277/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated277/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά την αποχώρησή τους ο ΟΤΕ, πέρα από την κείμενη νομοθεσία προβλεπόμενη αποζημίωση τους κατέβαλε πρόσθετη αποζημίωση ίση προς τρεις τακτικούς μηνιαίους μισθούς σύμφωνα με την από 7-3-1990 ΕΣΣΕ και επιπλέον πρόσθετη αποζημίωση ίση με δέκα και οκτώ βασικούς μισθούς σύμφωνα με τους όρους του άρθρου 44 § α' της από 10-5-1996 ΕΣΣΕ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 277 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 277/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1, 2) Χ2, 3) Χ3, 4) Χ4, 5) Χ5, 6) Χ6, 7) Χ7 και 8) Χ8, όλων κατοίκων ...... . Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Παναγιώτου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" (ΟΤΕ), που εδρεύει στην ...... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Σωτηροπούλου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-7-2000 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1045/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 992/2003 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30-11-2004 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 15-2-2007 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Από το σύνολο των διατάξεων του ν. 1876/1990 "Ελεύθερες Συλλογικές Διαπραγματεύσεις και άλλες διατάξεις" συνάγεται ότι οι όροι εργασίας, που ρυθμίζει ΣΣΕ ή ΔΑ, μπορούν να τροποποιηθούν με νεότερη συλλογική σύμβαση ή διαιτητική απόφαση (διαδοχή ΣΣΕ). Διαδοχή ΣΣΕ υπάρχει όταν νεότερη χρονικά ΣΣΕ αντικαθιστά προγενέστερη του αυτού είδους και πεδίου ισχύος.
Κατά τη διαδοχή ΣΣΕ η νεότερη ΣΣΕ μπορεί να τροποποιεί τους όρους εργασίας της παλαιότερης τόσο υπέρ όσο και εις βάρος των εργαζομένων, δηλαδή κατά τη διαδοχή ΣΣΕ δεν ισχύει η αρχή της προστασίας ή της ευνοίας υπέρ των μισθωτών αλλά η αρχή της τάξεως (αρχή της διαδοχής των ρυθμίσεων). Κατά συνέπεια νεότερη ΣΣΕ καταργεί την προηγουμένη του αυτού είδους και πεδίου ισχύος, έστω και αν περιέχει δυσμενέστερες για τους μισθωτούς διατάξεις και δεν εφαρμόζεται η διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 7 του ανωτέρω νόμου, κατά την οποία οι όροι των ατομικών συμβάσεων εργασίας, που αποκλίνουν από τους κανονιστικούς όρους των συλλογικών συμβάσεων, είναι επικρατέστεροι εφόσον παρέχουν μεγαλύτερη προστασία στους εργαζομένους.
Εκτός εάν με την ατομική σύμβαση εργασίας έχει γίνει παραπομπή στους κανονιστικούς όρους της ΣΣΕ, οπότε οι όροι αυτοί καθίστανται περιεχόμενο της ατομικής σύμβασης και εφόσον είναι ευνοϊκότεροι για το μισθωτό δεν μπορούν να μεταβληθούν με μεταγενέστερη ΣΣΕ που περιέχει όρους δυσμενέστερους από τους όρους της προηγούμενης που με συμφωνία εργοδότη και μισθωτού κατέστησαν όροι της ατομικής σύμβασης εργασίας.
Για να καταστεί όμως όρος της ατομικής σύμβασης εργασίας κανονιστικός όρος της ΣΣΕ πρέπει η παραπομπή να γίνει σε συγκεκριμένη ΣΣΕ και όχι αορίστως στις εκάστοτε ισχύουσες στις σχέσεις του εργοδότη και μισθωτών ΣΣΕ, διότι στην τελευταία περίπτωση θα ισχύει η νεότερη ΣΣΕ (διαδοχή τάξεων), έστω και αν περιέχει δυσμενέστερες για τους μισθωτούς διατάξεις, αφού ρητά συμφωνήθηκε με την ατομική σύμβαση εργασίας ότι θα ισχύσει η εκάστοτε ισχύουσα ΣΣΕ.
Περαιτέρω, με την από 10-5-1996 επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας, που καταρτίστηκε μεταξύ του ΟΤΕ αφενός και της συνδικαλιστικής οργάνωσης των εργαζομένων σ' αυτόν (ΟΜΕ - ΟΤΕ) - μέλη της οποίας είναι οι αναιρεσείοντες - αφετέρου, ορίσθηκε στο άρθρο 44 αυτής ότι "Στα πλαίσια της πολιτικής ανανέωσης του ανθρώπινου δυναμικού του Οργανισμού συμφωνείται να δοθούν κίνητρα εθελουσίας εξόδου στο προσωπικό ως ακολούθως:
α) Στο προσωπικό, που θεμελιώνει δικαίωμα απόλυσης σύμφωνα με τις διατάξεις του ΓΚΠ/ΟΤΕ και των ΕΣΣΕ και απολύεται με αίτηση του, καταβάλλεται πρόσθετη αποζημίωση λόγω απολύσεως ίση με τις τακτικές αποδοχές 4, 6, 8 και 10 μηνιαίων τακτικών μισθών υπό συνθήκες πλήρους απασχόλησης, εφόσον ο υπολειπόμενος χρόνος από την ημερομηνία υποχρεωτικής απόλυσης του λόγω 35ετίας ή ορίου ηλικίας κατά τα ισχύοντα είναι αντίστοιχα 1, 2, 3, 4 και άνω πλήρη έτη (12μηνα)".
Με την επακολουθήσασα από 23-5-1996 επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, η οποία συνήφθη μεταξύ των ιδίων παραπάνω εργοδότη και συνδικαλιστικής οργάνωσης, προστέθηκαν στο τέλος της παραπάνω παραγράφου α' του άρθρου 44 της από 10-5-1996 ΕΣΣΕ τα εξής "Διευκρινίζεται ότι στους ανωτέρω μισθούς δεν περιλαμβάνεται αναλογία επιδομάτων Χριστουγέννων - Πάσχα, κανονικής αδείας, υπερωριών, εξαιρεσίμων κλπ.".
Με την τελευταία αυτή διάταξη τροποποιήθηκε η παράγραφος α' του άρθρου 44 της προγενέστερης από 10-5-1996 ΕΣΣΕ και ορίσθηκε ότι η πρόσθετη αποζημίωση που καταβάλλεται στους αποχωρούντες μισθωτούς του ΟΤΕ, λόγω εθελουσίας εξόδου θα προσδιορίζεται με βάση τους βασικούς μισθούς αυτών και δεν θα συνυπολογίζεται προς καθορισμό του ύψους αυτής η αναλογία των επιδομάτων Χριστουγέννων - Πάσχα, κανονικής αδείας, υπερωριών εξαιρεσίμων κλπ.
Η νέα αυτή διάταξη είναι ισχυρά και υπερισχύει της προηγούμενης διάταξης του άρθρου 44 παρ. α' της από 10-5-1996 ΕΣΣΕ, εφόσον η τελευταία δεν είχε καταστεί κατά τον ως άνω τρόπο όρος της ατομικής σύμβασης εργασίας. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες προσεληφθήκαν από τον ΟΤΕ με συμβάσεις εργασίας αόριστου χρόνου τα έτη 1972, 1969, 1971, 1970, 1970, 1972 και 1969, αντίστοιχα, και απασχολήθηκαν μέχρι την 1-2-2000, οπότε απολύθηκαν λόγω συνταξιοδοτήσεώς τους, μετά τη συμπλήρωση των προς τούτο προϋποθέσεων.
Κατά την αποχώρησή τους ο ΟΤΕ, πέρα από την κείμενη νομοθεσία προβλεπόμενη αποζημίωση τους κατέβαλε πρόσθετη αποζημίωση ίση προς τρεις τακτικούς μηνιαίους μισθούς σύμφωνα με την από 7-3-1990 ΕΣΣΕ και επιπλέον πρόσθετη αποζημίωση ίση με δέκα και οκτώ βασικούς μισθούς σύμφωνα με τους όρους του άρθρου 44 § α' της από 10-5-1996 ΕΣΣΕ.
Ενόψει αυτών το Εφετείο έκρινε ότι νομίμως η αναιρεσίβλητη δεν συνυπολόγισε στις τακτικές αποδοχές των αναιρεσειόντων για την καταβολή της παραπάνω αποζημιώσεως τα επιδόματα εορτών και αδείας και απέρριψε την έφεσή τους κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, με την οποία είχε απορριφθεί και η αγωγή τους. Έτσι, όπως έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις ούτε και τις διατάξεις των άρθρων 3, 174, 648 επ.
και 674 του ΑΚ, 3, 6 και 8 του Ν.2112/1920 και 31981955, ο δε περί του αντιθέτου τρίτος, από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΙΙ.- Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περίπτωση δεύτερη του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης κατά της απόφασης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων, ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα.
Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αν ο ισχυρισμός που δεν λήφθηκε υπόψη είναι μη νόμιμος και συνεπώς δε θεωρείται ουσιώδης, αφού δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ ΑΠ 2/1989).Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη για τον υπολογισμό της νόμιμης αποζημίωσης των αναιρεσειόντων κρίσιμο ισχυρισμό τους που είχαν υποβάλει με την αγωγή τους και συγκεκριμένα ότι οι όροι της από 10-5-1996 ΕΣΣΕ είχαν αποτελέσεις περιεχόμενο και όρο της ατομικής του συμβάσεως.
Όπως όμως προκύπτει από το δικόγραφο της ένδικης αγωγής, οι αναιρεσείοντες, για τον υπολογισμό της αποζημιώσεως που δικαιούνταν κατά την αποχώρησή τους, αφού επικαλέστηκαν την εφαρμογή των όρων 2 της ΕΣΣΕ του έτους 1990 και 44 της ΕΣΣΕ του έτους 1996, στη συνέχεια ανέφεραν τα εξής: "Σημειώνεται πως οι άνω ΕΣΣΕ κηρύχθηκαν όλες εκτελεστές και υποχρεωτικές και δημοσιεύτηκαν νόμιμα και αφορούσαν στους όρους αμοιβής και εργασίας και οι οποίοι όροι είχαν γίνει εκατέρωθεν αποδεκτοί κα αποτελούσαν πάντως περιεχόμενο της εργασιακής μας σύμβασης, μέλη (εμείς) της στην άνω συλλογική διένεξη ευρεθείσας συνδικαλιστικής μας οργάνωσης".
Κατά συνέπεια, ενόψει της αναφερόμενης στην προηγούμενη σκέψη τροποποίησης του άρθρου 44 της από 10-5-1996 ΕΣΣΕ με την επακολουθήσασα από 23-5-1996 ΕΣΣΕ, οι αναιρεσείοντες δεν ισχυρίσθηκαν κατά τρόπο ορισμένο, ότι είχε καταστεί όρος της ατομικής τους σύμβασης η καταβολή αποζημιώσεως με βάση το σύνολο των τακτικών αποδοχών τους.
Επομένως, ο άνω ισχυρισμός δεν ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και το Εφετείο που δεν ασχολήθηκε ειδικά με αυτόν, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, γι' αυτό και ο προαναφερόμενος λόγος είναι αβάσιμος.
ΙΙΙ.- Ο από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την περιεχόμενη στην ...... απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της αναιρεσίβλητης εξώδικη ομολογία της, με την οποία αυτή αποδέχθηκε τον εκ των υστέρων συνυπολογισμό της αναλογίας των επιδομάτων εορτών και αδείας στις τακτικές αποδοχές των αναιρεσειόντων για την καταβολή της αποζημιώσεως, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, αφού ο παραπάνω ισχυρισμός, για τη αποδοχή του συνυπολογισμού των ως άνω παροχών στις τακτικές αποδοχές των αναιρεσειόντων, δεν περιέχεται στην ένδικη αγωγή. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-11-2004 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 992/2003 απόφασης του Εφετείου Πατρών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200 ) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιανουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ