Legislator Case Law & Legislation
278/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissible grounds regarding mental state and evidence specificity.

Case Number 278/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's final decision. The appellant argued that the lower court ignored his mother's mental instability and failed to consider specific evidence regarding asset liquidation. The court rejected these claims as inadmissible because they were merely arguments supporting the original lawsuit rather than valid grounds for appeal, and the evidence section was too vague to be examined.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566, 577, 561 of the Code of Civil Procedure; An appeal ground is inadmissible if it merely reiterates arguments from the initial lawsuit or lacks the necessary specificity to allow the Supreme Court to review the evidence.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal grounds specificity of evidence mental state defense asset liquidation claim Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 278 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 278/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αθανάσιο Θεοφάνη-Εισηγητή, Αγαθή Δερέ, Μερόπη Τζουγκαράκη, Ιφιγένεια Ματσούκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 29 Μαΐου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος-καλούντος: Β. Χ. του Σ. και της Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κουρουνιώτη, που ανακάλεσε την από 28-5-2024 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο, και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων-καθ'ων η κλήση: 1) Σ. (C.) Ν. Κ. (D. C.) του Α. (A.), 2) Α. Α. του Ι., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Κακαρούνα, και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-5-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1109/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4162/2020 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 10-8-2020 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 1403/2022 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση ο αναιρεσείων με την από 20-2-2023 κλήση του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, με την από 20.02.2023 κλήση του αναιρεσείοντος, νόμιμα επαναφέρεται προς συζήτηση η από 10.08.2020 αίτηση αυτού, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία ζητείται η αναίρεση της υπ' αριθμ. 4162/18.06.2020 τελεσίδικης αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 1403/30.08.2022 μη οριστικής αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της άνω αναιρέσεως, κατά την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 12.01.2022.

Επειδή, με την κρινόμενη από 10.08.2020 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, υπ' αριθμ. 4162/18.06.2020, τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο απέρριψε την από 01.07.2019 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 1109/22.03.2019 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο είχε κάνει απορρίψει την από 22.05.2017 αγωγή. Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553§1 στοιχ. β', 556§1, 558 εδάφ. α', 564§3, 566§1 του Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577§1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577§2 του Κ.Πολ.Δ.).

Επειδή, από την παραδεκτή (άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπήρξε κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ο ενάγων (Β. Χ. του Σ. και της Ε.) ήγειρε κατά των εναγομένων (Σ.

Ν. Κ. του Α. και της Μ., Α. Α. του Ι. και της Ε.) την από 22.05.2017 αγωγή, την οποία απηύθηνε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την οποία ζήτησε, κατά το κύριο αίτημα της αγωγής, την κήρυξη της ακυρότητας δημόσιας διαθήκης. Η ως άνω έχουσα αγωγή συζητήθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία ενώπιον του άνω Δικαστηρίου εκδόθηκε δε η υπ' αριθμ. 1109/22.03.2019 οριστική απόφαση αυτού (πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου), με την οποία η αγωγή απορρίφθηκε.

Την απόφαση αυτή προσέβαλε ο ενάγων - εκκαλών με την από 01.07.2019 έφεσή του ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, την οποία έστρεψε κατά των εναγόμενων - εφεσίβλητων. Η άνω έφεση συζητήθηκε ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία εκδόθηκε δε η υπ' αριθμ. 4162/18.06.2020 τελεσίδικη απόφαση αυτού (δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου), με την οποία η έφεση απορρίφθηκε κατ' ουσίαν.

Της αποφάσεως αυτής ο ενάγων - εκκαλών και ήδη αναιρεσείων, με την από 10.08.2020 αίτησή του, που απευθύνεται στο Δικαστήριο τούτο και στρέφεται κατά των εναγόμενων - εφεσίβλητων και ήδη αναιρεσίβλητων, ζητεί την αναίρεση για τους περιεχόμενους στο αναιρετήριο πέντε λόγους αναιρέσεως.

Επειδή, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93§3 του Συντάγματος 1975/1986/2001/2008/2019, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος ιδρύεται όταν, στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.Α.Π. 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σ' αυτή και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και τον νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.

Αντιστοίχως, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά τον νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στην συγκεκριμένη περίπτωση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.Α.Π. 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Α.Π. 448/2020, Α.Π. 1633/2018).

Η ύπαρξη νόμιμης βάσεως και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση. Ο Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκείμενου λόγου αναιρέσεως, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της, από την οποία πρέπει να προκύπτει η αποδιδόμενη σ' αυτή νομική πλημμέλεια και όχι από το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων.

Για να είναι, συνεπώς, ορισμένος ο συγκεκριμένος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο προβάλλεται ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο ο κανόνας δικαίου, που φέρεται ότι παραβιάστηκε εκ πλαγίου, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του ή τη μη εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών, καθώς επίσης α) οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός ή ένσταση) και τα περιστατικά, που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από που προκύπτει και τούτο σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (Ολ.Α.Π. 20/2005).

Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της αποφάσεως (Α.Π. 429/2021).

Περαιτέρω, ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δ. για λήψη ή μη υπόψη προταθέντος ουσιώδους πράγματος, προϋποθέτει πράγμα παραδεκτώς προταθέν, αφού διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρέπεται να το λάβει υπόψη (Ολ.Α.Π. 2/2001, Ολ.Α.Π. 12/2000, Α.Π. 1711/2008). "Πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα που αντλούνται από τον νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων. "Πράγμα", επομένως, αποτελεί και ο λόγος εφέσεως που περιέχει παράπονο κατά της κρίσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Ολ.Α.Π. 11/1996).

Επομένως, δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο (Α.Π. 867/1988), αόριστο και, γενικώς, απαράδεκτο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή (Ολ.Α.Π. 14/2004, Ολ.Α.Π. 2/1989) ή σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλαδή σε ισχυρισμό που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας (Α.Π. 1058/1998) και, βέβαια, το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει ούτε στα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου εφέσεως (Α.Π. 857/2007, Α.Π. 140/2006), ούτε στα νομικά επιχειρήματά τους, που, σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου ή αποκρουόμενου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου.

Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν το δικαστήριο έλαβε μεν υπόψη του τον κρίσιμο ισχυρισμό, όμως τον απέρριψε, ρητά ή και σιωπηρά (Α.Π. 839/2010), για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.Α.Π. 12/1991, Α.Π. 1419/2023, Α.Π. 376/2022). Οφείλει πάντως το δικαστήριο της ουσίας, κατά τον σχηματισμό της κρίσεώς του για τους ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ..

Ειδικότερα, ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (Α.Π. 222/2008, Α.Π. 70/2008, Α.Π. 774/1996) προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών κατά την ανωτέρω έννοια, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π. 42/2002, Α.Π. 1874/2008, Α.Π. 105/2005) εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο) κατά τις παραπάνω διακρίσεις.

Για την ίδρυση του ως άνω λόγου αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του (Α.Π. 1134/1993).

Ωστόσο στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (Α.Π. 798/2010, Α.Π. 22/2005). Για την πληρότητα όμως του ίδιου λόγου αναιρέσεως πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο, και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσκομιδή του στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (Α.Π. 376/2022, Α.Π. 426/2021).

Επειδή, με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναιρέσεως ο αναιρεσείων προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., των αναιρετικών πλημμελειών συνισταμένων στο ότι η απόφαση δεν περιέχει επαρκή αιτιολογία αναφορικά με ουσιώδεις, κατά την εκτίμησή του, ισχυρισμούς.

Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι λόγοι αοριστίας και τούτο διότι στο αναιρετήριο δεν παρατίθενται οι φερόμενες ως ελλιπείς παραδοχές του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, όπως αυτές περιλαμβάνονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Με τους τρίτο και τέταρτο λόγους αναιρέσεως ο αναιρεσείων προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8β του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., των αναιρετικών πλημμελειών συνισταμένων στο ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο αφενός μεν δεν απάντησε σε ισχυρισμούς του που ασκούσαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης αφετέρου δε δεν έλαβε υπόψη του ανάλογου δικονομικού βάρους ισχυρισμούς του.

Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι και τούτο διότι οι ισχυρισμοί που αναφέρονται στο αναιρετήριο ήτοι ότι η μητέρα του αναιρεσείοντος προέβαινε σε εκποίηση σημαντικών περιουσιακών στοιχείων της χωρίς να έχει οικονομική ανάγκη αφού διέθετε υψηλά εισοδήματα, ενέργειες που κατά τον αναιρεσείοντα οφείλονται σε ελαττωμένη και ανύπαρκτη πνευματική ισορροπία της, καθώς και ότι εκκρεμεί έφεση κατά αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που απέρριψε την αίτηση του ίδιου για τη θέση της μητέρας του υπό δικαστική συμπαράσταση χαρακτηρίζονται μεν ως πράγματα από τον αναιρεσείοντα πλην όμως συνιστούν επιχειρήματα αυτού για την υποστήριξη του αιτήματος της από 22.05.2017 αγωγής του.

Τέλος, με το πέμπτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., της αναιρετικής πλημμέλειας συνισταμένης στο ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του για την εκφορά της κρίσεώς του αποδεικτικά μέσα αυτού (αναιρεσείοντος) τα οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας και τούτο διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο τα στοιχεία "ταυτότητας" των αποδεικτικών μέσων, τα οποία ο αναιρεσείων προσκόμισε και επικαλέστηκε ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου δεδομένου ότι στο αναιρετήριο γίνεται αναφορά σε έγγραφα και μαρτυρίες σε ένορκες βεβαιώσεις, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η αποδεικτική σύνδεση κάθε αποδεικτικού μέσου με προβληθέντα αποδεικτικό ή ανταποδεικτικό ισχυρισμό αυτού (αναιρεσείοντος).

Ειδικότερα με τον λόγο αυτό αναιρέσεως αιτιάται ο αναιρεσείων ότι το αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίχθηκε κατ' αποκλειστικότητα στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης αποκλείοντας ιατρικές βεβαιώσεις και μαρτυρίες-ένορκες βεβαιώσεις στις οποίες αναφέρεται γενικά χωρίς να τις εξειδικεύει.

Κατόπιν αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί. Ακολούθως, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας του αναιρεσείοντος (άρθρο 495§3 εδάφ. ε' του Κ.Πολ.Δ.). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος των αναιρεσίβλητων, ο αναιρεσείων, στα δικαστικά έξοδα αυτών (αναιρεσίβλητων), λόγω της ήττας του, σύμφωνα με τις προβλέψεις των άρθρων 176, 183, 189§1 και 191§2 του Κ.Πολ.Δ., κατά τα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10.08.2020 αίτηση του Β. Χ. του Σ. και της Ε. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4162/18.06.2020 τελεσίδικης αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων.

Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των καταθεσάντων προτάσεις αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700,00€).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Φεβρουαρίου 2025.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου