Legislator Case Law & Legislation
277/2007 AI generated

277/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 277/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

277/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κρίθηκε ακόμη με την υπ΄ αριθ.1536/2006 απόφαση του Τμήματος τούτου ότι στην έννοια των δικαστικών προνομίων της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 18 παρ. 1 του ν. 4169/1961 θα πρέπει να περιληφθεί και κάθε ουσιαστικό προνόμιο του Δημοσίου, που μπορεί να ασκηθεί ενώπιον του δικαστηρίου και κατόπιν τούτου οι σχετικοί λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως παραπέμφθηκαν στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, για την ενότητα της νομολογίας.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 277 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 277/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας:..... , η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Χατζόπουλο βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσίβλητου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Γεωργικών Ασφαλίσεων (Ο.Γ.Α.)", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον Θεόδωρο Ράπτη, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-7-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 760/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 7764/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11-5-2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου, διάβασε την από 28-11-2006 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά παραδοχή ως βασίμων αμφοτέρων των λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος δικαστικός αντιπρόσωπος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 18 παρ.1 του ν.4169/1961, ο Οργανισμός Γεωργικών Ασφαλίσεων (Ο.Γ.Α.) "απολαύει ανεξαιρέτως απασών των τελειών και προνομίων, δικαστικών, διοικητικών και δικονομικών, ως εάν είναι αυτό τούτο το Δημόσιο". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 21 του κ.δ/τος της 26-6/10-7-1944 "περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου", "ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του Δημοσίου οφειλής, ορίζεται εις 6% ετησίως, πλην εάν άλλως ωρίσθη δια συμβάσεως ή ειδικού νόμου.

Ο ειρημένος τόκος άρχεται από της επιδόσεως της αγωγής". Εξάλλου, ναι μεν με το άρθρο 7 παρ. 2 του ν.δ/τος 496/1974 "περί του δημοσίου λογιστικού των ν.π.δ.δ." ορίζεται ότι "ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του νομικού προσώπου οφειλής ορίζεται εις 6% ετησίως πλην αν άλλως ορίζεται δια συμβάσεως ή ειδικού νόμου, άρχεται δε από της επιδόσεως της αγωγής", πλην όμως το άρθρο μόνο του π.δ/τος 437/1977, που εκδόθηκε κατ΄ εξουσιοδότηση του άρθρου 15 παρ. 2 του ν.369/1976, ο Ο.Γ.Α.

εξαιρέθηκε από την εφαρμογή του ως άνω ν.δ/τος 496/1974 και επομένως και από την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 7παρ. 2 του νομοθετικού αυτού διατάγματος. Έχει ήδη κριθεί με τις υπ΄αριθ. 231/2005, 115/2004 και1308/1976 αποφάσεις Τμημάτων του Αρείου Πάγου, ότι η ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 21 του κ.δ/τος της 26-6/10-7-1944 δεν επεκτείνεται και επί του Ο.Γ.Α., διότι το νομικό αυτό πρόσωπο δημοσίου δικαίου κατά την εν λόγω διάταξη απολαύει, όπως ρητώς αυτή ορίζει, των δικαστικών (δικονομικών) προνομίων και όχι, επομένως και των σαφώς από αυτά διακρινόμενων ουσιαστικών προνομίων, όπως είναι και εκείνα της καταβολής μειωμένου τόκου, νόμιμου και υπερημερίας, καθώς και της ενάρξεως της οφειλής τέτοιου τόκου από την επίδοση της αγωγής.

Κρίθηκε ακόμη με την υπ΄ αριθ.1536/2006 απόφαση του Τμήματος τούτου ότι στην έννοια των δικαστικών προνομίων της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 18 παρ. 1 του ν. 4169/1961 θα πρέπει να περιληφθεί και κάθε ουσιαστικό προνόμιο του Δημοσίου, που μπορεί να ασκηθεί ενώπιον του δικαστηρίου και κατόπιν τούτου οι σχετικοί λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως παραπέμφθηκαν στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, για την ενότητα της νομολογίας.

Ακόμη, με το άρθρο 29 παρ. 4 του ν.3232 της 12.2.2004 ("θέματα κοινωνικής ασφάλισης και άλλες διατάξεις") ορίστηκε ότι "η έννοια της διατάξεως της παραγράφου 1 του άρθρου 18 του ν.4169/1961 είναι ότι ο Ο.Γ.Α. απολαύει ανεξαιρέτως όλων των ατελειών και ουσιαστικών προνομίων, ως εάν να είναι το ίδιο το Δημόσιο". Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα στην ένδικη από 9.7.2002 αγωγής της εξέθεσε, ότι με την υπ΄αριθ. 2776/1998 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έγινε τελεσίδικη, υποχρεώθηκε ο αναιρεσίβλητος Ο.Γ.Α., στον οποίο η πρώτη υπηρετούσε ως υπάλληλος, να της καταβάλει για μισθολογικές διαφορές το ποσό των 2.631.583 δραχμών, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής (15.12.1997) μέχρι την εξόφληση και ότι ο αναιρεσίβλητος της κατέβαλε μεν στις 23.7.2001 το εν λόγω επιδικασθέν χρηματικό ποσό των 2.631.583 δραχμών, καθώς και μέρος των οφειλομένων τόκων επί του χρηματικού αυτού ποσού, τους οποίους όμως υπολόγισε εσφαλμένως με επιτόκιο 12% ετησίως, αντί των ισχυόντων (μετά τις 16.12.1997) επιτοκίων, που κλιμακώνονταν από 23% έως 12,5% ετησίως, με επακόλουθο να εισπράξει για τόκους υπερημερίας ποσό 1.142.107 δραχμών αντί ποσού 1.824.152 δραχμών, κατά τα ειδικότερα περαιτέρω στην αγωγή σχετικώς αναφερόμενα.

Το Εφετείο δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του,, όπως από αυτήν προκύπτει, ότι οι ως άνω επιδικασθέντες τόκοι έπρεπε να υπολογιστούν με επιτόκιο 12% ετησίως και όχι με τα ισχύοντα επιτόκια, κλιμακούμενα από 23% έως 12 ετησίως και, κατόπιν τούτου, απέρριψε ως αβάσιμο τον πρώτο λόγο της εφέσεως της αναιρεσείουσας, με τον οποίο αυτή παρεπονείτο για εσφαλμένη απόρριψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκληθείσα υπ΄αριθ. 760/2003 απόφασή του τού αμέσως πιο πάνω αγωγικού αιτήματος ως νομικά αβασίμου με την ίδια αιτιολογία, δηλαδή με την αιτιολογία ότι ο υπολογισμός των τόκων που οφείλονταν στην αναιρεσείουσα επί του πιο πάνω χρηματικού ποσού θα έπρεπε να γίνει με βάση επιτόκιο 12% ετησίως.

Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, προβάλλεται ότι το Εφετείο, με το να κρίνει όπως πιο πάνω αναφέρεται παραβίασε, τόσο τις προαναφερόμενες ουσιαστικές διατάξεις του άρθρου 18 παρ. 1 του ν.4169/1961 και του άρθρου 21 του ν.δ/τος της 26-6/10-7-1944 "περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου", όσο και εκείνες του άρθρου 15 παρ. 5 (στην πραγματικότητα) του ν.876/1979, με το οποίο καταργήθηκε το προϊσχύσαν β.δ/γμα της 21/21.8.1946 και ορίστηκε ότι από τη δημοσίευση του εν λόγω νόμου (12.3.1979) το ποσοστό του νόμιμου και λόγω υπερημερίας οφειλόμενου τόκου ορίζεται εκάστοτε με Πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου, και του άρθρου 293 παρ. 2 του ΑΚ, με το οποίο ορίζεται ότι "το ποσοστό του νόμιμου τόκου ή του τόκου υπερημερίας προσδιορίζεται όπως ορίζει ο νόμος".

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 655 του ΑΚ, επί συμβάσεως εργασίας, αν δεν υπάρχει αντίθετη συμφωνία ή συνήθεια, ο μισθός καταβάλλεται μετά την παροχή εργασίας και, αν υπολογίζεται κατά ορισμένα διαστήματα κατά τη διάρκεια της συμβάσεως, καταβάλλεται στο τέλος καθενός από αυτά. Σε κάθε περίπτωση μόλις λήξει η σύμβαση γίνεται απαιτητός ο μισθός, που αντιστοιχεί στο χρόνο έως τη λήξη.

Εξάλλου, μισθός κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως σε συνδυασμό προς τα άρθρα 648 και 649 του ΑΚ και 1 της υπ΄αριθ. 95 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας, που κυρώθηκε με το ν.3248/1955, είναι κάθε παροχή, την οποία οφείλει ο εργοδότης κατά το νόμο ή τη σύμβαση στο μισθωτό ως αντάλλαγμα για την παρεχόμενη εργασία του. Έτσι για τις ως άνω παροχές, που, κατά τα πιο πάνω, εμπίπτουν στην έννοια του μισθωτού, τάσσεται από το άρθρο 655 του ΑΚ δήλη ημέρα καταβολής, εις τρόπον ώστε με μόνη την παρέλευση αυτής να γίνεται ο εργοδότης υπερήμερος κατά το άρθρο 341 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και να οφείλει έκτοτε επί χρηματικού χρέους τόκους υπερημερίας κατά το άρθρο 345 εδ.

α΄ του Κώδικα αυτού. Το δε εκκαθαρισμένο της απαιτήσεως δεν αποτελεί προϋπόθεση της υπερημερίας του οφειλέτη. Απλώς το ανεκκαθάριστο της απαιτήσεως θα μπορούσε κατά περίπτωση να στηρίξει ένσταση καταλυτική, κατά το άρθρο 342 του ΑΚ, λόγω μη υπάρξεως υπερημερίας του οφειλέτη εξαιτίας ελλείψεως υπαιτιότητάς του, λόγω εύλογων αμφιβολιών του ως προς την ύπαρξη ή την επέκταση του χρέους (ΟλΑΠ 39-40/2002).

Ακόμη, όπως ήδη πιο πάνω αναφέρθηκε, ο Ο.Γ.Α. εξαιρέθηκε από την εφαρμογή του ν.496/1974 και επομένως και από την εφαρμογή της ως άνω διάταξης του άρθρου 7 παρ. 2 του νομοθετικού αυτού διατάγματος. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα εξέθεσε περαιτέρω στην πιο πάνω ένδικη αγωγή της, ότι ο αναιρεσίβλητος Ο.Γ.Α.

κατέβαλε μεν σ΄ αυτήν τις αναφερόμενες μισθολογικές διαφορές για το χρονικό διάστημα από 1.1.198 έως 30.9.2001, δηλαδή για χρονικό διάστημα πέραν εκείνου που αφορούσε η προηγούμενη αγωγή της, επί της οποίας εκδόθηκε η παραπάνω υπ΄αριθ. 2776/1998 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, πλην όμως δεν της κατέβαλε και τους επί του σχετικού χρηματικού ποσού αναλογούντες τόκους, με αποτέλεσμα εξαιτίας τούτου να της οφείλει το συνολικό ποσό των 2.009.637 δραχμών (5.897,68 ευρώ), κατά τα ειδικότερα περαιτέρω στην αγωγή σχετικώς αναφερόμενα.

Το Εφετείο δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, ότι, έπρεπε, για να υπάρχει υποχρέωση του αναιρεσιβλήτου, ως Ν.Π.Δ.Δ., για καταβολή τόκων επί των μερικοτέρων χρηματικών ποσών που αφορούν τις πιο πάνω μισθολογικές διαφορές (του χρονικού διαστήματος από 1.1.1998 έως 30.9.2001), να του έχει επιδοθεί σχετική αγωγή, από την επίδοση της οποίας και μόνο θα άρχιζε να τρέχει ο τόκος υπερημερίας, κατόπιν δε της παραδοχής του αυτής απέρριψε ως αβάσιμο το δεύτερο λόγο της εφέσεως της αναιρεσείουσας, με τον οποίον αυτή παρεπονείτο για εσφαλμένη απόρριψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο του πιο πάνω αγωγικού της αιτήματος ως νομικά αβασίμου με την ίδια αιτιολογία, δηλαδή με την αιτιολογία ότι για να υπάρχει υποχρέωση καταβολής τόκων θα έπρεπε να έχει επιδοθεί σχετική αγωγή, από την επίδοση της οποίας και μόνο θα άρχιζε να τρέχει ο τόκος υπερημερίας.

Με το δεύτερο και τελευταίο λόγο αναιρέσεως, επίσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, προβάλλεται ότι το Εφετείο με το να κρίνει όπως αμέσως πιο πάνω αναφέρεται, παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικές διατάξεις. Ενόψει όμως των όσων εκτέθηκαν, είναι φανερό ότι η βασιμότητα των λόγω της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως εξαρτάται κυρίως από την έννοια που θα δοθεί στα αναφερόμενα στη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 1 του ν.4169/1961 "δικαστικά προνόμια", καθώς και από το αν η ως άνω διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 29 του ν.3232/2004 είναι ερμηνευτική, οπότε έχει αναδρομική δύναμη και έτσι έχει εφαρμογή και στην προκείμενη περίπτωση, ή δεν είναι πράγματι ερμηνευτική, οπότε δεν έχει αναδρομική δύναμη και αντίστοιχα δεν έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση (άρθρ. 77 Συντάγματος, σχ. ΟλΑΠ 29/2003), και επιπλέον, στην περίπτωση κατά την οποία ήθελε γίνει δεκτό ότι περιλαμβάνονται στα εν λόγω "δικαστικά προνόμια" και τα ουσιαστικά προνόμια του Δημοσίου, από τη συνταγματικότητα των διατάξεων που τις προβλέπουν. Κατόπιν αυτών, κρίνεται αναγκαία η παραπομπή των ως άνω λόγων αναιρέσεως στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου και διότι δημιουργούνται ζητήματα με γενικότερο ενδιαφέρον, αλλά και για την ενότητα της νομολογίας, σύμφωνα με το άρθρο 563 παρ. 2 στοιχ. β΄ του ΚΠολΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Παραπέμπει στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τους πρώτο και δεύτερο (μοναδικούς) λόγους της από 11 Μαΐου 2005 αιτήσεως της .... για αναίρεση της υπ΄αριθ. 7764/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιανουαρίου 2007.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Φεβρουαρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ