278/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 278 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 278/2011
Legislator headnote
AI generated278/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 278 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 278/2011
Full text
Απόφαση 278 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 278/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 10 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ε. Κ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευτύχιο - Δημήτριο Καλαμίδα.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "MARVIFARM - Β. Μ. Α.Ε", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Παπαχρήστου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9 Αυγούστου 2004 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, η οποία κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς (τακτική διαδικασία). Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6431/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 278/2009 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9 Οκτωβρίου 2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Φούκας ανέγνωσε την από 26 Δεκεμβρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί ο λόγος αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 939 και 941 ΑΚ, προκύπτει ότι για τη διάρρηξη απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας πρέπει να συντρέχουν οι εξής όροι: α) απαλλοτριωτική πράξη του οφειλέτη, β) η πράξη αυτή να έγινε με σκοπό βλάβης των δανειστών και αυτός υπέρ του οποίου έγινε η απαλλοτρίωση (τρίτος) να γνώριζε ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών του και γ) η υπολειπόμενη μετά την απαλλοτρίωση περιουσία του οφειλέτη να μην επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών.
Σκοπός βλάβης υπάρχει όταν ο οφειλέτης γνωρίζει ότι έχει χρέη και ότι με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου η υπόλοιπη περιουσία του δεν θα επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών του, οι οποίοι έτσι θα υποστούν βλάβη από την απαλλοτρίωση. Η γνώση του τρίτου, εξάλλου, ως προς το δόλο του οφειλέτη, δηλαδή την πρόθεση του να βλάψει τους δανειστές του, πρέπει να είναι θετική και δεν αρκεί υπαίτια άγνοια, έστω και από βαριά αμέλεια.
Το στοιχείο της γνώσης, τέλος, πρέπει να συντρέχει κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης. Μεταγενέστερη γνώση του τρίτου δεν βλάπτει (Α.Π. 1798/2007, ΑΠ 891/2008, ΑΠ 941/2007). Τέλος, γίνεται δεκτό ότι ενάγων, κατά τη διάταξη του άρθρου 939 Α.Κ., είναι εκείνος, που έχει την ιδιότητα του δανειστή κατά το χρόνο, που επιχειρείται η απαλλοτριωτική δικαιοπραξία, απαιτείται δηλαδή η απαίτησή του να είναι "γεγενημένη" και μέχρι του χρόνου της απαλλοτριώσεως να έχουν συντελεσθεί τα παραγωγικά γεγονότα αυτής, επιπλέον δε αυτή πρέπει να έχει καταστεί και ληξιπρόθεσμη κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής (ΟλΑΠ 709/1974, Α.Π. 602/2005, ΑΠ 698/2004).
Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ.19 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολομ.ΑΠ 30/1997, Ολομ.ΑΠ 28/1997).
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 358/200, 361/2008, ΑΠ 610/2007, ΑΠ 1490/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφαση του, όπως από αυτή προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα, ότι η εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρία, η οποία διατηρεί φαρμακαποθήκη στην … και δραστηριοποιείται με την εμπορία φαρμάκων και λοιπών φαρμακευτικών ειδών, πώλησε στο φαρμακείο με την επωνυμία "ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟ ΦΑΡΜΑΚΕΙΟ Ι.
Σ. -ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ - Ε. και Δ. Σ.", που διατηρούσαν οι δύο πρώτοι των εναγομένων (και μη διάδικοι στην παρούσα δίκη) Ε. και Δ. Σ., κατά το χρονικό διάστημα από 2-5-2003 μέχρι 11-8-2003, τμηματικά, διάφορες ποσότητες φαρμάκων και φαρμακευτικών ειδών, συνολικού τιμήματος 105.447,85 ΕΥΡΩ. Η εμπορική συνεργασία της εφεσίβλητης με το προαναφερθέν φαρμακείο, το οποίο είναι ένα από τρία παλαιότερα φαρμακεία της …, ιδρυθέν από τον πατέρα των δύο πρώτων των εναγομένων Ι.
Σ., έγινε κατόπιν πρότασης της πρώτης τούτων Ε. Σ. προς τον πρόεδρο του Δ.Σ. της εφεσίβλητης φαρμακοποιό Β. Μ., το τέλος Απριλίου 2003 και αφού έπεισε τον τελευταίο ότι το φαρμακείο τους είχε μεγάλο πελατολόγιο και υψηλά έσοδα, τα δε οικονομικά προβλήματα, που αντιμετώπιζε τούτο είχαν μόνον παροδικό χαρακτήρα.
Οι δύο πρώτοι των εναγομένων ήταν τότε συγκύριοι κατ' ισομοιρίαν ενός οικοπέδου αρτίου και οικοδομήσιμου, επιφάνειας 195 τ.μ., με ισόγειο παλαιό κτίσμα, που βρίσκεται στη θέση "…" ή "…", στην οδό ... στον …, εντός του εγκεκριμένου σχεδίου της πόλεως. Στις 6-6-2003, ενώ η οφειλή τους από την μέχρι την ημέρα εκείνη αγορά φαρμάκων από την εφεσίβλητη, είχε ήδη ανέλθει στο ποσόν των 45.000 ΕΥΡΩ, οι δύο πρώτοι των εναγομένων, δυνάμει του με αριθ.
…/6-6-2003 πωλητηρίου συμβολαίου της Συμ/φου Σαλαμίνας Μαρίας Μαρούδη-Γιαννοπούλου, που έχει νόμιμα μεταγραφεί, μεταβίβασαν κατά πλήρη κυριότητα, έκαστος κατά το ποσοστό του, στον εκκαλούντα το προαναφερθέν ακίνητο, του οποίου η αντικειμενική αξία, σύμφωνα με το εν λόγω συμβόλαιο, ανερχόταν στο ποσόν των 83.824 ΕΥΡΩ, έναντι τιμήματος ποσού 26.412 ΕΥΡΩ, που καταβλήθηκε στους δύο πρώτους των εναγομένων τοις μετρητοίς.
Σημειώνεται ότι προς εξασφάλιση της προαναφερομένης μείζονος απαίτησής της κατά των δύο πρώτων των εναγομένων, οι τελευταίοι αποδέχθηκαν στις 23-7-2003 δύο συναλλαγματικές, συνολικού ποσού 106.206 ΕΥΡΩ, με βάση τις οποίες η εφεσίβλητη επέτυχε την έκδοση της 925/2003 διαταγής πληρωμής, η οποία έχει ήδη καταστεί τελεσίδικη.
Έτσι, η προαναφερθείσα αξίωση της εφεσίβλητης των 45.000 ΕΥΡΩ, είχε καταστεί απαιτητή και ληξιπρόθεσμη κατά τη συζήτηση της υπό κρίση αγωγής. Περαιτέρω, από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά μέσα, αποδεικνύεται ότι οι δύο πρώτοι προέβησαν στην εκποίηση του παραπάνω οικοπέδου τους και μάλιστα έναντι τιμήματος, πολύ χαμηλότερου της τότε ισχύουσας αντικειμενικής αξίας του, προκειμένου να ματαιώσουν την ικανοποίηση της εν λόγω απαίτησης της εφεσίβλητης.
Και τούτο διότι τελούσαν εν γνώσει, ενόψει των χρεών του φαρμακείου τους και προς άλλες φαρμακαποθήκες, ότι η τέτοια μείωση του ενεργητικού της περιουσίας τους είχε ως αποτέλεσμα αυτή να μην επαρκεί πλέον για την ικανοποίηση των δανειστών τους και εν προκειμένω της εφεσίβλητης. Εξάλλου, αποδεικνύεται ότι ο εκκαλών ήταν συμμέτοχος της προθέσεως βλάβης των δύο πρώτων των εναγομένων.
Η άποψη αυτή ενισχύεται από το ότι ο εκκαλών γνώριζε από τον διενεργηθέντα σχετικό έλεγχο στο Υποθηκοφυλακείο Σαλαμίνας ότι υπήρχε ήδη από τις 28-5-2003 εγγραφή προσημείωσης υποθήκης, για το ποσόν των 18.700 ΕΥΡΩ, υπέρ τρίτου δανειστή εις βάρος άλλου ακινήτου των δύο πρώτων των εναγομένων, κειμένου στη …. Ο εκκαλών, άλλωστε δεν αμφισβητεί το γεγονός ότι το έτος 1997 είχε προσφέρει στους τελευταίους το ποσόν των 60.000 ΕΥΡΩ για την αγορά του επιδίκου οικοπέδου, προκειμένου να το συνενώσει με την όμορη ιδιοκτησία του, στην οποία αυτός διατηρεί συνεργείο επισκευής αυτοκινήτων.
Πλην, όμως, οι δύο πρώτοι των εναγομένων αρνήθηκαν να το πωλήσουν, θεωρώντας μικρό το προσφερθέν τίμημα, μία εξαετία πριν από την επίμαχη απαλλοτρίωση αυτού στον εκκαλούντα στο 1/3 περίπου του αρχικού τιμήματος, που προαναφέρθηκε. Σημειώνεται ότι ο εκκαλών ήταν κοινωνός των οικονομικών δυσχερειών, που αντιμετώπιζαν οι δύο πρώτοι των εναγομένων, λόγω των χρεών τους προς διάφορους προμηθευτές του φαρμακείου τους, από διηγήσεις της ίδιας της πρώτης τούτων, η οποία είχε εκμυστηρευθεί σ' αυτόν την σπουδή τους να πωλήσουν το επίδικο οικόπεδο, έναντι οποιουδήποτε τιμήματος σε μετρητά, πριν προλάβει η εφεσίβλητη να εγγράψει προσημείωση υποθήκης και σ' αυτό το ακίνητο.
Ότι υπό τα περιστατικά αυτά η υπό κρίση αγωγή ήταν ουσιαστικά βάσιμη και έπρεπε να διαταχθεί η διάρρηξη της απαλλοτρίωσης του προπεριγραφομένου ακινήτου, που έγινε δυνάμει του με αριθ. …/6-6-2003 πωλητηρίου συμβολαίου της Συμ/φου Πειραιώς Μαρίας Μαρούδη-Γιαννοπούλου, που έχει νόμιμα μεταγραφεί, δεδομένου ότι αποδείχθηκε;
α) η απαλλοτριωτική πράξη των δύο πρώτων των εναγομένων οφειλετών προς βλάβη της ενάγουσας δανείστριάς τους, β) η αφερεγγυότητα των οφειλετών, γ) η γνώση του εναγομένου αγοραστή ότι οι συνεναγόμενοι οφειλέτες ενήργησαν την απαλλοτρίωση προς βλάβη της ενάγουσας δανείστριας και δ) η ληξιπρόθεσμη απαίτηση της ενάγουσας.
Ακολούθως απέρριψε την έφεση. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, διαλαμβάνει τις προπαρατεθείσες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους, ως προς τη γνώση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος ότι οι οφειλέτες απαλλοτρίωναν προς βλάβη της δανείστριας αυτών και ως προς το ληξιπρόθεσμο και απαιτητό της απαιτήσεως της δανείστριας κατ' αυτών κατά το χρόνο συζητήσεως της αγωγής.
Ως προς το ζήτημα όμως της ανεπάρκειας της υπολειπομένης περιουσίας των οφειλετών για την ικανοποίηση της δανείστριας περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, αφού δέχεται ότι οι οφειλέτες-πωλητές είχαν στην κυριότητά τους, κατά το χρόνο πωλήσεως του επιδίκου ακινήτου, και δεύτερο ακίνητο, κείμενο στη …, στο οποίο είχε εγγραφεί προσημείωση υποθήκης για ποσό 18.700 ευρώ, χωρίς να αναφέρει ποια είναι η αξία του δευτέρου αυτού ακινήτου, ώστε να κριθεί αν η υπολειπόμενη περιουσία των οφειλετών αρκεί για την ικανοποίηση της δανείστριας αναιρεσίβλητης.
Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αρ.15 ΚΠολΔ, κατά το υπό στοιχείο 1 μέρος του, λόγος αναιρέσεως, είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει, κατά παραδοχή του μέρους αυτού του λόγου αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, πλην εκείνων που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ).
Η αναιρεσίβλητη πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμό 278/2009 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Πειραιώς, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην εκείνων που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων(2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 1 Φεβρουαρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Φεβρουαρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ