Legislator Case Law & Legislation
278/2012 AI generated

278/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 278/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 278 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 278/2012

Legislator headnote

AI generated

278/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 278 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 278/2012

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 278 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 278/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Ιωάννα Πετροπούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Ρ. του Α., 2) Κ. Π. του Ν., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Καραμπάτσα και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Σ. του Π., 2) Ε. Κ. του Χ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/3/2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκε η 257/2009 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29/6/2009 αίτησή τους. Με την 145/2011 απόφαση του ο Άρειος Πάγος διατάσσει την επανάληψη της συζήτησης .

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ιωάννα Πετροπούλου ανέγνωσε την από 3/5/2010 έκθεσή της κωλυομένης να συμμετάσχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτου Γεωργίας Λαλούση, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου της αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθ. 4.129Β/29.9.2011 και 4.130Β/29.9.2011 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Λάρισας, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες, ακριβές αντίγραφο της από 30.3.2011 κλήσης των αναιρεσειόντων με την οποία φέρεται προς συζήτηση η υπό κρίση από 29.6.2010 αίτηση αναιρέσεως με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης συνεδρίαση, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσίβλητους, ενώ εξ άλλου, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση της αίτησης για την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο (14.5.2010) κατά την οποία η συζήτησή της αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 19.11.2010, οπότε συζητήσεως γενομένης, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 145/2011 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου με την οποία διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησής της, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσίβλητους. Επομένως, εφ' όσον δεν εμφανίστηκαν κατά την ως άνω συνεδρίαση κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το πινάκιο, πρέπει σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ να προχωρήσει η συζήτηση που επισπεύδεται από τους αναιρεσείοντες, παρά την απουσία των αναιρεσιβλήτων. Επειδή, κατά το άρθρο 553 παρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνον κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσληφθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, δηλαδή τελεσιδίκων, και εκείνων που απαγγέλθηκαν ανεκκλήτως, κατά δε το άρθρο 321 ΚΠολΔ όσες οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων δεν μπορούν να προσληφθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση είναι τελεσίδικες και αποτελούν δεδικασμένο. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι (α) ο χαρακτήρας της αποφάσεως ως τελεσίδικης ή μη κρίνεται κατά το χρόνο της ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως ήτοι κατά το χρόνο της κατά το άρθρο 495 του ίδιου κώδικα καταθέσεως του πρωτοτύπου στη γραμματεία του εκδόντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου (β) για να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναίρεσης απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που εκδόθηκε, όπως στην προκειμένη περίπτωση κατ' αντιμωλία των διαδίκων, πρέπει η απόφαση αυτή να είναι τελεσίδικη (γ) η πρωτόδικη απόφαση, η οποία υπόκειται σε έφεση, γίνεται τελεσίδικη για κάποια επιγενόμενη αιτία και δη λόγω της παρόδου της προθεσμίας προς άσκηση έφεσης. Η ιδιότητα, της απόφασης ως τελεσίδικης δεν ανατρέπεται από το γεγονός ότι κατ' αυτής ασκήθηκε έφεση, χωρίς να συντρέχει περίπτωση μη τήρησης της προθεσμίας της έφεσης εξ αιτίας βίας ή δόλου του αντιδίκου εκείνου που άσκησε την εκπρόθεσμη έφεση (αρθρ 152 παρ. 1 ΚΠολΔ) λαμβανομένου επίσης υπόψη, ότι ακόμη και στην περίπτωση της άσκησης τέτοιας εκπρόθεσμης έφεσης η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου αρχίζει από την πάροδο της προθεσμίας άσκησης έφεσης κατ' αυτής, αφότου και έγινε τελεσίδικη. Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 294, 296 και 297 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η παραίτηση ολική ή μερική από το δικόγραφο του ενδίκου μέσου που έχει ασκηθεί, άρα και από το δικόγραφο της εφέσεως, μπορεί να γίνει ή με προφορική δήλωση προτού αρχίσει η προφορική συζήτηση της υπόθεσης ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου. Ως δικόγραφο δε νοείται κάθε έγγραφο που συντάσσεται από το διάδικο ή το δικαστικό πληρεξούσιό του για την πιστοποίηση των διαδικαστικών πράξεων πουν ενεργούν ή από το δικαστήριο, το οποίο έγγραφο κατ' άρθρο 118 ΚΠολΔ, είτε υποβάλλεται στο δικαστήριο, είτε επιδίδεται από τον ένα στον άλλο διάδικο.

Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι κατά της 257/2009 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας που εκδόθηκε, όπως προκύπτει απ' αυτήν, κατ' αντιμωλία των διαδίκων και επιδόθηκε στους αναιρεσείοντες στις 4.6.2009 (βλ. υπ' αρ.953Γ και 954Γ από 4.6.2009 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Λάρισας ...), ασκήθηκε από τους αναιρεσείοντες ενώπιον του Εφετείου Λάρισας στις 24.6.2009 η με αρ. κατάθεσης 193/2009 έφεση (βλ. από 2.11.2011 βεβαίωση του Πρωτοδικείου Λάρισας), δηλαδή μετά την πάροδο της κατ' άρθρο 652 παρ. 1 ΚΠολΔ δεκαπενθημέρου προθεσμίας η οποία επομένως ήταν εκπρόθεσμη. Η συζήτηση της έφεσης κατά την ορισθείσα δικάσιμο της 11.2.2011, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο πινάκιο εγγραφής πολιτικών υποθέσεων της συνεδρίασης αυτής ματαιώθηκε και ήδη οι αναιρεσείοντες με δήλωσή τους με την οποία φέρεται προς συζήτηση η από 29.6.2009 αίτηση αναιρέσεως, της ανωτέρω 257/2009 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας και επιδόθηκε στους αναιρεσίβλητους στις 29.9.2011 (βλ. υπ' αρθ. 4129Β/29.9.2011 και 4130Β/29.9.2011 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Λάρισας ...) παραιτήθηκαν του δικογράφου της ως άνω εφέσεως, παραίτηση, που ως αποτέλεσμα έχει ότι η έφεση θεωρείται κατά τα άρθρα 295 παρ. 1 και 299 ΚΠολΔ, ως μη ασκηθείσα. Στη συνέχεια, κατά της αυτής ως άνω πρωτόδικης απόφασης που είχε καταστεί ήδη τελεσίδικη λόγω εκπρόθεσμης έφεσης κατ' αυτής ασκήθηκε στις 29.6.2009 η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η οποία επομένως είναι παραδεκτή. Επειδή, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 2 παρ. 1, 3 παρ. 1,2,4 παρ.1, 5 και 13 παρ.1 και 3 του ν. 3741/1929 που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ με το άρθρο 54 του Εισ.Ν.ΑΚ, 1 παρ. 1 και 3 ΝΔ 1024/1971, 1002 και 1117 ΑΚ προκύπτει σε περίπτωση σύστασης κάθετης ιδιοκτησίας, σε περισσότερα οικοδομήματα που έχουν ανεγερθεί ή πρόκειται να ανεγερθούν σε ενιαίο οικόπεδο, αλλά σε ορισμένο ξεχωριστό για κάθε συνιδιοκτήτη τμήμα, ο κύριος κάθε χωριστής οικοδομής θεωρείται έναντι μεν της πολιτείας συγκύριος του όλου οικοπέδου, έναντι δε του συνιδιοκτήτη του οικοπέδου και αποκλειστικού κυρίου χωριστής οικοδομής αυτοτελής κύριος. Προκύπτει επίσης, ότι υπό τους όρους των άρθρων 4 και 13 του ν.δ. 1024/1971, όλοι οι ιδιοκτήτες και συνιδιοκτήτες αυτοτελών οικοδομημάτων, που υπάγονται στις διατάξεις της κάθετης καθώς και της οριζόντιας ιδιοκτησίας, μπορούν με την αρχική συστατική πράξη (κανονισμός) ή με τις ιδιαίτερες συμφωνίες μεταξύ όλων των συνιδιοκτητών να κανονίσουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της συνιδιοκτησίας, τόσο στα κοινά μέρη που θα καθορίσουν, όσο και στις διαιρεμένες ιδιοκτησίες κατά παρέκκλιση των διατάξεων του νόμου αυτού που αποτελούν ενδοτικό δίκαιο. Οι κατά τον τρόπο αυτό δημιουργούμενοι περιορισμοί της κυριότητας έχουν το χαρακτήρα δουλείας και δεσμεύουν και τους διαδόχους αυτών που συμβλήθηκαν από την αρχή ή προσχώρησαν μεταγενέστερα. Έτσι με τον κανονισμό έγκυρα καθιερώνονταν περιορισμοί και απαγορεύσεις στη χρήση των πιο πάνω πραγμάτων και πέραν από τους αναφερόμενους στη διάταξη των άρθρων 3 παρ. 2 και 5 στοιχ. α του ν. 3741/1929. Από αυτά προκύπτει ότι αν με κάποιο όρο απαγορεύεται σε συνιδιοκτήτη η ενέργεια μεταβολών σε κάθε περίπτωση ή ορισμένη χρήση των πραγμάτων αυτών, η απαγόρευση ισχύει και όταν από την πράξη δεν προσβάλλεται η χρήση και ούτε θίγονται τα δικαιώματα των άλλων ιδιοκτησιών. Στην έννοια της κατά τα άνω χρήσης, εμπεριέχεται και το δικαίωμα της εμφάνισης του όλου οικοδομήματος, κατά τρόπο που προσήκει στην αισθητική και αρχιτεκτονική κατασκευή του και συνεπώς οιαδήποτε προσθήκη σ' αυτό, η οποία παραβλάπτει την εμφάνισή του ως γενόμενη πέρα από την αρχιτεκτονική κατασκευή του, παραβλάπτει και τη χρήση των άλλων οροφοκτητών και είναι από το λόγο αυτόν ανεπίτρεπτη. Εξ άλλου κατ' άρθρου κατ' άρθρου 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίσουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη εφικτή τη μεταγενέστερη άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνουν στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο. Η αξίωση με την οποία διώκεται η συμμόρφωση στις διατάξεις του κανονισμού αποκρούεται ως καταχρηστική όταν η άσκησή της υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Η υπέρβαση αυτή είναι προφανής όταν προκαλεί την έντονη εντύπωση αδικίας σε σχέση με το όφελος του δικαιούχου από την άσκηση του δικαιώματός του.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα ως κατωτέρω, ουσιώδη για την έκβαση της δίκης πραγματικά περιστατικά: Η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΟΙΚΙΣΤΙΚΕΣ ΑΝΑΠΤΥΞΕΙΣ ΑΕ" που εδρεύει στη Λάρισα και εκπροσωπείται νόμιμα, δυνάμει της υπ' αριθμ. 483/2002 οικοδομικής άδειας, ανήγειρε τρία αυτοτελή οικοδομήματα -κτιριακά συγκροτήματα, σε οικόπεδο ιδιοκτησίας της, που βρίσκεται στη Λάρισα στο Ο. Τ. 555 εμβαδού 3.063,53 τμ και κατά την πρόσφατη καταμέτρηση 3.095,19 τμ, οριζόμενο ΒΟΡΕΙΑ με την οδό ..., ΝΟΤΙΑ με την οδό ..., ΑΝΑΤΟΛΙΚΑ με την οδό ... και ΔΥΤΙΚΑ με την οδό .... Δυνάμει των υπ' αριθμ. ... και .../23-9-2002 πράξεων του Συμβολαιογράφου Λάρισας Αθανασίου Τζίκα, που μεταγράφτηκαν νόμιμα, συνεστήθη οριζόντια και κάθετη ιδιοκτησία στα οικοδομήματα αυτά και με την υπ' αριθμ. .../23-9-2002 πράξη του ιδίου συμβολαιογράφου, που μεταγράφτηκε νόμιμα, συνεστήθη κανονισμός επ' αυτών. Δυνάμει του υπ' αριθμ. .../31-12-2003 συμβολαίου του ιδίου ως άνω Συμβολαιογράφου, που μεταγράφτηκε νόμιμα, οι ενάγοντες απέκτησαν κατ' ισομοιρία, επί του παραπάνω συγκροτήματος, την με στοιχεία Δ22 διπλοκατοικία με θέση στάθμευσης αυτοκινήτου και πραγματική δουλεία χρήσης πισίνας, που ειδικότερα βρίσκεται στο Β κτιριακό συγκρότημα και λεπτομερώς εκεί περιγράφεται. Ο δεύτερος εναγόμενος, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../3-2-2003 συμβολαίου του ιδίου Συμβολαιογράφου, που μεταγράφτηκε νόμιμα απέκτησε, ομοίως στο παραπάνω συγκρότημα, την με στοιχεία Ε1 μεζονέτα και ο τρίτος εναγόμενος δυνάμει του υπ' αριθμ. .../24-6-2003 συμβολαίου, της υπ' αριθμ. .../2-12-2004 τροποποίησης της σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και του υπ' αριθμ. .../31-12-2004 συμβολαίου του ιδίου Συμβολαιογράφου, που μεταγράφτηκαν νόμιμα, απέκτησε, κατ' ισομοιρία με την Ν. Κ., την με στοιχεία Ε2 ανεξάρτητη κατοικία, που βρίσκεται στο ίδιο κτιριακό συγκρότημα. Ρητά προβλέφθηκε στον παραπάνω κανονισμό (άρθρο 8) ότι "απαγορεύεται ... η μεταβολή ή επισκευή εξωτερικά της ιδιοκτησίας ... και των κοινοχρήστων και κοινοκτήτων ... κάθε μεταβολή, μετάθεση ή αντικατάσταση που θίγει τις προσόψεις ... ο χρωματισμός των εξωτερικών τοίχων της ιδιοκτησίας ... και γενικά κάθε μεταβολή της εξωτερικής εμφάνισης ...". Σε χρόνο που δεν προέκυψε, πάντως όμως μετά την αγορά του ακινήτου, ο δεύτερος εναγόμενος με τοποθέτηση τζαμαρίας, μετέτρεψε ημιυπαίθριο χώρο της ιδιοκτησίας του εμβαδού 19,80 τμ, που βρίσκεται στο ισόγειο της ιδιοκτησίας του, σε κλειστό χώρο. Επίσης κατασκεύασε μεταλλική κλίμακα 15 βαθμίδων εξωτερικά της ιδιοκτησίας του, που απολήγει στην ταράτσα σε μεταλλική απόληψη εμβαδού 5,25 τμ. Στις 19-4-2004 και στις 5-5-2006 η Δ/νση Πολεοδομίας Λάρισας διενήργησε αυτοψία στην παραπάνω ιδιοκτησία, εντόπισε τις ως άνω αυθαίρετες κατασκευές και με τις υπ' αριθμ. 6379/19-4-2005 και 6934/5-5-2006 εκθέσεις αυτοψίας τις έκρινε κατεδαφιστέες, υπό την αίρεση όμως της εμπρόθεσμης καταβολής του εκεί αναφερομένου προστίμου ανέγερσης και διατήρησης. Ομοίως σε χρόνο που δεν προέκυψε, πάντως όμως μετά την αγορά του ακινήτου, ο τρίτος εναγόμενος με τοποθέτηση τζαμαρίας, μετέτρεψε ημιυπαίθριο χώρο της ιδιοκτησίας του, εμβαδού 14,88 τμ σε κλειστό χώρο. Στις 19-4-2004 η πολεοδομία Λάρισας διενήργησε αυτοψία και στην παραπάνω ιδιοκτησία, εντόπισε την αυθαίρετη κατασκευή και με την υπ' αριθμ. 6375/19-4-2005 έκθεση αυτοψίας την έκρινε "κατεδαφιστέα υπό την αίρεση καταβολής ομοίως ως άνω προστίμων. Οι παραπάνω προσθήκες δεν νομιμοποιήθηκαν, ενώ παραβλάπτουν και την χρήση εκ μέρους των εναγόντων της χωριστής ιδιοκτησίας τους υπό την έννοια που εκτίθεται στην μείζονα σκέψη της παρούσας και για τον λόγο αυτό ήταν ανεπίτρεπτες. Οι μάρτυρες ανταπόδειξης κατέθεσαν ότι οι παραπάνω επεμβάσεις δεν θίγουν την εξωτερική εμφάνιση των οικοδομών, ούτε προσβάλουν την καλαισθησία τους. Η μαρτυρία αυτή όμως είναι υποκειμενική, στηρίζεται αποκλειστικά στην κρίση τους και στην αντίληψη του χώρου με τις αισθήσεις τους, αλλά και στην πρόθεση τους αναφορικά με την τύχη της υπό κρίση αγωγής. Πέραν τούτων όμως, οι παραπάνω προσθήκες έγιναν χωρίς άδεια και έτσι κρίθηκαν παράνομες και κατεδαφιστέες. Ναι μεν οι εναγόμενοι είχαν το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης των, όμως οι μετατροπές αυτές συνιστούν ουσιώδη μεταβολή, βλαπτική της όλης αρχιτεκτονικής και αισθητικής εμφάνισης στις οικοδομές και μάλιστα στην πρόσοψη. Συνιστούν έτσι παράβαση του ισχύοντος κανονισμού και πρέπει από μόνο το λόγο αυτό, που άλλωστε επικαλούνται αυτοτελώς οι ενάγοντες, να αρθούν, άσχετα αν οι προσθήκες συνιστούν ή όχι παράβαση της πολεοδομικής νομοθεσίας ή προσέβαλαν τα δικαιώματα των εναγόντων επί των κοινοχρήστων ή κοινοκτήτων χώρων. Πέραν τούτων όμως και τα αρμόδια στελέχη της πολεοδομικής υπηρεσίας έκριναν τις παρεμβάσεις αυτές παράνομες και κατεδαφιστέες. Κατόπιν τούτων κρίνεται ότι η αιτηθείσα αυτοψία δεν είναι αναγκαία. Εξάλλου από όλα τα παραπάνω δεδομένα και ειδικότερα από όλες τις πράξεις που διενεργήθηκαν από την αγορά των ιδιοκτησιών, μέχρι την έγερση της υπό κρίση αγωγής, δεν μπορεί να γίνει λόγος για καταχρηστική άσκηση του ενδίκου δικαιώματος από μέρους των εναγόντων, διότι στην παρούσα περίπτωση δεν υπήρξε ούτε αδράνεια τους, ούτε συμπεριφορά τους που να υπερακοντίζει τα όρια του άρθρου 281 Α Κ.

Συνεπώς η σχετική ένσταση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.

Έτσι που έκρινε το Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας, παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ αφού διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής της ανωτέρω διάταξης. Ειδικότερα, δεν αποσαφηνίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση α) ποιος διενήργησε τις αυθαίρετες πιο πάνω κατασκευές και αν υφίστανται τέτοιες κατά τη φύση και έκταση κατασκευές και στα ίδια ή σε έτερα οικοδομήματα του κτηριακού ως ανωτέρω οικοδομήματος β) πότε περιήλθε σε γνώση των εναγόντων η κατασκευή τους καθώς και πότε και κατά ποιο τρόπο διαμαρτυρήθηκαν για την κατασκευή τους ώστε να κριθεί αν υπήρξε ή όχι αδράνεια αυτών και γ) ποιο το όφελος των εναγόντων από την καθαίρεση των πιο πάνω κατασκευών για να κριθεί, σε συνδυασμό με τις δυσμενείς τυχόν επιπτώσεις στις ιδιοκτησίες των εναγομένων από την καθαίρεσή τους, αν η άσκηση του δικαιώματός τους υπερβαίνει κατά τρόπο προφανή τα όρια που τίθενται από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.

Επειδή, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, πρέπει να γίνει δεκτή η από 29.6.2009 αίτηση αναιρέσεως παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αυτής, να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 257/2009 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Ιανουαρίου 2012.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Φεβρουαρίου 2012.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ