Legislator Case Law & Legislation
278/2017 AI generated

278/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 278/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

278/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Φιοράκης, ανέγνωσε την από 12-4-2016 έκθεση του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και των πρόσθετων λόγων αυτής.

Keywords

AI generated
agricultural use international agreements common flat-rate scheme for farmers deprivation of existing use target agreement conflict with a prior design
AI generated
1372/2023
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-2-2019 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο ....
1504/2013
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Μαζαράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα και κωλύματος του αρχαιοτέρου Αρεοπαγίτη), Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
1136/2011
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη, Χαράλαμπο Αθανασίου και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.
1333/2010
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
10/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 278 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 278/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του, στις 7 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μ. Π. του Κ., ήδη συζ. Π. Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Γεωργία Παραμαρλή.

Των αναιρεσίβλητων: 1)Π. Ξ. του Θ., συζ. Δ. Μ., 2)Ε. χήρας Θ. Ξ., το γένος Δ. Δ., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Χρήστο Κεφαλά με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-1-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, την από 14-3-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14/2011 του ιδίου Δικαστηρίου, 65/2014 του Εφετείου Θράκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2-9-2014 αίτησή της και τους από 15-3-2016 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Φιοράκης, ανέγνωσε την από 12-4-2016 έκθεση του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και των πρόσθετων λόγων αυτής.

Η πληρεξούσια δικηγόρος της αναιρεσείουσας ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 573 ΑΚ στην ανταλλαγή εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για την πώληση και ο καθένας από τους συμβαλλομένους κρίνεται ως πωλητής για την παροχή που τον βαρύνει και ως αγοραστής για την παροχή που απαιτεί, ενώ από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 974 και 1045 ΑΚ προκύπτει ότι εκείνος που έχει για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο στη νομή του, δηλαδή ασκεί τη φυσική εξουσία του πάνω σ’ αυτό με διάνοια κυρίου, γίνεται κύριος τούτου (έκτακτη χρησικτησία).

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 281 ΑΚ "Η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής καλή πίστη θεωρείται η συμπεριφορά του χρηστού και συνετού ανθρώπου, που επιβάλλεται κατά τους συνηθισμένους τρόπους ενεργείας, ενώ ως κριτήριο των "χρηστών ηθών" χρησιμεύουν οι ιδέες του κατά γενική αντίληψη χρηστώς και εμφρόνως σκεπτόμενου ανθρώπου.

Για την εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης δεν αρκεί καταρχήν μόνη η επί μακρό χρόνο αδράνεια του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμά του, ούτε η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα κατ` αυτού ή ότι δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί, ούτε κατ` ανάγκην από την άσκησή του να δημιουργούνται απλώς δυσμενείς ή και αφόρητες επιπτώσεις για τον υπόχρεο, αλλά απαιτείται κατά περίπτωση συνδυασμός των ανωτέρω και γενικώς η συνδρομή ιδιαίτερων περιστάσεων, αναγομένων στη συμπεριφορά τόσο του δικαιούχου όσο και του υπόχρεου, εφόσον όμως αυτή του τελευταίου τελεί σε αιτιώδη σχέση με εκείνη του δικαιούχου και δεν είναι άσχετη με αυτήν, ώστε η άσκηση του δικαιώματος να αποβαίνει αντίθετη στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ 8/2001, 1/1997).

Αναφορικώς δε με την αδράνεια του δικαιούχου, η διάρκειά της είναι άσχετη με τη συμπλήρωση ή όχι του χρόνου παραγραφής, η οποία αποτελεί ιδιαίτερο λόγο απόσβεσης του δικαιώματος που πρέπει να προβάλλεται ειδικώς (ΟλΑΠ 17/1995). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου.

Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή. Αν το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δεν δημιουργείται όταν το δικαστήριο που εξέτασε την ουσία της υπόθεσης δεν εφαρμόζει κανόνα δικαίου, του οποίου, υπό τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς.

Ως διδάγματα της κοινής πείρας νοούνται οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα και έχουν έτσι καταστεί κοινό κτήμα. Τα διδάγματα της κοινής πείρας μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να διαπιστωθεί έμμεσα η βασιμότητα των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), είτε για να γίνει, αφού διαπιστωθεί η βασιμότητα αυτών, η υπαγωγή τους σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 και 560 παρ. 1β ΚΠολΔ).

Ο προαναφερόμενος αναιρετικός λόγος στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα, δηλαδή με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής, ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να ανεύρει, με βάση αυτά, την αληθινή έννοια κανόνα ουσιαστικού δικαίου και, ιδίως, για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες που αυτός τυχόν περιέχει, ή για να υπαγάγει ή όχι σ` αυτόν τα εκάστοτε κρίσιμα πραγματικά περιστατικά.

Αντίθετα, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005).

Για να είναι δε ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στον συγκεκριμένο κανόνα δικαίου και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα.

Διαφορετικά, αυτός απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 126/2014). Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΟλΑΠ 24/1992).

Οι παραπάνω από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι είναι δυνατόν να φέρονται ότι πλήττουν την προσβαλλομένη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε οι λόγοι αναίρεσης θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ διότι πλήττουν την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, μετ’ ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει του υπ’ αριθ. ...15-5-1935 παραχωρητηρίου της Επιτροπής Αποκαταστάσεως Προσφύγων, σε συνδυασμό με τον υπ’ αριθ. .../1-7-1952 τίτλο κυριότητας του Διοικητή της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αλεξανδρούπολης..., παραχωρήθηκε κατά κυριότητα στον Κ.

Ξ. του Ι., απώτερο δικαιοπάροχο των εναγουσών Π. και Ε. Ξ., μεταξύ άλλων και ένας αγρός υπ’ ..., έκτασης 1250 τ.μ., που βρίσκεται στο συνοικισμό "..." Αλεξανδρούπολης και συνορεύει κατά τον τίτλο κτήσης βόρεια με το υπ’ αριθ. … τεμάχιο, βορειοανατολικά με το υπ’ αριθ. … τεμάχιο, νότια με δρόμο, ανατολικά με τα με αριθμούς ...

τεμάχια και δυτικά με το υπ’ αριθ. … τεμάχιο. Επίσης, δυνάμει του υπ’ αριθ. ...1935 παραχωρητηρίου της Επιτροπής Αποκατάστασης Προσφύγων, παραχωρήθηκε στην Α. Π. του Γ., απώτερη δικαιοπάροχο της ενάγουσας Μ. Π., μεταξύ άλλων, και ένας αγρός με αριθμό …, έκτασης 1750 τ.μ., που βρίσκεται στον ίδιο ως άνω συνοικισμό και συνορεύει γύρωθεν ανατολικά και νότια με ιδιοκτησία Κ.

Ξ., δυτικά με ιδιοκτησία Σ. Φ. και βόρεια με δρόμο και ρέμα. Στη συνέχεια, οι κληρονόμοι της Α. Π., Ό. σύζυγος Δ. Κ., το γένος Π., Κ. Π. του Γ. (πατέρας της Μ. Π.) και Σ. σύζυγος Π. Ε., το γένος Π., προχώρησαν σε άτυπη διανομή των παραπάνω αγροτεμαχίων που περιλαμβάνονται στο υπ’ αριθ. ...1935 παραχωρητήριο, δυνάμει του από 10-1-1963 ιδιωτικού συμφωνητικού διανομής, που επικυρώθηκε με την υπ’ αριθ. 325/1973 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έβρου και μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αλεξανδρούπολης....

Από την παραπάνω διανομή, ο Κ. Π. έλαβε στην αποκλειστική κυριότητα του το προπεριγραφόμενο υπ’ αριθ. … αγροτεμάχιο. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι από το έτος 1954 είχε καταρτιστεί προφορική συμφωνία ανταλλαγής της χρήσης των υπ’ αριθ. ... αγροτεμαχίων μεταξύ των Κ. Ξ. και Κ. Π., καθώς ο τελευταίος είχε στην κυριότητα του και το με υπ’ αριθ.

… αγροτεμάχιο, που συνορεύει με το υπ’ αριθ. … αγροτεμάχιο ιδιοκτησίας του Κ. Ξ. και με την ανταλλαγή αυτή ήταν πιο εύκολη η καλλιέργεια αμφοτέρων. Στα πλαίσια της ως άνω ανταλλαγής χρήσης, ο Κ. Π. καλλιεργούσε το υπ’ αριθ. … αγροτεμάχιο ιδιοκτησίας Κ. Ξ., φυτεύοντάς το με δημητριακά έως το έτος 1965, ενώ από το έτος αυτό εκμίσθωνε τον παραπάνω αγρό στο Ν.

Κ., έως το θάνατό του το έτος 1992, οπότε τον εκμισθώνει στο Ν. Κ. η ενάγουσα Μ. Π., όπως προκύπτει από τα από 29-4-1999, 29-8-2003 και 15-10-2004 ιδιωτικά συμφωνητικά - ενοικιαστήρια. Αντίστοιχα, αποδείχθηκε ότι ο Κ. Ξ., έως το θάνατό του την 16-10-1973 είχε τη χρήση του υπ’ αριθ. … αγροτεμαχίου, ιδιοκτησίας του Κ. Π., γεγονός άλλωστε που δεν αμφισβητείται από τις δικαιοπαρόχους του.

Τα ίδια ως προς το ζήτημα αυτό, δηλαδή το χαρακτήρα της ως άνω άτυπης συμφωνίας ανταλλαγής, δέχθηκε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο έκρινε ότι επρόκειτο περί συμφωνίας ανταλλαγής της χρήσης των εν λόγω ακινήτων και όχι συμφωνίας ανταλλαγής της κυριότητας αυτών, η οποία, άλλωστε, για το έγκυρο αυτής ( άρθρ. 513, 573, 1033, 1192 παρ. 1, 1198 ΑΚ), έπρεπε να περιβληθεί τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και να μεταγραφεί στα οικεία βιβλία μεταγραφών, πράγμα το οποίο δεν έγινε και συνεπώς είναι αβάσιμος ο σχετικός λόγος έφεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα.

Μετά το θάνατο του Κ. Ξ., κύριος του υπ’ αριθ. … αγροτεμαχίου κατέστη ο υιός του Θ. Ξ., δυνάμει της από 2-2-1968 δημόσιας διαθήκης του άνω αποβιώσαντος, που συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Αλεξανδρούπολης Φίλιππου Ευφραιμίδη και δημοσιεύθηκε νόμιμα με το υπ’ αριθ. 47/4-3-1974 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έβρου.

Την κληρονομία αυτή αποδέχθηκε ο Θ. Ξ. δυνάμει της υπ’ αριθ. .../1991 δήλωσης αποδοχής κληρονομίας του ίδιου συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αλεξανδρούπολης... Και ο Θ. Ξ., αναγνωρίζοντας την παραπάνω συμφωνία ανταλλαγής χρήσης που είχε καταρτίσει ο πατέρας του, συνέχισε να κάνει χρήση του υπ’ αριθ.

… αγροτεμαχίου, είτε ο ίδιος είτε με εκμίσθωση σε άλλους, παραχωρώντας αντίστοιχα τη χρήση του υπ’ αριθ. … αγροτεμαχίου στον Κ. Π. και στη συνέχεια στη θυγατέρα του Μ. Π.. Στις 11-4-2004 απεβίωσε ο Θ. Ξ., καταλείποντας την από 1-6-2003 ιδιόγραφη διαθήκη του, που δημοσιεύθηκε νόμιμα με το υπ’ αριθ. 141/2005 πρακτικό του Δικαστηρίου αυτού και κηρύχτηκε κυρία με τη υπ’ αριθ. 170/2005 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου.

Με τη διαθήκη αυτή, ο αποβιώσας εγκατέστησε την ενάγουσα θυγατέρα του Π. Ξ. ψιλή κυρία του υπ’ ... αγροτεμαχίου και την ενάγουσα σύζυγό του Ε. Ξ. επικαρπώτρια αυτού εφ’ όρου ζωής της, κληρονομία που αποδέχθηκαν αυτές δυνάμει της υπ’ αριθ. .../2005 δήλωσης αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Αλεξ/λης Αναστασίας Παπαδοπούλου - Αστρίδη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αλεξανδρούπολης ...

Επίσης, αποδείχθηκε ότι την 29-11-2007 η Μ. Π. υπέβαλε αίτηση στο Πολεοδομικό Γραφείο Αλεξανδρούπολης για την έκδοση άδειας έγκρισης εργασιών μικρής κλίμακας και ειδικότερα για την περίφραξη των υπ’ αριθ. ... αγροτεμαχίων, ισχυριζόμενη ότι ήταν κυρία αυτών. Όταν η ενέργεια αυτή έγινε αντιληπτή από τις Π. και Ε.

Ξ., αυτές αντέδρασαν αποστέλλοντας σχετικό έγγραφο στην άνω υπηρεσία, η οποία, με το υπ’ αριθ. πρωτ. ...22-1-2008 έγγραφό της προχώρησε στην ανάκληση της χορηγηθείσας άδειας. Από όλα τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι ο Κ. Π. και μετά το θάνατο του η θυγατέρα του Μ. Π. πράγματι κατείχαν το επίδικο υπ’ αριθ. … αγροτεμάχιο από το έτος 1954 μέχρι και το χρόνο άσκησης της από 23.1.08 αγωγής, καλλιεργώντας το με σιτηρά και στη συνέχεια, από το έτος 1965 εκμισθώνοντάς το στον Ν.

Κ., γεγονός άλλωστε που δεν αμφισβητείται από κανέναν, πλην όμως δεν είχαν νομή επ’ αυτού, δηλαδή δεν είχαν διάνοια κυρίων, καθώς γνώριζαν ότι είχε παραχωρηθεί μόνον η χρήση αυτού, ενώ η κυριότητα και νομή του συνέχισε να ανήκει αρχικά στον Κ. Ξ. και κατόπιν στους κληρονόμους του, που επίσης γνώριζαν και τηρούσαν τη συμφωνία του δικαιοπαρόχου τους.

Στο σημείο αυτό πρέπει να τονιστεί ιδιαίτερα ότι ο προμνησθείς Κ. Π., δυνάμει του υπ’ αριθ. .../1992 συμβολαίου γονικής παροχής του συμβολαιογράφου Αλεξανδρούπολης Φίλιππου Ευφραιμίδη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αλεξανδρούπολης ...., μεταβίβασε κατά κυριότητα στη θυγατέρα του Μ.

Π. όχι το υπ’ αριθ. …, αλλά το υπ’ αριθ. … αγροτεμάχιο τη χρήση του οποίου αντάλλαξε το 1954 με αυτή του υπ’ αριθ. … αγροτεμαχίου, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι αυτός θεωρούσε ότι ήταν κύριος αυτού του ακινήτου (υπ’ ...) και την κυριότητα αυτού μεταβίβασε κατά νόμο στη θυγατέρα του, η οποία σήμερα είναι κυρία αυτού.

Αντίστοιχα, από τις ανωτέρω αναφερόμενες διαθήκες, στις οποίες οι Κ. και Θ. Ξ. συμπεριλαμβάνουν το επίδικο, όχι όμως και το υπ’ ... αγροτεμάχιο, αποδεικνύεται ότι αυτοί αναγνώριζαν ότι δεν ήταν κύριοι αυτού (… αγροτεμαχίου). Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η πρώτη φορά που η Μ. Π. γνωστοποίησε στους κληρονόμους του Κ.

Ξ. την πρόθεσή της να νέμεται για δικό της λογαριασμό το υπ’ ... αγροτεμάχιο ήταν το Νοέμβριο του 2007, όταν κατέθεσε την αίτηση για έγκριση άδειας κατασκευής περίφραξής του. Επομένως, η προβληθείσα από την εναγομένη ένσταση ίδιας κυριότητας του ενδίκου υπ’ ... ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, έπρεπε ν’ απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη, διότι από το έτος 2007 μέχρι την έγερση της αγωγής της το έτος 2008, προφανώς δεν παρήλθε διάστημα μείζον της εικοσαετίας (άρθρ. 1045 ΑΚ), και, συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το οποίο έκρινε ομοίως, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και σωστά εκτίμησε τις αποδείξεις και, επομένως, είναι αβάσιμος ο σχετικός λόγος, με τον οποίο η ενάγουσα επαναφέρει την ίδια ένσταση και υποστηρίζει τα αντίθετα.

Επίσης, όπως αποδείχθηκε, οι ενάγουσες Π. Ξ. (ψιλή κυρία) και Ε. Ξ. (επικαρπώτρια) του εν λόγω υπ’ ... ακινήτου αμέσως σχεδόν μετά την ως άνω γνωστοποίηση της πρόθεσης της ενάγουσας Μ. Π. να νέμεται το επίδικο για λογαριασμό της (2007) άσκησαν τη δική τους αγωγή το έτος 2008 και, επομένως, η ενέργειά τους αυτή, περί αναγνώρισης και απόδοσης στις ίδιες της κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου, δεν υπερέβαινε τα τιθέμενα από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ όρια της καλής πίστης, των χρηστών ηθών, του οικονομικού και κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος".

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή η διεκδικητική κυριότητας του επιδίκου ακινήτου αγωγή των αναιρεσιβλήτων και απορρίφθηκε τόσο η αναγνωριστική κυριότητας του ίδιου ακινήτου αγωγή της αναιρεσείουσας, όσο και οι προβληθείσες από την τελευταία καταλυτικές της πρώτης αγωγής ενστάσεις ιδίας κυριότητας και καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος των αντιδίκων της, αφενός δεν παραβίασε τις, ως άνω, ουσιαστικού δικαίου διατάξεις ευθέως ή εκ πλαγίου, εφόσον, για την εφαρμογή τους κατά τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, ούτε απαίτησε περισσότερα στοιχεία, ούτε αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, αλλ’ ούτε και προσέδωσε σ’ αυτές έννοια διαφορετική από την αληθινή, τόσον ως προς την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, όσο και ως προς την καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων, χωρίς να υφίσταται ειδικός λόγος προς χρησιμοποίηση των κρατούντων στις συναλλαγές αγροτικού χαρακτήρα διδαγμάτων της κοινής πείρας, για να ανεύρει, με βάση αυτά, την αληθινή έννοια των ανωτέρω κανόνων ουσιαστικού δικαίου και ιδίως για να υπαγάγει ή όχι σ` αυτούς τα αποδειχθέντα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά, ενώ επίσης περιέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς τα ουσιώδη ανωτέρω ζητήματα, οι δε τ’ αντίθετα υποστηρίζοντες πρώτος, τρίτος και πρώτος πρόσθετος από τον αριθμό 1 και τρίτος και τέταρτος πρόσθετοι από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι.

Περαιτέρω οι ίδιοι λόγοι, κατά το μέρος που με αυτούς η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτιάσεις για την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, για τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων, καθώς και για την επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, είναι κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη απαράδεκτοι, διότι, υπό την επίφαση της εκ πλαγίου παραβίασης των παραπάνω διατάξεων, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και περί την αποδοχή πραγματικών περιστατικών, κρίση του τελευταίου.

Κατά το άρθρο 270 παρ. 2 εδ. β’ ΚΠολΔ, όπως εφαρμόζεται εν προκειμένω, πριν το άρθρο τούτο καταργηθεί με το ν. 4335/2015, ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου λαμβάνονται υπόψη το πολύ τρεις για κάθε πλευρά και μόνον αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν τη βεβαίωση και, αν πρόκειται να δοθούν στην αλλοδαπή, οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτή.

Από τη διάταξη αυτή, ερμηνευόμενη στα πλαίσια και της διάταξης του άρθρου 116 του ίδιου Κώδικα, που επιβάλλει την τήρηση των κανόνων της καλής πίστης κατά την επιχείρηση των διαδικαστικών πράξεων, προκύπτει ότι στην κλήση αναφέρονται υποχρεωτικά η ημέρα και ώρα εξέτασης του μάρτυρα, καθώς και το όνομα του συμβολαιογράφου ή το ειρηνοδικείο, αλλιώς η ένορκη βεβαίωση είναι ανύπαρκτη ως αποδεικτικό μέσο.

Η τελευταία, αν δεν εμφιλοχωρεί άλλη υπηρεσιακή απασχόληση του ειρηνοδίκη ή του συμβολαιογράφου, της οποίας το πέρας πρέπει να αναμένει ο κλητευθείς και περί αυτού να γίνεται μνεία στην βεβαίωση, δίδεται κατά την ώρα που αναγράφεται στην κλήση, με εύλογη ανοχή αναμονής διάρκειας μέχρι 15’ . Αν ο διάδικος που κλήτευσε τον αντίδικό του και ο μάρτυρας που πρότεινε, από λόγους που αφορούν τους ίδιους, προσήλθαν στον ειρηνοδίκη ή τον συμβολαιογράφο με καθυστέρηση πέραν του πιο πάνω χρόνου, η ένορκη βεβαίωση, που δόθηκε ερήμην του κλητευθέντος, μετά από το χρόνο αυτό, δεν αποτελεί νόμιμο αποδεικτικό μέσο και έτσι δεν λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο (Ολ ΑΠ 20/2004).

Εν προκειμένω, με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο προσάπτεται η από τον αριθμό 11 α’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη ως νόμιμο αποδεικτικό μέσο την υπ’ αριθ. .../9-9-2010 ένορκη βεβαίωση του Η. Μ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Αλεξανδρούπολης Ευδοκίας Μακρίδου, όπως άλλωστε τούτο προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία ελήφθη μετά την 13,25’ της 9-9-2010, ενώ η αναιρεσείουσα είχε κληθεί να παραστεί κατά τη λήψη της για την 13,00’ της ίδιας, ως άνω, ημερομηνίας, ήτοι μετά παρέλευση ευλόγου χρόνου από την ώρα κλήτευσης και αποχώρησης (προφανώς από το συμβολαιογραφικό γραφείο) αυτής, εφόσον η τελευταία θεώρησε ότι η ένορκη βεβαίωση δεν θα πραγματοποιηθεί και χωρίς η καθυστέρηση να οφείλεται σε υπηρεσιακή απασχόληση της συμβολαιογράφου, γεγονός που δεν αναφέρεται στο κείμενό της.

Όπως όμως προκύπτει από την επισκόπηση του κειμένου της ένορκης βεβαίωσης, ναι μεν η εξέταση του εν λόγω Η. Μ. έλαβε χώρα την 13,25’ της 9-9-2010, ενώ με την από 6-9-2010 σχετική εξώδικη γνωστοποίηση και πρόσκληση των αναιρεσιβλήτων εγνωστοποιείτο στην αναιρεσείουσα η εξέτασή του για την 13,00’ της ίδιας ημέρας, πλην όμως στην εν λόγω συμβολαιογράφο εμφανίσθηκε ως εκπρόσωπος της αναιρεσείουσας, κατά την ορισθείσα ημερομηνία και ώρα ο γιός της Γ.

Κ. του Π., ο οποίος όχι μόνο δεν απεχώρησε, αλλά παρέμεινε μέχρι, αλλά και κατά, την εξέταση του προαναφερθέντος Η. Μ. και υπέγραψε εν τέλει, χωρίς επιφύλαξη ή διαμαρτυρία, την ένορκη βεβαίωση, επιβεβαιώνοντας ολόκληρο το περιεχόμενό της. Ως εκ τούτου ο δεύτερος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ.

γ’ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά βάσιμος αν, παρά τη βεβαίωση του τελευταίου, από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και το σύνολο των αιτιολογιών της δεν καθίσταται αδιστάκτως (απολύτως) βέβαιο, αλλ’ αντίθετα καταλείπονται αμφιβολίες περί του εάν, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τις λοιπές αποδείξεις συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο (ΟλΑΠ 2/2008).

Η μη λήψη υπόψη νομοτύπως προταθέντων αποδεικτικών μέσων πρέπει να ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή να αφορά σε ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό που να επιδρά στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 911/2002). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο πρόσθετο αναιρετικό λόγο προσάπτεται κατ’ εκτίμηση του δικογράφου της αναίρεσης η από τον αριθμό 11 περ.

γ’ (και όχι 8) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, δεν έλαβε υπόψη τις νομοτύπως με επίκληση προσκομισθείσες ένορκες βεβαιώσεις με αριθμούς .../ 26-9-2008 των Γ. Π., Χ. Τ., Χ. Α. και Ι. Κ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Αλεξανδρούπολης Θεοδώρας Μπαράκη.

‘ Οπως, όμως, προκύπτει από την επισκόπηση του όλου περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης και του συνόλου των αιτιολογιών της καθίσταται απολύτως βέβαιον ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εκτίμησε τις προσαχθείσες ένορκες βεβαιώσεις, τις οποίες ρητά μνημονεύει σ’ αυτήν.

Συνεπώς, ο τ’ αντίθετα υποστηρίζων αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν’ απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρου 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2-9-2014 αίτηση και τους από 15-3-2016 προσθέτους λόγους της Μ. Π. του Κ., για αναίρεση της υπ’ αριθ. 65/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θράκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιανουαρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Φεβρουαρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ