Supreme Court allows appeal against promotion denial due to failure to prove clear superiority over competitor.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the third ground of appeal regarding a civil servant's promotion denial. The appellant argued that the lower court erred by failing to recognize his clear superiority over the promoted colleague based on specific job duties and seniority, despite the employer's discretionary assessment. The court found the lower court's reasoning contradictory and violated the principle of good faith regarding the conditional promotion agreement, thus remanding the case for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 201 and 207 of the Civil Code; A conditional promotion agreement where the employer's assessment of conditions is contrary to good faith constitutes a completed legal act; if the employer's decision denying promotion is arbitrary and contradicts the employee's clear superiority in substantive qualifications, the lower court's failure to recognize this constitutes a violation of the principle of good faith and requires retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 278 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 278/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ......, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Κάπο.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-12-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2034/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 1871/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1-7-2005 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 6-3-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως και να απορριφθούν οι λοιποί.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από την προσκομιζόμενη ...... έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών ......, προκύπτει ότι κεκυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με την οικεία πράξη ορισμού δικασίμου για την πιο πάνω δικάσιμο επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη. Επομένως, εφόσον αυτή δεν παραστάθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου, νομίμως έγινε η συζήτηση παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.).
Επειδή, κατά το άρθρο 201 ΑΚ, αν με τη δικαιοπραξία τα αποτελέσματά της εξαρτήθηκαν από γεγονός μελλοντικό και αβέβαιο (αναβλητική αίρεση), τα αποτελέσματα αυτά επέρχονται μόλις συμβεί το γεγονός, ενώ κατά το άρθρο 207 παρ. 1 ΑΚ η αίρεση θεωρείται ότι πληρώθηκε, αν την πλήρωσή της εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη εκείνος, που θα ζημιωνόταν από την πλήρωσή της.
Τέτοια δικαιοπραξία με αναβλητική αίρεση, στην οποία εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 207 παρ. 1 ΑΚ είναι και εκείνη, με την οποία συμφωνήθηκε μεταξύ του εργοδότη και του μισθωτού η προαγωγή αυτού, αν συντρέξουν ορισμένες προϋποθέσεις, η διαπίστωση της συνδρομής των οποίων γίνεται από τον εργοδότη (ή εξουσιοδοτημένο όργανό του), όπως όταν η υπό προϋποθέσεις προαγωγή του υπαλλήλου προβλέπεται από κανονισμό εργασίας, που έχει συμβατική ισχύ.
Στην περίπτωση αυτή, όταν κρίνεται από τον εργοδότη (ή εξουσιοδοτημένο όργανό του) ότι ο μισθωτός δεν συγκεντρώνει τις συμφωνημένες προϋποθέσεις για την προαγωγή του και η κρίση αυτή είναι αντίθετη προς την καλή πίστη ως καταφώρως εξ αντικειμένου άδικη, όταν δηλαδή παραλείφθηκε να προαχθεί υπάλληλος που υπερείχε καταφανώς ως προς τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα έναντι, έστω και ενός, προαχθέντος συναδέλφου του, τότε η αναβλητική αίρεση, υπό την οποία τελούσε η προαγωγή του παραλειφθέντος, λογίζεται, σύμφωνα με το άρθρο 207 ΑΚ, ότι πληρώθηκε από τότε, που έπρεπε να είχε γίνει η προαγωγή.
Εξάλλου, σύμφωνα με τα άρθρα 10 και 12 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας και Κανονισμού Βαθμολογικής και Μισθολογικής Τάξεως των Υπαλλήλων της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας "Τράπεζας Της Ελλάδος", που έχει συμβατική ισχύ (Ολ. ΑΠ 27/1995), όπως ισχύει μετά τη συμπλήρωσή του με τις από 29.9.1981 και 29.2.1982 αποφάσεις του Γενικού Συμβουλίου της, η προαγωγή των υπαλλήλων της, από τον 4ο βαθμό του Τμηματάρχη στον 3ο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου αποφασίζεται, κατ` απόλυτη εκλογή και ελεύθερη κρίση του Γενικού της Συμβουλίου, μετά πρόταση του Διοικητή της, όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που προβλέπονται από το ίδιο άρθρο, ήτοι α) ύπαρξη κενής οργανικής θέσης, β) συμπλήρωση ευδόκιμης υπηρεσίας τριών ετών στον 4ο βαθμό (Τμηματάρχη) γ) να έχει ο υπάλληλος τα προσόντα της ανώτερης θέσης, δ) να έχει επιδείξει εξαιρετική επίδοση, ήθος, ικανότητα και φιλεργία και ε) να έχει επιδείξει, κατά την άσκηση της όλης του υπηρεσίας ικανότητα συστηματικού προσδιορισμού και αποτελεσματικού συνδυασμού των μέσων, που έχουν τεθεί στη διάθεσή του και του υπάρχοντος προσωπικού, κατά τρόπο, που να αυξάνει την απόδοση του έργου της υπηρεσίας του και την παραγωγικότητα των εργαζομένων σ` αυτήν.
Με την ...... απόφαση του Γενικού Συμβουλίου τροποποιήθηκε η παραπάνω διάταξη του άρθρου 12 του Οργανισμού και θεσπίστηκαν για τους κρινόμενους με το βαθμό του λογιστή και άνω και άλλα προσόντα και ικανότητες, όπως γνώσεις και ικανότητα να εκτελέσουν, εκτός από τις συνήθεις τραπεζικές, διοικητικές, εκτελεστικές και συναφείς εργασίες, άλλα περισσότερο εξειδικευμένα καθήκοντα, που αναφέρονται σε βασικές λειτουργίες κεντρικής τράπεζας.
Από το 1985 μέχρι το 1989 η αξιολόγηση των υπαλλήλων γινόταν με βάση τη βαθμολογία, που κατεχωρείτο στα κατ` έτος συντασσόμενα φύλλα επίδοσης από πρώτο και δεύτερο κριτή, για τα περιγραφόμενα στα φύλλα επί μέρους προσόντα, με κλίμακα βαθμολογίας 1-5, με άριστα το "1". Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του, όπως από αυτή προκύπτει, δέχθηκε κατά ανέλεγκτη κρίση τα εξής:
Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων προσελήφθη από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη Τράπεζα την 1-8-1966 και εντάχθηκε στον Ταμειακό Κλάδο των υπαλλήλων της, στον οποίο και υπηρέτησε μέχρι την 26-11-2000, οπότε συνταξιοδοτήθηκε με τον βαθμό του Τμηματάρχη, στον οποίο προήχθη από 26-6-1981. Είναι πτυχιούχος του Τμήματος Πολιτικών Επιστημών του Παντείου Πανεπιστημίου και κατέχει την Αγγλική γλώσσα, σε επίπεδο "LOWER".
Από την πρόσληψη του μέχρι την 1-11-1969 υπηρέτησε στο υποκατάστημα της εναγομένης στη ...... . Την 2-11-1969 μετατέθηκε στο Πρακτορείο της εναγομένης στη ......, όπου και υπηρέτησε μέχρι 30-6-1979. Την 1-7-1979 μετατέθηκε στο Κεντρικό κατάστημα όπου υπηρέτησε μέχρι 4-7-1980 και από 5-7-1980 μέχρι 26-11-2000 (οπότε εξήλθε της υπηρεσίας λόγω συνταξιοδοτήσεως) υπηρέτησε στο Πρακτορείο της ...... .
Με την υπ' αριθμ. ...... Πράξη του Διοικητή της εναγομένης ανατέθηκε στον ενάγοντα η άσκηση καθηκόντων Πράκτορα στο υποκατάστημα της στη ...... και με την υπ' αριθμ. ...... όμοια του ανατέθηκε η άσκηση καθηκόντων Πράκτορα στη ......, θέση που εξομοιώνεται με την άσκηση καθηκόντων Προϊσταμένου Υπηρεσίας, σύμφωνα με την από 7-1-1981 απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της εναγομένης.
Κατά τη διάρκεια της απασχολήσεως του παρακολούθησε δύο σεμινάρια και δη: α) το προαγωγικό σεμινάριο και β) το σεμινάριο βασικής εκπαίδευσης. Βαθμολογήθηκε για τα έτη 1988 και 1989, με άριστα τον αριθμό 1 έως 5, με πέντε 1 και τρία 2 για κάθε έτος. Μετά το έτος 1989 δεν συντάχθηκαν φύλλα Επιδόσεως των υπαλλήλων της εναγομένης.
Το Γενικό Συμβούλιο της εναγομένης, μετά γνωμοδότηση της προς τούτο συσταθείσας επιτροπής, με την από 14-2-1997 απόφαση του, που ανακοινώθηκε με την υπ' αριθμ. ...... εγκύκλιο της Διοικήσεως της, προήγαγε από 1-1-1997 στον βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη-Προϊσταμένου, μεταξύ άλλων και τους ομοιόβαθμους του ενάγοντος:
α) Α, 2) Β, 3) Γ, 4) Δ, 5) Ε και 6) ΣΤ, τους οποίους και πρότεινε προς σύγκριση ο ενάγων, ο οποίος παραλήφθηκε να προαχθεί. Με την εκκαλούμενη απόφαση κρίθηκε ότι ο ενάγων υπερείχε καταφανώς έναντι του εκ των ως άνω συγκρινόμενων συναδέλφων του Α. Ο παραπάνω (Α) προσελήφθη από την εναγομένη στις 17-9-1971, εντάχθηκε στον Λογιστικό κλάδο και προήχθη στον βαθμό του Τμηματάρχη από 1-10-1989.
Είναι απόφοιτος Γυμνασίου και από της προσλήψεως του απασχολήθηκε στο τμήμα Προεξοφλήσεως και Πιστώσεων Υποκαταστημάτων, όπου εργάστηκε στην γραμματεία της υποεπιτροπής Βιοτεχνικών Πιστώσεων. Στις 2-3-1981 τοποθετήθηκε στο τμήμα Υπηρεσιακής Εξελίξεως Προσωπικού της Διευθύνσεως Διοικητικού, όπου από το έτος 1986 άσκησε καθήκοντα Προϊσταμένου Υπηρεσίας και από 1993 καθήκοντα Αναπληρωτή Προϊσταμένου Τμήματος.
Η βαθμολογία του για τα έτη 1988 και 1989 ήταν οκτώ 1 (όλα άριστα). Το έτος 1994 παραλείφθηκε προς προαγωγή στον βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη Προϊσταμένου. Από τη σύγκριση των προσόντων του ενάγοντος με εκείνα του παραπάνω προαχθέντος, κατά τις προαγωγές του έτους 1997, ομοιοβάθμου συναδέλφου του, προκύπτει ότι ο ενάγων υπερέχει εκείνου ως προς τους τίτλους σπουδών, την γνώση ξένης γλώσσας και την επιμόρφωση με σεμινάρια, δηλαδή ως προς τα τυπικά προσόντα.
Αντιθέτως ως προς το ουσιώδες στοιχείο της ασκήσεως υπευθύνων καθηκόντων ουδόλως υπερέχει ο ενάγων έναντι του ως άνω συναδέλφου του, ο οποίος πέραν του ότι άσκησε καθήκοντα Αναπληρωτή Προϊσταμένου Τμήματος από το έτος 1993 (τέτοια δεν άσκησε ο ενάγων), υπηρέτησε σε σημαντικές και νευραλγικές θέσεις ευθύνης, γεγονός που καταδεικνύει την, παρά την έλλειψη αξιόλογου τίτλου σπουδών, υπεροχή του σε ουσιαστικά προσόντα, η δε υψηλή βαθμολογία αυτού ως προς την οποία ουδόλως υπερέχει ο ενάγων, αποδεικνύει την εργατικότητα, την αποτελεσματικότητα του και την αφοσίωση στο καθήκον του.
Τέλος, ο ενάγων υπερέχει του ως άνω συγκρινόμενου ως προς την γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα (κατά πέντε έτη), η οποία όμως κατά το άρθρο 12 του Οργανισμού της εναγομένης δεν συνιστά σημαντικό στοιχείο αξιολογήσεως, κατά τις εν λόγω προαγωγές. Ακόμη ο ενάγων υπερέχει του συγκρινόμενου ως προς την ειδική αρχαιότητα στον κατεχόμενο βαθμό (κατά 8 έτη).
Όμως η έναντι αυτού υπεροχή ως προς την ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα δεν μπορεί να του προσδώσει τον χαρακτηρισμό του καταφανώς υπερέχοντος έναντι εκείνου, ενόψει της υπεροχής του τελευταίου ως προς τα ουσιαστικά προσόντα και συγκεκριμένα την άσκηση καθηκόντων Αναπληρωτή Προϊσταμένου Τμήματος, την υπηρεσία του σε σημαντικές και νευραλγικές θέσεις ευθύνης και την βαθμολογία.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο κατά την πλειοψηφούσα άποψη έκρινε ότι ο αναιρεσείων δεν υπερείχε καταφανώς του ως άνω συγκρινόμενου συναδέλφου του και επομένως η κρίση των οργάνων της αναιρεσίβλητης που παρέλειψαν να τον προαγάγουν κατά τις προαγωγικές κρίσεις του έτους 1997, δεν ήταν κατάφωρα άδικη και έτσι η πλήρωση της αναβλητικής αίρεσης υπό την οποία τελούσε η προαγωγή του αναιρεσείοντα στο βαθμό του Υποδιευθυντή δεν εμποδίστηκε από την αναιρεσίβλητη κατά παράβαση της καλής πίστης με την παράλειψη της προαγωγής του αναιρεσείοντα.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 207 του ΑΚ, αφού περιέλαβε ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την μη καταφανή υπεροχή του αναιρεσείοντος στα ουσιαστικά προσόντα έναντι του συγκρινόμενου και προαχθέντος Α, δεδομένου ότι, αν και δέχεται ότι ο αναιρεσείων υπερείχε αυτού, ως προς την κατοχή πανεπιστημιακού τίτλου, γνώση ξένης γλώσσας, γενική και ειδική αρχαιότητα, παρακολούθηση σεμιναρίων καθώς και ότι του είχαν ανατεθεί από το έτος 1981 καθήκοντα πράκτορα που σύμφωνα με την αναφερόμενη απόφαση του γενικού Συμβουλίου της εναγομένης η άσκηση των εν λόγω καθηκόντων ισοδυναμεί με την άσκηση καθηκόντων Προϊσταμένου υπηρεσίας, ενώ ο συγκρινόμενος από το έτος 1986 άσκησε καθήκοντα προϊσταμένου υπηρεσίας και από το έτος 1993 καθήκοντα αναπληρωτή προϊσταμένου τμήματος, δηλαδή καθήκοντα ισοδύναμα με αυτά που άσκησε ο αναιρεσείων για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα δεν αιτιολογεί για πιο λόγο αυτός δεν υπερέχει καταφανώς του συγκρινόμενου.
Επομένως ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. και 19 του Κ.Πολ.Δ. είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Μετά ταύτα πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1871/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς εκ νέου εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιανουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ