Legislator Case Law & Legislation
277/2020 AI generated

277/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 277/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή-Εισηγήτρια, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο, Ανθή Γκάμαρη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

277/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ακόμη, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, κατά τον αρ.14 του άνω άρθρου, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε απαράδεκτο. Η παράβαση αφορά σε κανόνες του δικονομικού δικαίου, κατ' αντίθεση προς την ακυρότητα και την ακυρωσία του ουσιαστικού δικαίου, την απόσβεση ή αποδυνάμωση κάποιου ουσιαστικού δικαιώματος και το λεγόμενο ουσιαστικό απαράδεκτο.

Keywords

AI generated
farm rent rural land ownership rural areas agricultural law territorial scope of the Treaty lessor in farm lease
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 277 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 277/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή-Εισηγήτρια, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο, Ανθή Γκάμαρη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 20η Νοεμβρίου 2019 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.Ε. χήρας Α. Γ., το γένος Η. Θ., κατοίκου ..., 2.Λ. συζ. Σ. Γ., το γένος Α. Γ., κατοίκου ..., 3. Γ. Γ. του Α., κατοίκου .... Η 1η αναιρεσείουσα παραστάθηκε μετά και ο 3ος δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Δημητρίου Μάντεση-Θανασούλα, η 2η δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Του αναιρεσίβλητου: Χ. Τ. του Χ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Κανέλλο Γιαννικόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-12-2008 αγωγή του δικαιοπαρόχου των ήδη αναιρεσειόντων και την από 2-4-2010 του αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 778/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 603/2016 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1-6-2016 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατ' άρθρ. 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε την συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δε λάβει μέρος σε αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύτηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για την συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, η απολειπόμενη δεύτερη αναιρεσείουσα Λ. Γ., έχει κλητευθεί από τον επισπεύδοντα αναιρεσίβλητο νόμιμα και εμπρόθεσμα. Τούτο προκύπτει από την .../23-1-19 έκθεση επίδοσης του δικ. επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α.Σ. προς τον κατ'αρθρ.143ΚΠολΔ πληρεξούσιο δικηγόρο και αντίκλητο αυτής Δημήτριο Μαντέση-Θανάσουλα που επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσίβλητος.

Συνεπώς, η συζήτηση προχωρεί παρά την απουσία της αναιρεσείουσας.

ΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.10 ΚΠολ.Δ, που ορίζει, ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται (ΑΠ 1182 / 2012) όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή, αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση, του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη για αυτά, χωρίς να απαιτείται να αξιολογεί τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύει τα έγγραφα. "Πράγμα" κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης συνιστά και η δικονομική ένσταση περί μη γνησιότητας ιδιωτικού έγγραφου που προσκόμισε ο αντίδικος (ΑΠ 1584 / 2007).

Τέλος ο λόγος αυτός ιδρύεται και όταν για τα δεκτά γενόμενα από το δικαστήριο "πράγματα" λήφθηκε αποδεικτικό μέσο μη επιτρεπόμενο. Περαιτέρω, κατ' άρθρ. 559 αρ.11γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους.

Ακόμη, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, κατά τον αρ.14 του άνω άρθρου, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε απαράδεκτο. Η παράβαση αφορά σε κανόνες του δικονομικού δικαίου, κατ' αντίθεση προς την ακυρότητα και την ακυρωσία του ουσιαστικού δικαίου, την απόσβεση ή αποδυνάμωση κάποιου ουσιαστικού δικαιώματος και το λεγόμενο ουσιαστικό απαράδεκτο.

ΙΙΙ. Η προσβαλλόμενη, 603 / 2016, απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, επιτρεπτώς επισκοπούμενη, έχει ως εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της έφεσης, οι εκκαλούντες επαναφέρουν την πρωτοδίκως υποβληθείσα ένσταση απαραδέκτου της ένδικης αγωγής του Χ. Τ. λόγω εκκρεμοδικίας, ισχυριζόμενοι ότι ο εν λόγω ενάγων είχε ασκήσει εναντίον του δικαιοπαρόχου τους [αρχικού διαδίκου Α.

Γ.] την από 28-12-1994 και με αριθμό κατάθεσης 53/1995 αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί η κυριότητά του επί του επίδικου ακινήτου και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος [Α. Γ.] να του το αποδώσει [σχετ. το αντίγραφο της εν λόγω αγωγής που προσκομίζουν οι εκκαλούντες]. Ωστόσο, η σχετική ένσταση είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, ενόψει του ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, σύμπτωση των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν τα αιτήματα της ένδικης από 2-4-2010 αγωγής και της χρονικά προγενέστερης από 28-12-1994 αγωγής.

Τούτο επειδή η από 28-12-1994 αγωγή αφορά πραγματικά περιστατικά, τα οποία έλαβαν χώρα κατά το έτος 1994, δηλαδή πραγματικά περιστατικά προγενέστερα από αυτά που συγκροτούν την ιστορική βάση της ένδικης από 2-42010 αγωγής, τα οποία έλαβαν χώρα κατά το έτος 2005. Αυτή, δε, η διαφοροποίηση των πραγματικών περιστατικών των ανωτέρω δυο αγωγών έχει ως συνέπεια να μην υπάρχει εν προκειμένω ταυτότητα διαφοράς, και, ειδικότερα, ταυτότητα της ιστορικής αιτίας τους, με αποτέλεσμα να λείπουν οι προϋποθέσεις προβολής του από την εκκρεμοδικία απαραδέκτου της ένδικης από 2-4-2010 αγωγής.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε την ένσταση απαραδέκτου της ως άνω αγωγής λόγω εκκρεμοδικίας ως μη νόμιμη, δεν έσφαλε, και επομένως, τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με τον πρώτο λόγο της έφεσης είναι αβάσιμα και απορριπτέα". Με τον δεύτερο λόγο της έφεσης, οι εκκαλούντες παραπονούνται ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως απαράδεκτη την πρωτοδίκως προβληθείσα ένσταση πλαστότητας της προαναφερόμενης από 1-3-1951 ιδιόγραφης διαθήκης του Ε.

Τ.. Ωστόσο, στην πρωτοβάθμια δίκη, ο εκεί ενιστάμενος Α. Γ. δεν προσκόμισε, όπως όφειλε, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, έγγραφο, με το οποίο να παρέχει στον πληρεξούσιο δικηγόρο του ρητή και ειδική πληρεξουσιότητα να προσβάλει την από 1-3-1951 ιδιόγραφη διαθήκη ως πλαστή ενώ επιπρόσθετα δεν παραστάθηκε "μετά" του πληρεξουσίου δικηγόρου του αλλά "δια" αυτού.

Επίσης, δεν προσκόμισε δικόγραφο μηνύσεως, που ισχυρίζεται ότι υπέβαλε κατά προσώπου για την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας της ίδιας διαθήκης αλλά όλως αορίστως απλά στις έγγραφες προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου έκανε επίκληση μη ρητά εξειδικευόμενου δικογράφου μηνύσεως. Ως εκ τούτου, ορθά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την υποβληθείσα ένσταση περί πλαστότητας της ως άνω ιδιόγραφης διαθήκης ως απαράδεκτη και στη συνέχεια εξέτασε τον ελάσσονα ισχυρισμό περί μη γνησιότητας της εν λόγω διαθήκης που συνιστά άρνηση της αγωγής και τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από τους εκκαλούντες με το δεύτερο λόγο της έφεσης είναι αβάσιμα και απορριπτέα.

Στη συνέχεια το εν λόγω δευτεροβάθμιο δικαστήριο, στο αποδεικτικό του πόρισμα διέλαβε τις ακόλουθες (επί τη βάσει των εκεί αναφερομένων αποδεικτικών μέσων) παραδοχές: Από την προσήκουσα εκτίμηση των ένορκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και δη του Ζ.

Σ. του Ν. από την πλευρά του ενάγοντος-εναγομένου Α. Γ. και του Α. Α. του Κ. από την πλευρά του ενάγοντος - εναγομένου Χ. Τ., οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά [απομαγνητοφωνημένα] δημόσιας συνεδρίασής του και οι οποίες εκτιμώνται ανάλογα με το βαθμό αξιοπιστίας και το μέτρο της γνώσης κάθε μάρτυρα (άρθρο 340 ΚΠολΔ, ΑΠ 419/2004, ΔΙΚΗ 2005/361), από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλούνται νόμιμα και προσκομίζουν οι διάδικοι, για μερικά από τα οποία γίνεται παρακάτω ειδική μνεία, χωρίς, πάντως, να παραλείπεται κανένα από την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης [ΑΠ 211/2006, ΝοΒ 54/849, ΑΠ 1659/2003, ΑΠ 1063/2003], από τις με αριθμούς .../20-6-2011 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών και από τη με αριθμό .../22-6-2011 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του συμβολαιογράφου Νέας Μάκρης Αττικής Γ.

Α. Μ., που περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων Ξ. Μ., Α. Σ. και Κ. χήρας Α. Π.-Π., το γένος Μ., αντίστοιχα, οι οποίες λήφθηκαν με επιμέλεια του ενάγοντος στην από 12-12-2008 αγωγή του Α. Γ. κατά το νόμιμο τρόπο που ορίζει το άρθρο 270 παρ. 2 ΚΠολΔ, ήτοι μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του αντιδίκου του, σύμφωνα με την .../14-6-2011 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθήνας Δ.

Α., χωρίς να ληφθεί υπόψη η .../19-7-2011 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Μ., που περιέχει την κατάθεση του Γ. Δ., μάρτυρα του ενάγοντος στην από 2-4-2010 αγωγή του Χ. Τ., καθόσον δεν αποδεικνύεται ότι λήφθηκε μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του αντιδίκου του τελευταίου Α. Γ., όπως ορίζει το άρθρο 270 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενόψει της μη προσκόμισης του σχετικού αποδεικτικού επίδοσης για την κλήση αυτού [Α.

Γ.] προς εξέταση του εν λόγω μάρτυρα, από τις με αριθμούς .../29-9-2005, .../30-9-2005 και .../3-10-2005 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Σ. Δ. Φ., οι οποίες λήφθηκαν στο πλαίσιο άλλης δίκης και περιέχουν τις καταθέσεις των Π. Θ., Κ. Μ. και Ζ. Τ., αντίστοιχα, μαρτύρων του ενάγοντος στην από 12-12-2008 αγωγή του Α.

Γ., οι οποίες δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο αλλά απλά έγγραφα εκτιμώμενα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων [ΑΠ 1988/2008, Δ 2009/532, ΑΠ 891/2000, Δνη 2001/391, ΑΠ 343/2000, Δνη 2000/693], από την από 23 Φεβρουαρίου 2007 έκθεση γραφολογικής γνωμοδοτήσεως της δικαστικής γραφολόγου Μ. Λ., που ενήργησε κατ' εντολή του ενάγοντος-εναγομένου Α.

Γ., η οποία, ως γνωμοδότηση που έχει ειδικές γνώσεις επιστήμης, εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, κατ' άρθρο 390 ΚΠολΔ, από όσα συνομολογούνται από τους διαδίκους (άρθρα 261 εδ. β' και 352 παρ. 1 ΚΠολΔ), όπως αναφέρεται ειδικά παρακάτω και από τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής που λαμβάνονται υπόψη, κατ' άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ, αποδείχθηκαν κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά :

Το επίδικο ακίνητο αποτελεί ένα κληροτεμάχιο, άρτιο και οικοδομήσιμο, ευρισκόμενο στην επικοισθείσα περιοχη της ..., στη θέση "...", εκτάσεως 2.500 τ.μ., το οποίο ανήκει στη Δ' κατηγορία, εμφαίνεται με τον αριθμό … στο με αριθμό ... διάγραμμα κτηματολογικών στοιχείων της τοπογραφικής υπηρεσίας Ανατολικής Αττικής, συνταχθέν για τη διανομή του εποικισθέντος αγροκτήματος Ραφήνας, έτους 1950-1951, η οποία κυρώθηκε με το Ν.Δ. 3784/1957 [ΦΕΚ Α' 207/12-10-1957], καθώς και στο από Μαίου 1994 τοπογραφικό διάγραμμα αγροτεμαχίου του αρχιτέκτονα ...

με τα στοιχεία ..., και συνορεύει, σύμφωνα με το εν λόγω τοπογραφικό διάγραμμα, βόρεια επί πλευράς ... 50 μ. με το με αριθμό ... κληροτεμάχιο, ιδιοκτησίας του εναγομένου στην από 2-4-2010 αγωγή και ενάγοντος στην από 12-12-2008 αγωγή Α. Γ. και της συζύγου του Ε. θυγατέρας Η. Θ., νότια σε πλευρά ... με το με αριθμό ... κληροτεμάχιο ιδιοκτησίας Σ.

Ξ. Κ., ανατολικά επί προσώπου ... με αγροτική οδό πλάτους 5 μέτρων και δυτικά σε πλευρά ... με το με αριθμό ... κληροτεμάχιο. Ο Ε. Τ.ς, παππούς και προηγούμενος δικαιοπάροχος του ενάγοντος στην από 2-4-2010 αγωγή και εναγομένου στην από 12-12-2008 αγωγή Χ. Τ., απέκτησε προσδοκία δικαιώματος κυριότητας του επίδικου με αριθμό ...

κληροτεμαχίου δυνάμει της με αριθμό 3/1950 απόφασης της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων Αθηνών, ενόψει του ότι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην υπό στοιχεία

ΙΙ] σκέψη της παρούσας, σύμφωνα με το άρθρο 189 παρ. 1 και 2 του Αγροτικού Κώδικα, όπως το άρθρο αυτό ίσχυε πριν από την κατάργησή του με το άρθρο 16 του νδ. 1189/1972, η κυριότητα του ατομικού κλήρου αποκτάται αυτοδίκαια, από τους δικαιούχους που αναγράφονται στους κτηματολογικούς πίνακες αυτής, επί των οριστικών διανομών, που πραγματοποιήθηκαν μετά την ισχύ του νόμου 1722/1939 [οι παρ. 1 και 2 του άρθρου 1 αυτού στη συνέχεια κωδικοποιήθηκαν ως άρθρο 189 του ΑγρΚωδ], από τη δημοσίευση της απόφασης, περί κύρωσης της οριστικής διανομής εκάστου αγροκτήματος, του Υπουργού Γεωργίας ή του αρμόδιου Γενικού Διοικητή στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εν προκειμένω δε η δημοσίευση της απόφασης περί κύρωσης της οριστικής διανομής του εποικισθέντος αγροκτήματος Ραφήνας έτους 1950-1951 έλαβε χώρα στις 12-10-1957, δοθέντος ότι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η οριστική διανομή του εποικισθέντος αγροκτήματος Ραφήνας κυρώθηκε με το Ν.Δ. 3784/1957 [ΦΕΚ Α' 207/12-10-1957 .

Στη συνέχεια, δε, μετά το θάνατο του κληρούχου Ε. Τ. στις 8-3-1951, εκδόθηκε το με αριθμό ...19-9-1962 παραχωρητήριο της Διευθύνσεως Εποικισμού του Υπουργείου Γεωργίας, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κρωπίας στις 22-6-1963 [σχετικά τα προσκομιζόμενα αντίγραφα της ανωτέρω 3/1950 αποφάσεως και του ανωτέρω παραχωρητηρίου].

Επομένως, στις 12- 10-1957 η κυριότητα του επίδικου κληροτεμαχίου περιήλθε αναδρομικά στον κληρονόμο του Ε. Τ. του Χ., ήτοι στον εγγονό του και νυν εφεσίβλητο Χ. Τ., όπως αμέσως κατωτέρω εκτίθεται ενώ κατά το χρόνο θανάτου του κληρονουμουμένου ο Χ. Τ. είχε αποκτήσει αναδρομικά μόνο προσδοκία δικαιώματος κυριότητας.

Συγκεκριμένα, ο Ε. Τ.ς απεβίωσε στις 8-3-1951 και κατά το χρόνο του θανάτου του κατέλιπε την από 1-3-1951 ιδιόγραφη διαθήκη του, δημοσιευθείσα με τα με αριθμό 2400/9-9-1994 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία εγκατέστησε κληρονόμο του επί του επίδικου με αριθμό ... κληροτεμαχίου τον εγγονό του Χ.

Τ.. Ειδικότερα, στη διαθήκη αυτή ο διαθέτης ανέφερε κατά λέξη τα εξής : ''Η ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΥ Εν Βόλω 1η Μαρτίου 1951. Ο κάτωθι υπογεγραμμένος Τ. Ε. του Χ. συντάσσω την ιδιόγραφη διαθήκη μου δια της οποίας αναιρώ πάσαν προγενεστέραν τοιαύτην και αφήνω μοναδικόν και αποκλειστικόν κληρονόμον μου επί πάσης κινητής και ακινήτου περιουσίας μου τον εγγονό μου Χ.

Τ. του Χ. για να μπορέση να σπουδάση λόγω του ότι είναι ορφανός και συγκεκριμένα να περιέλθη εις αυτόν εκτός των άλλων το ακίνητόν μου που βρίσκεται στην Ραφήνα εκτάσεως δυόμιση χιλιάδες τετραγωνικά μέτρα και το οποίον αναφέρεται στο ... παραχωρητήριο του Υπουργείου Γεωργίας. Ο Διαθέτης Ε. Τ.. ... Β.. Εν Βόλω 1η Μαρτίου 1951.'' Περαιτέρω, από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, στο οποίο περιλαμβάνεται και η από 10 Ιουλίου 1949 αίτηση του διαθέτη προς το Υπουργείο Γεωργίας, Διεύθυνση Εποικισμού με υπογραφή αυτού ως "Ε.

Τ. η Β." κάτω από την ένδειξη '' Ο αιτών'' αποδείχθηκε ότι η ανωτέρω διαθήκη έχει γραφεί, υπογραφεί και χρονολογηθεί από το χέρι του διαθέτη Ε. Τ.. Η ανωτέρω κρίση δεν αναιρείται από το γεγονός ότι στην ως άνω διαθήκη αναγράφεται ο αριθμός του ένδικου κληροτεμαχίου [...] ενώ κατά το χρόνο του θανάτου του Ε. Τ. δεν είχε λάβει χώρα η οριστική διανομή του αγροκτήματος Ραφήνας και το επίσημο σχεδιάγραμμα της Διευθύνσεως Τοπογραφικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Γεωργίας φέρει ημερομηνία 11-8-1952.

Τούτο διότι σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην υπό στοιχεία II] σκέψη της παρούσας η πορεία της διαδικασίας εγκατάστασης των κληρούχων περιλαμβάνει την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, τον καθορισμό των προσώπων που δικαιούνται αποκατάσταση, τη συγκρότηση αναγκαστικού συνεταιρισμού αποκατάστασης ακτημόνων και την παραχώρηση της νομής των σχετικών εκτάσεων στο συνεταιρισμό, την πρόχειρη διανομή, την καταμέτρηση των απαλλοτριούμενων κτημάτων, τον οριστικό διαχωρισμό των απαλλοτριούμενων και εξαιρούμενων εκτάσεων, την οριστική διανομή των κλήρων, την κύρωση αυτής της οριστικής διανομής, την απόκτηση κυριότητας στους κλήρους και την έκδοση των παραχωρητηρίων.

Συνακόλουθα, της οριστικής διανομής και της σύνταξης επίσημου σχεδιαγράμματος προηγήθηκε η πρόχειρη διανομή του αγροκτήματος Ραφήνας με αριθμοδότηση των κλήρων, έτσι ώστε ο αριθμός του ένδικου κληροτεμαχίου να είναι γνωστός στον διαθέτη κατά το χρόνο σύνταξης της προαναφερόμενης ιδιόγραφης διαθήκης του.

Εξάλλου, στο κατωτέρω αναφερόμενο με αριθμό ...28-5-1983 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Σ. Σ. Κ., με το οποίο ο Α. Γ. και η σύζυγός του Ε. θυγ, Η. Θ. απέκτησαν τη συγκυριότητα του με αριθμό ... κληροτεμαχίου, αναφέρεται ρητά ότι το εν λόγω κληροτεμάχιο συνορεύει "μεσημβρινώς επί πλευράς Β-Γ μέτρων πεντήκοντα [50,00] με το υπ' αριθμόν ...

κληροτεμάχιον, ιδιοκτησίας Ε. Χ. Τ." [σχετ. το προσκομιζόμενο από το Χ. Τ. αντίγραφο του με αριθμό ...28-5-1983 συμβολαίου, σε συνδυασμό με το αντίγραφο της υπ' αριθμ. .../26-9-1995 πράξης σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας του συμβολαιογράφου Αθηνών Β. Κ. που προσκομίζει o ίδιος]. Ως εκ τούτου, ο Α. Γ. αναγνώρισε πανηγυρικά με αυτόν τον τρόπο, με δημόσιο έγγραφο, ότι κατά το έτος 1983 το επίδικο ακίνητο ανήκε στην κυριότητα του Ε.

Τ. και δεδομένου ότι αυτός είχε προ ετών αποβιώσει, εκ των πραγμάτων στους κληρονόμους του. Περαιτέρω, σε κάθε περίπτωση, ακόμη και αν έλειπε η προαναφερόμενη ιδιόγραφη διαθήκη, το επίδικο κληροτεμάχιο θα περιερχόταν στους λοιπούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του αποβιώσαντος οι οποίοι και θα μπορούσαν, ως έχοντες άμεσο έννομο συμφέρον, να προσβάλουν την επίμαχη διαθήκη ως πλαστή, εφόσον πρωτίστως τα δικά τους συμφέροντα προσβάλλονται, αν η εν λόγω διαθήκη ήταν πράγματι πλαστή.

Επισημαίνεται ιδιαίτερα ότι κατά το χρόνο του θανάτου του ο διαθέτης Ε. Τ.ς άφησε μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του εκτός από τον εγγονό του Χ. Τ., τη σύζυγό του Α. Τ., το γένος Γ. Δ., τη θυγατέρα του Δ. Τ., τη θυγατέρα του Α. Τ. και το γιό του Π. Τ. και όλοι οι ανωτέρω δεν αμφισβήτησαν το κληρονομικό δικαίωμα του Χ.

Τ. στην κληρονομία του Ε. Τ.. [σχετ. το με αρ. πρωτ. ...-8-1994 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Προέδρου της Κοινότητας Αγίου Νικολάου Βοϊών Λακωνίας και το με αρ. πρωτ. ...13-7-2011 πιστοποιητικό περί μη αμφισβήτησης κληρονομικού δικαιώματος του γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών]. Περαιτέρω, με την με αριθμό Α86/13/24.10.2013 διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών απορρίφθηκε η ΑΒΜ ...

έγκληση του Α. Γ. κατά του Χ. Τ. για το αδίκημα της πλαστογραφίας της επίμαχης ως άνω διαθήκης. Εξάλλου, ο Χ. Τ. από το έτος 1994, οπότε και αποδέχθηκε την ανωτέρω κληρονομιά, μέχρι το χρόνο άσκησης της αγωγής του ασκεί τις προσιδιάζουσες στη φύση του επίδικου ακινήτου πράξεις νομής με διάνοια κυρίου. Συγκεκριμένα, όπως αποδεικνύεται από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρά του Α.

Α., που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, επέβλεπε και οριοθετούσε το επίδικο ακίνητο, ενώ σφη συνέχεια ανέθεσε σε δικηγόρο την επίβλεψή του και το χειρισμό θεμάτων που αφορούν την καταπάτησή του από τρίτους, δεδομένου ότι ο ίδιος που είναι δημοσιογράφος έχει τη νόμιμη κατοικία του στο Λονδίνο και, συνεπώς, δεν έχει τη δυνατότητα να το επιβλέπει ο ίδιος και να το επισκέπτεται συχνά.

Επιπρόσθετα, δυνάμει της με αριθμό 7402/1997 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών έχει εγγράψει επί του επίδικου ακινήτου προσημείωση υποθήκης για το ποσόν των 15.000.000 δραχμών υπέρ της "Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος", προκειμένου η τελευταία να του χορηγήσει στεγαστικό δάνειο ύψους 12.000.000 δραχμών [σχετ.

η από 21-3-1997 περίληψη εγγραφής προσημείωσης υποθήκης, το από 10 Απριλίου 1997 πιστοποιητικό του υποθηκοφύλακα Σπάτων και η με αριθμό ...16-7-1996 σύμβαση στεγαστικού δανείου μεταξύ της Εμπορικής Τράπεζας και του Χ. Τ. που προσκομίζει ο τελευταίος], Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, αποδείχθηκε ότι ο Χ. Τ. απέκτησε την κυριότητα του επίδικου κληροτεμαχίου με τον παράγωγο τρόπο της κληρονομικής διαδοχής, αναδρομικά από τις 12-10-1957 σύμφωνα με τα προεκτεθέντα.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχθηκε τα ίδια και έκανε δεκτή την αγωγή του Χ. Τ. έστω και με εν μέρει διαφορετικές αιτιολογίες που αντικαθίστανται και συμπληρώνονται από τις αιτιολογίες της παρούσας [άρθρο 534 ΚΠολΔ] δεν έσφαλε και επομένως τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με τους τρίτο και τέταρτο λόγους της έφεσης είναι αβάσιμα και απορριπτέα.

Περαιτέρω, από το σύνολο του ίδιου ως άνω αποδεικτικού υλικού αποδείχθηκε ότι ο Α. Γ. και η σύζυγός του Ε. θυγατέρα Η. Θ. απέκτησαν με αγορά από τη Β. χήρα Ι. Κ., δυνάμει του προμνησθέντος με αριθμό ...28-5-1983 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Σ. Κ., τη συγκυριότητα του με αριθμό ... κληροτεμαχίου, ευρισκόμενου στη θέση "..." της περιφέρειας του Δήμου Ραφήνας, εκτάσεως 2.500 τ.μ., το οποίο, όπως προεκτέθηκε, είναι όμορο κατά τη νότια πλευρά του με το επίδικο με αριθμό ...

κληροτεμάχιο. Ωστόσο, δεν αποδείχθηκε ότι ο Α. Γ. αγόρασε άτυπα, μαζί με το με αριθμό ... κληροτεμάχιο και το επίδικο με αριθμό ... κληροτεμάχιο, όπως ισχυρίζεται στην ένδικη από 12-12-2008 αγωγή του, ενόψει του ότι στην αγωγή αυτή δεν αναφέρει το τίμημα που κατέβαλε, έστω άτυπα, για την αγορά του στη Β. χήρα Ι. Κ., ενώ τόσο ο μάρτυράς του Ζ.

Σ., του οποίου η κατάθεση περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, όσο και οι μάρτυρές του, των οποίων οι καταθέσεις περιέχονται στις προαναφερόμενες με αριθμούς .../20-6-2011 και .../22-6-2011 ένορκες βεβαιώσεις, δεν κατέθεσαν κάτι σχετικό. Άλλωστε, ο Α. Γ. δεν προσκομίζει έστω και απλή έγγραφη απόδειξη εξόφλησης του τιμήματος της "άτυπης" αγοράς του επίδικου ακινήτου, κάτι που προφανώς δεν μπορεί να δικαιολογηθεί ενόψει της φύσης της συναλλαγής [αγορά αξιόλογου ακινήτου από μη συγγενικό ή φιλικό πρόσωπο κ.λ.π.] αλλά ούτε προκύπτει ότι έχει ποτέ δηλώσει το επίδικο ακίνητο στο ειδικό φορολογικό έντυπο δήλωσης ακινήτων [Ε9].

Περαιτέρω, από την ένορκη κατάθεση των ιδίων μαρτύρων του Α. Γ., σε συνδυασμό και με το υπόλοιπο αποδεικτικό υλικό, αποδείχθηκε ότι για πρώτη φορά από το Μάιο του έτους 1994 αυτός [Α. Γ.] αφαίρεσε την υποτυπώδη περίφραξη του επίδικου ακινήτου και την αντικατέστησε με καινούργια περίφραξη από αγκαθωτό συρματόπλεγμα, με την οποία περιέφραξε από κοινού το επίδικο με αριθμό ...

κληροτεμάχιο μαζί με το με αριθμό ... κληροτεμάχιο, το οποίο ανήκει στην κυριότητά του, προκειμένου να το χρησιμοποιεί σαν ένα ενιαίο ακίνητο. Επιπρόσθετα, εντός του επίδικου ακινήτου κατασκεύασε διάφορα κτίσματα, ενώ προέβη στη φύτευση και καλλιέργεια αυτού. Μεταξύ των δένδρων που φύτευσε για πρώτη φορά περιλαμβάνονται και ελιές, ενώ ουδόλως αποδείχθηκε ότι οι εν λόγω ελιές είχαν φυτευθεί σε προγενέστερο χρονικό σημείο και μάλιστα κατά το έτος 1983, όπως ο ίδιος αβάσιμα ισχυρίζεται.

Περί της ηλικίας των ελιών κατέθεσε με σαφήνεια ο εξετασθείς ενόρκως στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου μάρτυράς του Ζ. Σ., ο οποίος σε σχετική ερώτηση κατέθεσε ότι οι ελιές που υπάρχουν μέσα στο επίδικο κληροτεμάχιο είναι 15 ετών και πάνω και ότι είναι φυτεμένες "σχεδόν από το 1995". Το ίδιο πιστοποιεί και ο δασοπόνος Ν.

Σ. στην από 28 Φλεβάρη 1995 έκθεση αυτοψίας, στην οποία αναγράφεται ότι κατά το χρονικό διάστημα από Φεβρουάριο 1994 μέχρι 28 Φεβρουαρίου 1995 ''ενεργήθηκε από τον δράστη'' [Α. Γ.] "και δενδροφύτευση με νεαρής ηλικίας ελαιόφυτα ανάμεσα των πεύκων". Στην ίδια έκθεση αυτοψίας αναφέρεται και η εκχέρσωση πευκοδένδρων στο επίδικο κληροτεμάχιο [η ταυτότητα του περιγραφόμενου στην εν λόγω έκθεση κληροτεμαχίου με το επίδικο προκύπτει από την περιγραφή των όμορων ιδιοκτησιών] καθώς και ότι η έκταση που εκχερσώθηκε ανήκει σε Ιδιώτη ξένο προς το δράστη.

Εξάλλου, από το υφιστάμενο αποδεικτικό υλικό δεν αποδείχθηκε ότι σε παρόμοιες διακατοχικές πράξεις είχε προβεί εντός του επίδικου ακινήτου και η Β. χήρα Ι. Κ. από το έτος 1962 μέχρι το έτος 1983, καθόσον γνώριζε ότι αυτό [το επίδικο ακίνητο] είχε παραχωρηθεί στο μακεδονομάχο Ε. Τ., όπως άλλωστε συνομολογεί ο Α.

Γ. με την ένδικη από 12-12-2008 αγωγή του και καταθέτουν οι μάρτυρές του [σχετικά ενδεικτικές είναι οι καταθέσεις των μαρτύρων του που περιέχονται στις ανωτέρω με αριθμούς .../20-6-2011 και .../22-6-2011 ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίοι καταθέτουν ότι τόσο ο Α. Γ., όσο και η Β. χήρα Ι. Κ. γνώριζαν ότι το επίδικο ακίνητο είναι κλήρος που είχε αποφασισθεί να δοθεί σε κάποιον μακεδονομάχο Τ.].

Άλλωστε, όπως ήδη παραπάνω σημειώθηκε, στο προαναφερόμενο με αριθμό ...28-5-1983 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Σ. Σ. Κ., με το οποίο ο Α. Γ. και η σύζυγός του Ε. θυγ. Η. Θ. απέκτησαν τη συγκυριότητα του με αριθμό ... κληροτεμαχίου, αναφέρεται ρητά ότι το εν λόγω κληροτεμάχιο συνορεύει ''μεσημβρινώς επί πλευράς Β-Γ μέτρων πεντήκοντα [50,00] με το υπ' αριθμόν ...

κληροτεμάχιον, ιδιοκτησίας Ε. Χ. Τ.'', στοιχείο που σαφώς αποδεικνύει ότι η πωλήτρια του ... κληροτεμαχίου αναγνώριζε το όμορο με αριθμό ... κληροτεμάχιο ως ανήκον στον Ε. Τ.. Περαιτέρω, η κρίση ότι η Β. χήρα Ι. Κ. δεν είχε ποτέ προβεί σε διακατοχικές πράξεις στο επίδικο κληροτεμάχιο δεν αναιρείται ούτε από την κατάθεση του Ζ.

Σ., μάρτυρα του ενάγοντος-εναγομένου Α. Γ. που εξετάσθηκε ένορκα στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, δεδομένου ότι ο εν λόγω μάρτυρας δεν γνωρίζει προσωπικά την ανωτέρω, αν και ο ίδιος είναι κάτοικος της περιοχής επί σειρά ετών, δηλαδή δεν έχει ιδία αντίληψη για όσα γενικόλογα κατέθεσε περί διακατοχικών πράξεων της ανωτέρω αλλά η κατάθεσή του στηρίζεται αποκλειστικά και μόνο στην πληροφόρηση που είχε από τον ίδιο τον Α.

Γ.. Περαιτέρω, ο Α. Γ., αναφερόμενος σε διακατοχικές πράξεις της Β. χήρας Ι. Κ., ανέφερε την από την τελευταία δημιουργία γεώτρησης στο επίδικο κληροτεμάχιο. Προς επίρρωση του σχετικού του ισχυρισμού προσκομίζει την με αρ. πρωτ. ...-7-1991 βεβαίωση του Αγρονομείου Κρωπίας στην οποία κατά λέξη αναγράφεται ότι ''ύστερα από έρευνα του Αγρ/κα Κ.

Α. του Γ., περιοχής Ραφήνας, βεβαιώνουμε ότι στο αγρόκτημα 2,5 [διόμιση] περίπου στρεμμάτων του Γ. Α. του Γ., κατοίκου ..., που βρίσκεται στη θέση ... περιοχής Ραφήνας έχει ανοιχθεί γεώτρηση από το έτος 1965..." . Ωστόσο, από τη βεβαίωση αυτή ουδόλως αποδεικνύεται η θέση της γεώτρησης εντός του επίδικου κληροτεμαχίου αφού αυτό [κληροτεμάχιο] ουδόλως εξατομικεύεται στην ανωτέρω βεβαίωση και η περιγραφή του αγροκτήματος των 2,5 στρεμμάτων προσήκει στο μη αμφισβητούμενης συγκυριότητας του Α.

Γ. και της συζύγου του έτερο με αριθμό ... κληροτεμάχιο. Σε κάθε περίπτωση, πλήρως αποδείχθηκε ότι η εν λόγω γεώτρηση έχει ανοιχθεί στο με αριθμό ... κληροτεμάχιο και όχι στο επίδικο, αφού περί αυτού με σαφήνεια και πειστικότητα κατέθεσε ο μάρτυρας του Α. Γ. Ζ. Σ.. Ειδικότερα, ο εν λόγω μάρτυρας, ερωτηθείς εάν το πηγάδι βρίσκεται στο αμφισβητούμενο [επίδικο] κληροτεμάχιο, κατέθεσε κατά λέξη '' Όχι.

Σε αυτό που έχει αγοράσει ..Ναι με συμβόλαιο το έχει αγοράσει αυτό...'' Επίσης, ο ισχυρισμός του Α. Γ. ότι η Β. χήρα Ι. Κ. είχε προβεί σε καλλιέργεια του επίδικου κληροτεμαχίου αναιρείται και από την προαναφερόμενη από 28 Φλεβάρη 1995 έκθεση αυτοψίας του δασοπόνου Ν. Σ. στην οποία αναγράφεται ότι η έκταση που εκχερσώθηκε και η οποία ευρίσκεται εντός του επίδικου κληροτεμαχίου διαχειρίζεται ως ιδιωτική δασική έκταση σύμφωνα με το άρθρο 3 του ν. 998/1979 και προ της μερικής εκχέρσωσής της καλυπτόταν από πολλά δένδρα πεύκης.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, αποδείχθηκε ότι ο Α. Γ. δεν απέκτησε την κυριότητα του επίδικου ακινήτου με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, ήτοι έχοντάς το στη νομή του για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από είκοσι χρόνια [άρθρο 1045 ΑΚ], Αυτό επειδή από το Μάιο του έτους 1994, ημερομηνία κατά την οποία, όπως προεκτέθηκε, ξεκίνησε τις προαναφερόμενες διακατοχικές πράξεις του επί του επίδικου ακινήτου, μέχρι τις 4-11-2010, ημερομηνία κατά την οποία του κοινοποιήθηκε η υπό κρίση αγωγή σύμφωνα με την με αριθμό .../4-11-2010 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ν.

Δ. Ρ.], δεν συμπληρώθηκε εικοσαετία. Εξάλλου, και από τα ίδια τα προσκομιζόμενα από τον Α. Γ. έγγραφα του Δασαρχείου Πεντέλης και τα κλητήρια θεσπίσματα της Εισαγγελίας Αθηνών, δεν προκύπτει καμία επέμβαση σε χρόνο απώτερο του Φεβρουαρίου 1991 [σχετ. το από 26-7-1993 έγγραφο του Δασαρχείου Πεντέλης], ενώ και το με αριθμό ...90 κλητήριο θέσπισμα, που κατ' αυτόν αποδεικνύει πράξεις νομής από το έτος 1989, αναφέρει ως χρόνο τέλεσης των παραβάσεων της δασικής νομοθεσίας το διάστημα από το 1994 έως το 1995.

Επομένως, σε καμία περίπτωση δεν αποδείχθηκε αδιάλειπτη νομή επί εικοσαετία, δεδομένου ότι η ένδικη αγωγή του Χ. Τ. ασκήθηκε το έτος 2010. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το Μάιο του έτους 2005 ο Α. Γ., εκμεταλλευόμενος την για μεγάλα χρονικά διαστήματα απουσία του Χ. Τ. στο εξωτερικό, προέβη σε εξολοκλήρου κατάληψη του επίδικου ακινήτου, τοποθετώντας νέα περίφραξη με σύρμα και σιδηροπασάλους, με τρόπο που να εμποδίζεται εντελώς η είσοδος του τελευταίου εντός αυτού.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που απέρριψε την αγωγή του Α. Γ. ως ουσιαστικά αβάσιμη καθώς και την ένσταση ιδίας κυριότητας του τελευταίου στην αγωγή του αντιδίκου του Χ. Τ. έστω και με πιο συνοπτικές αιτιολογίες που συμπληρώνονται από τις αιτιολογίες της παρούσας [άρθρο 534 ΚΠολΔ] δεν έσφαλε και τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με τους πέμπτο και έκτο λόγο της έφεσης είναι αβάσιμα και απορριπτέα".

Μετά ταύτα επί τη βάσει των παραδοχών αυτών το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε στην ουσία την έφεση των αναιρεσειόντων (ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του Α. Γ.) κατά της 778 / 2012 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία απορρίφθηκε η αρνητική αναγνωριστική αγωγή του ανωτέρω Α. Γ. και έγινε δεκτή η διεκδικητική αγωγή του αναιρεσίβλητου.

IV. Οι αναιρεσείοντες, (με την άνω ιδιότητά τους με τον πρώτο λόγο αναίρεσης υποστηρίζουν, ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην κατ/αρ. 14 του προαναφερθέντος άρθρου πλημμέλεια, διότι παρά το νόμο απέρριψε τον πρώτο λόγο έφεσης, με τον οποίο επανέφεραν την προβληθείσα - πρωτοδίκως - ένσταση περί απαράδεκτου της υπό κρίση αγωγής, λόγω της εκκρεμοδικίας (άρθρο 222 ΚΠολΔ) που επήλθε απ' την άσκηση υπό του αναιρεσιβλήτου της από 28 -12 - 1994 προγενέστερης αγωγής η οποία (κατά τους αναιρεσείοντες) έχει την ίδια ιστορική και νομική αιτία με την κρινομένη, (αφορώσα στο ίδιο (επίδικο) ακίνητο).

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, τα ιστορούμενα στην πρώτη αγωγή πραγματικά περιστατικά έλαβαν χώρα το έτος 1994, ενώ στην ένδικη αγωγή τα εκτιθέμενα περιστατικά ανάγονται στο έτος 2005. Άρα, δεν υπάρχει ταυτότητα ιστορικής αιτίας και για τον λόγο αυτόν το Εφετείο ορθά απέρριψε το σχετικό λόγο έφεσης.

Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αιτιώνται ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο υπέπεσε στην κατ' άρθρ. 559 αρ.14 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι παρά το νόμο απέρριψε κατά τα ως άνω το δεύτερο λόγο έφεσης, με τον οποίο επανέφεραν την προβληθείσα στο πρωτόδικο δικαστήριο απ' τον Α. Γ. ένστασης πλαστότητάς (αρθ. 460 ΚΠολΔ) της από 1-3-1951 ιδιόγραφης διαθήκης του φερομένου ως διαθέτη Ε..

Τ., ένσταση σε σχέση με την οποία ο Ά.Γ. είχε συνυπογράψει τις από 27-12-2010 έγγραφες προτάσεις (για την αρχική δικάσιμο ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου), είχε υποβάλει στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών την από 21-12-2010 μήνυση κατά του αναιρεσιβλήτου και είχε υπογράψει και τις από 29-9-2011 έγγραφες προτάσεις (ενώπιον ομοίως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου για την μετ' αναβολή δικάσιμο, που μετά τη συζήτηση το δικαστήριο εξέδωσε την άνω οριστική απόφαση).

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της πρωτόδικης απόφασης το Πολ/λές Πρωτοδικείο Αθηνών με την ανωτέρω οριστική απόφασή του, αφού απέρριψε την προειπωθείσα ένσταση πλαστότητας ως απαράδεκτη, γιατί ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Α. Γ. δεν είχε προσκομίσει ειδική, αντιστοίχως, πληρεξουσιότητα και ούτε είχε προσκομίσει δικόγραφο μηνύσεως του αντιστοίχου αδικήματος, ερεύνησε κατ'ουσίαν τον ελάσσονα (αρνητικό της αγωγής) ισχυρισμό περί μη γνησιότητας της διαθήκης.

Γι' αυτό και το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ορθά απέρριψε ως αβάσιμο τον σχετικό λόγο έφεσης κατά τα άνω εκτιθέμενα και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθ.559 αρ.14 ΚΠολΔ.

Με τους λόγους αναιρέσεως τρίτο και τέταρτο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρ. 10 του άνω άρθρου, διότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε χωρίς καμία απόδειξη το σχετικό λόγο έφεσης με τον οποίο επανέφεραν τον προβληθέντα πρωτοδίκως (ελάσσονα, ως εμπεριεχόμενο στην ένσταση πλαστότητας) ισχυρισμό περί μη γνησιότητας της παραπάνω διαθήκης.

Οι λόγοι αυτοί οι αναίρεσης είναι αβάσιμοι, διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο κατέληξε στην παραδοχή της γνησιότητας της επίμαχης ιδιόγραφης διαθήκης και συνακόλουθα, στην απόρριψη του ισχυρισμού των αναιρεσειόντων περί μη γνησιότητας αυτής ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, του συνόλου του αποδεικτικού υλικού το οποίο επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι (ένορκες καταθέσεις μαρτύρων, ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα, έκθεση γραφολογικής γνωμοδότησης).

Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες ψέγουν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην κατ/αρθ. 559 αριθ. 11 γ ΚΠολΔ, κατ/ εκτίμηση πλημμέλεια, διότι προκύπτει αδιστάκτως, ότι δεν έλαβε υπόψη την προμνησθείσα μήνυση. Προσέτι, με τον έκτο (τελευταίο) λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες καταλογίζουν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην προρρηθείσα (του αριθ 11γ) πλημμέλεια, διότι όχι μόνο δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, αλλά υπάρχουν πλείστες αμφιβολίες για το αν έλαβε υπόψη τα παρακάτω ουσιώδη έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν προς απόδειξη της ένστασης ίδιας κυριότητας του Α.

Γ. (σε σχέση με την αγωγή του αναιρεσιβλήτου) και της αρνητικής αναγνωριστικής κυριότητας αγωγής αυτού (επί του επιδίκου ακινήτου) και δη 1) την από 27-7-1995, αίτησή του (του Α. Γ.) ενώπιον της Δ/νσης Δασών Νομαρχίας Αν. Αττικής, στην οποία εκθέτει, ότι το αναφερόμενο στην …/2-5-1995 διαταγή του Δασαρχείου Πεντέλης κτίσμα δεν είναι το εντός του (αποτελούντος το ...

κληροτεμάχιο) ακινήτου αυτού γκαράζ του Α. Γ., αλλά είναι το πρόχειρο κοτέτσι που έχει κατασκευάσει στο συνορευόμενο με αυτό ακίνητο, δηλαδή το ... κληροτεμάχιο, το οποίο περιέλασε στην περίφραξη του πρώτου (... τοιούτου) και 2)την από 16-12-1996 τεχνική εκθέση αυτοψίας του μηχανικού Α. Τ., ο οποίος εκθέτει σε αυτήν για την ιδιοκτησία του Α.

Γ. (... και ... κληροτεμάχια της οριστικής διανομής 1950 - 1952 του αγροκτήματος Ραφήνας), ότι πλην του τσιμεντένιου γκαράζ που κατασκευάστηκε με την .../1990 οικοδομική αδεία, υπάρχει και άλλη πρόχειρη κατασκευή, η οποία χρησιμοποιείται ως ορνιθώνας (από τσιμεντόλιθους) χωρίς θεμέλια και τσιμεντοκονία, σκεπασμένη πρόχειρα με ελενίτ που εκτιμήθηκε (από τον διενεργήσαντα την αυτοψία) ότι έχει κατασκευαστεί προ του έτους 1986.

Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, καθόσον όχι μόνο από την αναφορά σε όλα ανεξαιρέτως τα εκατέρωθεν επικληθέντα και προσκομισθέντα έγγραφα αλλά και από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, αδιστάκτως, ότι το Εφετείο για την ανωτέρω δικανική του κρίση έλαβε όντως υπόψη του όλα (χωρίς εξαίρεση) τα έγγραφα, όπου οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, έστω κι αν σε ορισμένα από αυτά δεν γίνεται ειδική μνεία, σημειουμένης πάντως της ρητής αναφοράς στην έγκληση του Α., Γ..

V. Κατά συνέπεια, μη υπάρχοντος εταίρου λόγου προς διερεύνηση, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του καταβληθέντος παραβόλου και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, κατά παραδοχή του αιτήματός του, στους ηττωμένους αναιρεσείοντες (άρθρ. 176, 183, 191 παρ.2, 495 παρ. 3 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1 - 6 - 2016 αίτηση των: Ε. χας Α. Γ., Λ. συζ. Σ. Γ. και Γ. Γ. (ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του Α. Γ.) κατά του Χ. Τ. για αναίρεση της 603/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του καταβληθέντος παραβόλου. Και Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που τα ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2700 €) .

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Ιανουαρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Μαρτίου 2020.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ