Legislator Case Law & Legislation
277/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal due to inadmissibility of supplementary grounds and vague legal arguments.

Case Number 277/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Second Instance Court's decision. The appellant argued for specific legal errors but failed to provide the necessary factual premises or identify the specific document regarding which the lower court allegedly erred. Consequently, the court ruled that the supplementary grounds were inadmissible due to lack of service and the primary grounds were rejected for being vague and lacking the required factual basis.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 569 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court requires specific factual premises and identified documents to support cassation grounds alleging violations of substantive law, rejecting appeals based on vague assertions without concrete evidence of error.

Keywords

AI generated
cassation appeal inadmissible grounds substantive law violation factual premises supplementary grounds service of documents legal reasoning

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553(1)(b), 556(1), 558(a), 564(3), 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(2) of the Code of Civil Procedure
Article 569(2)(a), (b), (c) of the Code of Civil Procedure
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3)(e) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189(1), 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 277 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 277/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αθανάσιο Θεοφάνη-Εισηγητή, Αγαθή Δερέ, Μερόπη Τζουγκαράκη, Ιφιγένεια Ματσούκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 20 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ε. Μ. του Α., κατοίκου …..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Παπαστεριόπουλο, και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Π. Μ. του Α., κατοίκου ….., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Περίδη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-7-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... . Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14/2018, η οποία διορθώθηκε με την 50/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και …./2019 του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-10-2021 αίτησή του και τους τους από 7-12-2022 προσθέτους επ' αυτής λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των επ' αυτής προσθέτων λόγων, και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟN ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 15.10.2021 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, υπ' αριθμ. …../18.09.2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, το οποίο απέρριψε την από 06.02.2018 έφεση μετά την προσθέτων αυτής λόγων του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 14/11.01.2018 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου ….., το οποίο είχε κάνει δεκτή την από 12.07.2016 αγωγή διεκδικητική συγκυριότητας ακινήτου. Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553§1 στοιχ. β', 556§1, 558 εδάφ. α', 564§3, 566§1 του Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577§1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577§2 του Κ.Πολ.Δ.). Περαιτέρω, ο αναιρεσείων άσκησε με το από 07.12.2022 δικόγραφο, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου στις 07.12.2022, πρόσθετους λόγους αναιρέσεως. Οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι, που πρέπει να συνεκδικαστούν με την από 15.10.2021 αίτηση αναιρέσεως, ασκήθηκαν απαραδέκτως και τούτο διότι δεν προκύπτει ότι αντίγραφο του δικογράφου τους επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο ή στον πληρεξούσιο δικηγόρο του (άρθρο 569§2 εδάφ. α', β', γ' του Κ.Πολ.Δ.).

Η προσβαλλόμενη δικαστική απόφαση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ.), για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, υπήρξε κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος (Π. Μ. του Α.) ήγειρε κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος (Ε.

Μ. του Α.) την από 12.07.2016 διεκδικητική αγωγή συγκυριότητας ακινήτου, την οποία απηύθηνε στο Μονομελές Πρωτοδικείο ….. Η άνω αγωγή συζητήθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, κρίθηκε παραδεκτή, εν μέρει νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη εκδόθηκε δε η υπ' αριθμ. 14/11.01.2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου …..

με την οποία η αγωγή έγινε δεκτή. Την απόφαση αυτή του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου προσέβαλε με την από 06.02.2018 έφεσή του ο εκκαλών και ήδη αναιρεσείων, την οποία έστρεψε κατά του εφεσιβλήτου και την οποία απηύθηνε στο Μονομελές Εφετείο Δωδεκανήσου. Η έφεση συζητήθηκε ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία.

Το Μονομελές Εφετείο Δωδεκανήσου εξέδωσε την υπ' αριθμ. …./18.09.2019 τελεσίδικη απόφασή του, με την οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση. Κατά της αποφάσεως αυτής του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου ο αναιρεσείων άσκησε την από 15.10.2021 αίτηση, με την οποία ζητεί την αναίρεσή της για τους περιεχόμενους στο αναιρετήριο λόγους.

Οι παραδοχές του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, επί των οποίων στηρίχθηκε η εκφερθείσα κρίση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, είναι, κατ' αντιγραφήν, οι ακόλουθες: "Το ακίνητο για το οποίο ερίζουν οι διάδικοι είναι ένα τμήμα έκτασης 2.775 τ.μ. ακινήτου συνολικής έκτασης 5.550 τ.μ. που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια …..

της νήσου ….. και στην τοποθεσία "….." με κτηματολογικά στοιχεία: Τόμος Γαιών ... 6, Φύλλο 41, Μερίδα 486 και Φάκελος 81 του Κτηματολογίου ….., νομικής φύσεως αρζί - μιρί και ήδη μετά τον Ν. 2100/1952 μουλκ (ελευθέρας ιδιοκτησίας). Το ακίνητο αυτό είναι θεμελιωδώς εγγεγραμμένο εξ ολοκλήρου στο όνομα της Δ.Φ. του Ι.. Στη συνέχεια με το με αριθμό …../21-08-1979 συμβόλαιο του τέως συμβολαιογράφου …...

Χ. Γ., το οποίο έχει μεταγράφει νόμιμα στα οικεία κτηματολογικά βιβλία (αριθμός καταχωρισθείσας πράξης …../26-09-1979), το 1/2 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου, μεταβιβάσθηκε λόγω δωρεάς εν ζωή, στον Α. Μ. του Ε., πατέρα των διαδίκων. Το λοιπό 1/2 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου μεταβιβάστηκε με το με αριθμό …../21-08-1979 συμβόλαιο του ως άνω συμβολαιογράφου ….., το οποίο έχει μεταγράφει νόμιμα στα οικεία κτηματολογικά βιβλία (αριθμός καταχ.

πράξης …../26-09-1979), λόγω προικός κατά μεν την διοίκηση και επικαρπία στον προικολήπτη Σ. Γ. του Α., κατά δε την ψιλή κυριότητα στην υπέρ ης η προίκα Π. συζ. Σ. Γ., το γένος Ε. Μ., η οποία μετά την κατάργηση του θεσμού της προίκας με τον Ν. 1250/1982 απέκτησε την πλήρη κυριότητα του. Ακολούθως δυνάμει της υπ' αριθμό …../04-06-1984 πράξης του τέως συμβολαιογράφου …..

Χ. Γ., η οποία μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Κτηματολογίου ….. (αριθμός καταχ. πράξης …./07-06-1984), οι δύο ανωτέρω τιτλούχοι δηλαδή η Π. συζ. Σ. Γ., το γένος Ε. και ο Α. Μ. του Ε., προέβησαν σε σύσταση κάθετης ιδιοκτησίας με την οποία δημιουργήθηκαν οι εξής ανεξάρτητες και αυτοτελείς ιδιοκτησίες: 1) η ανεγερθησόμενη οικοδομή επί του τμήματος "1" και υπό στοιχεία α-β-γ-δ-ε-ξ-ν-μ-α, όπως το τμήμα αυτό εμφαίνεται στο από 06-10-1983 σχεδιάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Μ.

Μ. επιφάνειας 2.775 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας 50% εξ αδιαιρέτου επί όλου του ακινήτου και η οποία ορίστηκε ότι θα ανήκει κατά πλήρη κυριότητα εξ ολοκλήρου Π. συζ. Σ. Γ. γένος Ε. Μ. και 2) η ανεγερθησόμενη οικοδομή επί του τμήματος "2" και υπό στοιχεία ν-ξ-ζ-η-θ-ι-κ-λ-ν, όπως αυτό εμφανίζεται στο ίδιο ως άνω σχεδιάγραμμα του ιδίου πολιτικού μηχανικού, επιφάνειας 2.775 τ.μ.

με ποσοστό συνιδιοκτησίας 50% εξ αδιαιρέτου επί του ακινήτου, και η οποία ορίστηκε ότι θα ανήκει κατά πλήρη κυριότητα εξ ολοκλήρου στον Α. Μ. του Ε.. Ο τελευταίος (Α. Μ. του Ε.), απεβίωσε στις 29-02-1992 χωρίς να καταλείπει διαθήκη και κληρονομήθηκε έτσι εξ αδιαθέτου από τη σύζυγό του Β. Χ. Α. Μ., το γένος Π. Β., και τα δύο τέκνα του, Π.

και Ε. (διαδίκους), κατά ποσοστό 2/8 η πρώτη και από 3/8 έκαστος των διαδίκων, εξ αδιαιρέτου σε όλη την κληρονομιαία περιουσία του, στην οποία περιλαμβάνεται και το ανωτέρω ακίνητο. Την κληρονομία αυτή αποδέχθηκαν οι ανωτέρω κληρονόμοι αιτούμενοι την έκδοση κληρονομητηρίου. Επί της αίτησης τους εκδόθηκε η με αριθμό 62/1998 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ….., δυνάμει της οποίας εκδόθηκε το με αριθμό 9/2000 πιστοποιητικό (κληρονομητήριο), το οποίο μεταγράφτηκε νόμιμα στα βιβλία του Κτηματολογίου …... (αριθμός καταχ.

πράξης …../08-03-2000). Ακολούθως στις 13-01-2006 απεβίωσε η Β. Χ. Α. Μ., το γένος Π. Β. (μητέρα των διαδίκων), καταλείποντας την από 15-10-2003 ιδιόγραφη διαθήκη με την οποία κατέλειπε "στα δύο παιδιά της εξ ημισείας το σπίτι και το οικόπεδο στον …... στην πόλη της ….., όπως και το μερίδιο της στο σπίτι στους ….. (επίδικο) και στο κτήμα στα …..".

Η προαναφερόμενη ιδιόχειρη διαθήκη δημοσιεύτηκε με τα με αριθμό 40/2013 πρακτικά του Ειρηνοδικείου ….. και κηρύχθηκε κυρία με την με αριθμό 4/2014 απόφαση του Ειρηνοδικείου ….. (διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας). Στη συνέχεια κατόπιν αίτησης του εφεσίβλητου, εκδόθηκε η με αριθμό 1.401/2015 διαταγή κληρονομητηρίου της κας Ειρηνοδίκου ….., δυνάμει της οποίας εκδόθηκε το με αριθμό 97/2016 κληρονομητήριο του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου ….., το οποίο μεταγράφηκε στα οικεία βιβλία του Κτηματολογίου ..... (αριθμός καταχ.

πράξης …../05-05-2016), με το οποίο πιστοποιείται ότι ο εφεσίβλητος είναι εκ διαθήκης κληρονόμος σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου στο σύνολο της κινητής και ακίνητης κληρονομιαίας περιουσίας της μητέρας του Β. χήρας του Α. Μ. στην οποία περιλαμβάνεται και το μερίδιο της επί του επιδίκου. Ο εκκαλών ισχυρίστηκε ότι το επίδικο ακίνητο ουδέποτε κατέστη αντικείμενο της κληρονομίας του αποβιώσαντος το έτος 1992 πατέρα τους.

Διότι ήδη από το έτος 1990 κατόπιν άτυπης συμφωνίας των γονέων τους να περιέλθει ολόκληρο το επίδικο στον εκκαλούντα και ολόκληρο το ακίνητο που βρίσκεται επί της οδού ….. στην πόλη της .... στον εφεσίβλητο και στη συνέχεια κατόπιν άτυπης συμφωνίας των διαδίκων (χωρίς να γίνεται μνεία πότε έλαβε χώρα η τελευταία) το επίδικο μεταβιβάστηκε άτυπα στον ίδιο τον εκκαλούντα.

Ο ισχυρισμός του εκκαλούντος δεν κρίνεται πειστικός, αφού υπό την εκδοχή του τελευταίου δεν μπορούν να εξηγηθούν το ότι η μητέρα των διαδίκων στην προαναφερόμενη ιδιόγραφη διαθήκη της κατέλειπε μεταξύ άλλων α) εξ ημισείας στα δύο παιδιά της το μερίδιο της στο σπίτι στους ... (επίδικο), β) εξ ημισείας στα δύο παιδιά της το σπίτι και το οικόπεδο στον …..

στην πόλη της .... και γ) το γεγονός ότι στις προσκομιζόμενες από τον ίδιο τον εκκαλούντα δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης (Ε9) των ετών 2010 έως και 2018 δηλώνεται στο όνομα του το 50% του ακινήτου που βρίσκεται επί της οδού ….. αρ.6 περιοχή ….. στην πόλη της …. . Τούτο σημαίνει ότι εάν είχε λάβει χώρα η συμφωνία που επικαλείται ο εκκαλών η μητέρα των διαδίκων θα τη γνώριζε και σε εκτέλεση της τελευταίας δεν θα περιλάμβανε το επίδικο ως μέρος της κληρονομιαίας περιουσίας της αφού εκείνη η συμφωνία απέκλειε την τελευταία από κάθε δικαίωμα επί του επιδίκου.

Επιπλέον εάν είχε λάβει χώρα η συμφωνία που επικαλείται ο εκκαλών η μητέρα των διαδίκων θα τη γνώριζε και σε εκτέλεση της τελευταίας δεν θα κατέλειπε το ακίνητο του .... εξ ημισείας στους διαδίκους αφού εκείνη η συμφωνία ως αντάλλαγμα για το ότι ο εκκαλών θα λάμβανε το επίδικο στους ….. παρέδιδε το ακίνητο στον …..

στον εφεσίβλητο. Επιπροσθέτως εάν είχε λάβει χώρα η συμφωνία που επικαλείται ο εκκαλών, θα τη σεβόταν και ο ίδιος και δεν θα περιλάμβανε το ακίνητο επί της οδού ….. αρ. 6 στην περιοχή του ..... στις δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης των ετών 2010 έως και 2018. Έτι περαιτέρω, για το έτος 2016 ο εκκαλών προσκομίζει δήλωση περιουσιακής κατάστασης του ιδίου (Ε9) με ημερομηνία εκτύπωσης (δηλαδή πρόσβασης στο σύστημα) 07-11-2018 όπου στη στήλη ποσοστό συνιδιοκτησίας δηλώνει για το επίδικο 100%.

Την ίδια δήλωση του εκκαλούντος για το έτος 2016 προσκομίζει και ο εφεσίβλητος πλην όμως με ημερομηνία εκτύπωσης (δηλαδή πρόσβασης στο σύστημα) την 09-12-2016, όπου εκεί ο εκκαλών στη στήλη ποσοστό συνιδιοκτησίας είχε δηλώσει για το επίδικο 50%. Τούτο σημαίνει ότι εάν εισερχόταν κάποιος διαδικτυακά μέσω του Taxisnet στην βεβαίωση περιουσιακής κατάστασης Ε9 του εκκαλούντος, το ηλεκτρονικό σύστημα θα παρουσίαζε τον εκκαλούντα να δηλώνει αναφορικά με το επίδικο ποσοστό συνιδιοκτησίας 50% στις 9-12-2016 και ποσοστό συνιδιοκτησίας 100% στις 07-11-2018.

Η διαπίστωση αυτή επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό του εφεσίβλητου ότι το επίδικο αρχικά δηλώθηκε από τον εκκαλούντα σε ποσοστό 50% και ακολούθως υπεβλήθη τροποποιητική δήλωση με το επίδικο να δηλώνεται σε ποσοστό 100%. Το γεγονός της υποβολής τροποποιητικών δηλώσεων επιβεβαιώνεται επίσης από το προσκομιζόμενο από τον εφεσίβλητο από 26-07-2013 εκκαθαριστικό σημείωμα φόρου ακίνητης περιουσίας (Φ.Α.Π.) του εκκαλούντος του έτους 2011 όπου βεβαιώνεται ότι το ακίνητο με αριθμό ταυτότητας ακινήτου 00804461021 στην περιοχή "….." (επίδικο) έχει δηλωθεί από τον εκκαλούντα στο έντυπο Ε9 του έτους 2011 με ποσοστό συνιδιοκτησίας 50%.

Ο εφεσίβλητος προκειμένου να δημιουργήσει επιχείρημα υπέρ της άποψης ότι σε όλα τα ακίνητα της περιουσίας των γονέων τους οι διάδικοι έχουν συνιδιοκτησία ποσοστού 50% προσκομίζει το από 14-01-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης καταστήματος το οποίο καταχωρήθηκε στην Δ.Ο.Υ. με αριθμό 334/17-01-2008. Ο εκκαλών αμφισβήτησε ότι έθεσε την υπογραφή του στη θέση του συνεκμισθωτή στο συμφωνητικό αυτό και προς τούτο υπέβαλε την από 20-08-2018 μήνυση - έγκληση ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών ….. .

Το ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης που αφορά εκμίσθωση τμήματος μόνο 15 τ.μ. του ακινήτου που βρίσκεται επί της οδού ... αρ. 6 στον .... …. δεν κρίνεται πρόσφορο ούτε να αποδείξει ούτε να προκαλέσει επιχείρημα αναφορικά με τα ζητήματα κυριότητας του μισθίου, επομένως για το αντικείμενο της παρούσας δίκης δεν ασκεί ουσιώδη επιρροή τυχόν ζήτημα πλαστογραφίας της υπογραφής του εκκαλούντα.

Συνεπώς οι συναφείς λόγοι έφεσης και το σχετικό μέρος του πρόσθετου λόγου έφεσης που αφορούν το ζήτημα της εγκυρότητας της υπογραφής του εκκαλούντα καθώς και την γραφολογική διερεύνηση αυτής προβάλλονται αλυσιτελώς. Να σημειωθεί ότι τόσο στις δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης (Ε9) των ετών 2010 έως και 2018 όσο και στο εκκαθαριστικό Φ.Α.Π.

του έτους 2011 ο εκκαλών δηλώνει το προαναφερόμενο ακίνητο της οδού ….. με ποσοστό συνιδιοκτησίας 50%. Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι μετά το θάνατο του πατέρα των διαδίκων κατασκευάστηκαν στο επίδικο νέος βόθρος, πηγάδι, υπόγεια δεξαμενή, τοιχία περίφραξης, νέο κτίσμα (ισόγεια αποθήκη) και μία υδατοδεξαμενή ενώ έγινε και επένδυση με πωρόπετρα των τοιχίων περίφραξης.

Οι διάδικοι ερίζουν ως προς το χρόνο κατασκευής των ανωτέρω και εκτέλεσης των εργασιών καθώς και ως προς το ποιος τις χρηματοδότησε. Οι μάρτυρες ανταπόδειξης επιβεβαιώνουν ότι εκτέλεσαν οι ίδιοι εργασίες στο επίδικο (εκσκαφές, μεταφορά και ρίψη σκυροδέματος) ο δε Κ. Τ. Σ. βεβαιώνει επιπλέον ότι ο εκκαλών πλήρωσε τα αναφερόμενα στην κατάθεση του εννέα τιμολόγια ετοίμου σκυροδέματος της ομόρρυθμης εταιρείας "…...".

Δεν έχουν όμως και ούτε θα μπορούσαν άλλωστε να έχουν ίδια γνώση αναφορικά με την πηγή ή την προέλευση των χρηματικών ποσών δυνάμει των οποίων ο εκκαλών πραγματοποιούσε καταβολές. Κατά συνέπεια απλά μεταφέρουν τον βασικό ισχυρισμό του εκκαλούντος περί αποκλειστικής χρηματοδότησης τους από τον ίδιο.

Σε κάθε περίπτωση παρίσταται εύλογο λόγω της επαγγελματικής ιδιότητας του εκκαλούντος, ένας πολιτικός μηχανικός να αναμειγνύεται σε θέματα κατασκευαστικά, να διαχειρίζεται τα οικονομικά τους ζητήματα και να προβαίνει ο ίδιος σε πληρωμές. Κατά συνέπεια δεν αποδείχθηκε ότι ο εφεσίβλητος δε συμμετείχε στις δαπάνες κατασκευής και εκτέλεσης εργασιών στο επίδικο, ώστε οι ενέργειες αυτές να θεωρηθούν ότι αποτελούν πράξεις νομής αποκλειστικά του εκκαλούντος.

Αντίθετα αποδείχθηκε ότι ο εφεσίβλητος ουδέποτε εκδήλωσε την πρόθεση του να αποξενωθεί από το κληρονομαίο ακίνητο αφού, μολονότι δεν έμενε μόνιμα σε αυτό, έκανε χρήση από κοινού με τον αδελφό και την μητέρα του των λοιπών χώρων της οικοδομής και φιλοξενούσε φίλους του σε αυτήν. Σε κάθε περίπτωση οι ενέργειες αυτές ως πράξεις νομής δεν μπορούσαν κατά νόμο να προσπορίσουν στον εκκαλούντα πρωτοτύπως το δικαίωμα κυριότητας, αφού από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 787, 980, 981, 982, 994 και 1113 Α.Κ.

συνάγεται, ότι ο συγκοινωνός, όπως εν προκειμένω ο συγκληρονόμος εκκαλών, αν κατέχει ολόκληρο το κοινό πράγμα, θεωρείται, ότι κατέχει αυτό και στο όνομα των λοιπών συγκοινωνών ήτοι κατέχει και στο όνομα του εφεσίβλητου συγκληρονόμου και δεν μπορεί να αντιτάξει κατά του τελευταίου αποσβεστική ή κτητική παραγραφή, πριν καταστήσει σ' αυτόν γνωστό, ότι νέμεται ποσοστό μεγαλύτερο της μερίδας του ή ολόκληρο το κοινό πράγμα αποκλειστικά στο όνομά του ως κύριος, για δικό του λογαριασμό .... .

Κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1990 μέχρι και το έτος 2006 οπότε απεβίωσε η μητέρα των διαδίκων δεν αποδείχθηκε ούτε άτυπη συμφωνία διανομής ούτε και γνωστοποίηση του εκκαλούντος προς τον εφεσίβλητο ότι ο πρώτος νέμεται ποσοστό μεγαλύτερο της μερίδας του και δη όλο το επίκοινο.

Συνεπώς όλοι οι συναφείς λόγοι έφεσης και το σχετικό μέρος του πρόσθετου λόγου έφεσης που αφορούν τους χρόνους κατασκευής και εκτέλεσης εργασιών της ισόγειας αποθήκης, το εάν αυτή κατασκευάστηκε το Μάιο του 2004 όπως υποστηρίζει ο εκκαλών ή αργότερα όπως υποστηρίζει ο εφεσίβλητος, το εάν για να αποδείξει τον ισχυρισμό του ο τελευταίος πλαστογράφησε την αεροφωτογραφία της googlearth της 06-05-2002 και οδήγησε την τοπογράφο μηχανικό Ά.

Β. σε τεχνική έκθεση με εσφαλμένο συμπέρασμα ότι η ισόγεια αποθήκη δεν είχε κατασκευαστεί πριν την 31-12-2004 πρέπει να απορριφθούν ως αλυσιτελείς αφού οι επικαλούμενες πράξεις νομής και αληθείς υποτιθέμενες κατά το χρόνο που υποστηρίζει ο εκκαλών δεν μπορούσαν κατά νόμο να του προσπορίσουν κυριότητα. Εξάλλου ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης πρέπει να απορριφθεί και ο σχετικός λόγος έφεσης που υποστηρίζει ότι κατ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου απαιτήθηκε από την εκκαλούμενη γνωστοποίηση ενώ δεν είναι προϋπόθεση για την έναρξη και τη διαδρομή του χρόνου χρησικτησίας η γνωστοποίηση στους συγκοινωνούς, εφόσον προηγήθηκε άτυπη μεταβίβαση του πράγματος στον νομέα που νέμεται για λογαριασμό του ολόκληρο το πράγμα και κατόπιν συντελέστηκε η κοινωνία δικαιώματος με οποιονδήποτε τρόπο, όπως καθολική ή ειδική διαδοχή.

Πράγματι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με το να κρίνει ότι δεν αποδείχθηκε πως έλαβε χώρα η επικαλούμενη άτυπη διανομή ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και στη συνέχεια με το να απαιτήσει ως αφετήριο γεγονός χρησικτησίας τη γνωστοποίηση του εκκαλούντος προς τον εφεσίβλητο ότι ο πρώτος νέμεται το σύνολο του επίκοινου αποκλειστικά για λογαριασμό του ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προπαρατεθείσες διατάξεις.

Για την πληρότητα της αιτιολογίας στο ίδιο συμπέρασμα (απόρριψη των ανωτέρω συναφών λόγων έφεσης ως αλυσιτελώς προβαλλόμενα) καταλήγει το Δικαστήριο και στην περίπτωση που ήθελε εκτιμηθεί ότι μετά τον θάνατο της μητέρας των διαδίκων το έτος 2006 η αποβολή του εφεσίβλητου από τον εκκαλούντα και η εγκατάσταση του τελευταίου ως πράξη καθολικής αντιποίησης του συνόλου του επιδίκου συνιστά, τουλάχιστον με βάση το επιχείρημα από το μείζον στο έλασσον, άτυπη γνωστοποίηση του εκκαλούντος ότι νέμεται το επίκοινο αποκλειστικά στο όνομα του ως κύριος για δικό του λογαριασμό, αφού δεν συμπληρώνεται στο πρόσωπο του εκκαλούντος μέχρι την έγερση της αγωγής ο νόμιμος χρόνος δεκαπενταετούς κτητικής παραγραφής.

Επιπλέον ο συναφής λόγος έφεσης με τον οποίο επαναφέρεται ένσταση ιδίας κυριότητας του εκκαλούντος που επιχειρείται να στηριχθεί στη συμπλήρωση στο πρόσωπο του των όρων της δεκαπενταετούς κτητικής παραγραφής, δηλαδή ότι από το έτος 1990 κατόπιν άτυπης διανομής του επιδίκου προς αυτόν το νέμεται εν γνώσει και χωρίς εναντίωση του εφεσίβλητου, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Περαιτέρω δεν αποδείχθηκαν περιστατικά ή ειδικές περιστάσεις που να συνδέονται με προγενέστερη συμπεριφορά του εφεσίβλητου, από την οποία να δημιουργήθηκε στον εκκαλούντα εύλογα η πεποίθηση ότι ο εφεσίβλητος δεν θα ασκήσει το κληρονομικό του δικαίωμα επί του επιδίκου, μόνη δε η επικαλούμενη από τον εκκαλούντα μακροχρόνια αδράνεια του εφεσίβλητου δεν αρκεί για να καταστήσει την άσκηση του δικαιώματος του τελευταίου καταχρηστική.

Τέλος, ο εκκαλών δεν απέδειξε επαχθείς για αυτόν συνέπειες, τις οποίες ούτε και προσδιορίζει, ώστε να μπορεί να γίνει σύγκριση της αξίας του εκατέρωθεν προσδοκώμενου συμφέροντος ή οφέλους και να κριθεί η ύπαρξη προφανούς έκδηλης αντίθεσης της άσκησης του δικαιώματος του εφεσίβλητου προς την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή το σκοπό του δικαιώματος το γεγονός δε ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί τα τελευταία έτη, κύρια οικογενειακή κατοικία του δεν αρκεί από μόνο του ώστε να θεωρηθεί ότι η συμπεριφορά του εφεσίβλητου υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς τα άκρα όρια που επιβάλει η διάταξη του 281 Α.Κ. .

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κρίνοντας ομοίως δεν έσφαλε και συνεπώς ο συναφής λόγος έφεσης με τον οποίο ο εκκαλών επαναφέρει την και πρωτοδίκως προταθείσα ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος με την οποία υποστηρίζει τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.".

Επειδή η διάταξη του άρθρου 559 αριθμ 5 του Κ.Πολ.Δ. ορίζει ότι (αναίρεση επιτρέπεται μόνο) αν το δικαστήριο σε περίπτωση καθ' ύλην αρμοδιότητας εσφαλμένα δέχτηκε ότι είναι αρμόδιο ή αναρμόδιο, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 47 ή αν το δικαστήριο στο οποίο παραπέμφθηκε παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 46.

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως δημιουργείται μόνον όταν το προαναφερόμενο σφάλμα αφορά την αρμοδιότητα του ίδιου του εφετείου το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και όχι όταν το ως εφετείο, επιλαμβανόμενο εφέσεως, που υπάγεται κατά το άρθρο 19 του Κ.Πολ.Δ. στην αρμοδιότητά του, κρίνει, εσφαλμένως, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση ήταν ή δεν ήταν αρμόδιο καθ' ύλην (Ολ.Α.Π. 5/2003, 30/1995, 3/1991).

Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμ. …./18.09.2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό επί εφέσεως αυτού κατά της υπ' αριθμ. 14/11.01.2018 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου ….., την αιτίαση, ότι εσφαλμένα απέρριψε την ένσταση που προέβαλε με λόγο εφέσεως για καθ' ύλην αναρμοδιότητα του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και δέχθηκε ότι το τελευταίο ήταν καθ' ύλη αρμόδιο να δικάσει την υπόθεση.

Η προβαλλόμενη αιτίαση δεν αναφέρεται σε σφάλμα του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου αναφορικά με τη δική του αρμοδιότητα και, επομένως, ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.

Επειδή παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας, από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επόμ. του Κ.Πολ.Δ. εγγράφου, δέχτηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνήγαγε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού, στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο.

Παραμόρφωση εγγράφου, κατά την έννοια του παραπάνω αναιρετικού λόγου, συνιστά και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υποθέσεως (Α.Π. 124/2023, ΑΠ 1093/2020), δηλαδή για να θεμελιώνεται ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται ότι παραμορφώθηκε κατά το περιεχόμενό του. Δεν αρκεί έτσι ότι το συνεκτίμησε απλώς με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το περιεχόμενό του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε και το οποίο, εξάλλου, θα πρέπει να είναι επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αναφορικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π. 2/2008, Ολ.ΑΠ 1/1999, Α.Π. 1745/2022, Α.Π. 1182/2021, ΑΠ 1167/2019).

Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως για να είναι ορισμένος θα πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζονται α) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, β) το περιεχόμενο που προσέδωσε σε αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε από τη σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα της, γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και δ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξαιτίας της παραμορφώσεως του εγγράφου (Α.Π. 123/2024, Α.Π. 771/2023, Α.Π. 867/2019).

Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., της αναιρετικής πλημμέλειας συνισταμένης στο ότι το εκδώσαν αυτή (προσβαλλόμενη απόφαση) δικαστήριο παραμόρφωσε τη, νομίμως ληφθείσα, υπ' αριθμ. 925/08.11.2016 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Κ.

Τ. Σ. του Α. ενώπιον του συμβολαιογράφου ….. Η. Ζ. και εννέα τιμολόγια ερμηνεύσασα αυτά ψευδώς. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος ως προς το πρώτο σκέλος του και τούτο διότι η άνω ένορκη βεβαίωση δεν συνιστά αποδεικτικό έγγραφο, εφόσον συνιστά αποδεικτικό μέσο, στο οποίο αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο (Α.Π. 372/2024, Α.Π. 78/2020, Α.Π. 19/2018).

Ως προς το δεύτερο σκέλος του είναι αβάσιμος ως αναπόδεικτος και τούτο διότι τα εννέα τιμολόγια ουδόλως προσκομίζονται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου για να εκτιμηθούν ως προς το περιεχόμενό τους, προς διαπίστωση της βασιμότητας του λόγου αναιρέσεως (Α.Π. 1663/2023).

Επειδή ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δ. για λήψη ή μη υπόψη προταθέντος ουσιώδους πράγματος, προϋποθέτει πράγμα παραδεκτώς προταθέν, αφού διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρέπεται να το λάβει υπόψη (Ολ.Α.Π. 2/2001, Ολ.Α.Π. 12/2000, Α.Π. 1711/2008). "Πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα που αντλούνται από τον νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων. "Πράγμα", επομένως, αποτελεί και ο λόγος εφέσεως που περιέχει παράπονο κατά της κρίσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Ολ.Α.Π. 11/1996).

Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.Α.Π. 25/2003). Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., της αναιρετικής πλημμελείας συνισταμένης στο ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του τα διαλαμβανόμενα σε έγκλησή του για το έγκλημα της πλαστογραφίας θεωρώντας ότι δεν ασκούν νόμιμη επιρροή στη διαφορά.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος και τούτο διότι ο αναιρεσείων αποδέχεται ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έλαβε υπόψη τα διαλαμβανόμενα στην άνω έγκλησή του πλην όμως έκρινε ότι δεν ασκούν νόμιμη επιρροή στη διαφορά των διαδίκων.

Επειδή κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόστηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα (Ολ.Α.Π. 2/2013, Ολ.Α.Π. 7/2006, Ολ.Α.Π. 4/2005).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της αποφάσεως.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν το δικαστήριο της ουσίας και την υπαγωγή αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παράβαση (Α.Π. 1641/2021, Α.Π. 24/2015).

Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως, για να είναι αυτός ορισμένος, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (Α.Π. 123/2024), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (Α.Π. 1419/2023), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ.Α.Π. 20/2005).

Αντίθετα, η έλλειψη μείζονος προτάσεως στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου σ' αυτή ως προς την έννοια διατάξεως ουσιαστικού δικαίου, δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αν κατά τα λοιπά δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της αποφάσεως δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του (Α.Π. 420/2022, Α.Π. 342/2021).

Ωσαύτως, με τον λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.

Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1α και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι κατ' αμφότερα τα σκέλη του απαράδεκτος λόγω αοριστίας. Συγκεκριμένα, ως προς το πρώτο σκέλος του, που επιχειρείται να θεμελιωθεί στον αριθμό 1α του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο οι πραγματικές παραδοχές του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου υπό τα οποία συντελέστηκε η παραβίαση του, επίσης μη αναφερομένου, κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Περαιτέρω, ως προς το δεύτερο σκέλος του, που επιχειρείται να θεμελιωθεί στον αριθμό 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο το αποδεικτικό έγγραφο ως προς το οποίο χώρησε σφάλμα αναγνώσεως του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου. Κατόπιν αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα, για την παραδεκτή άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495§ 3 εδάφ. ε' του Κ.Πολ.Δ.). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος του αναιρεσίβλητου, ο αναιρεσείων, στα δικαστικά έξοδα αυτού (αναιρεσίβλητου), λόγω της ήττας του, συμφώνως προς τις προβλέψεις των άρθρων 176, 183, 189§1 και 191§2 του Κ.Πολ.Δ., κατά τα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15.10.2021 αίτηση του Ε. Μ. του Α., για αναίρεση της υπ' αριθμ. …./18.09.2019 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.

Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του καταθέσαντος προτάσεις αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700,00€).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Φεβρουαρίου 2025.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου