφη διαταγή έστω και αν αυτές βελτιώνουν το έργο...
Σε επείγουσες περιπτώσεις η διαταγή για τροποποιήσεις ή συμπληρώσεις δίνεται προφορικά στον τόπο των έργων και καταχωρείται στο ημερολόγιο...", ενώ στο άρθρο 43 του εν λόγω προεδρικού διατάγματος, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, ορίζονται τα εξής: "1. Ο φορέας κατασκευής του έργου έχει το δικαίωμα, κατά τη διάρκεια κατασκευής του έργου, να αναθέτει την εκτέλεση συμπληρωματικών εργασιών μόνο σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου τέταρτου του Ν. 2372/1996...
Για την εκτέλεση των ανωτέρω συμπληρωματικών εργασιών απαιτείται η σύναψη σύμβασης. 2. Κάθε σύμβαση επόμενη της αρχικής συνοδεύεται από "Ανακεφαλαιωτικό πίνακα εργασιών", που ιδίως περιλαμβάνει τις ενδείξεις των εργασιών, τις τιμές μονάδος των εργασιών, τα μεγέθη των ποσοτήτων... Αν στο συγκριτικό πίνακα περιλαμβάνονται και εργασίες για τις οποίες δεν υπάρχουν τιμές μονάδας, ο συγκριτικός πίνακας συνοδεύεται από πρωτόκολλο που κανονίζει τις τιμές για τις εργασίες αυτές... ".
Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι, όταν παρίσταται ανάγκη εκτελέσεως συμπληρωματικών εργασιών, οι οποίες δεν περιλαμβάνονται στο ανατεθέν με την αρχική σύμβαση έργο και οι οποίες κατέστησαν αναγκαίες κατά την εκτέλεση του έργου λόγω απρόβλεπτων περιστάσεων, για την εκτέλεση αυτών απαιτείται, σε κάθε περίπτωση, η σύναψη ιδιαίτερης, συμπληρωματικής συμβάσεως με τον ανάδοχο του έργου, αφού προηγηθεί η σύνταξη εκ μέρους της Διευθύνουσας Υπηρεσίας Ανακεφαλαιωτικού Πίνακα Εργασιών (Α.Π.Ε.), ο οποίος περιλαμβάνει όλα τα ουσιώδη στοιχεία της συμβάσεως, όπως τις προς εκτέλεση εργασίες, τις τιμές μονάδας των εργασιών, τα μεγέθη των ποσοτήτων κ.λπ., καθώς και Πρωτοκόλλου Κανονισμού Τιμών Μονάδας Νέων Εργασιών (Π.Κ.Τ.Μ.Ν.Ε.), στην περίπτωση που στον Α.Π.Ε.
περιλαμβάνονται και εργασίες για τις οποίες δεν υπάρχουν τιμές μονάδας, και, ακολούθως, υπογράφεται η σύμβαση αναθέσεως των συμπληρωματικών αυτών εργασιών, μετά την υπογραφή της οποίας η εκτέλεση των συμπληρωματικών εργασιών είναι υποχρεωτική για τον ανάδοχο. Από τις ίδιες διατάξεις συνάγεται ότι δεν αποκλείεται εργασίες, οι οποίες παρεκκλίνουν της συμβάσεως και εκτελέσθηκαν χωρίς να τηρηθεί η προαναφερθείσα διαδικασία, να κριθούν στη συνέχεια από τα αρμόδια όργανα του κυρίου του έργου ή, σε περίπτωση διαφωνίας και ασκήσεως εκ μέρους του αναδόχου προσφυγής, από το αρμόδιο διοικητικό εφετείο ως αναγκαίες, δηλαδή ως εργασίες οι οποίες επιβάλλονται για την ασφάλεια, την αρτιότητα ή τη λειτουργικότητα του έργου, οπότε οι εργασίες αυτές νομιμοποιούνται εκ των υστέρων με τη σύνταξη Α.Π.Ε.
και τη σύναψη νέας, συμπληρωματικής συμβάσεως. Τέλος, από τις διατάξεις που προεκτέθηκαν προκύπτει ότι, όταν μεταξύ του κυρίου του έργου και του αναδόχου έχει καταρτιστεί έγκυρη διοικητική σύμβαση κατασκευής δημοσίου έργου και ανακύπτει ανάγκη εκτελέσεως συμπληρωματικών ή νέων εργασιών, είτε καταρτίστηκε εγκύρως νέα σύμβαση για την εκτέλεση των συμπληρωματικών εργασιών είτε δεν καταρτίστηκε με τις νόμιμες διατυπώσεις και οι εργασίες εκτελέστηκαν από τον ανάδοχο, οι τυχόν αξιώσεις του από την εκτέλεση των εργασιών αυτών υπάγονται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων και όχι των πολιτικών δικαστηρίων (ΣΤΕ 46/2016, ΣΤΕ 45/2016, ΣΤΕ 749/2016, ΣΤΕ 1130/2015, ΣΤΕ 1230/2013 ΝΟΜΟΣ).
Επομένως, τα πολιτικά δικαστήρια στερούνται δικαιοδοσίας προς εκδίκαση αυτής (Α.Ε.Δ. 13/1992, ΑΠ 707/2018, ΑΠ 1296/2014, ΑΠ 1045/2011).
Περαιτέρω, στην περίπτωση δε υπέρβασης της δικαιοδοσίας του πολιτικού δικαστηρίου, δεν ιδρύεται ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται στην πλημμέλεια της παραβίασης κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, διότι οι περί δικαιοδοσιών διατάξεις, όπως του άρθρου 1 ΚΠολΔ, δεν είναι ουσιαστικού, αλλά δικονομικού δικαίου. Τούτο δε, δεν αλλάζει εκ του ότι το δικαστήριο, την περί δικαιοδοσίας κρίση του, έχει τυχόν στηρίξει σε παρεμπίπτουσα κρίση σχετική με ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που φέρεται στο αναιρετήριο ότι επίσης παραβιάστηκε (ΟλΑΠ 11/2000, ΑΠ 259/2023, ΑΠ 1023/2022, AΠ 1313/2021, ΑΠ 1002/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου τους, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 14 με την αιτίαση ότι το Εφετείο κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, απορρίπτοντας την ένδικη αγωγή, τόσο κατά την κύρια βάση της από τη σύμβαση έργου, όσο και κατά την επικουρική της βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, λόγω ελλείψεως δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 αριθ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης από 10.10.2011 αγωγής προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα -ενάγουσα, ιστορούσε σ' αυτήν τα ακόλουθα: " ...Με τη με αριθ. 495/2003 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Δράμας η προσφεύγουσα εργοληπτική εταιρία, μετά από δημόσιο διαγωνισμό, που διενεργήθηκε σύννομα στη Δράμα, στις 8-10-2003, αναδείχθηκα ανάδοχος του έργου "ΜΕΛΕΤΗ - ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ ΜΕΓΑΡΟΥ ΔΡΑΜΑΣ".
Η συνολική ενδεικτική προϋπολογιζόμενη δαπάνη του έργου, για όλες τις κατηγορίες των εργασιών, σύμφωνα με τη διακήρυξή του, ανερχόταν στο ποσό των 7.154.225,92 ευρώ (συμπεριλαμβανομένου και του ποσού των απροβλέπτων σε ποσοστό 9% και της εκτιμώμενης αναθεώρησης ποσού 267.707,90 ευρώ, χωρίς ΦΠΑ και με ΦΠΑ, ποσού 1.287.760,66 ευρώ, σε 8.441.986,58 ευρώ).
Το αντικείμενο της εργολαβίας, σύμφωνα πάντα με τη διακήρυξη (βλ. άρθρο Α3) ήταν: η σύνταξη οριστικών μελετών Αρχιτεκτονικών, Στατικών και Ηλεκτρομηχανολογικών εγκαταστάσεων, σύμφωνα με τα σχέδια και τα λοιπά τεύχη της διακήρυξης, η σύνταξη μελέτης εφαρμογής βάσει των οριστικών μελετών που θα κατατεθούν στο διαγωνισμό και όπως τελικά θα εγκριθούν, η έκδοση της απαιτούμενης οικοδομικής άδειας, η εκτέλεση όλων των απαιτούμενων οικοδομικών εργασιών, των εργασιών διαμόρφωσης περιβάλλοντος χώρου και των Η/Μ εγκαταστάσεων, σύμφωνα με τη μελέτη εφαρμογής και η παράδοση του έργου έτοιμου για χρήση.
Ως σύστημα δημοπράτησης ορίσθηκε το μελέτης κατασκευής και το τιμολόγιο προσφοράς μου, βάσει του οποίου αναδείχθηκα ανάδοχος είχε ως εξής: κατ' αποκοπή τίμημα 6.000.000,00 ευρώ, απρόβλεπτα 9% 540.000,00 ευρώ, αναθεώρηση 267.707,90 ευρώ, σύνολο (Σ) 6.807.707,90 ευρώ, δαπάνη ΦΠΑ 1.225.387,42 ευρώ και συνολική δαπάνη έργου κατά τη μελέτη (ΣΣ) 8.033.095,32 ευρώ.........
Η σύμβαση υπογράφηκε στις 22-1-2004 και το συμβατικό (αρχικό) εργολαβικό αντάλλαγμα ορίστηκε, σύμφωνα με το τιμολόγιο της προσφοράς μου, στο συνολικό ποσό των 8.033.095,32 ευρώ (συμπεριλαμβανομένων των απροβλέπτων, της νόμιμης εκτιμηθείσης αναθεώρησης και του ΦΠΑ). Ο χρόνος περαίωσης του έργου ορίστηκε σε 900 ημέρες από την υπογραφή της σύμβασης, δηλαδή έως τις 22-7- 2006.
Η ανάδοχος εταιρία εγκαταστάθηκα στο έργο στις 22-1-2004, οπότε και ξεκίνησε η εκτέλεσή του. Η ημερομηνία εγκατάστασης ορίσθηκε και ως έναρξη του χρόνου περαίωσης του έργου. Το έργο ολοκληρώθηκε και παραδόθηκε για χρήση στο φορέα του - εναγόμενο ΟΤΑ, εμπρόθεσμα, μετά από νόμιμες παρατάσεις του χρόνου περαίωσης, στις 24-2-2009.
Εξάλλου, στη διάρκεια εκτέλεσης του έργου, προέκυψαν ανάγκη εκτέλεσης επιπρόσθετου, νέου και συμπληρωματικού έργου, που αφορούσε την ασφάλεια, την κατασκευαστική αρτιότητα, τη λειτουργικότητα της χρήσης και την αισθητική του, καθώς και αλλαγές οικονομικών δεδομένων (αύξηση ποσοστού ΦΠΑ από 18% σε 19%) και βελτιώσεις της ποιότητας των υλικών κατασκευής. ......
Επρόκειτο δηλαδή για εργασίες και βελτιώσεις που σύμφωνα με τους κανόνες της τέχνης και της επιστήμης δεν μπορούσαν, τεχνικά ή οικονομικά, να εκτελεστούν ανεξάρτητα και ξεχωριστά από την κύρια σύμβαση, χωρίς να δημιουργούνται μείζονα τεχνικά προβλήματα, αύξηση του κόστους του έργου και διακοπή των εργασιών του κύριου έργου και κρίθηκαν αναγκαίες για την τελειοποίηση του αντικειμένου του έργου, τεχνικά, λειτουργικά και αισθητικά.
Η ενάγουσα ανάδοχος αποδέχθηκα την (προφορική) πρόταση του φορέα του έργου και προχώρησα στην εκτέλεση, στη διάρκεια εξέλιξης του έργου, εκτέλεση των νέων αυτών εργασιών υπό την επίβλεψη, όπως και του κυρίου έργου, της διευθύνουσας υπηρεσίας. Το εργολαβικό αντάλλαγμα για τις εργασίες του νέου αυτού έργου συμφωνήθηκε να υπολογισθεί με βάση τις ποσότητες των εργασιών και των υλικών που απαιτούνταν και τις επίσημες τιμές μονάδος που προβλέπονται και ισχύουν σε όλη την επικράτεια, για κάθε είδους εργασία ή υλικό αντίστοιχα. .....
Όμως, κατά την εξέλιξη του έργου διαπιστώθηκε ότι από παραδρομή παραλήφθηκε στη μελέτη η κατασκευή των περιστρεφομένων σκιαδίων αλουμινίου των όψεων του κτιρίου και των μονώσεων, επί δύο (2), των επιφανειών των απαιτούμενων στρώσεων της εξωτερικής τοιχοποιίας του κτιρίου. Επίσης, προέκυψε και διαφορά από την αύξηση, στη διάρκεια εκτέλεσης του έργου, του ποσοστού ΦΠΑ από 18% σε 19%.
Η δαπάνη δε για την κατασκευή των παραληφθέντων από τη μελέτη, λόγω παραδρομής, ανωτέρω εργασιών, όπως και η διαφορά που προέκυψε από την αύξηση του συντελεστή ΦΠΑ, καλύφθηκαν με την απορρόφηση του κονδυλίου των απροβλέπτων, δια της σύνταξης (από τη διευθύνουσα υπηρεσία) του 1ου ΑΠΕ (συμπληρωματικής σύμβασης) που εγκρίθηκε με τη με αριθ. 385/26-9-2007 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Δράμας (ως Προϊσταμένης Αρχής).
Έτσι, μετά την έγκριση του ανωτέρω 1ου ΑΠΕ το τεχνικό και οικονομικό αντικείμενο της σύμβασης διαμορφώθηκε ..", όπως αναφέρεται αναλυτικά στον πίνακα που επισυνάπτεται στην αγωγή, ".. στον οποίο σημειώνεται η αύξηση δαπανών .... Μετά δε τον ανωτέρω 1° ΑΠΕ, ανακεφαλαιωτικά, το αντικείμενο του έργου προσδιορίζεται ως εξής:
α. οικονομικό αντικείμενο χωρίς απρόβλεπτα, αναθεώρηση και ΦΠΑ 6.000.000,00 ευρώ β. οικονομικό αντικείμενο με απρόβλεπτα, χωρίς αναθεώρηση και ΦΠΑ 6.540.000,00 ευρώ γ. οικονομικό αντικείμενο με απρόβλεπτα και αναθεώρηση, χωρίς ΦΠΑ 6.807.707,90 ευρώ δ. οικονομικό αντικείμενο με απρόβλεπτα, αναθεώρηση και ΦΠΑ 78.522,40 ευρώ...Από τα στοιχεία δε που παρατίθενται ανωτέρω συνάγεται ότι από τη σύνταξη του ανωτέρω 1ου ΑΠΕ (πρόκειται για κατάρτιση συμπληρωματικής σύμβασης) δεν επήλθε καμία αύξηση του αρχικού προϋπολογισμού του έργου καθώς η οικονομική διαφορά των (356.400 + 183.600 =) 540.000 ευρώ, καλύφθηκε από τη δαπάνη των απροβλέπτων του προϋπολογισμού του έργου......
Περαιτέρω, στη διάρκεια εκτέλεσης του αντικειμένου του έργου και προκειμένου να μου καταβληθεί το αντιστοιχούν στις εκτελεσθείσες κάθε φάσης του έργου εργασίες, εργολαβικό αντάλλαγμα, συντάχθηκαν συνολικά 4 Πρωτόκολλα Παραλαβής Εμφανών και Αφανών Εργασιών - ΠΠΕΑΕ - (ως τμηματικές αναλυτικές επιμετρήσεις), στα οποία καταχωρήθηκαν τα επιμετρικά στοιχεία των αφανών και εμφανών εργασιών της χρονικής περιόδου κάθε ΠΠΕΑΕ.....
Έκαστο των πρωτοκόλλων αυτών, με τις αντίστοιχες αναλυτικές επιμετρήσεις εμφανών και αφανών εργασιών που το συνόδευαν, εγκρίθηκε (με ρητή πράξη) από την αρμόδια Διευθύνουσα Υπηρεσία του έργου στις 31-8- 2007, 22-12-2008 και 9-3-2009 (τα δύο τελευταία), αντίστοιχα.... Ακολούθως, και μετά την ολοκλήρωση της αυτοδίκαιης οριστικής (και προσωρινής) παραλαβής του έργου, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις (βλ.παρ. 13 άρθρου 53 ν 3669/2008), για την εκκαθάριση του εργολαβικού ανταλλάγματος και όλων των αμοιβαίων απαιτήσεων από την ολοκλήρωση του αντικειμένου του έργου, όπως προβλεπόταν στην αρχική κύρια σύμβαση, τον 1° ΑΠΕ και την προφορική μεταγενέστερη νέα σύμβαση, η ενάγουσα ανάδοχος υπέβαλα, με αριθ.
πρωτ. ...-2011, στη διευθύνουσα υπηρεσία για έγκριση τον τελικό, επίσης, ανακεφαλαιωτικό 28° λογαριασμό του έργου..", όπως αναφέρεται αναλυτικά στον πίνακα που επισυνάπτεται στην αγωγή. "..Σύμφωνα λοιπόν με τα στοιχεία του ανωτέρω 28ου τελικού λογαριασμού, το οικονομικό αντικείμενο της σύμβασης, για το σύνολο των εργασιών που εκτελέσθηκαν, συμβατικών και εξωσυμβατικών (αρχικής σύμβασης, 1ου ΑΠΕ και νέας συμπληρωματικής (προφορικής) σύμβασης εξοφληθέντων και ανεξόφλητων, προσδιορίζεται...", όπως αναφέρεται αναλυτικά στον πίνακα που επισυνάπτεται στην αγωγή, "..Επισημαίνεται στο σημείο αυτό ότι οι τιμές μονάδος, με βάση τις οποίες προσδιορίστηκε η αξία των ένδικων εργασιών της (προφορικής) σύμβασης (με τις νόμιμες αναθεωρήσεις), σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία (βλ.
άρθρο 57 παρ. 6 του ν 3669/2008 και ν 889/1979), είναι οι τιμές που ίσχυαν και προβλεπόταν στα άρθρα του επίσημου τιμολογίου, για το Δ' τρίμηνο του 2003 (τρίμηνο δημοπράτησης του έργου), για τα όμοια υλικά κι τις ίδιες ομάδες και κατηγορίες εργασιών και είναι κοινές για όλα τα δημόσια έργα σε όλη την επικράτεια, με τις νόμιμες αναθεωρήσεις.....
Ειδικότερα οι τιμές μονάδος, κάθε είδος (εκ των ένδικων) εργασίας, με τις νόμιμες αναθεωρήσεις προσδιορίζονται..", όπως αναφέρεται αναλυτικά στον πίνακα που επισυνάπτεται στην αγωγή, "...Διευκρινίζεται ότι στον ανωτέρω πίνακα, σε στήλες, περιλαμβάνονται και προσδιορίζονται οι εκτελεσθείσες εργασίες κατά ομάδα, κατηγορία και είδος, τα στοιχεία του τιμολογίου (άρθρο) που προβλέπει την τιμή μονάδος κάθε εργασίας και τα αντίστοιχα στοιχεία αναθεώρησης για κάθε άρθρο τιμολογίου, η συνολική ποσότητα κάθε είδους εργασίας, η τιμή μονάδος, η συνολική αξία κάθε είδους εργασίας και τα στοιχεία της αναθεωρούμενης αξίας και της τελικής αναθεώρησης.
Όπως λοιπόν προκύπτει από τους ανωτέρω πίνακες του 28ου τελικού λογαριασμού, για την πλήρη ολοκλήρωση του έργου, έτσι όπως παραδόθηκε και παραλήφθηκε από την αρμόδια επιτροπή, εκτέλεσα στα πλαίσια της κύριας σύμβασης, του 1ου ΑΠΕ και της νέας συμπληρωματικής (προφορικής) σύμβασης εργασίες, συνολικής αξίας 8.424.500,32 ευρώ με τις νόμιμες αναθεωρήσεις, χωρίς ΦΠΑ και με το ΦΠΑ 10.037.744,32 ευρώ.
Έναντι του ποσού αυτού μου καταβλήθηκε με τους προαναφερθέντες 27 λογαριασμούς, συνολικά ποσό 7.689.314,54 ευρώ, χωρίς ΦΠΑ και με το ΦΠΑ 9.160.787,23 ευρώ. Μου καταβλήθηκε δηλαδή μόνον το εργολαβικό αντάλλαγμα που αντιστοιχούσε στην αξία της εκτέλεσης του συμβατικού αντικειμένου, όπως αυτό προσδιοριζόταν στην αρχική σύμβαση και τον 1° ΑΠΕ.
Συνεπώς, προς ολοκλήρωση της εκκαθάρισης του εργολαβικού ανταλλάγματος και όλων των μεταξύ μας αμοιβαίων απαιτήσεων, από την εκτέλεση όλων των εργασιών, από όλες τις καταρτισθείσες μεταξύ μας, των διαδίκων συμβάσεων, στη διάρκεια εκτέλεσης του αντικειμένου του εν λόγω έργου, ο εναγόμενος δήμος μου οφείλει υπόλοιπο ποσού (8.424.500,32 -7.689.314,54 =) 735.185,78 ευρώ χωρίς ΦΠΑ.
Από υπόλοιπο αυτό της οφειλής αφαιρείται ποσό 22.212,54 ευρώ ως ποινική ρήτρα που κατέπεσε και απομένει υπόλοιπο 712.973,24 ευρώ χωρίς ΦΠΑ και με το ΦΠΑ 876.957,09 ευρώ. Ειδικότερα οι εργασίες της νέας συμπληρωματικής (προφορικής) σύμβασης που εκτελέσθηκαν (και αποτελούν το αντικείμενο της παρούσης δίκης) προσδιορισμένες κατά ομάδες, κατηγορίες και είδος, τιμές μονάδος, ποσότητες και συνολική αξία.." όπως αναφέρεται αναλυτικά στον πίνακα που επισυνάπτεται στην αγωγή, "...Όμως, ο τελικός αυτός 28ος λογαριασμός δεν εγκρίθηκε, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, από τους επιβλέποντες του έργου και τον Προϊστάμενο της Διευθύνουσας Υπηρεσίας και θεωρήθηκε μηδενικός διότι οι εκτελεσθείσες εργασίες στις οποίες αντιστοιχούσε το οφειλόμενο υπόλοιπο των 876.957,09 ευρώ δεν περιλαμβανόταν στην αρχική σύμβαση και τον 1° ΑΠΕ και για την εκτέλεσή τους δεν εκδόθηκε από τη διευθύνουσα υπηρεσία έγγραφη εντολή, ούτε καταρτίστηκε γι' αυτές έγγραφη νέα συμπληρωματική σύμβαση και έτσι ο φορέας του έργου αρνήθηκε την εξόφλησή τους." Με το περιεχόμενο αυτό, η ένδικη αγωγή τόσο κατά την κύρια βάση της από την σύμβαση έργου, όσο και κατά την επικουρική της βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού, είναι απαράδεκτη λόγω ελλείψεως δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων.
Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή, μεταξύ των διαδίκων υπεγράφη σύμβαση για την εκτέλεση δημοσίου έργου, κύριος του οποίου είναι ο αναιρεσίβλητος Δήμος, που είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και αντικείμενο της συμβάσεως ήταν η κατασκευή του Δημοτικού Μεγάρου, δηλαδή έργου που εξυπηρετεί δημόσιο σκοπό.
Η σύμβαση αυτή καταρτίστηκε κατόπιν διενέργειας μειοδοτικού διαγωνισμού, σύμφωνα με τη νομοθεσία περί δημοσίων έργων, δηλαδή του Ν.1418/1984, του ΠΔ 609/1985 και του ΠΔ 171/1987, η υπαγωγή δε της συμβάσεως στο κανονιστικό καθεστώς των ως άνω νομοθετημάτων έχει ως συνέπεια να τίθεται ο κύριος του έργου σε υπερέχουσα θέση έναντι του αντισυμβαλλόμενου μέρους, έχοντας μεταξύ άλλων το δικαίωμα να διατάξει την έκπτωση του εργολάβου.
Επομένως, η αρχική σύμβαση μεταξύ των διαδίκων ήταν διοικητική, αφού φέρει και τα τρία χαρακτηριστικά γνωρίσματα της διοικητικής συμβάσεως και υπάγεται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων.
Περαιτέρω, η κατά τη διάρκεια της εκτελέσεως του έργου που συμφωνήθηκε με την ως άνω διοικητική σύμβαση προφορικά και χωρίς την τήρηση της διαδικασίας που προβλεπόταν από τις ισχύουσες νομοθετικές διατάξεις κατά το χρόνο της ανάθεσης, δεν αποτελεί νέα αυτοτελή σύμβαση, ανεξάρτητη από την προηγούμενη κύρια σύμβαση, αλλά συμπληρωματική σύμβαση που λειτουργεί στα πλαίσια της κύριας συμβάσεως δημοσίου έργου που συνδέει τους διαδίκους, αφού, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, "οι συμπληρωματικές εργασίες αφορούσαν την ασφάλεια, την κατασκευαστική αρτιότητα, τη λειτουργικότητα της χρήσεως, την αισθητική του κύριου έργου και βελτιώσεις της ποιότητας των υλικών κατασκευής του, δηλαδή επρόκειτο για εργασίες και βελτιώσεις που δε μπορούσαν να εκτελεσθούν ανεξάρτητα και ξεχωριστά από την κύρια σύμβαση και κρίθηκαν αναγκαίες για την τελειοποίηση του αντικειμένου του κύριου έργου τεχνικά, λειτουργικά και αισθητικά".
Επομένως, οι αξιώσεις της αναδόχου εργολάβου που απορρέουν από τη σύμβαση εκτελέσεως συμπληρωματικών εργασιών ή οι τυχόν αξιώσεις της που απορρέουν από τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού λόγω της εκτελέσεως αυτών των εργασιών, συνιστούν διοικητικές διαφορές ουσίας, αφού η υποκείμενη σχέση που τις προκάλεσε είναι σχέση δημοσίου δικαίου και υπάγονται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων και όχι των πολιτικών δικαστηρίων. Το Εφετείο, το οποίο έκρινε ομοίως και απέρριψε την αγωγή τόσο κατά την κύρια βάση της από τη σύμβαση έργου, όσο και κατά τη επικουρική της βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό λόγω ελλείψεως δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος αναιρετικοί λόγοι από τoν αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΟλΑΠ14/2004, ΑΠ 69/2023, ΑΠ87/2013, ΑΠ94/2008), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπόψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής κλπ., εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της (ΑΠ 1530/2008, ΑΠ 559/2008, ΑΠ 141/2006).
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ1284/2023, ΑΠ841/2017, ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 425/2009).
Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τους αγωγικούς ισχυρισμούς ότι: κατά την κατάρτιση της επίδικης συμβάσεως ο εναγόμενος Δήμος δεν μετείχε με υπερκείμενη εξουσία βουλήσεως, αλλά η βούλησή του ήταν ισότιμη της βουλήσεως της ενάγουσας, απουσίαζαν οποιεσδήποτε ρήτρες από τη σύμβαση, ο εναγόμενος Δήμος, χάριν του σκοπού της συμβάσεως δεν βρισκόταν σε υπερέχουσα θέση έναντι της ενάγουσας-εργολάβου, κατά την κατάρτιση της συμβάσεως δεν τηρήθηκαν οι ειδικές διατάξεις που προβλέπουν ιδιαίτερες διαδικασίες για τη σύναψη δημοσίων συμβάσεων εκτελέσεως δημοσίου έργου από ΟΤΑ, λόγω του ιδιωτικού χαρακτήρα της συμβάσεως η ενάγουσα δεν ήταν υποχρεωμένη να εκτελέσει τις εν λόγω εργασίες, όπως θα ήταν αν επρόκειτο για εκτέλεση δημοσίου έργου και η σύναψη της συμβάσεως ήταν αποτέλεσμα ελεύθερης συμφωνίας των συμβαλλομένων μερών που συμμετείχαν στην κατάρτισή της ισότιμα και όχι με εξαιρετική και υπερέχουσα συμβατική ικανότητα του εναγομένου ΟΤΑ.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο έλαβε υπόψη τους ως άνω αγωγικούς ισχυρισμούς και τους απέρριψε, δεχόμενο ότι η ανάθεση συμπληρωματικών εργασιών από τον κύριο του έργου στην ανάδοχο, προφορικώς και χωρίς την τήρηση της προβλεπόμενης διαδικασίας, δεν αποτελεί νέα αυτοτελή σύμβαση, ανεξάρτητη από την κύρια σύμβαση, αλλά συμπληρωματική σύμβαση που λειτουργεί στα πλαίσια της κύριας συμβάσεως δημοσίου έργου, οι δε αξιώσεις της αναδόχου εργολάβου που απορρέουν από τη συμπληρωματική σύμβαση συνιστούν διοικητικές διαφορές ουσίας, αφού η υποκείμενη σχέση η οποία τις προκάλεσε είναι σχέση δημοσίου δικαίου και υπάγονται στην δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων.
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί, αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι στο νόμο.
Σφάλμα τυχόν της απόφασης, συνδεόμενο με την νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται μόνο ως παράβαση του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ (Ολ. ΑΠ 13/1995). Έτσι, για την ίδρυση του λόγου αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, προϋπόθεση αποτελεί η από το δικαστήριο εξέταση της υπόθεσης κατ' ουσίαν, οπότε και μόνο η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ουσιαστικές παραδοχές, από την ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των οποίων, ή από την παντελή έλλειψη τοιούτων, γεννάται η από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια.
Διαφορετικά, αν δηλαδή το δικαστήριο δεν εισήλθε στην ουσία της υπόθεσης, ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ1935/2017, ΑΠ 369/2014, ΑΠ701/2011, ΑΠ 885/1994). Ο τέταρτος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στην έλλειψη νόμιμης βάσεως, διότι δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, είναι απαράδεκτος, διότι το Εφετείο έκρινε απορριπτέα την αγωγή λόγω ελλείψεως δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων και δεν υπεισήλθε στην κατ' ουσίαν έρευνα της αγωγής.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 189 αριθ. 1, 191 αριθ. 2 ΚΠολΔ), θα επιβληθούν, όμως, μειωμένα σύμφωνα με το άρθρο 281 παρ. 2 του ν. 3463/2006 "Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων", όπως ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26.09.2020 αίτηση αναίρεσης.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλλει εις βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει σε εξακόσια (600) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαϊου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Φεβρουαρίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ