277/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated277/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Full text
Απόφαση 277 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 277/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, κατοίκου ..., 2. Χ2, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 3. Χ3, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 4. Χ4 (εξ αδιαθέτου κληρονόμων του ΑΑ αλλά και των 2,3,4 εξ αδιαθέτου κληρονόμων του θείου του ΣΤ αρχικού διαδίκου, κατοίκων ...), 5. Χ5, 6. Χ6, 7. Χ7, 8. Χ8, 9. Χ9, 10. Χ10, (εξ αδιαθέτου μοναδικών κληρονόμων του αρχικού διαδίκου ΒΒ αλλά και των 6,7,8,9,10 εξ αδιαθέτου κληρονόμων του θείου τους ΣΤ αρχικού διαδίκου, κατοίκων ...), 11.
Χ11, 12. Χ12, 13. Χ13, 14. Χ14 (εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αρχικού διαδίκου ΓΓ αλλά και των 12,13,14 εξ αδιαθέτου κληρονόμων του θείου τους ΣΤ αρχικού διαδίκου, κατοίκων ...), 15. Χ15, για τον εαυτό του και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αποβιώσαντος αρχικού διαδίκου ΣΤ, 16. Χ16 και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αποβιώσαντος αρχικού διαδίκου ΣΤ, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο και 17.
Χ17, εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αποβιώσαντος αρχικού διαδίκου ΣΤ, κατοίκων ... . Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Πανοτόπουλο ο οποίος δήλωσε : Α. Ο 2ος αναιρεσείων - Χ2- απεβίωσε στις 25-4-2000 και κληρονομήθηκε από α) τη σύζυγό του ..., β) τον υιό του ... και γ) την κόρη του ..., οι οποίοι συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως ανω πληρεξούσιο δικηγόρο, Β.
Ο 3ος αναιρεσείων - Χ3- απεβίωσε στις 16-3-1993 και κληρονομήθηκε από α) τη σύζυγό του ..., και τις κόρες του β) ... και γ) ..., οι οποίες συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο και Γ. Ο 16ος αναιρεσείων - Χ16- απεβίωσε στις 2-3-2008 και οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού, λοιποί αναιρεσείοντες και οι εκ των κληρονόμων των αποβιωσάντων Χ2 και Χ3 τέκνα των τελευταίων, οι οποίοι συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο.
Της αναιρεσίβλητης: Ιεράς Μονής Αγίου Ιωάννου Προδρόμου της ..., που εδρεύει στα ..., όπως εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε η πληρεξούσια δικηγόρος της Μαρία Φουντουλάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-4-1989 αγωγή των 1. ΑΑ, 2. ΒΒ, 3. ΓΓ, 4. ΔΔ, 5. ΕΕ και 6. ΣΤ, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ζακύνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9/1990 πράξη, 103/1998, 6/2001 μη οριστικές, 14/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 845/2006 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28-12-2006 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 1-10-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62 εδάφ. α', 73, 159 αριθ. 2, 160 § 1, 313 § 1 εδάφ. α' και 556 § 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αναίρεση που ασκήθηκε από πρόσωπο που είχε αποβιώσει κατά το χρόνο της άσκησής της, στερούμενο, επομένως, της ικανότητας να είναι διάδικο, είναι απορριπτέα ως άκυρη για έλλειψη απαραίτητης διαδικαστικής προϋπόθεσης που λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο. Στην προκείμενη περίπτωση, οι φερόμενοι στην υπό κρίση αίτηση αναίρεσης δεύτερος και τρίτος, αντίστοιχα, από τους αναιρεσείοντες Χ2 και Χ3 δεν ήταν υπαρκτά πρόσωπα κατά το χρόνο της άσκησής της (28-12-2006), αφού αυτοί, όπως προκύπτει από τα, με επίκληση, προσκομιζόμενα από τους λοιπούς - εκτός του δέκατου έκτου απ' αυτούς Χ16, που έχει ήδη αποβιώσει, όπως θα εκτεθεί αμέσως παρακάτω - έγγραφα και, ειδικότερα, τις με αριθμούς .../26-4-2000 και ... τόμος ...'/17-3-1993 ληξιαρχικές πράξεις θανάτου των ληξιάρχων ... και ..., αντίστοιχα, είχαν ήδη αποβιώσει στη ... και στο λιμάνι του ..., στις 25-4-2000 και 16-3-1993 δηλαδή, πριν από την άσκησή της. Με τα δεδομένα αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει, κατά την αυτεπάγγελτη από το παρόν Δικαστήριο έρευνα (άρθρο 577 § 2 ΚΠολΔ), να απορριφθεί λόγω ακυρότητας του δικογράφου της ως προς τους αμέσως πιο πάνω αναιρεσείοντες.
Μετά την άσκηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης και, ειδικότερα, στις 2-3-2008, επήλθε στη ..., ο θάνατος του δέκατου έκτου αναιρεσείοντα Χ16. Οι εγγύτεροι αυτού συγγενείς και μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, δηλαδή 1) Ο αδελφός του Χ15 (δέκατος πέμπτος αναιρεσείων), 2) η αδελφή του Χ17 (δέκατη έβδομη αναιρεσείουσα), 3) τα τέκνα του προαποβιώσαντος αδελφού του ΒΒ, δηλαδή, οι α) Χ6, β) Χ7, γ) Χ8, δ) Χ9 και ε) Χ10 (έκτος έως και δέκατος από τους αναιρεσείοντες), 4) τα τέκνα του προαποβιώσαντος ετεροθαλή αδελφού του ΑΑ, δηλαδή, οι:
α) Χ4 (τέταρτη αναιρεσείουσα), β) τα τέκνα του αποβιώσαντος Χ2, δηλαδή οι: α) ... και β) ..., γ) τα τέκνα του αποβιώσαντος Χ3, δηλαδή, οι: ... και ..., και 5) τα τέκνα του αποβιώσαντος αδελφού του ΓΓ, δηλαδή, οι: α) Χ12, β) Χ13 και γ) Χ14 (δωδέκατος έως και δέκατος τέταρτος από τους αναιρεσείοντες), αντίστοιχα, όπως προκύπτει από τα, με επίκληση, προσκομιζόμενα από τους ίδιους έγγραφα, αλλά και δεν αμφισβητείται από την αναιρεσίβλητη, με προφορική δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου τους, που καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του παρόντος Δικαστηρίου, γνωστοποίησαν νόμιμα το θάνατο του πιο πάνω άμεσου δικαιοπαρόχου τους και την εκούσια στο όνομά του επανάληψη της δίκης, η οποία πλέον συνεχίζεται νόμιμα.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδάφ. 1 στοιχ. β', 346 και 453 § 1 ΚΠολΔ, ως αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.
Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση του εγγράφου, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ιδιότητά του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ.
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 336 παρ. 3, 339 και 395 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, εφόσον επιτράπηκε η εμμάρτυρη απόδειξη, το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, μπορεί να λάβει υπόψη του και την κατάθεση μάρτυρα που παρέμεινε ημιτελής, όχι όμως προς άμεση αλλά προς έμμεση απόδειξη, καθόσον ως μη πλήρης έχει μόνο αποδεικτική δύναμη δικαστικού τεκμηρίου.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, μεταξύ άλλων αποδεικτικών μέσων, προς έμμεση όμως και μόνο απόδειξη, δηλαδή προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και την περιεχόμενη στην 21/1990 εισηγητική έκθεση της Εισηγήτριας Δικαστή του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ημιτελή κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης ...
χωρίς να γίνεται επίκληση της τελευταίας με τις προτάσεις της αναιρεσίβλητης και υπέρ αυτής στο πιο πάνω Δικαστήριο. Από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), όμως, επισκόπηση των από 19.1.2006 προτάσεων, που η αναιρεσίβλητη υπέβαλε στο Εφετείο, κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει, ότι η τελευταία ρητά επικαλέστηκε την προμνημονευόμενη εισηγητική έκθεση, ισχυριζόμενη, ειδικότερα, ότι: "Όσα προκύπτουν από τα έγγραφα που μνημονεύτηκαν αποδεικνύονται και από τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, που περιλαμβάνονται στην προσκομιζόμενη και επικαλούμενη υπ' αριθ. 21/1990 εισηγητική έκθεση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (σχετ. 19).
Εξετάσθηκαν δύο μάρτυρες από κάθε πλευρά ...". Στον περιεχόμενο μάλιστα στις ίδιες προτάσεις κατάλογο των προσαγόμενων εγγράφων υπό τον τίτλο "ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ" γίνεται ρητά μνεία της εν λόγω εισηγητικής έκθεσης. Αλλά και οι αναιρεσείοντες, με τις από 3.2.2005 προτάσεις τους στο Εφετείο της ίδιας πιο πάνω συζήτησης, επικαλέστηκαν ρητά, επίσης, την πιο πάνω εισηγητική έκθεση, αντικρούοντας μάλιστα την επίμαχη κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης ...
ως "ημιτελή" αλλά και "αναξιόπιστη". Ο ερευνώμενος, επομένως, αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 270 παρ. 2 εδάφ. α' και β' Κ.Πολ.Δ., όπως ήδη ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους, με εκείνη του άρθρου 12 του ν. 2915/2001 και ισχύουν από 1-1-2002 (άρθρο 15 του ν. 2943/2001), στις υποθέσεις που εκδικάζονται κατά την τακτική διαδικασία ενώπιον των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων (ειρηνοδικείων, μονομελών και πολυμελών πρωτοδικείων), λαμβάνονται υπόψη τόσο αποδεικτικά μέσα που πληρούν τους όρους του νόμου, σύμφωνα με την προβλεπόμενη αποδεικτική αξία του καθενός, όσο και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, τα οποία, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394 Κ.Πολ.Δ., δηλαδή μόνο εφόσον είναι επιτρεπτή η εμμάρτυρη απόδειξη, εκτιμώνται και αξιολογούνται ελεύθερα, όχι απλώς επικουρικά, αλλά παράλληλα με τα πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα, αφού αυτή είναι η πραγματική έννοια του όρου "συμπληρωματικά" στην παρ. 2 εδάφ.
β' του αμέσως πιο πάνω άρθρου -270-. Έτσι, στην πρωτοβάθμια τακτική διαδικασία λαμβάνονται υπόψη, αδιακρίτως πλέον, και έγγραφα αχρονολόγητα, ανεπικύρωτα, άκυρα και μη συντεταγμένα κατ' αποδεικτικό τύπο, καθώς και ιδιωτικά ανυπόγραφα ή υπέρ του εκδότη τους, γενικά δε κάθε είδους έγγραφα. Δεν λαμβάνονται υπόψη μόνο τα πλαστά ή μη γνήσια έγγραφα, γιατί δεν συγχωρείται η χρησιμοποίηση ψευδών αποδεικτικών στοιχείων και ένορκες βεβαιώσεις για τις οποίες δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη νομική διαδικασία (άρθρο 270 παρ. 2 εδάφ.
γ' Κ.Πολ.Δ.). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 432, 433 και 435 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι ένα ιδιωτικό έγγραφο για να υπάρχει ως αποδεικτικό μέσο και να συγκαταλέγεται στα επώνυμα αποδεικτικά μέσα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 339 του ίδιου Κώδικα, πρέπει να είναι αναγνώσιμο, να μην έχει υποστεί τεμαχισμό, διάτρηση ή διαγραφή, οπότε τεκμαίρεται πως έχει εκμηδενιστεί η αποδεικτική του δύναμη (άρθρο 433 Κ.Πολ.Δ.) και να είναι γνήσιο.
Περαιτέρω, ένα ιδιωτικό έγγραφο για να έχει αποδεικτική δύναμη, δηλαδή για να μπορεί να συμβάλει στη διαμόρφωση δικανικής πεποίθησης, πρέπει να φέρει την υπογραφή του εκδότη (άρθρο 433 Κ.Πολ.Δ., πρβλ. και άρθρο 160 ΑΚ), ενώ δεν αποδεικνύει, καταρχήν, υπέρ του εκδότη του (άρθρο 447 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, ένα ιδιωτικό έγγραφο που απλώς περιέχει κάποιες "ιδιόγραφες σημειώσεις" χωρίς καμιά υπογραφή δεν έχει, καταρχήν, αποδεικτική ισχύ υπέρ του εκδότη του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 443 και 447 Κ.Πολ.Δ.
Δεν παύει όμως να έχει τα τυπικά χαρακτηριστικά του εγγράφου και είναι υποστατό ως έγγραφο. Αποτελεί ένα αποδεικτικό μέσο που δεν πληροί τους όρους του νόμου, με την έννοια της διάταξης του άρθρου 270 παρ. 2 εδάφ. β' Κ.Πολ.Δ. και συνακόλουθα, λαμβάνεται υπόψη στην τακτική διαδικασία. Ο δεύτερος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περίπτ.
α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις το από 12/24 Μαΐου 1836 "Κατάστιχον των ακινήτων της Μονής του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου", το οποίο δεν αποτελεί έγγραφο κατά τις διατάξεις των άρθρων 447 και 443, αντίστοιχα, του ΚΠολΔ, γιατί δεν φέρει την υπογραφή του εκδότη του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.10 ΚΠολΔ, όπως ήδη ισχύει από 1.1.2002 (άρθρο 15 του ν. 2943/2001), αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα, δηλαδή, αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, που τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση, ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομιστεί καμιά απόδειξη γι' αυτά -πράγματα- ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη για τα εν λόγω πράγματα. Ο τρίτος, επομένως, λόγος της αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί δέχθηκε τα σ' αυτόν αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά, που κατατέθηκαν από το μάρτυρα της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ..., ως αληθινά χωρίς νόμιμη απόδειξη, αφού προκύπτουν αποκλειστικά από την ένορκη κατάθεση του αμέσως πιο πάνω μάρτυρα, η οποία δεν ολοκληρώθηκε, δεν μπορεί να χρησιμεύσει ούτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στον πρώτο αναιρετικό λόγο, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού υπό την επίκληση της αμέσως πιο πάνω πλημμέλειας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί πραγμάτων εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 § 1 Κ.Πολ.Δ.).
Ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται, όταν οι επισημαινόμενες ελλείψεις στην αιτιολόγηση της απόφασης ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, εφόσον το εν λόγω πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια.
Εξάλλου, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 340 ΚΠολΔ, η αξιοπιστία των μαρτύρων εναπόκειται στην κυριαρχική και αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που δεν είναι υποχρεωμένο να εκθέσει στην απόφασή του και τους λόγους για τους οποίους δίνει μεγαλύτερη πίστη στην κατάθεση του ενός ή του άλλου μάρτυρα.
Ο τέταρτος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την απόρριψη ως ουσιαστικά αβάσιμης της ένδικης αναγνωριστικής περί συγκυριότητας ακινήτου αγωγής των αρχικών εναγόντων -από τους οποίους οι τέταρτος και πέμπτος, καθώς και οι καθολικοί διάδοχοι των λοιπών, λόγω του επισυμβάντος κατά τη διάρκεια της δίκης διαδοχικού θανάτου τους είναι οι αρχικοί αναιρεσείοντες-, δεν διέλαβε επαρκείς αιτιολογίες σε σχέση με την απόδοση μεγαλύτερης σημασίας και αποδεικτικής δύναμης στα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισε η αναιρεσίβλητη (μάρτυρες και έγγραφα) έναντι εκείνων (μάρτυρες και έγγραφα), τα οποία προσκομίστηκαν από τους αναιρεσείοντες, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-12-2006 αίτηση της Χ1, κ.ά. για αναίρεση της 845/2006 απόφασης του Εφετείου Πατρών, ως άκυρη μεν ως προς τους δεύτερο και τρίτο, αντίστοιχα, από τους αναιρεσείοντες Χ2 και Χ3, ως αβάσιμη δε ως προς τους λοιπούς.
Καταδικάζει τους λοιπούς, εκτός των αμέσως παραπάνω, αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Φεβρουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ