Supreme Court dismisses appeal against labor court judgment for illegal misappropriation of funds by employee.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's judgment regarding the illegal misappropriation of funds by an employee. The appellant, who failed to appear at the hearing, argued against the court's finding of fault and the awarded damages. The court rejected these claims, upholding the lower court's determination that the employee's intentional retention and illegal appropriation of collected sums constituted a tort requiring compensation.
Legislator headnote
AI generatedArticles 914, 297, 298, 330 of the Civil Code; Article 375 of the Penal Code: The court established that intentional misappropriation of funds collected by an employee constitutes a tort requiring compensation, and the appeal is inadmissible if the lower court's reasoning is sound and facts are proven.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 278 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 278/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 21 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Π. των Κ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας "Διάγνωση - Ιδιωτικό Διαγνωστικό Εργαστήριο - Ιατρική Ανώνυμη Εταιρεία" και το διακριτικό τίτλο "ΔΙΑΓΝΩΣΗ Α.Ε", η οποία εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποί εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κούκνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5 Οκτωβρίου 2004 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7836/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 4354/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29 Δεκεμβρίου 2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 10 Φεβρουαρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη, με αριθ. Δ-10971/27 Ιουνίου 2012 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιά ... αντίγραφο της από 28-2-2012 κλήσεως με την οποία φέρεται σε συζήτηση η από 29 Δεκεμβρίου 2010 αναίρεση με την πάνω σ' αυτό πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση, επιδόθηκε με επίσπευση της αναιρεσίβλητης νομότυπα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσείοντα ο οποίος δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε κατέθεσε δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Συνεπώς πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν ο διάδικος αυτός παρών (άρθρο 576 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).
Από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση, είναι: 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, 3) υπαιτιότητα 4) ζημία και 5) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας).
Από την ίδια διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 375 του ΠΚ, προκύπτει ότι γενεσιουργό λόγο της υποχρέωσης σε αποζημίωση αποτελεί και η υπεξαίρεση, η οποία υπάρχει όταν κάποιος με δόλο ιδιοποιείται παράνομα ξένο κινητό πράγμα που περιήλθε στη κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο.
Εξετέρου κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (άρθρα 173 και 200 του ΑΚ). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006 και Ολ.ΑΠ 4/2005).
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Στην προκειμένη περίπτωση δέχθηκε το Εφετείο τα εξής: "Η ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) έχει συσταθεί από το έτος 1986, με μετόχους ιατρούς διαφόρων ειδικοτήτων και με αντικείμενο εμπορικής δραστηριότητας την παροχή ιατρικών υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, σε ασφαλισμένους διαφόρων ασφαλιστικών ταμείων.
Για το σκοπό αυτό, διατηρεί υποκαταστήματα σε πολλές περιοχές της Αττικής. Πριν από την ισχύ του ΠΔ 84/2001, για την οργάνωση και λειτουργία μονάδων πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, οι σχετικές συμβάσεις για την παροχή ιατρικών υπηρεσιών καταρτίζονταν μεταξύ των ασφαλιστικών ταμείων και των ιατρών - διευθυντών των αντίστοιχων τμημάτων της ενάγουσας, οι οποίοι και εκχωρούσαν σ' αυτήν τις απαιτήσεις τους από τα ασφαλιστικά ταμεία.
Ο εναγόμενος προσλήφθηκε από την ενάγουσα στις 27/9/1993, ως υπάλληλος, με αντικείμενο εργασίας την είσπραξη των απαιτήσεων της ενάγουσας από τα ασφαλιστικά ταμεία. Ειδικότερα, υπέβαλλε σε κάθε ασφαλιστικό ταμείο τις καταστάσεις εντολών εκτέλεσης ιατρικών πράξεων και εισέπραττε στη συνέχεια, τα χρηματικά ποσά από τα ταμεία, τόσο για λογαριασμό της ενάγουσας όσο και για λογαριασμό των διευθυντών των τμημάτων της, δικαιούχος των οποίων (ποσών) ήταν η ενάγουσα.
Για τις εισπράξεις αυτές, που γίνονταν είτε απ' ευθείας από τα ασφαλιστικά ταμεία είτε από τα ΕΛΤΑ με ταχυδρομικές επιταγές, είτε από Τράπεζες, η ενάγουσα και οι διευθυντές των τμημάτων της είχαν εφοδιάσει τον εναγόμενο με σχετικά ειδικά συμβολαιογραφικά πληρεξούσια. Τις εισπράξεις απέδιδε ο εναγόμενος στο ταμείο της ενάγουσας, το λογιστήριο της οποίας παρακολουθούσε τη διαδικασία των εισπράξεων.
Κατά το χρονικό διάστημα από 2/8/2000 μέχρι και την 6/4/2004, οπότε καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας του και ανακλήθηκαν τα παραπάνω ειδικά πληρεξούσια ο εναγόμενος εισέπραξε από τα ασφαλιστικά ταμεία τμηματικά, διάφορα ποσά, τα οποία δεν απέδωσε στη ενάγουσα, αλλά τα παρακράτησε και τα ιδιοποιήθηκε παράνομα.
Συγκεκριμένα, αποδείχθηκε, ότι εισέπραξε και ιδιοποιήθηκε τα ακόλουθα χρηματικά ποσά: Α) Με τις καταστάσεις εντολών εκτέλεσης ιατρικών πράξεων, του ιατρού της ενάγουσας Χ. Σ., εισέπραξε με ταχυδρομικές επιταγές των ΕΛΤΑ τα εξής ποσά, ύστερα από σχετικές αιτήσεις του ιατρού αυτού προς το ασφαλιστικό ταμείο ΤΣΑΥ, που υποβλήθηκαν στις παρακάτω ημεροχρονολογίες και συγκεκριμένα, εισέπραξε το ισόποσο των ευρώ και σε ευρώ από 1/1/2002:
Α) 1) 650,36 ευρώ με αίτηση της 1/6/2001, 2) 1092,65 ευρώ με αίτηση της 3/7/2001 3) 732,21 ευρώ με αίτηση της 2/8/2001 4) 769,46 ευρώ με αίτηση της 5/9/2001 5) 221,29 ευρώ με αίτηση της 12/10/2001 6) 937,89 ευρώ με αίτηση της 21/12/2001 7) 38,16 ευρώ με αίτηση της 17/1/2002 8) 1215,33 ευρώ με αίτηση της 19/11/2001 9) 1231,88 ευρώ με αίτηση της 18/2/2002 10) 720,91 ευρώ με αίτηση της 13/3/2002 11) 1120,95 ευρώ με αίτηση της 20/5/2002 12) 2.342,35 ευρώ με αίτηση της 24/4/2002 13) 640,09 ευρώ με αίτηση της 17/7/2002 14) 571,38 ευρώ με αίτηση της 18/10/2002 15) 1056,74 ευρώ με αίτηση της 18/11/2002 16) 1249,93 ευρώ με αίτηση της 19/12/2002 17) 754,36 ευρώ με αίτηση της 20/1/2003 18) 558,93 ευρώ αίτηση της 20/2/2003 19) 836,30 ευρώ με αίτηση της 21/3/2003 20) 663,05 ευρώ με αίτηση της 23/4/2003 21) 275,16 ευρώ με αίτηση της 15/9/2003 22) 386,48 ευρώ με αίτηση της 19/11/2003 23) 981,14 ευρώ με αίτηση της 27/8/2003 24) 1486,58 ευρώ με αίτηση της 10/12/2003 (βλ.
και την με αριθμό πρωτοκόλλου 32383/18.5.2004 βεβαίωση ΤΣΑΥ, για την είσπραξη των ποσών αυτών διαμέσου ΕΛΤΑ).
Β) Με αιτήσεις του ιατρού της ενάγουσας Α. Μ., εισέπραξε από το ασφαλιστικό ταμείο ΤΣΑΥ, τα ποσά των: 1) 4.109,21 ευρώ με αίτηση της 8/8/2001 2) 2260,29 ευρώ με αίτηση της 21/9/2001 3) 3174,09 ευρώ με αίτηση της 12/10/2001 4) 5985,39 ευρώ με αίτηση της 14/12/2001 5) 5992,60 ευρώ με αίτηση της 30/11/2001. Οι εισπράξεις αυτές έγιναν με επιταγές των ΕΛΤΑ. Ακόμη, ο εναγόμενος εισέπραξε και τα ποσά :1) των 4.226,64 ευρώ, κατόπιν της από 13/9/2001 αίτησης της ενάγουσας, από το ταμείο ΤΥΔΚΥ, 2) των 725,11 ευρώ από το Πάντειο Πανεπιστήμιο, κατόπιν της από 30/1/2002 αίτησης της ενάγουσας, 3) των 517,65 ευρώ από την Τράπεζα της Ελλάδος, κατόπιν της από 21/10/2002 αίτησης της ενάγουσας και 4) των 1384,58 ευρώ από τον ΗΛΠΑΠ, κατόπιν της από 12/6/2003 αίτησης της ενάγουσας.
Από την άθροιση όλων των παραπάνω κονδυλίων συνάγεται, ότι τα ποσά που εισέπραξε και ιδιοποιήθηκε παράνομα ο εναγόμενος ανέρχονται στο συνολικό ύψος των 48.909,14 ευρώ. Περαιτέρω, το δικαστήριο τούτο λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες της αδικοπραξίας, το βαθμό του πταίσματος του εναγομένου, ο οποίος με το με αριθμό 2840/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών έχει παραπεμφθεί να δικαστεί για κακουργηματική υπεξαίρεση, το ύψος της ζημίας, την οικονομική κατάσταση των μερών και την κοινωνική κατάσταση του ενάγοντος, καθώς και όλες γενικά τις περιστάσεις, κρίνει ότι η ενάγουσα εταιρεία υπέστη ηθική βλάβη, διότι προσβλήθηκε η φήμη και η αξιοπιστία της, για την αποκατάσταση της οποίας εύλογη χρηματική ικανοποίηση είναι το ποσό των 5.000 ευρώ, που επιδικάσθηκε και πρωτόδικα.
Μετά από αυτά, η εκκαλουμένη απόφαση που έκρινε ότι η θετική ζημία της ενάγουσας ανέρχεται συνολικά στο ποσό των 65.963,53 ευρώ, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις που προσήχθησαν και πρέπει, κατά ουσιαστική παραδοχή των σχετικών, πρώτου, τέταρτου, πέμπτου, εβδόμου, ενάτου (ως προς το σκέλος του κονδυλίου των 1721 ευρώ), δεκάτου, ενδεκάτου και δωδεκάτου λόγων έφεσης να εξαφανισθεί.
Σε βάρος του εναγομένου πρέπει να απαγγελθεί προσωπική κράτηση, διάρκειας (6) έξι μηνών, λόγω της αδικοπραξίας και ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης, επαναλαμβανόμενης, δηλαδή, της σχετικής διάταξη" Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε επιδικάσει μεγαλύτερο ποσό αποζημίωσης, δίκασε την υπόθεση, δέχθηκε μερικά την αγωγή και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 53.909,14 ευρώ (48909,14 ως θετική ζημία και 5.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη ) με το νόμιμο τόκο από της επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 914, 330, 298 Α.Κ. που εφάρμοσε ούτε και άλλες δια της μη εφαρμογής τους ενώ παράλληλα διέλαβε στην απόφαση του σαφείς πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων που εφάρμοσε χωρίς ν' απαιτούνται προς τούτο και άλλες .
Ειδικότερα με τα δεκτά γενόμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά σύμφωνα με τα οποία ο εναγόμενος υπάλληλος της ενάγουσας με αντικείμενο εργασίας την είσπραξη των απαιτήσεων των οποίων δικαιούχος ήταν αυτή , κατά το χρονικό διάστημα από 2-8-2000 μέχρι και την 6-4- 2004 εισέπραξε από τα ασφαλιστικά ταμεία τα ως άνω χρηματικά ποσά συνολικού ύψους 48.909,14 ευρώ τα οποία δεν της τα απέδωσε αλλά τα παρακράτησε και τα ιδιοποιήθηκε παράνομα , συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων καθόσον η προαναφερθείσα ως άνω συμπεριφορά αυτού και υπαίτια είναι υπό την συναγόμενη μορφή του δόλου αλλά και παράνομη, τελεί δε και σε αιτιώδη σύνδεσμο με τη προκληθείσα ως άνω ζημία της ενάγουσας χωρίς να απαιτείται για την πληρότητα του αιτιολογικού της απόφασης ο προσδιορισμός του τρόπου είσπραξης των αναφερομένων στην αίτηση αναίρεσης ποσών από τον αναιρεσείοντα .
Συνεπώς ο μοναδικός λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 1 και 19 με τον οποίο υποστηρίζονται τ' αντίθετα είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν πρέπει ν 'απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα ης αναιρεσιβλήτου (άρθρα 183,176 Κ.Πολ.Δ.)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29 Δεκεμβρίου 2010 αίτηση του Α. Π. για αναίρεση της υπ' αριθ. 4354/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Φεβρουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Φεβρουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ