278/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο-Φώτιο Χατζη-πανταζή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated278/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εκδόθηκε η 565/2000 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση να δικαστεί ξανά από το ίδιο Εφετείο, με άλλη σύνθεση.
Full text
Απόφαση 278 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 278/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1΄ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο-Φώτιο Χατζη-πανταζή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 6η Δεκεμβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τζιώτη, για να δικάσει μεταξύ :
Της αναιρεσείουσας : ...... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Πανούση, βάσει δηλώσεως άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσίβλητου : Ν.Π.Δ.Δ., Γενικού Νοσοκομείου Αθηνών "ΛΑΪΚΟ" που εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Καλούδη, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27 Απριλίου 1994 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 1241/1995 του ίδιου Δικαστηρίου και 9465/1997 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζήτησε η αναιρεσείουσα, με την από 5 Απριλίου 1999 αίτησή της.
Εκδόθηκε η 565/2000 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση να δικαστεί ξανά από το ίδιο Εφετείο, με άλλη σύνθεση.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η 7617/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αυτής απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα, με την από 26 Ιουλίου 2002 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καράμπελας διάβασε την από 25 Νοεμβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τα άρθρα 321, 322 και 324 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι δεδικασμένο από τελεσίδικη απόφαση παράγεται και όταν το αντικείμενο της δίκης, που διεξάγεται μεταξύ των ίδιων προσώπων, είναι διαφορετικό εκείνου της δίκης που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση το δικαίωμα που κρίθηκε στη δίκη εκείνη. Ο κανόνας αυτός δεν ισχύει, αν κατά τον κρίσιμο για τη μεταγενέστερη δίκη χρόνο έχει επέλθει μεταβολή του νομικού καθεστώτος ή των πραγματικών περιστατικών, στα οποία στηρίζεται το δικαίωμα, αφού τότε υπάρχει μεταβολή της νομικής ή ιστορικής αιτίας του, ενώ ισχύει, αν η μεταβολή αυτή είχε χωρήσει ήδη κατά τη διάρκεια του κατά την προηγούμενη δίκη κριθέντος χρονικού διαστήματος, καλυπτόμενη τότε από το δεδικασμένο, το οποίο παράγεται και από εσφαλμένη κατά το νομικό ή πραγματικό μέρος της δικαστική απόφαση.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την 3804/1995 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί της από 16-2-1989 αγωγής της και τώρα ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, για αξιώσεις αποδοχών κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1985 έως 31-12-1988, από εργασία που παρέσχε αυτή ως καθαρίστρια στο και τώρα εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών "ΛΑΪΚΟ" (νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου), κρίθηκε ότι είχε εφαρμογή το μισθολογικό καθεστώς της 42/1981 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Πειραιώς, που διείπε την εργασιακή αυτή σχέση πριν από τη θέση σε ισχύ (1-7-1988) της από 22-12-1988 ΕΣΣΕ "περί των όρων αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στα δημόσια νοσοκομεία της Χώρας", η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική με τη 17853/1989 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β΄741/1989).
Με την 565/2000 απόφαση του Αρείου Πάγου κρίθηκε ότι από την απόφαση αυτή παρήχθη δεδικασμένο ως προς το ότι οι αξιώσεις της ίδιας ενάγουσας κατά του αυτού εναγόμενου, από την ίδια εργασιακή σχέση που ασκήθηκαν με τη μεταγενέστερη, από 27-4-1994, ένδικη αγωγή, για αποδοχές του χρονικού διαστήματος από 1-1-1989 μέχρι 31-5-1992, θεμελιώνονται στο μισθολογικό καθεστώς της 42/1981 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Πειραιώς και αναιρέθηκε η 9465/1997 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτό ότι δεν παρήχθη τέτοιο δεδικασμένο από την προαναφερόμενη 3804/1995 απόφαση.
Ειδικότερα με την αναιρετική απόφαση κρίθηκε ότι η -με την από 22-12-1988 ΕΣΣΕ- μεταβολή του οικείου νομικού (μισθολογικού) καθεστώτος είχε ήδη επέλθει κατά τη διάρκεια του χρονικού διαστήματος που αφορούσε η 3804/1995 απόφαση και καλυπτόταν έτσι από το δεδικασμένο. Μετά την αναίρεση της άνω αποφάσεως και την εκ νέου εκδίκαση της υποθέσεως από το Εφετείο, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία κρίθηκε, όπως προκύπτει από αυτή, ότι για το ήδη επίδικο χρονικό διάστημα (1-1-1989 μέχρι 31-5-1992), παράγεται από την 3804/1995 απόφαση δεδικασμένο ως προς τις αξιώσεις της αναιρεσείουσας για λήψη α) των 8/6 του βασικού ημερομισθίου της με βάση οκτάωρη απασχόληση β)της πρόσθετης αμοιβής των δύο ωρών ημερησίως, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 3 του Ν. 201/1975, γ) του επιδόματος πολυετούς υπηρεσίας(5% για κάθε τριετία), δ) του επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας (10%) και ε) του επιδόματος συζύγου και τριών άγαμων, ανήλικων και άνεργων τέκνων (συνολικού ποσοστού 25%).
Ερευνώντας δε το Εφετείο στην ουσία την υπόθεση, μετά από εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως, επιδίκασε στην αναιρεσείουσα, για τις παραπάνω αιτίες, διαφορές αποδοχών του χρονικού διαστήματος από 1-1-1989 μέχρι 31-5-1992 με βάση το δεδικασμένο που απέρρε από την προαναφερόμενη 3804/1995 απόφαση. Παράλληλα όμως το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, μολονότι δέχθηκε ότι παρήχθη δεδικασμένο ως προς το ότι για τις παραπάνω αξιώσεις είχε εφαρμογή το μισθολογικό καθεστώς της 42/1981 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Πειραιώς, που διείπε την επίδικη εργασιακή σχέση πριν από τη θέση σε ισχύ της από 22-1-1988 ΕΣΣΕ, δέχθηκε ότι δεν ίσχυε το ίδιο και ως προς τις λοιπές αγωγικές αξιώσεις της αναιρεσείουσας του ίδιου χρονικού διαστήματος, δηλαδή για την προσαύξηση της αμοιβής της για εργασία κατά Κυριακές και αργίες και για την πρόσθετη ειδική αποζημίωση αποχωρήσεώς της από την υπηρεσία του αναιρεσιβλήτου, ως προς τις οποίες απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη.
Το δεδικασμένο όμως που έγινε δεκτό ότι υπάρχει για το δικαίωμα της αναιρεσείουσας να αμείβεται με τις αποδοχές που καθορίζονται με τη ΔΑ 42/1981 αναπληρώνει τη νομιμότητα των σχετικών με τις αποδοχές αυτές αγωγικών αξιώσεων και καλύπτει το δικαίωμα αυτής να υπολογίζεται η ως άνω προσαύξηση και ειδική αποζημίωση, με βάση τις προσδιοριζόμενες από το άνω δεδικασμένο αποδοχές.
Επομένως, το Εφετείο, παρά τον νόμο έκρινε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο σε σχέση με τις αξιώσεις αυτές και πρέπει, κατά τον βάσιμο μοναδικό λόγο της αναιρέσεως, από τον αριθμό 16 (και όχι και 1, 8 και 14, που επικαλείται η αναιρεσείουσα) του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο με άλλη σύνθεση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 7617 /2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο με άλλη σύνθεση.
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Ιανουαρίου 2006. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 15 Φεβρουαρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ