Legislator Case Law & Legislation
277/2016 AI generated

277/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 277/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 277 / 2016 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

277/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 277 / 2016 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 277 / 2016 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 277/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Γεώργιο Αναστασάκο και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 17 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ. Τ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Μιχάλη και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης βιομηχανικής εμπορικής εταιρείας με την επωνυμία "Ά. Β. Π. Α.Β.Ε.Ε.-Βιομηχανία Μπετόν" που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κόντη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-9-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1346/2013 του ίδιου δικαστηρίου και 5774/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30-1-2015 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Αναστασάκος ανέγνωσε την από 6-11-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο τρίτος και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση. Το γεγονός εξάλλου ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία γιατί ναι μεν η εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημοσίας τάξεως. Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια τάξη είναι δεκτοί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου εφόσον στηρίζονται στο πραγματικό υλικό που υποβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και εφόσον γίνεται σαφής επίκληση στο αναιρετήριο.

Συνεπώς ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (Α.Π. 168/2015). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο αναιρετικό λόγο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κήρυξης απαραδέκτου και συγκεκριμένα ότι δέχθηκε ως νόμιμη και κατ’ ουσίαν βάσιμη την προταθείσα από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ένσταση εξόφλησης των αγωγικών απαιτήσεών του, παρά το γεγονός ότι η ένσταση αυτή ήταν αόριστη, το οποίο (γεγονός) έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος αφού για τη θεμελίωσή του ο αναιρεσείων δεν ισχυρίζεται ότι έχει προτείνει νόμιμα τον ισχυρισμό περί αοριστίας της ένστασης ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, όπως όφειλε κατά τα προεκτεθέντα παρά το ότι η αοριστία της ένστασης έπρεπε να ληφθεί υπόψη και αυτεπαγγέλτως. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, δεδομένου ότι ο αναιρεσείων δεν προσκομίζει τις υποβληθείσες ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου έγγραφες προτάσεις των διαδίκων προκειμένου να ερευνηθεί το περιεχόμενο της ένστασης της αναιρεσίβλητης και η προβολή ή μη από τον αναιρεσείοντα ισχυρισμού περί αοριστίας της.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 10 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 17 παρ. 2 ν. 2915/2001, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής καθιερώνεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο για πράγματα που δέχθηκε ως αληθινά δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη ή δεν έχει προσκομισθεί καμία απόδειξη (Α.Π. 259/2014). Στην προκειμένη περίπτωση με τους δεύτερο κατά το πρώτο σκέλος του και τέταρτο κατά το πρώτο σκέλος του αναιρετικούς λόγους ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πιο πάνω πλημμέλεια και ειδικότερα ότι δέχθηκε: α) ότι του έχει καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση απόλυσης και ότι του έχουν καταβληθεί οι μισθοί του χρονικού διαστήματος από 1-7-2009 έως 26-11-2009 και ότι τούτο προκύπτει από την από 26-11-2009 απόδειξη πληρωμής, χωρίς να εξετάσει την ουσιαστική βασιμότητά της, δηλαδή χωρίς να αναφέρει καν τι ποσό αφορούσε η απόδειξη αυτή και αν το ποσό αυτό συμπίπτει με το οφειλόμενο (δεύτερος λόγος κατά το πρώτο σκέλος του), β) ότι ο ίδιος δήλωσε στον προϊστάμενό του ότι "έχει "παγώσει" με την εταιρεία και καλύτερα να τον απολύσουν", ενώ το γεγονός αυτό δεν επιβεβαιώνεται από καμία ένορκη μαρτυρική κατάθεση της αναιρεσίβλητης και αντίκειται στους κανόνες της λογικής κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο αναιρετήριο (τέταρτος λόγος κατά το πρώτο σκέλος του). Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι διότι με αυτούς ο αναιρεσείων δεν ισχυρίζεται ότι το δικαστήριο για πράγματα που δέχθηκε ως αληθινά δεν εξέθεσε από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη ούτε ότι δεν είχε προσκομισθεί καμία απόδειξη, αλλά με αυτούς, υπό την κατ’ επίφαση επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 10 Κ.Πολ.Δ., απαραδέκτως πλήττει την ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του εφετείου (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης παρέχεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για το ορισμένο και άρα παραδεκτό του λόγου αυτού πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα τα οποία το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσκομιδής τους, ακόμα και αν έπρεπε να ληφθούν υπόψη αυτεπαγγέλτως και να καθορίζεται ο ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με το αποδεικτικό μέσο, όπως ο ισχυρισμός αυτός προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, καθώς επίσης και οι λόγοι για τους οποίους ο αποδεικτέος ισχυρισμός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Α.Π. 703/2007). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο αναιρετικό λόγο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πιο πάνω πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι, παρά την περί του αντιθέτου βεβαίωση στην αρχή του σκεπτικού της, δεν έλαβε υπόψη τις ένορκες βεβαιώσεις τις οποίες αυτός προσκόμισε, καθώς και την πληθώρα αποφάσεων που προσκόμισε προκειμένου να αποδείξει τον ισχυρισμό του ότι οι κάρτες προσωπικού δεν ανταποκρίνονται στο πραγματικό ωράριο εργασίας του. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος προεχόντως λόγω αοριστίας αφού για τη θεμελίωσή του ο αναιρεσείων δεν εξειδικεύει επαρκώς τα έγγραφα τα οποία κατά τους ισχυρισμούς του δεν ελήφθησαν υπόψη, σε κάθε δε περίπτωση διότι με αυτόν, υπό την κατ’ επίφαση επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 11 περ.γ Κ.Πολ.Δ., απαραδέκτως πλήττεται η ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του εφετείου. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 12 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αποδεικτική δύναμη μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που δεσμευτικά καθορίζει γι’ αυτά ο νόμος, όχι όμως και όταν, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις κατά το άρθρο 340 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα άλλα ή από εκείνη που ο αναιρεσείων θεωρεί ότι αυτά έχουν, αφού κατά το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. η εκτίμηση αυτή είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (Α.Π. 716/2015). Στην προκειμένη περίπτωση με τον έκτο αναιρετικό λόγο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πιο πάνω πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι, ενώ ο ίδιος ισχυρίσθηκε ότι το περιεχόμενο των προσκομισθεισών από την αναιρεσίβλητη εξοφλητικών αποδείξεων δεν είναι αληθινό και επικαλέσθηκε για την απόδειξη αυτού τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα (μαρτυρική κατάθεση, ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα), το εφετείο προσέδωσε στις πιο πάνω εξοφλητικές αποδείξεις μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη από αυτή που ορίζει ο νόμος αφού αρκέστηκε μόνο σ’ αυτές προκειμένου να αποδεχθεί το γεγονός ότι ουδέν ποσό του οφείλεται. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος προεχόντως λόγω αοριστίας αφού δεν εξειδικεύονται οι εξοφλητικές αποδείξεις κατά την εκτίμηση των οποίων το εφετείο υπέπεσε κατά τον αναιρεσείοντα στην πιο πάνω πλημμέλεια, σε κάθε δε περίπτωση διότι με αυτόν πράγματι δεν αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι προσέδωσε στις προσκομισθείσες από την αναιρεσίβλητη εξοφλητικές αποδείξεις μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη από αυτή που ορίζει ο νόμος αλλά ότι τους προσέδωσε μεγαλύτερη αποδεικτική βαρύτητα από αυτήν που είχαν κατά τον αναιρεσείοντα.

Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν. Εξάλλου κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β Κ.Πολ.Δ. η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ’ αυτούς, δηλαδή όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ’ αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι δε και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης ή μη πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (Α.Π. 1306/2011). Στην προκειμένη περίπτωση με τον έβδομο αναιρετικό λόγο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πιο πάνω πλημμέλεια, για τη θεμελίωση δε του λόγου αυτού ισχυρίζεται: Ότι το εφετείο δέχθηκε πως αυτός αρνήθηκε να παράσχει την εργασία του στην εναγομένη και πως όταν κλήθηκε από το νόμιμο εκπρόσωπό της προκειμένου να εξηγήσει τους λόγους άρνησης της παροχής εργασίας του, του δήλωσε ότι "έχει παγώσει" με την εταιρεία και καλύτερα να τον απολύσουν, με αποτέλεσμα την επομένη η εναγομένη να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας του. Ότι κατ’ αυτό τον τρόπο το πραγματικό γεγονός της άρνησης παροχής της εργασίας του, πέραν του ότι είναι αναληθές, το εφετείο το δέχθηκε αρχικά ως αποδειχθέν και στη συνέχεια το υπήγαγε στις διατάξεις περί καταγγελίας σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου (άρθρα 5 παρ. 3 εδ. α ν. 3198/1955, 1 και 3 ν. 2112/1920, 2 και 5 ν. 3198/1955), δεχόμενο δηλαδή ότι τούτο συνέτεινε στην απόλυσή του, παραβλέποντας ότι αν όντως είχε δηλώσει την επιθυμία του να αποχωρήσει, αυτό θα οδηγούσε κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας στην αναγγελία από την πλευρά της εναγομένης της οικειοθελούς του αποχώρησης. Ότι σε καμία περίπτωση μία εταιρεία στην οποία ο μισθωτός απευθύνει δήλωση περί οικειοθελούς παραίτησης, όπως ισχυρίζεται η αναιρεσίβλητη, δεν προβαίνει στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας, καθισταμένη έτσι υπόχρεη στην καταβολή αποζημίωσης. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος διότι η επικαλούμενη παραβίαση διδαγμάτων της κοινής πείρας, παρά τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, δεν αφορά την ερμηνεία κανόνων δικαίου (ήτοι των ανωτέρω διατάξεων τις οποίες αυτός επικαλείται) ή την υπαγωγή αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών σ’ αυτούς αλλά εσφαλμένη χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας για τη διαπίστωση της ύπαρξης ή μη πραγματικών περιστατικών, η οποία, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην αρχή αυτής της σκέψης, δεν θεμελιώνει το λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β Κ.Πολ.Δ.

Από τα άρθρα 669 παρ. 2 Α.Κ., 1 ν. 2112/1920 και 1 και 5 ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου. Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 Α.Κ., δηλαδή της υπέρβασης των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 Α.Κ. Εξάλλου η καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη ως καταχρηστική όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδίκησης συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης αλλά μη αρεστής στον εργοδότη συμπεριφοράς του εργαζομένου ή όταν γίνεται για οικονομοτεχνικούς λόγους, δηλαδή για την αναδιοργάνωση της επιχείρησης του εργοδότη που καθιστά αναγκαία τη μείωση του προσωπικού, εφόσον οι λόγοι αυτοί είναι προσχηματικοί και υποκρύπτουν πράγματι μίσος, εμπάθεια ή κακοβουλία ή όταν είναι πραγματικοί αλλά δεν έγινε επιλογή των απολυομένων με αντικειμενικά κριτήρια (υπηρεσιακά ή κοινωνικά). Δεν συντρέχει όμως περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας όταν δεν υπάρχει για αυτή κάποια αιτία αφού, ενόψει όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής καθ’ υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 Α.Κ., για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέσθηκε για αυτήν ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμμία εμφανής αιτία αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους που πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος, εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλει το άρθρο 281 Α.Κ. (Α.Π. 84/2011). Εξάλλου από τις προπαρατεθεσίες διατάξεις σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 167, 168, 648 Α.Κ., 3 ν. 2112/1920, 1, 3 παρ. 1 και 5 του β.δ. της 16-7-1920 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου θεωρείται έγκυρη όταν γίνει εγγράφως και καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση. Επομένως είναι άκυρη η καταγγελία αν δεν είναι έγγραφη και ο εργοδότης δεν καταβάλει στον απολυόμενο μισθωτό την αποζημίωση απόλυσης (που κατά τα προαναφερθέντα άρθρα 3 παρ. 2 ν. 2112/1920 και 5 παρ. 1 ν. 3198/55 υπολογίζεται βάσει των τακτικών αποδοχών του απολυομένου κατά τον τελευταίο μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης) ή αν καταβάλει σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές μειωμένη αποζημίωση. Η ανωτέρω ακυρότητα της καταγγελίας είναι σχετική υπέρ του εργαζομένου, ο οποίος έχει την ευχέρεια είτε να θεωρήσει άκυρη την καταγγελία και να αξιώσει την καταβολή των αποδοχών του από τον υπερήμερο πλέον εργοδότη, προσφέροντας σ’ αυτόν προσηκόντως τις υπηρεσίες του είτε, παραιτούμενος ρητώς ή σιωπηρώς από το δικαίωμά του προσβολής του κύρους της καταγγελίας να θεωρήσει αυτή έγκυρη και να απαιτήσει τη νόμιμη αποζημίωση.

Συνεπώς οι ανωτέρω ελλείψεις κατά την άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας δεν καθιστούν αυτήν ανυπόστατη αλλά αποτελούν λόγους ακυρότητας της καταγγελίας, η επίκληση της οποίας (ακυρότητας) πρέπει να γίνει από τον εργαζόμενο με αγωγή. Ειδικότερα στην περίπτωση που ο μισθωτός θεωρήσει άκυρη την καταγγελία της εργασιακής σύμβασης και εμμείνει στη σύμβαση αυτή, η αξίωσή του για μισθούς υπερημερίας λόγω της άρνησης του εργοδότη ν’ αποδέχεται τις υπηρεσίες του δεν στηρίζεται στην ακυρότητα της καταγγελίας αλλά στη σύμβαση εργασίας, η οποία αποτελεί και τη βάση της σχετικής αγωγής. Περαιτέρω η καταγγελία σε περίπτωση που ασκείται από τον εργοδότη αναπτύσσει την άμεση διαπλαστική της ενέργεια από τη στιγμή που λαμβάνει γνώση αυτής ο εργαζόμενος παραλήπτης της (άρθρο 167 Α.Κ.). Η καταγγελία πρέπει να περιέχει σαφή και αναμφίβολη βούληση του καταγγέλλοντος να λύσει μονομερώς τη σύμβαση, έτσι ώστε να μη μένει στον αντισυμβαλλόμενο αμφιβολία ως προς τη λύση ή όχι της σύμβασης. Για το λόγο αυτό γίνεται δεκτό ότι δεν επιδέχεται κατ’ αρχήν αίρεση, αφού η προσθήκη αίρεσης δημιουργεί αβεβαιότητα στον αντισυμβαλλόμενο σχετικά με τη λήξη ή όχι της σύμβασης, η οποία δεν συμβιβάζεται με το χαρακτήρα της καταγγελίας ως διαπλαστικής δικαιοπραξίας. Οι διατάξεις όμως για την αίρεση δεν έχουν εφαρμογή στις αιρέσεις δικαίου, δηλαδή σ’ αυτές που συνίστανται στο γεγονός που αποτελεί στοιχείο ή προϋπόθεση για την ενέργεια ή τελείωση της δικαιοπραξίας. Έτσι είναι έγκυρη η επικουρική καταγγελία, δηλαδή η δεύτερη καταγγελία στην οποία προβαίνει ο καταγγέλλων για την περίπτωση που η προηγούμενη καταγγελία θα κρινόταν άκυρη από το δικαστήριο. Η δεύτερη αυτή καταγγελία περιέχει αίρεση δικαίου, η οποία είναι επιτρεπτή και η οποία, ανάλογα με τη νομική κατάσταση, αν μεν η πρώτη καταγγελία είναι έγκυρη δεν έχει καμιά αξία και έννομη επιρροή, αν δε είναι άκυρη επιφέρει αυτή το πρώτον τη λύση της σύμβασης (Α.Π. 55/2015). Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής: "Η εδρεύουσα στον ... εναγομένη [ήδη αναιρεσίβλητη] εταιρία με την επωνυμία "Ά. Β.Π. ΑΒΕΕ Βιομηχανία Μπετόν" προσέλαβε τον ενάγοντα [ήδη αναιρεσείοντα] στις 1-3-2000 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως οδηγό φορτηγού αυτοκινήτου σκυροδέματος. Σε εκτέλεση της αποφάσεως αυτής ο ενάγων προσέφερε έκτοτε ανελλιπώς την υπό την συμφωνηθείσα ειδικότητα εργασία του αντί τής προβλεπομένης από τις οικείες ΣΣΕ αμοιβής, η οποία στις 30-6-2009 ανερχόταν σε 1.918, 30 ευρώ μηνιαίως. Η εν λόγω σύμβαση λειτούργησε ομαλά μέχρι το τέλος του μηνός Ιουνίου 2009 και συγκεκριμένα μέχρι 27-6-2009, οπότε ο ενάγων, ενώ προσήλθε για να εργασθεί, εν τούτοις αρνήθηκε να παράσχει την εργασία του επειδή του δόθηκε άλλο αυτοκίνητο να οδηγήσει από αυτό που συνήθως οδηγούσε. Σε σχετική παρατήρηση του προϊσταμένου του απάντησε ότι δεν δουλεύει επειδή δεν του δίνουν το ίδιο αυτοκίνητο και αποχώρησε. Την επομένη ημέρα προσήλθε και κλήθηκε από τον νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης Ά. Π. να εξηγήσει τους λόγους άρνησης της παροχής της εργασίας του, στον οποίο δήλωσε ότι έχει "παγώσει" με την εταιρία και είναι καλύτερα να τον απολύσουν. Ενόψει των ανωτέρω, στις 30-6-2009 η εναγομένη κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος με ταυτόχρονη καταβολή...της αποζημίωσης απόλυσης ποσού 11.190,08 ευρώ. Στη συνέχεια, επειδή η αποζημίωση είχε υπολογισθεί εσφαλμένα, ακολούθησε στις 25-11-2009 νέα έγγραφη καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος με ταυτόχρονη καταβολή της οφειλόμενης διαφοράς αποζημίωσης απόλυσης ποσού 2.685,62 ευρώ, το οποίο ο τελευταίος εισέπραξε την επομένη ημέρα....Σημειώνεται ότι.....στις 27-11-2009 καταβλήθηκαν στον ενάγοντα και οι μισθοί του χρονικού διαστήματος από 1-7-2009 έως 26-11-2009. Η καταγγελία αυτή, για την οποία, όπως προαναφέρθηκε, τηρήθηκε ο έ/γράφος τύπος και καταβλήθηκε η νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, είναι έγκυρη και ισχυρή, έλαβε δε χώρα υπό τις προαναφερόμενες συνθήκες και δεν είναι καταχρηστική ούτε οφείλεται σε λόγους εκδίκησης και εχθρότητας της εναγομένης στο πρόσωπο του ενάγοντος, όπως αβασίμως ο ίδιος διατείνεται...Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι κατά το επίδικο διάστημα από 1-1-2004 έως 30-6-2009 ο ενάγων πραγματοποίησε εργασία πέραν των 40 ωρών εβδομαδιαίως καθώς και καθ’ ημέρες Σαββάτου σε ημερομηνίες και ώρες, όπως αυτές έχουν καταγραφεί σια προσκομιζόμενα δελτία παρουσίας προσωπικού του άνω διαστήματος, τα οποία τηρούνταν από τους ίδιους τους εργαζομένους της εναγομένης (και από τον ενάγοντα). Με βάση τα δελτία αυτά εκδίδονταν από την εναγομένη οι μηνιαίες εξοφλητικές αποδείξεις μισθοδοσίας του προσωπικού της, στις οποίες αναγράφονται αναλυτικά ο μισθός του εργαζομένου, οι ημέρες που εργάσθηκε, οι υπερωρίες που πραγματοποίησε, τα τυχόν επιδόματα που δικαιούται και το σύνολο των μηνιαίων αποδοχών του, στη συνέχεια δε τις έλεγχαν και τις υπέγραφαν οι εργαζόμενοι και μάλιστα μετά την on line πληρωμή τους. Από τις προσκομιζόμενες αυτές μηνιαίες εξοφλητικές αποδείξεις μισθοδοσίας του ενάγοντος, που αφορούν το επίδικο διάστημα και φέρουν τη - μη αμφισβητηθείσα - υπογραφή του κάτω από την προαναφερόμενη ανάλυση και την έντυπη δήλωση με αυτή την απόδειξη εξοφλούνται οι αποδοχές μου αυτού του μήνα και δεν έχω καμία άλλη απαίτηση από τον εργοδότη μου αποδεικνύεται ότι η εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα τη νόμιμη αμοιβή και προσαύξηση για την πραγματοποιηθείσα κατά το ως άνω διάστημα εργασία του πέραν των 40 ωρών εβδομαδιαίως, καθώς και για την απασχόληση του κατά τα Σάββατα και συνεπώς ουδέν ποσόν του οφείλεται για τις αιτίες αυτές. Η κρίση αυτή ενισχύεται και από το γεγονός ότι, κατόπιν της από 30-6-2010 Έκθεσης Ελέγχου του ΙΚΑ, απορρίφθηκε η σχετική (για καταβολή διαφορών αποδοχών για υπερεργασία, υπερωρίες, εργασία Σαββάτου κλπ) καταγγελία του ενάγοντος κατά της εναγομένης....".

Με βάση αυτές τις παραδοχές το εφετείο αντικατέστησε τις αιτιολογίες της εκκαλούμενης απόφασης με τις πιο πάνω και απέρριψε την έφεση του ενάγοντος κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί στο σύνολό της η αγωγή ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη. Με την κρίση του αυτή, κατά τη γνώμη που επικράτησε στο δικαστήριο, το εφετείο δεν παραβίασε, κατ’ αρχήν, τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου περί καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, ενώ, διέλαβε, έστω και με συνοπτικό τρόπο, ως προς το ζήτημα αυτό, ορθές αιτιολογίες στην απόφαση, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο αυτής. Ειδικότερα, η απόφαση δέχθηκε: 1) ότι λύθηκε με τη δεύτερη καταγγελία η σύμβαση εργασίας (που έχει την έννοια της επικουρικής καταγγελίας κατά τα προαναφερόμενα) υπό τις προαναφερόμενες περιστάσεις που δεν συνιστούν κατάχρηση του εργοδοτικού δικαιώματος της εναγομένης, ούτε οφείλεται σε λόγους εκδίκησης και εχθρότητας από μέρους του νομίμου εκπροσώπου της (ΑΚ 281), 2) ότι η πρώτη καταγγελία ήταν άκυρη λόγω καταβολής ελλειπούς αποζημίωσης στον ενάγοντα, 3) ότι ακολούθησε από μέρους της εναγομένης και δεύτερη καταγγελία, που ήταν έγκυρη, με την οποία καταβλήθηκε στον ενάγοντα και το υπόλοιπο της οφειλόμενης αποζημίωσης, όπως αυτή προσδιορίσθηκε, ως προς το ακριβές χρηματικό ποσό, με την ένδικη αγωγή (2.685,62 ευρώ) και συνεπώς, με τον τρόπο αυτό, αφενός, αποσβέσθηκε η ενοχή από την πιο πάνω αιτία και αφετέρου διακόπηκε η υπερημερία της εναγομένης.

Συνεπώς είναι αβάσιμος ο πρώτος αναιρετικός λόγος με τον οποίο προσάπτονται στην προσβαλλομένη οι πλημμέλειες από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ.

Κατά τη γνώμη όμως ενός μέλους του δικαστηρίου, της αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ευφημίας Λαμπροπούλου, το εφετείο με προπαρατεθείσες παραδοχές του υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. και ειδικότερα στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νομίμου βάσεως ως προς το κρίσιμο ζήτημα του κύρους καθεμίας από τις δύο καταγγελίες της μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως εργασίας, οι οποίες κατά τις παραδοχές αυτές έλαβαν χώρα, αφού διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ζήτημα αυτό. Συγκεκριμένα, ενώ δέχθηκε ότι κατά την πρώτη (από 30-6-2009) καταγγελία της μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως εργασίας εκ μέρους της αναιρεσίβλητης δεν καταβλήθηκε στον αναιρεσείοντα ολόκληρο το ποσό της οφειλόμενης αποζημιώσεως, γεγονός που κατά τα προεκτεθέντα συνεπάγεται την ακυρότητά της, δεν αποφάνθηκε για το κύρος της καταγγελίας αυτής ούτε για το αν η δεύτερη (από 25-11-2009) καταγγελία ασκήθηκε επικουρικά, δηλαδή υπό την αίρεση της ακυρότητας της πρώτης, με αποτέλεσμα να προκαλείται σύγχυση ως προς το ποια από τις δύο καταγγελίες επέφερε τη λύση της ένδικης συμβάσεως.

Συνεπώς, κατά τη γνώμη του μειοψηφούντος μέλους, ο πρώτος κατά το δεύτερο σκέλος του λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πιο πάνω πλημμέλεια, είναι βάσιμος και έπρεπε να γίνει δεκτός. Περαιτέρω κατά την κρίση του δικαστηρίου με τις προαναφερθείσες παραδοχές του το εφετείο στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νομίμου βάσεως ως προς τα κρίσιμα ζητήματα: α) των οφειλομένων και καταβληθέντων στον αναιρεσείοντα μισθών υπερημερίας και β) της οφειλόμενης και καταβληθείσης σ’ αυτόν αμοιβής για εργασία πέραν των σαράντα ωρών εβδομαδιαίως και για εργασία κατά τα Σάββατα, αφού διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς τα ζητήματα αυτά. Ειδικότερα: α) ενώ δέχθηκε ότι καταβλήθηκαν οι μισθοί του χρονικού διαστήματος που μεσολάβησε μεταξύ των δύο καταγγελιών, δεν προσδιόρισε το ακριβές χρηματικό ποσό που έπρεπε να καταβληθεί και καταβλήθηκε στον αναιρεσείοντα για την πιο πάνω αιτία και το έντοκο της σχετικής απαίτησης και β) ενώ δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων πραγματοποίησε εργασία πέραν των σαράντα ωρών εβδομαδιαίως και εργασία κατά τα Σάββατα και ότι η αναιρεσίβλητη του κατέβαλε την οφειλόμενη για τις αιτίες αυτές αμοιβή, δεν εξειδίκευσε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πόσες ήταν οι ώρες της κατά τ’ ανωτέρω απασχόλησης του αναιρεσείοντος ούτε τα οφειλόμενα και καταβληθέντα σ’ αυτόν για τις πιο πάνω αιτίες ποσά, αρκούμενο στην αόριστη αναφορά ότι οι πιο πάνω εργασίες πραγματοποιήθηκαν "σε ημερομηνίες και ώρες, όπως αυτές έχουν καταγραφεί στα προσκομιζόμενα δελτία παρουσίας..." και ότι η καταβολή των οφειλομένων προκύπτει από τις προσκομιζόμενες εξοφλητικές αποδείξεις.

Συνεπώς οι δεύτερος κατά το δεύτερο σκέλος του και τέταρτος κατά το δεύτερο σκέλος του αναιρετικοί λόγοι, με τους οποίους ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πιο πάνω πλημμέλειες αντίστοιχα, είναι βάσιμοι. Ενόψει όλων αυτών πρέπει να γίνουν δεκτοί οι αναιρετικοί αυτοί λόγοι και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το προαναφερθέν μέρος της, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση κατά το μέρος της αυτό προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από άλλο δικαστή είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Τέλος πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στο αναφερόμενο στο διατακτικό μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος ενόψει της μερικής νίκης και ήττας των διαδίκων (άρθρα 178 παρ. 1, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 5774/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το μέρος της αυτό, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, το οποίο ορίζει σε χίλια τετρακόσια (1.400) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Φεβρουαρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Απριλίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ