Legislator Case Law & Legislation
278/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on evidence rule violation, ruling the lower court properly considered sworn testimonies and documents.

Case Number 278/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court of Larissa's judgment regarding labor fees. The appellant argued the lower court erred by accepting unproven facts without evidence, but the court found the decision based on valid sworn testimonies and documentary records. Consequently, the appeal was rejected as the lower court correctly applied evidentiary standards.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 no. 10 and 569 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on Article 559 no. 10 is inadmissible if the lower court relied on sworn testimonies and documents rather than accepting unproven facts without evidence.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure Article 559 no. 10 unproven facts sworn testimonies evidentiary burden labor fees dispute appeal dismissal

Cited Legislation

AI generated
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 56 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 564 of the Code of Civil Procedure
Article 568 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 17 of Law 2915/2001
Article 569 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 15/2021
Case 703/2019
Case 576/2018
Case 886/2017
Case 237/2016
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 278 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)M.K.

Αριθμός 278/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Μαριάνθη Παγουτέλη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 4η Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δ. Μ. του Ν., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικολάου Παπαπέτρου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1) Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης και Αποχέτευσης Μείζονος Βόλου (Δ.Ε.Υ.Α.Μ.Β.)", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στον Βόλο και 2) Α. Μ. του Ν., z, που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Τριαντάφυλλου Εμμανουηλίδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν η 80/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 32/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21-1-2019 αίτησή του και τους από 2-1-2020 πρόσθετους λόγους της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η ερήμην των εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας υπ'αριθ. 32/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα καθόσον αντίγραφο της προσβαλλόμενης απόφασης επιδόθηκε στους αναιρεσίβλητους στις 27-12-2018 και η υπό κρίση αναίρεση κατατέθηκε στο Εφετείο Λάρισας στις 25-1-2019 (άρθ. 552, 553, παρ. 1, 56 παρ. 1, 558, 564 παρ.1, 568 και 577 παρ.1 ΚΠολΔ). Με την αίτηση αυτή πρέπει να συνεκδικασθούν και οι από 2-1-2020 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, που ασκήθηκαν με ιδιαίτερο δικόγραφο (αριθ. καταθ. 1/2020) ενώπιον του δικαστηρίου αυτού τουλάχιστον τριάντα ημέρες πριν από την αρχική δικάσιμο της ως άνω αίτησης αναίρεσης (4-2-2020), επιδόθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσίβλητους (βλ. τις υπ'αριθ. 331/3-1-2020 και 332/3-1-2020 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής Επιμελήτριας του Εφετείου Λάρισας Δ. Μ., πλήττουν τα κεφάλαια που προσβάλλονται με την αναίρεση και συνεπώς είναι παραδεκτοί (άρθ. 569 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλόμενων λόγων τους (άρθ. 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 7/2006, 20/2005).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, 130/2016).

Περαιτέρω, οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, διαπιστώνει ότι υφίσταται κενό στη σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως. Παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση έστω και έμμεσα της υπάρξεως κενού ή αμφιβολίας, σχετικά με την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς για την ερμηνευτική αποσαφήνιση του νοηματικού περιεχομένου της δικαιοπρακτικής δηλώσεως βουλήσεως ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, με την έννοια ότι το πόρισμα, στο οποίο κατέληξε μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (ΟλΑΠ 26/2004, ΑΠ 1457/2017, 71/2016, 1134/2015, 756/2014).

Οι διατάξεις των ως άνω άρθρων αποσκοπούν στην ερμηνεία της δηλώσεως βουλήσεως και η μία από αυτές συμπληρώνει την άλλη. Η πρώτη εξαίρει το υποκειμενικό στοιχείο της δήλωσης, δηλαδή την άποψη του δηλούντος και απαιτεί η ερμηνεία να μην προσκολλάται στις λέξεις της δήλωσης βουλήσεως, αλλά να αναζητεί την αληθινή βούληση του δηλούντος, η δε δεύτερη εξαίρει το αντικειμενικό στοιχείο, δηλαδή την άποψη των συναλλαγών και επιβάλλει η δήλωση να ερμηνεύεται όπως απαιτεί η καλή πίστη, για τον προσδιορισμό της οποίας και μόνο θα πρέπει να ληφθούν υπόψη τα συναλλακτικά ήθη.

Καλή πίστη είναι η συμπεριφορά που επιβάλλεται στις συναλλαγές κατά την κρίση χρηστού και εχέφρονος ανθρώπου και νοείται αντικειμενικά, ενώ συναλλακτικά ήθη είναι οι συνηθισμένοι στις συναλλαγές τρόποι ενέργειας. Για τη διαμόρφωση της σχετικής κρίσης, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη, με διαφορετική κατά περίπτωση βαρύτητα, τα συμφέροντα των μερών και κυρίως εκείνου από αυτά, το οποίο αποβλέπει να προστατεύσει ο ερμηνευόμενος όρος, το δικαιοπρακτικό σκοπό, τις συνήθειες και τις λοιπές τοπικές, χρονικές και άλλες συνθήκες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων, καθώς και τη φύση της σύμβασης.

Έτσι, κάθε δήλωση βουλήσεως θα πρέπει να ληφθεί με την έννοια που απαιτεί στη συγκεκριμένη περίπτωση η συναλλακτική ευθύτητα και κατά τους κανόνες της οποίας θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή η δήλωση βουλήσεως και από τον τρίτο. Ωστόσο, το δικαστήριο, όταν ερμηνεύει, κατά τις αρχές της καλής πίστης, λαμβάνοντας υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, τη δήλωση βουλήσεως, δεν είναι ανάγκη να αναλύσει και εξειδικεύσει τις αρχές αυτές ή τα συναλλακτικά ήθη και δεν δεσμεύεται στην κρίση του από τους ισχυρισμούς των διαδίκων, όταν είναι απλά επιχειρήματα, χωρίς να οδηγούν υποχρεωτικά στην παραδοχή της προβαλλόμενης ερμηνευτικής άποψης (ΑΠ 776/2013).

Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 § 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία- ΟλομΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σ' αυτή και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 1633/2018). Σημειώνεται στο σημείο αυτό ότι η έλλειψη μείζονος πρότασης, η παράθεση δηλαδή των διατάξεων στις οποίες βρίσκει έρεισμα το αγωγικό αίτημα, δεν καθιστά την απόφαση αναιρετέα.

Τούτο διότι η συνταγματική επιταγή της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος) δεν καθιερώνει ούτε επιβάλλει αντίστοιχο αναιρετικό έλεγχο (Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 797/2020, 1026/2020, 1255/2019). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 63, 92Α, 94 του κώδικα περί δικηγόρων, που κυρώθηκε με το ν.δ. 3026/1954 και έχει εν προκειμένω εφαρμογή ενόψει του χρόνου καταρτίσεως της ένδικης συμβάσεως, προκύπτει ότι είναι ασυμβίβαστη με το λειτούργημα του δικηγόρου, ο οποίος είναι άμισθος δημόσιος λειτουργός, η άσκηση επιστήμης, τέχνης ή εμπορίας και γενικώς κάθε εργασίας, υπηρεσίας ή απασχολήσεως που δεν αρμόζει στην αξιοπρέπεια και ανεξαρτησία του, καθώς επίσης η άσκηση εκ μέρους του οιασδήποτε έμμισθης υπηρεσίας σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο.

Κατ" εξαίρεση ο δικηγόρος μπορεί να παρέχει με πάγια ετήσια ή μηνιαία αμοιβή καθαρώς νομικές εργασίες νομικού συμβούλου ή δικηγόρου (άρθρα 63 παρ. 1-4 του κώδικα περί δικηγόρων). Η σύμβαση αυτή παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια ετήσια ή μηνιαία αμοιβή είναι πάντοτε αορίστου χρόνου, έστω και αν συνήφθη για ορισμένο χρόνο (άρθρο 63 παρ. 5 του ανωτέρω κώδικα), δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, δεν εφαρμόζονται επ' αυτής οι γνήσιες διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, παρά μόνο εφόσον επιτρέπει αυτό ειδικός νόμος ή αναλογικά αν προσαρμόζονται προς τις διατάξεις του ως άνω νομοθετικού διατάγματος και δεν αντίκεινται στο δημόσιο χαρακτήρα του δικηγορικού λειτουργήματος, ρυθμίζεται δε από τις διατάξεις του κώδικα περί δικηγόρων και συμπληρωματικά από τις διατάξεις περί εντολής και συμβάσεως παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών (Ολ.

ΑΠ. 45/2002). Τα σχετικά με την αμοιβή του δικηγόρου θέματα κανονίζονται με συμφωνία με τον εντολέα του (άρθρο 92 του άνω κώδικα). Σε περίπτωση που έχει συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων να αμείβεται ο δικηγόρος για τις εκ μέρους του παρεχόμενες προς τον εντολέα του υπηρεσίες μόνο με πάγια μηνιαία ή περιοδική αμοιβή, τα κατώτατα όρια αυτής καθορίζονται σε αντιστοιχία με το βασικό μηνιαίο μισθό των δημοσίων υπαλλήλων της κατηγορίας πανεπιστημιακής εκπαιδεύσεως, ανάλογα με το αν πρόκειται για δικηγόρο στο πρωτοδικείο, στο εφετείο ή στον Άρειο Πάγο.

Εξ άλλου, η προαναφερόμενη σύμβαση παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια περιοδική αμοιβή λύεται, εκτός των άλλων, και με καταγγελία από τον εντολέα ή τον εντολοδόχο, η οποία πρέπει με ποινή ακυρότητας να είναι έγγραφη και να κοινοποιείται στο άλλο μέρος. Με τη λύση της συμβάσεως με καταγγελία ο δικηγόρος δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του την οριζόμενη από το άρθρο 94 του κώδικα περί δικηγόρων αποζημίωση, το ύψος της οποίας εξαρτάται από το πρόσωπο εκείνου που καταγγέλλει τη σύμβαση και το χρόνο παροχής των δικηγορικών υπηρεσιών στον εντολέα του, μη δυνάμενη να υπερβεί τις τριάντα (30) πάγιες μηνιαίες αμοιβές κατ' ανώτατο όριο (Ολ.

ΑΠ. 56/1987), οι οποίες υπολογίζονται με βάση τις τακτικές αποδοχές που καταβάλλονται σ" αυτόν σταθερώς με οποιαδήποτε μορφή, κατά τον τελευταίο πριν από την απόλυση μήνα. Ως τακτικές αποδοχές θεωρούνται ο μισθός (πάγια αντιμισθία) και κάθε άλλη παροχή που χορηγείται σταθερά και μόνιμα ως συμβατικό ή νόμιμο αντάλλαγμα των παρεχομένων υπηρεσιών.

Έτσι, σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως εκ μέρους του εντολέως, ο δικηγόρος δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του αποζημίωση ίση με: α) μία πάγια μηνιαία αμοιβή αν έχει συμπληρώσει στον εντολέα του εξάμηνη υπηρεσία, β) τρεις πάγιες μηνιαίες αμοιβές αν έχει συμπληρώσει διετία, γ) έξι αν έχει συμπληρώσει τριετία, δ) δέκα αν έχει συμπληρώσει πενταετία, ε) δώδεκα αν έχει συμπληρώσει οκταετία και στ) γι' αυτούς που έχουν συμπληρώσει υπηρεσία άνω των οκτώ ετών, προστίθεται για κάθε επί πλέον έτος υπηρεσίας αμοιβή ενός και ημίσεος μηνός, μη δυναμένη να υπερβεί κατ" ανώτατο όριο τις τριάντα πάγιες μηνιαίες αμοιβές, για τις οποίες απαιτείται υπηρεσία είκοσι ετών στον ίδιο εντολέα (Α Π.506/2018, 863/2018, 308/2017, 813/2014).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 εδ. τελευταίο του κώδικα περί δικηγόρων, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 παρ. 1 ν.δ. 3790/1957, "Εν περιπτώσει λύσεως της συμβάσεως δια καταγγελίας του εντολέως, ο δικηγόρος δικαιούται να λαμβάνη την συμπεφωνημένην εντός των ορίων του άρθρου 92 του παρόντος αμοιβήν του, μέχρι πλήρους καταβολής της κατά τα άνω αποζημιώσεως".

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι δεν ιδρύεται ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εντολής από τη μη καταβολή πλήρους αποζημιώσεως και επομένως η σύμβαση που καταγγέλθηκε λύεται οπωσδήποτε, η δε υποχρέωση του εντολέα για την καταβολή της συμφωνημένης αμοιβής στο δικηγόρο μέχρι καταβολής πλήρους της αποζημιώσεως είναι παροχή ex lege προς το δικηγόρο, που επιβάλλεται ως είδος ποινής στον εντολέα και μέσο εξαναγκασμού του για την καταβολή της αποζημιώσεως.

Πρόκειται, δηλαδή, για μη νόθο αντικειμενική ευθύνη του εντολέα, που προϋποθέτει πταίσμα του, έστω και από ελαφρά αμέλεια, κατά το άρθρο 330 Α.Κ. εφόσον δεν ορίζεται κάτι άλλο από το νόμο. Το πταίσμα όμως τούτο, κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, τεκμαίρεται από μόνη την καθυστέρηση της καταβολής της πλήρους αποζημιώσεως.

Γίνεται, δηλαδή, στην περίπτωση αυτή αντιστροφή του βάρους της αποδείξεως και ο δικηγόρος που ζημιώθηκε δεν χρειάζεται να αποδείξει την υπαιτιότητα του εντολέα του, αφού αυτή τεκμαίρεται από τη μη καταβολή πλήρους αποζημιώσεως κατά το χρόνο της καταγγελίας της συμβάσεως εντολής. Μπορεί όμως ο εντολέας να ανατρέψει το μαχητό αυτό τεκμήριο και να απαλλαγεί αν επικαλεσθεί και αποδείξει ότι η ελλιπής καταβολή της αποζημιώσεως οφείλεται σε συγγνωστή πλάνη ή σε εύλογη αμφιβολία του αναφορικά με το ύψος της (Ολ.

Α Π. 570/1986, Α Π. 308/2017, 813/2014). Τέλος, η πρώτη εναγομένη Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης και Αποχέτευσης Βόλου (ΔΕΥΑΜΒ) αποτελεί νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου κοινωφελούς χαρακτήρα, ιδρύθηκε με το ν. 890/1979 και η λειτουργία της διέπεται από το ν. 1069/1980"Περί κινήτρων δια την 'Ιδρυσιν Επιχειρήσεων Υδρεύσεως και Αποχετεύσεως (ΦΕΚ Α 191).

Αυτή, κατά ρητή πρόβλεψη του άρθρου 7 του πιο πάνω νόμου, διέπεται από Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας (ΟΕΥ). Ο κατά το έτος 2007 ισχύων οργανισμός αυτής προέβλεπε, μεταξύ άλλων, ότι "Το Διοικητικό Συμβούλιο συνεπικουρείται από Α) Νομικούς Συμβούλους και Β) Ειδικούς Συμβούλους. Οι Νομικοί Σύμβουλοι προσλαμβάνονται με απόφαση του ΔΣ σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων, όπως αυτές ισχύουν κάθε φορά.

Πρέπει να είναι δικηγόροι παρ' Εφέταις τουλάχιστον και μέλη του Δικηγορικού Συλλόγου Βόλου. Η σχέση που συνδέει τους Νομικούς Συμβούλους με τη ΔΕΥΑΜΒ είναι σχέση έμμισθης εντολής και όχι εξαρτημένης εργασίας Οι Νομικοί Σύμβουλοι δεν υπάγονται στην υπαλληλική ιεραρχία και οι σχέσεις τους διέπονται από τις ισχύουσες κάθε φορά διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων και τις σχετικές Υπουργικές αποφάσεις...(άρθρο 2).

Στην προκείμενη περίπτωση ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων με την από 27-12-2014 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου εκθέτει ότι μεταξύ αυτού, υπό την ιδιότητά του ως δικηγόρου, μέλους του Δικηγορικού Συλλόγου Βόλου, και της πρώτης εναγομένης και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης δημοτικής επιχείρησης, κατόπιν της υπ" αριθμ. 8/2007 αποφάσεως του Διοικητικού της Συμβουλίου, συνήφθη στις 30-1-2007 σύμβαση έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου με πάγια αντιμισθία.

Ότι έκτοτε παρείχε τις υπηρεσίες του μέχρι τις 10-10-2014, οπότε η πρώτη εναγομένη κατήγγειλε την ανωτέρω σύμβασή του ατύπως, χωρίς την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης. Ότι κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα η εναγομένη επιχείρηση του κατέβαλε αμοιβή κατώτερη της προβλεπόμενης από το άρθρο 92Α του Κώδικα περί Δικηγόρων ελάχιστης νόμιμης αμοιβής, ενώ επίσης δεν του κατέβαλε τα δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα των ετών 2009 έως και 2012, το επίδομα αδείας των ετών 2009 έως και 2012, την αποζημίωση αδείας των ετών 2009 έως και 2014, καθώς και τα 2/3 των ασφαλιστικών εισφορών των ετών 2009 έως 2014.

Ισχυρίζεται περαιτέρω ο ενάγων στην αγωγή του ότι η καταγγελία της συμβάσεώς του είναι άκυρη, διότι δεν τηρήθηκε ο έγγραφος τύπος και δεν του καταβλήθηκε η κατά το νόμο προβλεπόμενη αποζημίωση απόλυσης, άλλως διότι αυτή έγινε χωρίς τη συνδρομή σπουδαίου λόγου, ενώ σε κάθε περίπτωση είναι άκυρη ως καταχρηστική.

Ότι με την συμπεριφορά του δευτέρου εναγομένου και ήδη δευτέρου αναιρεσιβλήτου, νομίμου εκπροσώπου της πρώτης εναγομένης, και από την άκυρη καταγγελία της συμβάσεώς του προσεβλήθη η επαγγελματική αξία του ως δικηγόρου και η υπόληψή του ως ατόμου και επαγγελματία. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε ο ενάγων να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία που τον συνέδεε με την πρώτη εναγομένη και να υποχρεωθεί αυτή να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του με απειλή χρηματικής ποινής ύψους 3.000 ευρώ για κάθε παράβαση της υποχρέωσης των νομίμων εκπροσώπων της να αποδεχθούν τις υπηρεσίες του και με απειλή προσωπικής κράτησης διάρκειας ενός έτους σε βάρος του δευτέρου εναγομένου λόγω της ανωτέρω ιδιότητάς του.

Ζήτησε περαιτέρω ο ενάγων να υποχρεωθεί η πρώτη εναγομένη να του καταβάλει για τις ανωτέρω αιτίες τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά, καθώς και το ποσό των 28.590 ευρώ για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από Οκτώβριο 2014 μέχρι Δεκέμβριο 2015 και το ποσό των 15.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης νομιμότοκα κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ.80/2015 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η οποία απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη για έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης όσον αφορά τον δεύτερο εναγόμενο, απέρριψε αυτή ως μη νόμιμη όσον αφορά το κεφάλαιο της ακυρότητας της καταγγελίας λόγω μη καταβολής αποζημίωσης απόλυσης και όσον αφορά τους μισθούς υπερημερίας και ως ουσιαστικά αβάσιμη κατά τα λοιπά.

Κατόπιν ασκηθείσης εφέσεως εκ μέρους του ενάγοντος το Εφετείο Λάρισας με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τυπικά αυτή και στη συνέχεια την απέρριψε κατ'ουσία. Ειδικότερα το Εφετείο, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δέχθηκε τα ακόλουθα : Ότι ο ενάγων προσελήφθη, με την ιδιότητά του ως δικηγόρου και μέλους του Δικηγορικού Συλλόγου Βόλου, την 30η -1-2007 από την πρώτη εναγόμενη δημοτική επιχείρηση, δυνάμει της με αριθμ. 8/2007 απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου της ως νομικός σύμβουλος και δικηγόρος της με σύμβαση, που καταρτίσθηκε ατύπως.

Δυνάμει αυτής, η πρώτη εναγόμενη ανέθεσε στον ενάγοντα τη δικαστική εκπροσώπησή της και το χειρισμό δικαστικών και εξωδικαστικών υποθέσεων, όπως και την παροχή στα όργανα της νομικών συμβουλών και γνωμοδοτήσεων, με αμοιβή που καθοριζόταν κάθε φορά από τον ενάγοντα για κάθε επιμέρους δικαστική ή εξώδικη πράξη.

Υπό την ανωτέρω ιδιότητά του, ο ενάγων παρείχε τις νομικές υπηρεσίες του, όπως αυτές προβλέπονται από το άρθρο 2 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας τη πρώτης εναγομένης, συνεργαζόμενος με το Γενικό Διευθυντή επί των νομικών θεμάτων που ανέκυπταν, επεξεργάζονταν κείμενα των διακηρύξεων διαγωνισμών και εγγράφων της ανωτέρω, που έχουν σχέση με τις σχέσεις αυτής προς τους τρίτους αλλά και με το προσωπικό της, παρίστατο κατά τις συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου ενώ παρίστατο και ενώπιον των Δικαστηρίων προς υπεράσπιση των υποθέσεών της.

Ότι η σχέση που συνέδεε τον ενάγοντα με την πρώτη εναγομένη ήταν αυτή της σύμβασης έμμισθης εντολής με αμοιβή κατά περίπτωση, ήτοι μετά την εκτέλεση κάθε δικαστικής ή εξώδικης εργασίας και όχι αυτή της σύμβασης έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία. Ο ανωτέρω χαρακτήρας της σύμβασης που συνέδεε τους διαδίκους, προκύπτει καταρχήν τόσο από τη με αριθμ. 8/30-1-2007 απόφαση του Δ.Σ.

της πρώτης εναγόμενης περί διορισμού του ενάγοντος ως νομικού συμβούλου της ΔΕΥΑΜΒ, στην οποία δεν γίνεται καμία αναφορά σε καθεστώς πάγιας αντιμισθίας, σε συνδυασμό με το κείμενο της εσωτερικής υπηρεσίας τη τελευταίας και δη στο άρθρο 2 αυτού, όπου στο τμήμα που αναφέρεται στους Νομικούς Συμβούλους, γίνεται λόγος για νομικούς συμβούλους, που ορίζονται με σχέση έμμισθης εντολής σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων, χωρίς να προβλέπεται οργανική θέση νομικού συμβούλου με πάγια αντιμισθία.

Η παραπομπή στο κείμενο του εσωτερικού κανονισμού στις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων δεν έχει την έννοια ότι η σχέση των διαδίκων διέπεται από τη διάταξη του άρθρου 63 παρ. 4 του ν. 3026/1954 "περί Κώδικος των Δικηγόρων", σύμφωνα με την οποία επιτρέπεται στο δικηγόρο η με πάγια ετήσια ή μηνιαία αμοιβή παροχή καθαρώς νομικών υπηρεσιών, αλλά ότι οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται συνδυαστικά με τις διατάξεις του ΑΚ περί εντολής για τον υπολογισμό της αμοιβής του κατά περίπτωση σύμφωνα με όσα προβλέπονται στον Κώδικα αυτό.

Η μη πρόβλεψη από τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας της πρώτης εναγόμενης πάγιας αντιμισθίας για τη θέση του νομικού συμβούλου δεν στερείται νομικής σημασίας, όπως υποστηρίζει ο εκκαλών, καθόσον μόνο με την ρητή πρόβλεψη πάγιας αντιμισθίας θα ήταν δυνατή και νόμιμη η δέσμευση σε ετήσια βάση χρηματικού κονδυλίου στον προϋπολογισμό της δεύτερης εναγόμενης δημοτικής επιχείρησης για την πληρωμή του νομικού συμβούλου και η εγγραφή της ως δαπάνη σε αυτόν (άρθρ. 155 σε συνδ.

με 158 παρ.5 και 259 του ν. 3463/2006)). Το γεγονός της αμοιβής κατά περίπτωση για κάθε δικαστική ή εξώδικη πράξη προκύπτει από τα τιμολόγια παροχής υπηρεσιών για διαφορετικά σε κάθε περίπτωση ποσά, που έχει εκ-δώσει ο ενάγων για κάθε υπόθεση που χειρίστηκε, όπως και από τη συγκεντρωτική κατάσταση αμοιβών του ανωτέρω για το έτος 2014, όπου περιλαμβάνεται το σύνολο των τιμολογίων και των αντιστοιχούντων σε αυτά ποσών, Ότι τα ανωτέρω προσκομιζόμενα μετ' επικλήσεως από τον ενάγοντα έγγραφα ερμηνεύονται σε συνδυασμό με την επίσης προσκομιζόμενη από τον ίδιο βεβαίωση καταβολής αμοιβών της ΔΕΥΑΜΒ, στην οποία βεβαιώνεται ότι για το έτος 2012 ο ενάγων έλαβε ως συνολική αμοιβή για τις παρασχεθείσες νομικές υπηρεσίες του το ποσό των 18.200 ευρώ, ενώ για το έτος 2013 το συνολικό ποσό της αμοιβής του ανήλθε στα 18.440 ευρώ.

Στην ανωτέρω βεβαίωση δεν γίνεται λόγος για πάγια αντιμισθία, ενώ απουσιάζει και η αναφορά για παρακρατηθέντα ποσά φόρων και εισφορών. Επιπροσθέτως, στην ανωτέρω συγκεντρωτική κατάσταση αμοιβών για το έτος 2014, το σύνολο αυτών ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 20.111 ευρώ, ήτοι κατά πολύ μεγαλύτερο από αυτό των προγενέστερων ετών, γεγονός που δικαιολογείται μόνο από την αμοιβή του ενάγοντος κατά υπόθεση και όχι με πάγια αντιμισθία.

Το γεγονός δε ότι το έτος 2012 οι διάδικοι συμφώνησαν άτυπα όπως η αμοιβή του ενάγοντος για τις παρασχεθείσες νομικές υπηρεσίες του να μην υπερβαίνει το συνολικό ποσό των 1.500 ευρώ μηνιαίως δεν σημαίνει ότι η συγκεκριμένη συμφωνία συνιστούσε και συμφωνία για καταβολή πάγιας μηνιαίας αντιμισθίας, αλλά συμφωνία καθορισμού ανωτάτου ορίου αμοιβής ώστε να αποφεύγονται οι υπέρμετρες χρεώσεις.

To ότι η ανωτέρω συμφωνία δεν είχε το χαρακτήρα συμφωνίας πάγιας αντιμισθίας προκύπτει και από το γεγονός ότι για το έτος 2014 η συνολική αμοιβή του ενάγοντος έχει υπερβεί το ποσό των 1.500 ευρώ μηνιαίως, αφού συνολικά ανήλθε στο ποσό των 20.111 ευρώ. Άλλωστε το ανωτέρω πλαφόν ετέθη όχι μόνο για την αμοιβή του ενάγοντος αλλά και για την αμοιβή του έτερου νομικού συμβούλου (Χ.

Δ.), τα αναφερόμενα δε στο με αριθμ. 96/3-5-2012 πρακτικό συνεδριάσεως του διοικητικού συμβουλίου της ΔΕΥΑΜΒ κατά τη διαλογική συζήτηση των μελών αυτού αφορούν την ανάγκη πρόσληψης δικηγόρου με πάγια αντιμισθία και αλλαγής του μέχρι τη στιγμή εκείνη νομικού καθεστώτος. Δέχεται στη συνέχεια το Εφετείο ότι ο ενάγων καθ' όλο το χρονικό διάστημα της απασχόλησης του στην πρώτη εναγόμενη δημοτική επιχείρηση εισέπραττε ανεπιφύλακτα τις αμοιβές του, χωρίς ποτέ να προβάλλει αξιώσεις για διαφορές ποσών που θα δικαιούταν υπό καθεστώς πάγιας αντιμισθίας, αξιώσεις που για πρώτη φορά εκδήλωσε όταν λύθηκε η σχέση του με την πρώτη εναγομένη.

Τέλος, αποδείχθηκε, ότι η πρώτη εναγομένη στις 10-10-2014 κοινοποίησε στον ενάγοντα τη με αριθμ. 339/7-10-2014 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου αυτής, με την οποία κατήγγειλε τη μεταξύ τους σύμβαση. Η ανωτέρω καταγγελία δεν αποδείχθηκε ότι έγινε κατά τρόπο που να συνιστά προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος, καθόσον ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου, δεύτερος εναγόμενος, αναφερόμενος στο πρόσωπο του ενάγοντος δεν μετήλθε απαξιωτικούς ή υβριστικούς χαρακτηρισμούς ή αναφορές που να υποτιμούν την επαγγελματική και επιστημονική του κατάρτιση, καθόσον μάλιστα ο ανωτέρω (δεύτερος εναγόμενος) διευκρίνισε ότι η καταγγελία της σύμβασης με τον ενάγοντα έγινε στα πλαίσια της γενικότερης κρίσης, ότι δεν θα έπρεπε να συμμετέχουν στη ΔΕΥΑΜΒ πρόσωπα που συμμετείχαν στη διαχείριση τω υποθέσεων με αντίδικο την EPΓΗΛ, τη διαχείριση των οποίων αυτός έκρινε εκ του αποτελέσματος ανεπιτυχή, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονταν και ο ενάγων ως νομικός σύμβουλος, τις ικανότητες και την ιδιότητα του οποίου δεν ήθελε να μειώσει, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε σε αποστροφή του λόγου του.

Κατόπιν τούτων, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση του έκρινε, ότι μεταξύ του ενάγοντος και της πρώτης εναγομένης δεν υφίστατο σχέση έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία, απορρίπτοντας όλα τα ερειδόμενα επί της σχέσης αυτής αγωγικά κονδύλια και περαιτέρω έκρινε ότι η πρώτη εναγομένη διά του δευτέρου εναγομένου προέδρου της, δεν προσέβαλε την προσωπικότητα του ως δικηγόρου και συνεπώς δεν προκλήθηκε βλάβη στην επαγγελματική του αξία και υπόληψη, απορρίπτοντας ως ουσία αβάσιμο το σχετικό με αυτήν αγωγικό κονδύλιο, δεν έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και την ορθή εφαρμογή του νόμου και επομένως, η υπό κρίση έφεση με την οποία ο ενάγων ισχυρίζεται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη.

Με τις κρίσεις του αυτές και ειδικότερα με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης ότι ο Οργανισμός Εσωτερικής Υπηρεσίας της εναγομένης δεν προβλέπει την πρόσληψη δικηγόρου με πάγια αντιμισθία, ότι η σύμβαση που συνέδεε τον ενάγοντα με την εναγομένη δημοτική επιχείρηση δεν ήταν σύμβαση έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου με πάγια αντιμισθία, αλλά αντίθετα σύμβαση έμμισθης εντολής με αμοιβή κατά περίπτωση, ότι η αμοιβή του ενάγοντος δικηγόρου για τις παρεχόμενες στην πρώτη εναγομένη νομικές του υπηρεσίες καθορίζονταν κάθε φορά από τον ίδιο για κάθε επί μέρους δικαστική ή εξώδικη πράξη, γι' αυτό και τα τιμολόγια παροχής υπηρεσιών είχαν διαφορετικό κάθε φορά ποσό, όπως και οι ετήσιες συγκεντρωτικές καταστάσεις που συνέτασσε ο ενάγων, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1, 38,39, 41, 42, 63 παρ. 3,4,5, 91 παρ. 1, 92 παρ. 1, 92Α και 94 του Κώδικα Δικηγόρων (νδ 3026/1954), ούτε και αυτές των άρθρων 1 παρ. 1 του ν 1089/1980 και 2 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας της ΔΕΥΑΜΒ με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, καθώς και τον δεύτερο πρόσθετο λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος.

Περαιτέρω, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερόμενων διατάξεων σχετικά με τη βασιμότητα του αγωγικού ισχυρισμού περί καταρτίσεως συμβάσεως έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου με πάγια αντιμισθία, απορρίπτοντας αυτόν ως αβάσιμο, δεχόμενο ότι η σύμβαση που συνήψε ο αναιρεσείων δικηγόρος με την πρώτη αναιρεσίβλητη αφορούσε σύμβαση εντολής για αμοιβή κατ' αποκοπή για κάθε ξεχωριστή ενέργεια, δικαστική ή εξώδικη, στην οποία προέβη ο αναιρεσείων.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που περιλαμβάνονται στους σχετικούς λόγους αναίρεσης, ήτοι ότι έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες η προσβαλλόμενη απόφαση διότι δεν διαλαμβάνεται σ' αυτή το είδος της σχέσης που συνέδεε τον ενάγοντα και την πρώτη εναγομένη, πόσες επί μέρους συμβάσεις έμμισθης εντολής με αμοιβή κατά υπόθεση καταρτίσθηκαν, ποιες δικαστικές ή εξώδικες ενέργειες αφορούσαν οι συμβάσεις αυτές και ποια η αντίστοιχη αμοιβή για κάθε σύμβαση, είναι απαράδεκτες, καθόσον υπό την επίφαση των εν λόγω αναιρετικών πλημμελειών πλήττουν τις ανεπίδεκτες αναιρετικού ελέγχου ουσιαστικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.

Η ειδικότερη δε αιτίαση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αναιτιολόγητη γιατί δεν κάνει μείζονα σκέψη ώστε να κριθεί ποιες διατάξεις εφάρμοσε το Εφετείο στην συγκεκριμένη υπόθεση, είναι απαράδεκτη, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, αφού ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας.

Περαιτέρω, με την παραπάνω κρίση του, το Εφετείο δεν παραβίασε τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, δεδομένου ότι στις παραδοχές του, όπως αυτές εκτέθηκαν παραπάνω, δεν περιέχεται έμμεση ούτε κατά μείζονα λόγο-ρητή διαπίστωση του περί υπάρξεως κενού ή ασάφειας ως προς τις δηλώσεις βουλήσεως των συμβληθέντων στην από 30-1-2007 σύμβαση, η οποία είχε τα στοιχεία της συνήθους στην πράξη μορφής διακανονισμού της δικηγορικής αμοιβής με απλή συμφωνία για αμοιβή κατ' αποκοπή για την κάθε ξεχωριστή ενέργεια του ενάγοντος.

Συνεπώς, εφόσον το Εφετείο δεν διαπίστωσε ούτε εμμέσως κενό ή αμφιβολία στις δηλώσεις βουλήσεως των συμβληθέντων στην από 30-1-2007 σύμβαση, ορθά δεν προσέφυγε στις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και ο περί του αντιθέτου τρίτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 1 εδ. β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338 έως 340 και 346 ΚΠολΔ. προκύπτει ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση περί της αληθείας ή μη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Εξ άλλου, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11 γ του ΚΠολΔ ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι. Για την ίδρυση του λόγου αυτού, για την οποία αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τέτοια αποδεικτικά μέσα, πρέπει το μέσο αυτό να είναι χρήσιμο προς άμεση ή έμμεση [δια τεκμηρίων] απόδειξη γεγονότων που συγκροτούν ισχυρισμό λυσιτελή (που επιδρά στο διατακτικό), παραδεκτό και νόμω βάσιμο ή ισχυρισμό περί αρχής εγγράφου αποδείξεως.

Συνεπώς, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα που δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, να προσδιορίζεται το περιεχόμενο τους και να αναφέρεται ότι έγινε ή όχι επίκληση και προσκομιδή τους κατά την συζήτηση ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας ,ακόμη και αν έπρεπε να ληφθούν υπόψη αυτεπαγγέλτως (Ολ ΑΠ 8/2016, 2/2008, 42/2002).

Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ , προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη για το σχηματισμό της κρίσης του τα παρακάτω έγγραφα, τα οποία είχε προσκομίσει μετ' επικλήσεως ενώπιον του Εφετείου και συγκεκριμένα τις υπ' αριθμ. 9640/24-12-2009, 10081/12-9-2014, 9478/27-8-2014 και 1889/6-4-2015 βεβαιώσεις της πρώτης εναγομένης, από τις οποίες προέκυπτε ότι αυτός παρείχε συστηματικά τις νομικές του υπηρεσίες σ' αυτή από τον Ιανουάριο του έτους 2007 μέχρι τις 10-10-2014 , ότι οι κάθε είδους παρεχόμενες προς την ΔΕΥΑΜΒ νομικές υπηρεσίες από το διορισμό του και μετά εγκρίθηκαν από το ΔΣ αυτής βάσει αντίστοιχων νόμιμων παραστατικών του ενάγοντος δικηγόρου για την καταβολή της αμοιβής του, ότι για το έτος 2012 έλαβε από την ΔΕΥΑΜΒ το ποσό των 18.200 ευρώ και 1576 ευρώ για δικαστικά έξοδα, για το έτος 2013 έλαβε απ' αυτή ως αμοιβή το ποσό των 18.400 ευρώ και επί πλέον για αμοιβή και δικαστικά έξοδα ακόμη 8.304 ευρώ και ότι κατά τους μήνες Αύγουστο και Σεπτέμβριο 2014 έλαβε ως αμοιβή το ποσό των 1500 ευρώ πλέον ΦΠΑ για κάθε μήνα.

Και ότι από τα έγγραφα αυτά, τα οποία δεν ελήφθησαν υπόψη, προκύπτει ο ουσιώδης ισχυρισμός του ότι η σύμβαση που τον συνέδεε με την ΔΕΥΑΜΒ ήταν αυτή της έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία και όχι αυτή της έμμισθης εντολής με αμοιβή κατά περίπτωση. Ο λόγος αυτός, που είναι ορισμένος, είναι αβάσιμος, καθόσον από τη διαλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση ότι έλαβε υπόψη το σύνολο των μετ' επικλήσεως προσκομιζομένων εγγράφων σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο αυτής και κυρίως από την παραδοχή της ότι από τις βεβαιώσεις της ΔΕΥΑΜΒ, που προσκόμισε ο ενάγων, προκύπτει ότι για το έτος 2012 έλαβε ως αμοιβή από τη ΔΕΥΑΜΒ το ποσό των 18.200 ευρώ και το έτος 2013 το ποσό των 18.440 ευρώ (σελίδα 7 της προσβαλλόμενης) ουδεμία αμφιβολία καταλείπεται ότι το Εφετείο συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί, που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων και προβάλλονται προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία του διαδίκου, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (Ολ ΑΠ 25/2003, 3/1997).

Πράγματα, κατά την παραπάνω έννοια, αποτελούν και οι λόγοι έφεσης, εφόσον όμως έχουν αυτοτέλεια και η παραδοχή τους οδηγεί σε εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης (ΑΠ 15/2021, 1057/2011, 570/2008). Αντίθετα, λόγοι έφεσης που αφορούν σε απλές αρνήσεις των διαδίκων ή σε επιχειρήματα και συμπεράσματά τους από την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν έχουν αυτοτέλεια και η παράλειψη του Εφετείου να απαντήσει ειδικά σ' αυτούς δεν ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Δεν στοιχειοθετείται δε ο λόγος αυτός αναίρεσης και αν ο αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκε ρητά για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 69/2016, 725/2012), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν και τούτο συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 15/2021, 1386/2015).

Ο αναιρεσείων με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, τον πρώτο πρόσθετο λόγο, κατά το δεύτερο μέρος, και τον δεύτερο πρόσθετο λόγο, κατά το δεύτερο μέρος, μέμφεται το Εφετείο, διότι δεν έλαβε υπόψη του τους λόγους της έφεσής του, με τους οποίους προέβαλε ότι εσφαλμένα έκρινε το πρωτόδικο δικαστήριο ότι η σύμβαση μεταξύ αυτού και της εναγομένης επιχείρησης ήταν σύμβαση έμμισθης εντολής με αμοιβή ανά υπόθεση και όχι έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου με πάγια αντιμισθία .

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τους παραπάνω ισχυρισμούς του και τους απέρριψε με τις αντίθετες επί της ουσίας παραδοχές του. Εξάλλου, με τον ίδιο αναιρετικό λόγο πλήττει ο αναιρεσείων την προσβαλλόμενη απόφαση και για το λόγο ότι το Εφετείο δεν απάντησε στον ισχυρισμό του ότι οι εναγόμενοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν βραδέως με την προσθήκη στις έγγραφες προτάσεις τους ενώπιον του Πρωτοδικείου το αναφερόμενο πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου της πρώτης εξ αυτών, το οποίο είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι δεν αποτελεί "πράγμα"' κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθμός 8 ο ως άνω λόγος έφεσης. Εξάλλου, στο Εφετείο μπορεί να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων, κατά τη διάταξη του άρθρου 529 ΚΠολΔ.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 522 ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για να αποφασίσει αν πρέπει ή όχι να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιοριστεί στην έρευνα των παραπόνων που διατυπώνονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους και των ισχυρισμών που ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών προβάλλει ο εφεσίβλητος (άρθρο 527 αρ.1 ΚΠολΔ), καθώς και εκείνων η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους έφεσης και τα οποία το δικαστήριο κατά νόμο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, όπως το ορισμένο ή το νόμω βάσιμο της αγωγής (ΑΠ 194/2021, 782/2019, 727/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο πρόσθετο λόγο, ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και διότι, ενώ στα πλαίσια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης ήταν αρμόδιο να ερευνήσει τους αγωγικούς ισχυρισμούς του ότι η καταγγελία της σύμβασής του ήταν άκυρη λόγω μη τήρησης του έγγραφου τύπου, άλλως διότι δεν υπήρχε σπουδαίος λόγος γι' αυτή, όπως προβλέπει ο ισχύων για το προσωπικό της ΔΕΥΑΜΒ Κανονισμός και εντελώς επικουρικά λόγω καταχρηστικής ασκήσεως του σχετικού δικαιώματος της πρώτης εναγομένης, καθώς και το δικαίωμά του να αξιώσει λόγω της ακυρότητας της καταγγελίας αποζημίωση και μισθούς υπερημερίας και περαιτέρω τις διαφορές των μισθών που εδικαιούτο, εφόσον του καταβάλλονταν αμοιβές μικρότερες από τις ελάχιστες νόμιμες αμοιβές για την παροχή υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία, παρέλειψε τούτο και στη συνέχεια απέρριψε κατ' ουσία την έφεσή του, επικυρώνοντας την πρωτόδικα απόφαση.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, διότι οι ως άνω ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος προβάλλονται αλυσιτελώς και ουδεμία ασκούν επιρροή στην έκβαση της δίκης, εφόσον το Εφετείο δεν δέχθηκε τη σύναψη σύμβασης έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία μεταξύ των διαδίκων, ώστε να είναι υποχρεωμένο να απαντήσει επί των ανωτέρω κεφαλαίων της αγωγής.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται μόνο όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα, απαράδεκτο ή έκπτωση από δικαίωμα, που προέρχεται από παραβίαση δικονομικής διάταξης και όχι διάταξης ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2019). Με το δεύτερο σκέλος του τρίτου πρόσθετου λόγου ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση και για την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 14, αιτιώμενος αυτή για τη μη κήρυξη ως απαραδέκτου του ισχυρισμού- ένστασης των εναγομένων για το είδος της σχέσης ως σύμβασης έμμισθης εντολής με αμοιβή κατ' αποκοπή για κάθε υπόθεση, η οποία δεν είχε καταχωρηθεί στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, το απαράδεκτο του οποίου προέβαλε με σχετικό λόγο έφεσης ενώπιον του Εφετείου.

Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα εξής: Οι αναιρεσίβλητοι -εναγόμενοι με τις έγραφες προτάσεις τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου αρνήθηκαν αιτιολογημένα την ένδικη αγωγή, ισχυριζόμενοι ότι η επίμαχη σύμβαση δεν ήταν σύμβαση έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου με πάγια αντιμισθία, όπως επικαλείτο στην αγωγή ο αναιρεσείων -ενάγων (σελίδα 11 των πρωτόδικων προτάσεων), οπότε δεν πρόβαλαν για πρώτη φορά τον ως άνω ισχυρισμό με την προσθήκη επί των προτάσεων αυτών.

Σε κάθε όμως περίπτωση, ο ανωτέρω ισχυρισμός, ως αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, δεν ήταν αναγκαίο να καταχωρηθεί στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης προκειμένου να είναι παραδεκτός, όπως επικαλείται ο αναιρεσείων. Επομένως, ο λόγος αυτός είναι πρωτίστως απαράδεκτος.

Με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του ν. 4335/2015(ΦΕΚ Α/23-7-2015), ο οποίος έχει έναρξη ισχύος από 1-1-2016 (άρθρο 1 άρθρο ένατο του νόμου αυτού), αντικαταστάθηκε το βιβλίο τέταρτο για τις ειδικές διαδικασίες και στη διάταξη του άρθρου 591 παρ. 1 περ. ζ ΚΠολΔ ορίζεται ότι" Τα άρθρα 1 έως 590 εφαρμόζονται και στις ειδικές διαδικασίες, εκτός αν αντιβαίνουν προς τις ειδικές διατάξεις των διαδικασιών αυτών.

Αν στις ειδικές αυτές διατάξεις δεν ορίζεται διαφορετική α)....ζ) ανταγωγή, αντέφεση και πρόσθετοι λόγοι έφεσης και αναψηλάφησης ασκούνται με ποινή απαραδέκτου με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνονται και επιδίδονται στον αντίδικο οκτώ (8) ημέρες πριν από τη συζήτηση, η οποία ορίζεται υποχρεωτικά κατά την ημερομηνία συζήτησης της κύριας υπόθεσης".

Στην προκείμενη περίπτωση, με το πρώτο σκέλος του πέμπτου λόγου αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, επικαλούμενος ότι το Εφετείο δεν ερεύνησε τους από 23-9-2016 πρόσθετους λόγους έφεσης που άσκησε με τις έγγραφες προτάσεις του ενώπιον αυτού, οι οποίες κατατέθηκαν στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστήριο στις 23-9-2016 (ημερομηνία συζήτησης της έφεσής του).

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει στους πρόσθετους αυτούς λόγους έφεσης, οι οποίοι ήταν απαράδεκτοι, ενόψει του ότι δεν ασκήθηκαν με ιδιαίτερο δικόγραφο το οποίο έπρεπε να επιδοθεί στους αναιρεσίβλητους και τότε εφεσίβλητους οκτώ ημέρες πριν τη δικάσιμο.

Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει από 1-1-2002, μετά την απάλειψη της φράσης "ή δεν διέταξε αποδείξεις" με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν. 2915/2001, ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.

Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, οι οποίοι έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.

Δεν απαιτείται, όμως, η επί μέρους αιτιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή η εξειδίκευση των εγγράφων, ούτε η ιδιαίτερη αναφορά των εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη προκειμένου το δικαστήριο να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα (ΑΠ 15/2021, 703/2019, 576/2018, 886/2017, 237/2016). Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το τρίτο σκέλος, και με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενος ειδικότερα ότι το Εφετείο κατέληξε στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα λαμβάνοντας υπόψη ως αληθινά πράγματα που δεν αποδείχθηκαν όσον αφορά τη φύση της σύμβασης που τον συνέδεε με την πρώτη εναγομένη και τη μεταξύ τους συμφωνία για μηνιαία αμοιβή που δεν θα έπρεπε να υπερβαίνει το ποσό των 1500 ευρώ.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο για να καταλήξει στο πιο πάνω αποδεικτικό πόρισμα έλαβε υπόψη την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως που δόθηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, τις υπ' αριθμ. 712, 713 και 714/13-5-2015 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων του ενάγοντος, που δόθηκαν ενώπιον του Ειρηνοδίκη Βόλου και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν ενώπιον αυτού.

Μάλιστα στην προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται ρητή μνεία ορισμένων από τα έγγραφα αυτά, όπως π.χ. η υπ' αριθμ 8/2007 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της ΔΕΥΑΜΒ, βεβαιώσεις καταβολής αμοιβών της ΔΕΥΑΜΒ, συγκεντρωτικές καταστάσεις αμοιβών από αυτή και το υπ' αριθμ. 96/3-5-2012 πρακτικό συνεδρίασης του Διοικητικού Συμβουλίου της ΔΕΥΑΜΒ.

Κατόπιν αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων σύμφωνα με το σχετικό αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21-1-2019 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθ. 32/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας και τους από 2-1-2020 πρόσθετους λόγους αυτής. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2020.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 21 Φεβρουαρίου 2022.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ