Legislator Case Law & Legislation
278/2010 AI generated

278/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 278/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

278/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στις .... απεβίωσε στη ... η Θ1, θετή θυγατέρα των ...και ..., φυσικό τέκνο των ...και ....και μητέρα των διαδίκων. Η αποβιώσασα είχε καταρτίσει δύο δημόσιες διαθήκες: α) την ... διαθήκη ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλικής Φωτοπούλου και β) την ... διαθήκη της ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Διγαλάκη, οι οποίες δημοσιεύθηκαν με τα 2766/7-6-2002 και 1515/29-3-2002 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αντίστοιχα.

Keywords

AI generated
invalidity proceedings and surrender disinheritance of an insolvent heir dismissal of testamentary executor legatee parental authority disclaimer of inheritance
AI generated
278/2019
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή- Εισηγήτρια και Γεώργιο Παπανδρέου, Αρεοπαγίτες.
951/2013
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
1498/2021
Φ. Κ. του Ι. και της Μ., κατοίκου ... Αττικής, ως καθολικού διαδόχου (κληρονόμου εκ διαθήκης) της μητέρας του και εφεσίβλητης σε δεύτερο βαθμό Μ. χήρας Ι. Κ., Ν. Κ. του Ι. και της Μ., κατοίκου Αθηνών, ως καθολικού διαδόχου (κληρονόμου εκ διαθήκης) της μητέρας του και εφεσίβλητης σε δεύτερο βαθμό Μ. χήρας Ι. Κ.,
1011/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
38/2016
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Πέτρο Σαλίχο και Ιωάννη Φιοράκη Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 278 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 278/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ1, η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Φύλη.

Των αναιρεσίβλητων: 1. ... και 2. ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Γρηγόριο Παπαδογιάννη και Ιωάννη Παπαγεωργίου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-2-2004 αγωγή και με την από 9-3-2004 παρεμπίπτουσα αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:3422/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 2160/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 5-6-2008 αίτησή της και τους από 30-9-2009 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 10-11-2009 έκθεση του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 1733 ΑΚ, όπου ορίζεται σχετικά με τη δημόσια διαθήκη που συντάσσεται από το συμβολαιογράφο, ότι "η πράξη πρέπει να διαβαστεί στο διαθέτη, ενώ ακούουν τα πρόσωπα που συμπράττουν, και να βεβαιωθεί σ' αυτήν ότι αυτό έγινε", σαφώς συνάγεται ότι η ανάγνωση της πράξης από το συμβολαιογράφο συντάκτη της πρέπει να γίνεται προς το διαθέτη και συγχρόνως από την ίδια ανάγνωση να ακούουν τα πρόσωπα που συμπράττουν κατά τη σύνταξή της και όχι να γίνεται χωριστά για το διαθέτη και χωριστά για τα πρόσωπα που συμπράττουν.

Η σχετική με την ανάγνωσή της βεβαίωση στη διαθήκη δεν απαιτείται να γίνει με τρόπο πανηγυρικό ή με επανάληψη των λέξεων του νόμου, αλλ' αρκεί να συνάγεται από τη διαθήκη ότι τηρήθηκε η διατύπωση του νόμου, δηλαδή ότι διαβάστηκε η πράξη στο διαθέτη και συγχρόνως άκουγαν και τα συμπράττοντα πρόσωπα. Η ως άνω διατύπωση κατ' άρθρο 1718 ΑΚ, τάσσεται με ποινή ακυρότητας, καθόσον η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 1733 παρ. 1 δεν ορίζει διαφορετικά.

Εξάλλου, οι διατάξεις των άρθρων 1725 ως 1735 ΑΚ, που ορίζουν τις διατυπώσεις για τη σύνταξη δημόσιας διαθήκης είναι κατά κανόνα αναγκαστικού δικαίου, ώστε η μη τήρηση τους έχει ως συνέπεια την ακυρότητα της διαθήκης. Κατ' εξαίρεση μόνο ορισμένες διατάξεις έχουν δεοντολογικό χαρακτήρα και η παράβασή τους δεν ασκεί καμία επιρροή στο κύρος της διαθήκης, όπως οι διατάξεις ΑΚ 1732 παρ. 2, 1737 παρ. 3 κ.τ.λ. (ΑΠ 403/2006, ΑΠ 864/2005).

Περαιτέρω, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2005).

Εξάλλου, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα αναγκαία κατά νόμο περιστατικά για την κρίση στην συγκεκριμένη περίπτωση των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή για τη μη συνδρομή τους που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, σχετικά με την ένδικη αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, με την οποία ζητείται να αναγνωριστεί η ακυρότητα της αναφερόμενης δημόσιας διαθήκης της Θ1, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Στις .... απεβίωσε στη ... η Θ1, θετή θυγατέρα των ...και ..., φυσικό τέκνο των ...και ....και μητέρα των διαδίκων. Η αποβιώσασα είχε καταρτίσει δύο δημόσιες διαθήκες: α) την ... διαθήκη ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλικής Φωτοπούλου και β) την ... διαθήκη της ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Διγαλάκη, οι οποίες δημοσιεύθηκαν με τα 2766/7-6-2002 και 1515/29-3-2002 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αντίστοιχα.

Με την πρώτη από τις ως άνω διαθήκες της, η διαθέτις εγκατέστησε μοναδικούς κληρονόμους της κατ' ισομοιρία σε όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία της τους ενάγοντες. Με τη δεύτερη διαθήκη, για την κατάρτιση της οποίας συνέπραξαν τρεις μάρτυρες, ήτοι η ...., η .... και η ..., εγκατέστησε κληρονόμους της τους ενάγοντες και την εναγομένη σε καθένα από τους οποίους όρισε να περιέλθουν τα περιουσιακά στοιχεία που αναφέρονται στην εν λόγω διαθήκη.

Περαιτέρω, αναφορικά με την επικαλούμενη ακυρότητα της τελευταίας διαθήκης, λόγω μη τήρησης της διάταξης του άρθρου 1733 παρ. 1 περί νόμιμης ανάγνωσης αυτής, όπως αποδεικνύεται από την ως άνω συμβολαιογραφική πράξη, στο κείμενό της αναγράφονται τα εξής: <<Σημειώνεται ότι τα συμπράττοντα πρόσωπα ήταν παρόντα σε όλη τη διάρκεια της πράξης αυτής, δεν παραστάθηκε κανείς άλλος εκτός από τον διαθέτη, τους μάρτυρες και εμένα και ότι τηρήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 1729, 1730 και 1731του Αστικού Κώδικα.

Σε βεβαίωση όλων των ανωτέρω συντάχθηκε η πράξη αυτή, την οποία διάβασα καθαρά και μεγαλόφωνα για να την ακούσει ο διαθέτης, ο οποίος βεβαίωσε ολόκληρο το περιεχόμενό της και την υπέγραψαν οι μάρτυρες καθώς και εγώ η συμβολαιογράφος...>>. Από τις ως άνω καταχωρήσεις, συνεχίζει το Εφετείο, συνάγεται ότι στην εν λόγω πράξη υπάρχει μόνο βεβαίωση ότι η διαθήκη διαβάστηκε στη διαθέτιδα, δεν υπάρχει όμως βεβαίωση ότι κατά την ανάγνωσή της συγχρόνως άκουγαν και οι προαναφερθέντες τρεις, συμπράττοντες για την κατάρτιση της διαθήκης, μάρτυρες.

Περαιτέρω, συνεχίζει το Εφετείο, αποδείχτηκε ότι ο πρώτος ενάγων με δήλωσή του ενώπιον του γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών, για την οποία συντάχθηκε η 1906/2002 πράξη, αποποιήθηκε την κληρονομία της μητέρας του που επήχθη σ' αυτόν με την 49785/2001 ως άνω δημόσια διαθήκη. Επίσης, ο ίδιος ενάγων με δήλωσή του ενώπιον του ιδίου γραμματέα, για την οποία συντάχθηκε η 1907/2002 πράξη αυτού, αποποιήθηκε και την εξ αδιαθέτου κληρονομία της μητέρας του.

Όμως, και ο ενάγων αυτός, όπως και ο δεύτερος, νομιμοποιείται ενεργητικά και έχει έννομο συμφέρον να ζητήσει να αναγνωριστεί η ακυρότητα της ένδικης δημόσιας διαθήκης, διότι αυτός καλείται μετά ταύτα στην κληρονομία της μητέρας του δυνάμει της προγενέστερης ...δημόσιας διαθήκης της, που συντάχθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλικής Φωτοπούλου, αφού δεν έχει αποποιηθεί και την κληρονομία που επάγεται σ' αυτόν με την προγενέστερη της επίμαχης ως άνω διαθήκης.

Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο, αφού απέρριψε τον ισχυρισμό της εναγομένης περί ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως του πρώτου ενάγοντος, έκρινε ότι στην αναφερθείσα συμβολαιογραφική πράξη δημόσιας διαθήκης υπάρχει μόνο βεβαίωση ότι η διαθήκη διαβάστηκε στη διαθέτιδα, δεν υπάρχει όμως βεβαίωση ότι κατά την ανάγνωσή της συγχρόνως άκουγαν και οι προαναφερθέντες τρεις μάρτυρες, συμπράττοντας για την κατάρτιση της διαθήκης και συνακόλουθα ότι η δημόσια αυτή διαθήκη είναι άκυρη.

Κατόπιν τούτου το Εφετείο εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε απορρίψει την αγωγή λόγω ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως, δέχτηκε την αγωγή ως βάσιμη και αναγνώρισε την ακυρότητα της επίμαχης δημόσιας διαθήκης. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1718, 1729, 1730, 1731 και 1733 ΑΚ, αλλά ούτε εκείνες του επικαλούμενου από την αναιρεσείουσα αλλ' ασχέτου στην κρινόμενη υπόθεση άρθρου 1719 ΑΚ που ορίζει πιοι είναι ανίκανοι να συντάσσουν διαθήκη τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ουσιώδη ζητήματα, ότι δεν βεβαιώνεται στην πράξη ότι η διαθήκη αναγνώστηκε στη διαθέτιδα και συγχρόνως άκουγαν και οι τρεις συμπράττοντες μάρτυρες, οι αιτιολογίες δε αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ως άνω διατάξεων που εφάρμοσε.

Επομένως, οι συναφείς πρώτος και δεύτερος λόγοι της κύριας αναίρεσης καθώς και πρώτος και δεύτερος πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Επειδή, ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.

Εξάλλου, κατά την σαφή έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι δε και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.

Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή το ότι ο μέσος κοινωνικός άνθρωπος που παρίσταται ως μάρτυρας σε μια συμβολαιογραφική πράξη καθ' όλη τη διάρκεια αυτής και η οποία αναγιγνώσκεται και υπογράφει στο τέλος αυτής, ακούει και το περιεχόμενό της.

Σύμφωνα όμως με τα εκτεθέντα ανωτέρω, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον προσβάλλει την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Επειδή από την διάταξη του άρθρου 156 ΑΚ σε συνδυασμό προς τις περί ακυρότητας των δικαιοπραξιών διατάξεις των άρθρων 180 έως 183 ΑΚ, προκύπτει ότι, επί ακυρότητας δικαιοπραξίας, όπως είναι και η διαθήκη, που επέρχεται χωρίς ανάγκη να κηρυχθεί με δικαστική απόφαση, αφού η άκυρη δικαιοπραξία θεωρείται σαν να μην έγινε, δεν υπάρχει έδαφος εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 156 ΑΚ, η οποία προβλέπει την απόσβεση του δικαιώματος προς ακύρωση συνεπεία παραιτήσεως και προϋποθέτει δικαιοπραξία που υπάρχει και παράγει τα έννομα αποτελέσματά της μέχρι να ακυρωθεί με δικαστική απόφαση.

Εάν δε η τέτοια παραίτηση θεωρηθεί ως αναγνώριση της άκυρης διαθήκης δεν καθιστά έγκυρη την άκυρη διαθήκη, ώστε να αποκλείει ως αποσβεσθείσα την αγωγή περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας, αλλά, εάν έχει γίνει μονομερώς, αποτελεί ενδεχομένως εξώδικη ομολογία του αναγνωρίζοντος για την ανυπαρξία ελαττωμάτων που συνεπάγονται ακυρότητα (ΑΠ 1071/1979).

Στην περίπτωση όμως που η αναγνώριση αυτή έχει την έννοια της παραιτήσεως του νομιμοποιουμένου ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του διαθέτου από τυχόν δικαίωμά του να προσβάλει την διαθήκη ως άκυρη ή και από το εξ αδιαθέτου κληρονομικό του δικαίωμα που θίγεται από αυτήν, είτε η παραίτηση αυτή γίνεται με σύμβαση είτε και μονομερώς, αφορά δε κληρονομιαία ακίνητα, απαιτείται μεταξύ των όρων της έγκυρης παραιτήσεως από απαλλοτριωτό δικαίωμα και η υποβολή της στον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, διότι διαφορετικά θα ματαιωνόταν ο επιδιωκόμενος, από τον νομοθέτη (άρθρα 369, 1033, 1121, 1143, 1266, 166, 217 παρ.2, 1942 παρ.2 ΑΚ) με την επιβολή του τύπου σκοπός.

Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 339, 352 και 438 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η ομολογία, δικαστική ή εξώδικη, είναι αποδεικτικό μέσο συνιστάμενο στην παραδοχή πραγματικού γεγονότος επιβλαβούς για τον ομολογούντα διάδικο, η αποδεικτική της δύναμη όμως διαφέρει σύμφωνα με τον νόμο, αναλόγως του αν είναι δικαστική ή εξώδικη, ήτοι εάν είναι εξώδικη εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, ενώ αν είναι δικαστική αποτελεί πλήρη απόδειξη.

Αυξημένη αποδεικτική δύναμη έχουν και τα δημόσια έγγραφα ως προς τα γεγονότα που βεβαιώνονται με αυτά ως ενεργηθέντα από τον συντάκτη τους δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή ασκούντα δημοσία υπηρεσία ή λειτουργία κατά την ενάσκηση των καθηκόντων τους, δεδομένου ότι ως προς τα γεγονότα αυτά παρέχουν πλήρη απόδειξη για όλους, χωρίς να επιτρέπεται ανταπόδειξη παρά μόνο με την προσβολή του εγγράφου ως πλαστού (ΑΠ 879/2002).

Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται από την παραβίαση των ορισμών του νόμου αναφορικά με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων, όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που, δεσμευτικά για το δικαστήριο, καθορίζει ο νόμος, όχι όμως και στην περίπτωση, κατά την οποία το δικαστήριο, συνεκτιμώντας ελεύθερα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, τα αποδεικτικά μέσα που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη, αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε ένα από αυτά (ΑΠ 1152/2008, ΑΠ 30/2005).

Επομένως, ο προκείμενος λόγος αναιρέσεως δημιουργείται μόνο αν πρόκειται για αποδεικτικό μέσο, στο οποίο σύμφωνα με το νόμο ο δικαστής είναι υποχρεωμένος να προσδώσει δύναμη πλήρους αποδείξεως. Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο και τελευταίο εξεταζόμενο πρόσθετο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν προέβη σε εκτίμηση της εξώδικης ομολογίας των αναιρεσιβλήτων περί της αναγνωρίσεως από αυτούς της διαθήκης και της ανυπαρξίας ελαττωμάτων που συνεπάγονται ακυρότητα της διαθήκης, η οποία εξώδικη ομολογία εκτιμάται ελεύθερα.

Σύμφωνα όμως με τα εκτεθέντα ανωτέρω στη νομική σκέψη, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου, περί υπάρξεως των προαναφερθέντων ακυρωτικών ελαττωμάτων της επίμαχης διαθήκης, στηρίζεται σε άμεση απόδειξη προκύπτουσα από την ίδια την διαθήκη, που αποτελεί δημόσιο έγγραφο κατά την έννοια του άρθρου 438 ΚΠολΔ, τα δε γεγονότα που συγκροτούν τα ελαττώματα εμπίπτουν στο πραγματικό της διατάξεως αυτής, με συνέπεια να μην μπορεί να αντιταχθεί σύμφωνα με τον νόμο κατά του δημοσίου εγγράφου, ως ανταπόδειξη, η επικαλούμενη εξώδικη ομολογία.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθούν η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5-6-2008 αίτηση και τους από 28-9-2009 πρόσθετους λόγους της Χ1 για αναίρεση της 2160/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιανουαρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Φεβρουαρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ