Legislator Case Law & Legislation
277/2015 AI generated

277/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 277/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Α. του Δ. 58.Π. Χ. του Σ. 59.Π. Φ. του Π., όλοι οι ανωτέρω εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρίστο Νικολουτσόπουλο και η 1η των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκε και από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Βασιλείου και οι δύο κατέθεσαν προτάσεις.

Legislator headnote

AI generated

277/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): §2. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομίας και Οικονομικών και του οικείου κατά περίπτωση Υπουργού, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, συνιστώνται οργανικές θέσεις προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, προκειμένου να καλυφθούν, όπου απαιτείται, οι διαπιστωθείσες πάγιες και διαρκείς ανάγκες, κατ' εφαρμογή του ΠΔ 164/2004.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 277 / 2015 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 277/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ανδρέα Δουλγεράκη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Νικολάου Λεοντή, Νικόλαο Πάσσο, Μιχαήλ Αυγουλέα, Χρήστο Βρυνιώτη και Γεώργιο Αναστασάκο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Μ.-Π. Μ.-Μ. του Ι. 2.Μ.-Κ. Κ. του Θ. 3.Μ. Μ. του Π. 4.Μ.-Κ. Ε. του Μ. 5.Μ. Μ. του Ι. 6.Μ. Γ. του Ι. 7.Μ. Β. του Κ. 8.Μ. Μ. του Α. 9.Μ. Α. του Δ. 10.Μ. Π. του Ν. 11.Μ. Ε. του Α. 12.Μ. Μ. του Ε. 13.Μ. Κ. του Η. 14. Μ. Μ. του Α. 15.Μ. Α. του Η. 16.Μ. Ο. του Α. 17.Μ. Π. του Δ. 18.Μ. Α. του Χ. 19.Μ. Α. του Α. 20.Μ. Ε. του Α. 21.Μ. Δ. του Δ. 22.Μ. Π. του Δ.Υ. 23.Μ. Α. του Α. 24.Μ. Α. του Γ. 25.Μ. Ε. του Α. 26.Μ. Κ. του Ι. 27.Μ. Μ. του Μ. 28.Μ. Μ. του Δ. 29.Μ. Δ. του Ι. 30.Μ. Δ. του Γ. 31.Μ. Α. του Α. 32.Μ. Γ. του Ν. 33.Μ. Ν. του Χ. 34.Μ. Ε. του Δ. 35.Ν. Ρ. του Σ. 36.Ν. Ν. του Χ. 37.Ν.-Κ. Λ. του Μ. 38.Ν. Γ. του Λ. 39.Ν. Σ. του Γ. 40.Ν.-Δ. Ε. του Χ. 41.Ν. Κ. του Ε. 42.Ν. Ε. του Ν. 43.Ξ. Δ. του Ι. 44.Ξ. Γ. του Ι. 45.Ο.-Π. Β. του Κ. 46.Π. Ε. του Η. 47.Π. Σ. του Β. 48.Π. Α. του Χ. 49.Π. Β. του Ι. 50.Π. Α. του Γ. 51.Π. Ε. του Δ. 52.Π. Δ. του Κ. 53.Π. (Δ.) Ε. του Δ. 54.Π. Ο. του Κ. 55.Π.-Μ. Θ. του Γ. 56.Π. - Θ. Σ. του Χ.

57. Α. του Δ. 58.Π. Χ. του Σ. 59.Π. Φ. του Π., όλοι οι ανωτέρω εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρίστο Νικολουτσόπουλο και η 1η των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκε και από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Βασιλείου και οι δύο κατέθεσαν προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών που εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Πάρεδρο του ΝΣΚ Γεώργιο Σινάνη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-6-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:893/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4806/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3-12-2013 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Ανδρέας Δουλγεράκης, ανέγνωσε την από 5-2-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναίρεσης και να απορριφθούν οι λοιποί. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με το ΠΔ 164/2004, που άρχισε να ισχύει από την δημοσίευσή του στην ΕτΚ την 19-7-2004 και αφορά τους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα, εξειδικεύθηκαν οι συνθήκες υπό τις οποίες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται διαδοχικές και χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου προς επίτευξη του στόχου της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, που είναι η αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου.

Με το άρθ. 5 του ως άνω ΠΔ απαγορεύθηκε, κατ' αρχήν, η κατάρτιση διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, η οποία επιτρέπεται κατ' εξαίρεση στις αναφερόμενες εκεί περιπτώσεις και υπό τις στο άρθρο αυτό προϋποθέσεις. Ενόψει του γεγονότος, ότι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ή έργου ορισμένου χρόνου που συνάπτονταν με το Δημόσιο υπό το κράτος της ισχύος του άρθ. 103 του Συντάγματος, στο οποίο κατά την αναθεώρηση του έτους 2001 (ΦΕΚ Α' 85/18-4-2001) προστέθηκαν οι παράγραφοι 7 και 8, του ν. 2190/1994 και του ΠΔ 410/1988, δεν μπορούσαν, σε κάθε περίπτωση, να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, έχοντας υποχρεωτικά, κατά τις ως άνω συνταγματικές και άλλες διατάξεις, καταρτισθεί ως συμβάσεις ορισμένου χρόνου, και του γεγονότος ότι το ως άνω ΠΔ 164/2004 άρχισε να ισχύει από 19-7-2004, περιέλαβε αυτό ως μεταβατικές διατάξεις ρυθμίσεις, οι οποίες εξασφαλίζουν την επιβαλλομένη προσαρμογή στην παραπάνω Οδηγία και προβλέπουν την, κατ' εξαίρεση και υπό τις εκεί προϋποθέσεις, μετατροπή των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε σύμβαση αορίστου χρόνου.

Ειδικότερα, με το άρθρο 11 του ως άνω Π. Δ. ορίζεται ότι (1) διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον 24 μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης 18 μηνών μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα 24 μηνών από την αρχική σύμβαση (β) ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδ.

α' να έχει πράγματι διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση (γ) το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά σε δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον που υπηρετεί ο φορέας αυτός (δ) ο κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις συνολικός χρόνος υπηρεσίας πρέπει να παρασχεθεί κατά πλήρες ή μειωμένο ωράριο εργασίας και σε καθήκοντα ίδια ή παρεμφερή με αυτά που αναγράφονται στην αρχική σύμβαση, η προϋπόθεση δε του εδ.

α' της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου πρέπει να συντρέχει κατά το χρόνο λήξης της σύμβασης (2) για τη διαπίστωση της συνδρομής των κατά την προηγουμένη παράγραφο προϋποθέσεων, ο εργαζόμενος υποβάλλει, εντός αποκλειστικής προθεσμίας 2 μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος, αίτηση προς τον οικείο φορέα, στην οποία αναφέρει τα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών, αρμόδιο δε όργανο να κρίνει αιτιολογημένα, εάν συντρέχουν, κατά περίπτωση, οι προϋποθέσεις της προηγουμένης παραγράφου, είναι το οικείο Υπηρεσιακό Συμβούλιο ή το διοικούν όργανο του οικείου νομικού προσώπου ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό κατά την κείμενη νομοθεσία (3) οι ως άνω κρίσεις των αρμοδίων οργάνων, θετικές ή αρνητικές, διαβιβάζονται αμέσως στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ), το οποίο αποφαίνεται εντός τριών (3) μηνών από την διαβίβαση σ' αυτό των σχετικών κρίσεων.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθ.1 ν. 3320/2005 "§1. Το προσωπικό με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ή σύμβαση έργου ή άλλη σχέση του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ πρώτου και δεύτερου βαθμού, του οποίου οι συμβάσεις συνιστούν συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 11 του ΠΔ 164/2004, κατατάσσεται σε υφιστάμενες κενές οργανικές θέσεις με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ειδικότητας αντίστοιχης ή παρεμφερούς προς την ειδικότητα της σύμβασής του.

§2. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομίας και Οικονομικών και του οικείου κατά περίπτωση Υπουργού, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, συνιστώνται οργανικές θέσεις προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, προκειμένου να καλυφθούν, όπου απαιτείται, οι διαπιστωθείσες πάγιες και διαρκείς ανάγκες, κατ' εφαρμογή του ΠΔ 164/2004.

§3. Η κατάταξη του προσωπικού γίνεται με απόφαση του αρμόδιου για την πρόσληψη οργάνου, η οποία δεν δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. §4. Οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξής τους. Ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου των κατατασσομένων λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου.

§5. Για τους κατατασσομένους ισχύει ο χρονικός περιορισμός της παρ. 2 του άρθρου 70 του ν. 2683/1999 "Κύρωση του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Υπαλλήλων και Υπαλλήλων ΝΠΔΔ και άλλες διατάξεις" για τη μετάταξη σε ανώτερη βαθμίδα, σύμφωνα με την διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 12 του ν. 3230/2004 (ΦΕΚ 44'). Ως ημερομηνία πρόσληψης νοείται η ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξης".

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι ως προς τους κατατασσομένους στο εναγόμενο σε θέσεις εργασίας αορίστου χρόνου, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθ.11 ΠΔ 164/2004, σύμφωνα με τη ρητή ρύθμιση του άρθ.1§4 εδ.β'ν.3320/2005 (που επαναλαμβάνεται και στο άρθ.15§1 ν.3205/2003, ειδικά ως προς την κατάταξη και εξέλιξή τους στα αντίστοιχα μισθολογικά κλιμάκια) ο χρόνος των συμβάσεων έργου αυτών λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση (και όχι μόνο με σύμβαση) εργασίας ιδιωτικού δικαίου, επομένως, δικαιούνται αυτοί και για τον πριν την κατάταξή τους χρόνο τις αντίστοιχες αποδοχές, όπως αυτές καθορίζονται εκάστοτε με τις σχετικές διατάξεις για το μισθολόγιο του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης, λαμβανομένου υπόψη ότι στο προσωπικό που απασχολείται στο Δημόσιο κλπ.

με σύμβαση ή και απλή σχέση εργασίας, ορισμένου ή αορίστου χρόνου, επεκτάθηκαν οι κρίσιμες και ουσιώδεις διατάξεις, που ορίζουν τη σύνθεση και το ύψος των βασικών αποδοχών, τα διάφορα επιδόματα κλπ., τόσο του ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση του μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις" (με την ΚΥΑ 2026439/3480/0022/1997, ΦΕΚ Β' 462, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθ.24 του νόμου αυτού), όσο και του ν.3205/2003 "Μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες διατάξεις" (με την ΚΥΑ οικ.2/7093/0022/2014, ΦΕΚ Β' 215, εκδοθείσα κατ' εξουσιοδότηση του άρθ.21 ως άνω νόμου).

Αντίθετη ερμηνεία δεν μπορεί να συναχθεί από τη διάταξη του εδ. α' της §4 του ως άνω άρθ.1 του ν. 3320/2005 που ορίζει ότι "οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξής τους", καθόσον η ρύθμιση αυτή αναφέρεται στη γένεση της αξίωσης των κατατασσομένων ως άνω για την απόληψη των αντιστοίχων αποδοχών λόγω ακριβώς της κατάταξής τους και ένεκα αυτής για το μετέπειτα χρονικό διάστημα, πρόκειται δηλ.

για άλλη αξίωση θεμελιούμενη σε διαφορετική νομική βάση. Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (άρθ.561§2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής : Με την από 10-6-2009 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, οι ενάγουσες-ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες εξέθεσαν, ότι προσλήφθηκαν από το εναγόμενο, κατά τις αναφερόμενες εκεί για κάθε ένα ημερομηνίες, και απασχολούνται έκτοτε, συνεχώς και αδιαλείπτως, μέχρι την άσκηση της αγωγής, ως καθαρίστριες σχολείων, της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, του Νομού Αττικής, αρχικά με διαδοχικές συμβάσεις ή σχέσεις που το εναγόμενο κατά καταστρατήγηση δικαίου και καταχρηστικά χαρακτήριζε ως "μίσθωσης έργου", αν και υπέκρυπταν εξαρτημένη εργασία και μάλιστα αορίστου χρόνου, αφού κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του, κατά τα λεπτομερώς στην αγωγή εκτιθέμενα, και στη συνέχεια από το Δεκέμβριο του 2006 και τον Ιανουάριο του 2007, κατά τις εκεί διακρίσεις, με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ειδικότερα δε ότι ύστερα από την υποβολή εκ μέρους των σχετικών αιτήσεων, κρίθηκε με τις 12 και 13/2005 Πράξεις του Κεντρικού Υπηρεσιακού Συμβουλίου Διοικητικού Προσωπικού του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και στην συνέχεια από το ΑΣΕΠ ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις υπαγωγής τους στις διατάξεις του άρθ.11 του ΠΔ 164/2004 και ότι, κατ' ακολουθίαν αυτών, κατατάχθηκαν στο εναγόμενο σε θέσεις εργασίας αορίστου χρόνου με τις 13233/Δ4/7.12.2006 και 2928/Δ4/10.1.2007 αποφάσεις ΥΕΠΘ.

Με βάση τα περιστατικά αυτά ζήτησαν, μετά από μερική μετατροπή του αρχικού καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, να υποχρεωθεί το εναγόμενο και να αναγνωρισθεί ότι υποχρεούται να καταβάλει σ' αυτούς τ' αναφερόμενα στην αγωγή αναλυτικά ποσά, ως οφειλόμενες για τα έτη 2001-2008 διαφορές αποδοχών συγκριτικά με τις νόμιμες αποδοχές για αντίστοιχους εργαζομένους της ειδικότητάς τους που εργάζονται στο εναγόμενο, συνυπολογιζομένου και του χρόνου εργασίας τους με συμβάσεις που χαρακτηρίζονταν ως μίσθωσης έργου, όπως οι αποδοχές αυτές καθορίζονται με τους ν. 2470/1997 και 3205/2003, οι διατάξεις των οποίων εφαρμόζονται και στο απασχολούμενο στο εναγόμενο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου κλπ., κυρίως κατ' εφαρμογή των αρχών της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης, που απορρέουν από τις εκεί παρατιθέμενες υπερνομοθετικής ισχύος και άλλες διατάξεις, άλλως με βάση τις διατάξεις των ως άνω νόμων περί ενιαίου μισθολογίου ως εκ της απασχόλησής τους στο εναγόμενο με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, άλλως και επικουρικά κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, οι οποίες (αποδοχές) παράνομα δεν χορηγούνταν και σ' αυτούς, κατά τα επίσης εκτιθέμενα στην αγωγή (α) για το διάστημα απασχόλησής τους με συμβάσεις χαρακτηριζόμενες ως "μίσθωσης έργου" με την αιτιολογία ακριβώς αυτή, ότι δηλ.

η σχέση τους χαρακτηριζόταν κάθε φορά ως "μίσθωσης έργου" και (β) γα το διάστημα από την κατάταξή τους σε θέσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και εξής με την αιτιολογία ότι ο χρόνος απασχόλησής τους με συμβάσεις χαρακτηριζόμενες ως "μίσθωσης έργου" δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη για τη μισθολογική τους εξέλιξη, καθόσον η σχετική προϋπηρεσία δεν διανύθηκε υπό καθεστώς εξαρτημένης εργασίας (2) Το Εφετείο Αθηνών, κρίνοντας επί της αγωγής αυτής, ύστερα από έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, με την προσβαλλομένη 4806/2013 απόφασή του δέχθηκε, κατά την έρευνα ειδικότερα της νομικής βασιμότητας αυτής, ότι "η ένδικη αγωγή, κατά το αίτημά της να επιδικασθούν στις ενάγουσες τα αναφερόμενα αναλυτικά ποσά ως οφειλόμενες για το χρονικό διάστημα πριν την κατάταξή τους διαφορές αποδοχών συγκριτικά με τις νόμιμες αποδοχές για αντίστοιχους εργαζόμενους της ειδικότητάς τους, που ανήκουν στο τακτικό προσωπικό του εναγομένου, συνυπολογιζομένου και του χρόνου εργασίας τους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου που χαρακτηρίζονταν ως συμβάσεις έργου", είναι μη νόμιμη, δεδομένου ότι οι ένδικες συμβάσεις εργασίας δεν έχουν...

ως χρόνο κατάρτισής τους την χρονολογία κατάρτισης των επί μέρους διαδοχικών συμβάσεων έργου που ο κάθε ενάγων είχε συνάψει με το εναγόμενο, αλλά χρόνος κατάρτισης των ενδίκων συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου είναι η ηµεροχρονολογία έκδοσης της πράξης κατάταξης των στις κενές οργανικές θέσεις προσωπικού.

Δηλαδή από και διά της έκδοσης της πράξης κατάταξης, όσον αφορά τον κάθε ενάγοντα, διά της οποίας συντελείται η ένταξή του στον οικείο φορέα, θεωρείται ότι επέρχεται και η μετατροπή της σύμβασης του σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθ.11 του π.δ. 164/2004, έκτοτε δε καθένας από τους ενάγοντες δικαιούται τις αποδοχές του εργαζομένου με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, στις οποίες συνυπολογίζεται και ο χρόνος εργασίας του με συμβάσεις μισθώσεως έργου", με βάση δε τις νομικές αυτές σκέψεις και κατά παραδοχή συναφούς λόγου της έφεσης του εναγομένου αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε και κατά τούτο την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και απέρριψε την αγωγή (ως μη νόμιμη) κατά το ως άνω αίτημα.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο και σύμφωνα με τα προεκτεθέντα παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία, τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθ. 1§4 εδ. β' ν.3320/2005 και 11 ΠΔ 164/2004 και επομένως είναι βάσιμος ο συναφής1ος λόγος της κρινόμενης αίτησης, κατ' εκτίμηση αυτού, από το άρθ.559 αριθ.1 ΚΠολΔ. Μετά από αυτά, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, στο σύνολο της, να παραπεµφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, από εκείνους που την εξέδωσαν (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει µετά την αντικατάσταση του µε το άρθρο 65 παρ.1 Ν.4139/2013) και να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο, ως ηττώμενο, στα περιοριζόμενα, κατά το μέτρο του άρθρου 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957, δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, (άρθρο183 ΚΠολΔ), όπως, ορίζονται στο διατακτικό.

Για τους λόγους αυτούς

Αναιρεί, την 4806/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών .

Παραπέµπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Μαρτίου 2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ