Legislator Case Law & Legislation
278/2020 AI generated

278/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 278/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Καρυστηναίου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

278/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Keywords

AI generated
withdrawal of administrative act withdrawal of opposition cessation of benefits voluntary withdrawal dismissal of traffic proceedings lapse due to peremption
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 278 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 278/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Καρυστηναίου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 5η Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν. Γ. του Ι., κατοίκου ... ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Μήλλα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΛΙΜΕΝΟΣ ΠΑΤΡΩΝ ΑΕ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Πάτρα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Παναγιώτη Σιώμου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-1-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν η 496/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 494/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4-10-2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, η αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, η έχει αιτιολογίες αντιφατικές η ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984).

Με τη διάταξη του άρθρου εικοστού πρώτου του Ν. 2932/2001 (ΦΕΚ Α' 145 / 27-6-2001) ορίστηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: 3. Τα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία...............Λιμενικό Ταμείο Πατρών [.....] μετατρέπονται σε ανώνυμες εταιρείες με τις επωνυμίες αντίστοιχα [.....] "Οργανισμός Λιμένος Πατρών Ανώνυμη Εταιρεία" [.....] και με διακριτικό τίτλο αντίστοιχα "Ο.Λ.Π.Α. Α.Ε." (.....) 5. Κάθε οργανισμός Λιμένος Α.Ε. της παραγράφου 3 είναι ανώνυμη εταιρεία κοινής ωφέλειας με σκοπό την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας και διέπεται συμπληρωματικά από τις διατάξεις του Κ.Ν.2190/1920 (ΦΕΚ 144 Α'), τις διατάξεις του ΒΔ 14 / 19 - 1 - 1939 (ΦΕΚ 24 Α) και του ΑΝ 2344/1940 (ΦΕΚ 154 Α), όπως κάθε φορά ισχύουν. 6. α)Η κινητή και ακίνητη περιουσία του μετατρεπόμενου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου περιέρχεται στην Ανώνυμη Εταιρεία, η οποία υπεισέρχεται σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του, καθώς και σε κάθε δικαιοπραξία που έχει συναφθεί και ευρίσκεται σε ισχύ μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού ως καθολικός διάδοχος του νομικού προσώπου [....].

10. Η ανάγκη για την εκπλήρωση του σκοπού των Α.Ε. κανονισμοί εκδίδονται από το Διοικητικό Συμβούλιο, μετά από εισήγηση του Συμβουλίου Διεύθυνσης. Μέχρι την έκδοση των κανονισμών του προηγούμενου εδαφίου εφαρμόζονται οικείες διατάξεις που ίσχυαν κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου.

11. Όπου στην ισχύουσα νομοθεσία ή σε έγγραφα δημόσια ή ιδιωτικά αναγράφεται η επωνυμία του Λιμενικού Ταμείου που μετατρέπεται, νοείται, από την έναρξη ισχύος του νόμου υπαγωγής, η Α.Ε." Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 10 του Ν. 3075/2002 (ΦΕΚ Α' 297) εδάφια α', β', γ', δ', ε' και στ' ορίστηκαν τα εξής: "α.Το Τακτικό προσωπικό που υπηρετούσε στα πρώην Ν.Π.Δ.Δ. λιμενικά ταμεία [...] Πατρών [...] κατά το χρόνο της μετατροπής τους με το Ν. 2932 / 2001 (ΦΕΚ 145 Α) σε ανώνυμες εταιρείες, εξακολουθεί να διέπεται από το ασφαλιστικό καθεστώς κυρίας, επικουρικής ασφάλισης και πρόνοιας, καθώς και υγειονομικής περίθαλψης που είχε πριν την κατά τα άνω μετατροπή και όλοι η εφεξής υπηρεσία του προσωπικού αυτού στις ανώνυμες εταιρείες από την σύστασή τους θεωρείται ως πραγματική συντάξιμη υπηρεσία που διανύθηκε στα πρώην λιμενικά ταμεία (ΝΠΔΔ).

β.Ο λογαριασμός του Ν. 103 / 1975, που ετηρείτο από τα ΝΠΔΔ για την λήψη εφάπαξ βοηθήματος των υπαλλήλων του, διατηρείται και μετά την μετατροπή τους σε ανώνυμες εταιρείες και διέπεται από την κείμενη νομοθεσία όπως ισχύει κάθε φορά. Ο ειδικός αυτός λογαριασμός διατηρείται μέχρι την αποχώρηση όλων των υπαλλήλων από την υπηρεσία, οπότε και καταργείται αυτοδικαίως. [...].

γ. Οι ασφαλιστικές εισφορές που προβλέπονται από τη νομοθεσία των φορέων κυρίας, επικουρικής ασφάλισης, πρόνοιας και υγειονομικής περίθαλψης για την ασφάλιση του παραπάνω προσωπικού καταβάλλονται του μεν εργοδότη από τις συσταθείσες Α.Ε. του δε ασφαλισμένου από τους ίδιους.

δ. Ο υπολογισμός των εισφορών, η αναγνώριση υπηρεσιών και προϋπηρεσιών, καθώς και ο κανονισμός της σύνταξης του προσωπικού της παραγράφου αυτής γίνεται με βάση τον εκάστοτε βασικό μισθό ενέργειας του μισθολογικού κλιμακίου ή του βαθμού του κλάδου δημοσίων πολιτικών υπαλλήλων, με τους οποίους έχουν τα ίδια τυπικά προσόντα και που αντιστοιχεί στα έτη υπηρεσίας του κάθε υπαλλήλου μαζί με την προσαύξηση του επιδόματος χρόνου υπηρεσίας όπως αυτά ορίζονται κάθε φορά από την οικίες μισθολογικές διατάξεις του Δημοσίου.

Τυχόν επιπλέον καταβαλλόμενα πόσα πέραν των όσων καταβάλλονται στους δημόσιους υπαλλήλους και τους προς αυτούς εξομοιουμένους, δεν λαμβάνονται υπόψη για τις παραπάνω αιτίες, με την επιφύλαξη των διατάξεων του Ν. 2084/1992 για τους διορισθέντες από 1.1.1993 και μετά. Ως προς την επικουρική σύνταξη και το εφάπαξ βοήθημα έχει εφαρμογή η παράγραφος 1 του άρθρου 33 του ν. 2874/2000.

στ. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής ισχύουν από την ισχύ του νόμου περί μετατροπής λιμενικών ταμείων σε ανώνυμες εταιρείες." Ακολούθως, στην παρ.1 του άρθρου 1 του ν. 103/1975 (Α'167), όπως αυτή ίσχυε μετά την αντικατάστασή της με την παρ.1 του άρθρου 15 του ν. 2079/1992 (Α' 142) και την τροποποίησή της με την παρ.1 του άρθρου μόνου του π.δ. 291/1995 (Α' 164), ορίζεται ότι: " Στους τακτικούς υπαλλήλους των ν.π.δ.δ., που δεν υπάγονται στην ασφάλιση Ταμείου Προνοίας ή κλάδου Πρόνοιας ή στον αν 513 / 1968...

που αποχωρούν ή απολύονται από την υπηρεσία και δικαιούνται σύνταξη γήρατος η αναπηρίας, καταβάλλεται από τα νομικά πρόσωπα από τα οποία αποχωρούν ή απολύονται αυτοί, αναλόγως των ετών της υπηρεσίας τους, εφάπαξ χρηματικό βοήθημα υπολογιζόμενο επί των τακτικών αποδοχών τους κατά τον εξής τρόπο: χρόνος υπηρεσίας... 35 ετών συμπληρωμένων, ποσό βοηθήματος 28 μηνών αποδοχές...".

Περαιτέρω, κατά την παρ.4 του ίδιου άρθρου, η οποία, μετά την κατάργησή της με την παρ.1 του άρθρου 6 του ν. 765/1978 (Α' 49), προστέθηκε με την παρ.2 του άρθρου 5 του ν. 854/1978 (Α' 236): "Αι διατάξεις του παρόντος δεν εφαρμόζονται ωσαύτως επί των δικαιουμένων πάρα του εξ ου αποχωρούν ή απολύονται ν.π.δ.δ. ετέρου εφ'άπαξ χρηματικού βοηθήματος ή αποζημιώσεως, εφ'όσον καταβάλλονται βάσει των καθ'οιονδήποτε τρόπον εκδοθεισών και εφαρμοζόμενων διατάξεων νόμων, κανονιστικών διαταγμάτων και υπουργικών αποφάσεων, ασφαλιστικαί εισφοραί διά την χορήγησιν των εν λόγω παροχών".

Ακολούθως, στο άρθρο 30 του Ν. 2592/1998 ορίζεται ότι: "1.α. Οι αποχωρούντες από το έτος 2000 και εφεξής τακτικοί υπάλληλοι των ΝΠΔΔ, που υπάγονται στο καθεστώς του ν. 103/1975 για την λήψη εφάπαξ βοηθήματος, δικαιούνται, κατά την αποχώρησή τους λόγω συνταξιοδοτήσεως εφάπαξ βοήθημα μέχρι του ποσού που καταβάλλει το Ταμείο Πρόνοιας Δημοσίων Υπαλλήλων στους ασφαλισμένους του της αυτής κατηγορίας για τα ίδια χρόνια πραγματικής ασφάλισης από το χρόνο υπαγωγής τους στις διατάξεις του ν. 103/1975 και όχι πριν την 1.10.1975 και αναλόγως της οικονομικής δυνατότητας εκάστου ταμείου. 4.Κατά τα λοιπά ισχύουν οι διατάξεις του νόμου 103/1975, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει σήμερα." Επίσης, ο κώδικας Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και ΝΠΔΔ (Υπαλληλικός Κώδικας) που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Ν. 3528 / 2007 (Α' 26) προβλέπει καταρχήν στο άρθρο 2 ότι: "1.

Στις διατάξεις του παρόντος Κώδικα υπάγονται οι πολιτικοί διοικητικοί υπάλληλοι του κράτους και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου. 2.Υπάλληλοι ή λειτουργοί του κράτους ή νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, οι οποίοι, κατά συνταγματική ή νομοθετική πρόβλεψη, διέπονται από ειδικές διατάξεις, καθώς και οι υπάλληλοι των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, υπάγονται στις διατάξεις του παρόντος για όσα θέματα δεν ρυθμίζονται από τις ειδικές για αυτούς διατάξεις.".

Επίσης, στο άρθρο 147 προβλέπεται ότι "1. Η παραίτηση αποτελεί δικαίωμα του υπαλλήλου και υποβάλλεται εγγράφως... 5.Η αίτηση παραίτησης γίνεται αποδεκτή με πράξη που εκδίδεται από το αρμόδιο όργανο και δημοσιεύεται σε περίληψη στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Η υπηρεσία δεν μπορεί να κάνει αποδεκτή την αίτηση παραίτησης πριν από την πάροδο δεκαπέντε (15) ημερών από την υποβολή της.

Αν μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες από την πάροδο δεκαπέντε (15) ημερών από την υποβολή της αίτησης παραίτησης ο υπάλληλος επανέλθει με δεύτερη αίτηση, εμμένοντας στην παραίτηση του, αυτή γίνεται αυτοδικαίως αποδεκτή και λύεται η υπαλληλική σχέση από την ημέρα υποβολής της δεύτερης αίτησης. Η αίτηση παραίτησης θεωρείται ότι έχει γίνει αποδεκτή και λύεται αυτοδικαίως υπαλληλική σχέση, αν παρέλθει άπρακτη προθεσμία δύο (2) μηνών από την υποβολή της.

Για την λύση της υπαλληλικής σχέσης εκδίδεται διαπιστωτική πράξη, περίληψη της οποίας δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως..." και στο άρθρο 156 ορίζεται ότι "1. Η υπαλληλική σχέση λύεται με απόφαση του οικείου Υπουργού ή του μονομελούς οργάνου διοίκησης του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου και, αν δεν υπάρχει, του προέδρου του συλλογικού οργάνου διοίκησης των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, περίληψη της οποίας δημοσιεύεται στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 2.

Εκτός από τις περιπτώσεις αυτοδίκαιης λύσης, η υπαλληλική σχέση λύεται με την κοινοποίηση της απόφασης στον ενδιαφερόμενο. Αν η απόφαση αυτή δεν κοινοποιηθεί μέσα σε είκοσι (20) ημέρες από την δημοσίευσή της, η υπαλληλική σχέση λύεται αυτοδικαίως από την πάροδο του εικοσαήμερου." Τέλος, στην υποπαράγραφο ΙΑ.5 με τίτλο " ΜΕΙΩΣΗ ΣΥΝΤΑΞΕΩΝ ΚΑΙ ΕΦΑΠΑΞ ΒΟΗΘΗΜΑΤΩΝ" του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012 " Μεσοπρόθεσμο 2013 - 2016:

Συντάξεις, Μισθολογικά, Εργασιακά, Αποκρατικοποιήσεις, Φάρμακα, Καύσιμα κλπ" (Α 222), ορίζονται τα εξής: "...2. Στους ασφαλισμένους μέχρι 31.12.1992 που αποχώρησαν ή θα αποχωρήσουν της υπηρεσίας από 1.8.2010 και μετά, στους οποίους δεν έχει εκδοθεί η σχετική απόφαση χορήγησης του εφάπαξ βοηθήματος, το ποσό του εφάπαξ βοηθήματος μειώνεται ποσοστιαία κατά φορέα - τομέα πρόνοιας.

Συγκεκριμένα: στον Τομέα Πρόνοιας Εργατοϋπαλλήλων Μετάλλου του ΤΑΠΙΤ κατά 2,21%... στον τομέα Πρόνοιας Υπαλλήλων ΝΠΔΔ του ΤΠΔΥ κατά 42.29%... 4. Η ποσοστιαία μείωση 42,29%, καθώς και κάθε μεταβολή αυτής, στο ποσό του εφάπαξ βοηθήματος που χορηγεί ο Τομέας ΝΠΔΔ του ΤΠΔΥ για χρόνο ασφάλισης που πραγματοποιήθηκε μετά την 1.1.2006 έχει εφαρμογή και στο ποσό του εφάπαξ βοηθήματος που δικαιούνται οι αποχωρούντες υπάλληλοι, ασφαλισμένοι στο καθεστώς του ν. 103/1975 (Α' 167), από το νομικό πρόσωπο στο οποίο τηρείτο ο λογαριασμός του ν. 103/1975 (Α' 167) για χρόνο υπηρεσίας που διανύθηκε μέχρι 31.12.2005, σύμφωνα με το άρθρο 21 του νόμου 3232/2004 (Α' 48)... 6.

Κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη που ορίζει διαφορετικά τα θέματα των προηγούμενων περιπτώσεων καταργείται." Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι δυνάμει των διατάξεων του άρθρου πρώτου υπό παράγραφος 1Α.5 του Ν. 4093 / 2012 οι οποίες κρίθηκαν συνταγματικές (Ολ. ΣτΕ 734/2016) προβλέφθηκε ποσοστιαία μείωση κατά φορέα - τομέα πρόνοιας του ποσού του εφάπαξ βοηθήματος που αφορά τους ασφαλισμένους μέχρι την 31-12-1992, οι οποίοι απεχώρησαν ή θα αποχωρήσουν από την υπηρεσία τους από την 1-8-2010 και μετά και για τους οποίους δεν έχει εκδοθεί η σχετική απόφαση χορήγησης του βοηθήματος.

Η εν λόγω μείωση, η οποία όσον αφορά τον Τομέα Πρόνοιας Υπαλλήλων του ΤΠΔΥ είναι της τάξεως του 42,29%, καθώς και κάθε μεταβολή αυτής, στο ποσό του χορηγούμενου από τον τομέα ΝΠΔΔ του ΤΠΔΥ εφάπαξ βοηθήματος για χρόνο ασφάλισης που πραγματοποιήθηκε μετά την 1-1-2006, εφαρμόζεται και στο ποσό του δικαιούμενου εφάπαξ βοηθήματος των αποχωρούντων υπαλλήλων των ασφαλισμένων υπό το καθεστώς του Ν. 103/1975 από το νομικό πρόσωπο στο οποίο τηρείται ο λογαριασμός του Ν. 103/1975 για χρόνο υπηρεσίας διανυθέντα μέχρι την 31-12-2005, σύμφωνα με το άρθρο 21 του νόμου 3232/2004.

Επίσης κατά την έννοια των προαναφερθεισών, διατάξεων η περικοπή (ποσοστιαία μείωση) του εφάπαξ βοηθήματος εφαρμόζεται στην περίπτωση υπαλλήλου που πληροί τις ακόλουθες προϋποθέσεις: 1) υπαγωγή του στην ασφάλιση μέχρι την 31-12-1992, 2) αποχώρησή του από την υπηρεσία από 1-8-2010 και μετά και 3) μη έκδοση κατά την έναρξη ισχύος του Ν. 4093 / 2012 (12-11-2012) απόφασης χορήγησης της ως άνω εφάπαξ παροχής.

Εξάλλου, κατά την σαφή έννοια της προεκτεθείσης διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 103 / 1975 για την γένεση της αξίωσης καταβολής της εν λόγω εφάπαξ παροχής βασική προϋπόθεση είναι η αποχώρηση ή απόλυση του υπαλλήλου από την υπηρεσία. Τούτο δε διότι δίχως την προϋπόθεση αυτή (αποχώρηση ή απόλυση του υπαλλήλου από την υπηρεσία) ο υπάλληλος δεν δικαιούται να λάβει την ως άνω εφάπαξ παροχή το ύψος της οποίας άλλωστε καθορίζεται με βάση τον χρόνο αυτής (αποχώρησης ή οι απόλυσης) και το συνολικό χρόνο υπηρεσίας του (ΑΠ4/2001, ΣτΕ 2999/2009, ΣτΕ 3039/2008).

Εάν η αποχώρηση ή απόλυση του υπαλλήλου δεν αποτελούσε προϋπόθεση τόσο για την θεμελίωση του σχετικού δικαιώματος, όσο και για την λήψη της εφάπαξ αυτής παροχής ο χρόνος υπηρεσίας του υπαλλήλου μέχρι την αποχώρησή του δεν θα ελαμβάνετο υπόψη για τον καθορισμό του ύψους της εν λόγω παροχής και θα αρκούσε μόνο ο αναγκαίος χρόνος για την θεμελίωση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος του υπαλλήλου, πράγμα το οποίο εάν ο νομοθέτης επιθυμούσε, θα το όριζε ρητά.

Τέλος, από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει επίσης σαφώς ότι μόνη η υποβολή της πρώτης αίτησης του υπαλλήλου για παραίτησή του από την υπηρεσία του ουδεμία συνέπεια ως προς την παραίτησή του επιφέρει, παρά μόνο την εκκίνηση της σχετικής δεκαπενθήμερης προθεσμίας για την νέα (2η) αίτηση παραίτησής του, από την υποβολή της οποίας και μόνο λύεται υπαλληλική σχέση.

Στην προκειμένη περίπτωση ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων με την από 27-1-2015 αγωγή του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πατρών εκθέτει ότι προσελήφθη την 27-9-1983 ως υπάλληλος από την εναγομένη, ήδη αναιρεσίβλητη, η οποία τότε είχε τη μορφή ΝΠΔΔ " ΛΙΜΕΝΙΚΟ ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΤΡΩΝ", στην συνέχεια δε μετατράπηκε δυνάμει του άρθρου εικοστού πρώτου του Ν. 2932/2001 σε ανώνυμη εταιρεία με την σημερινή της επωνυμία.

Ότι με την από 8-11-2012 πρώτη αίτησή του προς την εναγόμενη - αναιρεσίβλητη υπέβαλε την παραίτησή του σύμφωνα με τις διατάξεις του υπαλληλικού κώδικα οι οποίες τυγχάνουν εφαρμογής και στην εναγομένη, προκειμένου να λάβει σύνταξη γήρατος ως έχων συμπληρώσει τις προϋποθέσεις πλήρους συνταξιοδότησής του.

Ότι την 23-11-12 υπέβαλε την δεύτερη αίτηση παραιτήσεώς του, η οποία έγινε δεκτή με την υπ/αριθ 8194/23-11-2012 απόφαση του Διευθύνοντος Συμβούλου της εναγομένης, οπότε και λύθηκε από την 23-11-2012 η εργασιακή του σχέση με την εναγομένη. Ότι κατά την αποχώρησή του, του χορηγήθηκε ως προβλεπόμενη από το Ν. 103 / 1975 εφάπαξ χρηματική παροχή ποσού 19.107 ευρώ αντί του πράγματι οφειλομένου ποσού των 33.108 ευρώ.

Ζήτησε δε με την αγωγή του αυτή να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει την εντεύθεν προκύπτουσα διαφορά ύψους 14.001 ευρώ νομιμοτόκως. Το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την υπ/αριθ 496/2015 απόφαση δέχτηκε την αγωγή ως βάσιμη, κατόπιν δε ασκηθείσης εφέσεως κατ' αυτής εκ μέρους της εναγομένης εξεδόθη ήδη προσβαλλόμενη απόφαση με την οποία έγινε δεκτή η έφεση εξαφανίστηκε η άνω πρωτόδικη απόφαση και ακολούθως απερρίφθη η αγωγή.

Ειδικότερα, το Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών, δικάζον ως Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε τα ακόλουθα: "Ο ενάγων διορίστηκε την 27-09-1983 ως υπάλληλος στην εναγομένη, η οποία είχε τότε τη μορφή Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου (Λιμενικό Ταμείο Πατρών), δυνάμει της υπ' αριθ. 193/1983 Πράξεως της Λιμενικής Επιτροπής, η οποία δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 170/Ν.Π.Δ.Δ./27-09-1983.

Στο μισθό που ελάμβανε ο ενάγων από την πρόσληψή του (27-09-1983), γίνονταν κρατήσεις σύμφωνα με το άρθρο 2. του Ν. 103/1975 (ΦΕΚ Α' 167) για τη λήψη του ειδικού εφάπαξ βοηθήματος του νόμου αυτού, δεδομένου ότι η εναγομένη ήταν Ν.Π.Δ.Δ. και από την ισχύ του ως άνω νόμου, υπήχθησαν στη ρύθμισή του αυτοδικαίως όλοι οι υπάλληλοι των Ν.Π.Δ.Δ., που δικαιούνταν το ανωτέρω βοήθημα.

Εν συνεχεία, με τη διάταξη του άρθρου 21 του Ν. 2932/2001 (ΦΕΚ Α' 145/27-06-2001) ορίστηκε ότι το Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Λιμενικό Ταμείο Πατρών" μετατρέπεται σε ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Οργανισμός Λιμένος Πατρών Α.Ε." και με τον διακριτικό τίτλο "Ο.Λ.Π.Α. Α.Ε.", τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας και διέπεται συμπληρωματικά από τις διατάξεις του κ.ν. 2190/1920 (ΦΕΚ 144 Α), τις διατάξεις του β.δ. 14/19-1-1939 (ΦΕΚ 24 Α) και του Α.Ν. 2344/1940 (ΦΕΚ 154 Α), όπως κάθε φορά ισχύουν.

Ο ενάγων έχοντας συμπληρώσει τις προυποθέσεις συνταξιοδότησης από το έτος 2011 ως τρίτεκνος πατέρας με τη συμπλήρωση του 52ου έτους της ηλικίας του, υπέβαλε στην αντίδικό του στις 08-11-2012 την πρώτη αίτηση παραίτησής του, προκειμένου να λάβει σύνταξη γήρατος. Ακολούθως, στις 23-11-2012 υπέβαλε τη δεύτερη αίτηση παραίτησης, η οποία πλέον έγινε αυτοδίκαια αποδεκτή με την υπ' αριθ. 8194/23-11-2012 απόφαση του Διευθύνοντος Συμβούλου της εναγομένης, που εκδόθηκε σύμφωνα με τα άρθρα 148 παρ. 5 και 156 παρ. 1 του Ν. 3526/2007 και δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 1281 Γ/03-12-2012.

Εν προκειμένω, εφόσον δεν υφίσταται διάταξη περί λύσεως της υπαλληλικής σχέσεως των υπαλλήλων της εναγομένης ανώνυμης εταιρείας, ούτε στο Ν. 103/1975, επομένως, τυγχάνουν εφαρμογής οι οικείες διατάξεις του Υπαλληλικού Κώδικα. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, στην προκειμένη περίπτωση της παραίτησης του ενάγοντος από την υπηρεσία του, δια υποβολής δύο αιτήσεων παραίτησης (της δεύτερης, περί εμμονής του υπαλλήλου στην υποβληθείσα δια της πρώτης αίτησης παραίτησής του, υποβαλλόμενης εντός της προβλεπόμενης στην παρ. 5, εδάφιο τρίτο, του άρθρου 148 προθεσμίας, οπότε κατά ρητή επιταγή του νόμου αυτή γίνεται αυτοδικαίως δεκτή), η λύση της υπαλληλικής σχέσης, κατ' απόκλιση του κανόνα λύσης της υπαλληλικής σχέσης από την κοινοποίηση στο υπάλληλο της πράξης απόλυσής του, επέρχεται από την ημέρα υποβολής της δεύτερης αίτησης και στη συνέχεια, εκδίδεται απλώς διαπιστωτική πράξη, περίληψη της οποίας δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και η έκδοση της οποίας δεν μεταφέρει σε μεταγενέστερο χρόνο τη λύση της υπαλληλικής σχέσης (ΝΣΚ 201/2012).

Εν όψει των ανωτέρω, η εργασιακή σχέση του ενάγοντος λύθηκε στις 23-11-2012 και έκτοτε κατέστη δικαιούχος της σύμφωνα με το Ν. 103/1975 χρηματικής παροχής (εφάπαξ βοηθήματος) από την εναγομένη για το χρονικό διάστημα από την πρόσληψή του μέχρι την 31-12-2005, για δε το υπόλοιπο διάστημα από το Ταμείο Προνοίας Δημοσίων Υπαλλήλων (Τ.Π.Δ.Υ.).

Η εναγομένη δε του χορήγησε κατά την αποχώρησή του από την υπηρεσία στις 23-11-2012 εφάπαξ βοήθημα, ποσού 19.107,00 ευρώ, το οποίο είχε προσδιοριστεί με περικοπή ποσοστού 42,29%, σύμφωνα με τη διάταξη της υποπαραγράφου 5 της παραγράφου ΙΑ του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012. Στο σημείο αυτό αναφέρεται ότι ο ενάγων θα μπορούσε μετά την ψήφιση του ανωτέρω μνημονιακού νόμου, την ύπαρξη του οποίου δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι δεν γνώριζε λόγω της πρόκλησης τεράστιων δυσμενών αλλαγών στις εργασιακές σχέσεις και την συνταξιοδοτική κατάσταση όλων των Ελλήνων πολιτών, να ανακαλέσει την πρώτη αίτηση παραίτησής του, πλην όμως ενέμεινε στην πρόωρη απονομή σύνταξης σε ηλικία 52 ετών και στο μειωμένο εφάπαξ, αντί να συνεχίσει να εργάζεται.

Κατά συνέπεια δεν υπάρχει δικαίωμα προβολής νέων απαιτήσεων για καταβολή διαφορών στο ήδη ληφθέν εφάπαξ, καθόσον η έννομη σχέση του ενάγοντος (ασφαλισμένου) με την αντίδικό του αναπτύχθηκε και ολοκληρώθηκε σε χρόνο κατά τον οποίο η μετέπειτα κριθείσα διάταξη του άρθρου πρώτου υποπαράγραφος ΙΑ. 5 του Ν. 4093/2012 ως συνταγματική από την ολομέλεια του ΣτΕ δυνάμει της υπ' αριθ. 734/2016 αποφάσεως, είχε πλήρη ισχύ (βλ.αντίθετα ΟλΕΣ, πρακτικά της 19ης Γενικής Συνέλευσης της 08-10-2014, ΕΔΚΑ τόμος ΝΖ 2015. 557, αφορώντα κυρίως την αντισυνταγματικότητα της αναδρομικότητας του εν λόγω μνημονιακού νόμου, που όμως στην προκείμενη περίπτωση δεν τυγχάνει εφαρμογής λόγω της λύσης της υπαλληλικής σχέσης μετά την ισχύ του εν λόγω νόμου).

Εν όψει των ανωτέρω ο ενάγων δεν δικαιούται την επιπλέον καταβολή εφάπαξ χρηματικής παροχής και ως εκ τούτου θα έπρεπε να απορριφθεί η υπό κρίση αγωγή. Κατά συνέπεια το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκανε δεκτή την υπό κρίση αγωγή έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου, γενομένου δεκτού του σχετικού λόγου εφέσεως ........" Με τις κρίσεις του αυτές το Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών, δικάζον ως Εφετείο, το οποίο δέχτηκε την έφεση της εναγομένης, εξαφάνισε την πρωτόδικη, απόφαση και ακολούθως απέρριψε την αγωγή, προέβη σε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αναιρετικώς ανέλεγκτα έκρινε αποδεδειγμένα - στις προεκτεθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που εφάρμοσε, τις οποίες δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία η εφαρμογή.

Τούτο δε διότι κρίσιμος χρόνος για τον καθορισμό του εφαρμοστέου νομοθετικού καθεστώτος για την καταβολή της ένδικης εφάπαξ παροχής είναι ο χρόνος αποχωρήσεως του υπαλλήλου από την υπηρεσία και εν προκειμένω η αποχώρηση του ενάγοντος - αναιρεσείοντος έγινε στις 23-11-2012, δηλαδή σε κάθε περίπτωση μετά το χρονικό σημείο που ορίζει ο νόμος 4093/2012 (1-8-2010).

Σε καμμία δε περίπτωση η αξίωση αυτή δεν γεννάται από τον χρόνο συμπληρώσεως των προϋποθέσεων συνταξιοδότησης, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείον και ούτε άγει σε διαφορετική ερμηνεία η πρόβλεψη του άρθρου 1 παρ.2 του Ν. 103/1975 για το κληρονομητό της αξίωσης του ενδίκου εφάπαξ βοηθήματος από την χήρα (χήρο) και τα τέκνα του θανόντος υπαλλήλου δεδομένου ότι πρόκειται για ειδικότερη ρύθμιση που αφορά αποκλειστικά τον συγκεκριμένο και πάντως διαφορετικό από την αποχώρηση - παραίτηση τρόπο λύσης της υπαλληλικής σχέσης (θάνατο).

Διέλαβε δε στο υπαγωγικό συλλογισμό του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ανωτέρω. Επομένως, οι περί του αντιθέτου πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλόμενη αληθώς οι από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ (και όχι 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) αναιρετικές πλημμέλειες είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στην δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις και σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρο 176,183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4-10-2017 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ.494/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία δαπάνη ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Μαρτίου 2020.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ