Legislator Case Law & Legislation
276/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on property co-ownership claim, rejecting procedural errors and substantive arguments.

Case Number 276/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the First Instance Court's final decision rejecting her claim for co-ownership of a property. The appellant argued that the appellate court overlooked her claim regarding inheritance and failed to consider her long-term non-registration of the property. The court ruled that the lower court had addressed and rejected both arguments, and that the lack of a specific reasoning on the gift transfer did not affect the decision's validity.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 560 of the Code of Civil Procedure; The appellate court's failure to address a specific argument or lack of detailed reasoning on a non-essential procedural point does not constitute grounds for cassation if the substantive decision remains legally sound.

Keywords

AI generated
cassation appeal property co-ownership inheritance claim procedural error Code of Civil Procedure legal reasoning court costs

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553(1)(b), 556(1), 558(a), 564(3), 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(2) of the Code of Civil Procedure
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3)(e) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189(1) and 191(2) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 276 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 276/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αθανάσιο Θεοφάνη-Εισηγητή, Αγαθή Δερέ, Μερόπη Τζουγκαράκη, Ιφιγένεια Ματσούκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 20 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Γ. συζ. Μ. Μ. το γένος Α. και Ε.Σ., κατοίκου ….. Αττικής, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Γοργόλη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ.

2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Σ. του Α. και της Ε., κατοίκου .... Αττικής ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεοχάρη Αναγνώστου, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-4-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: …../2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 123/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9-4-2021 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟN ΝΟΜΟ

Επειδή, με την κρινόμενη από 09.04.2021 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, υπ' αριθμ. 123/11.04.2019 τελεσίδικη απόφαση του, ως εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίδων, το οποίο απέρριψε την από 16.05.2016 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. …../25.11.2015 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων, το οποίο είχε απορρίψει την από 29.04.2014 διεκδικητική συγκυριότητας αγωγή της αναιρεσείουσας. Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553§1 στοιχ. β', 556§1, 558 εδάφ. α', 564§3, 566§1 του Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577§1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577§2 του Κ.Πολ.Δ.).

Επειδή, η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την, κατ' άρθρον 561§2 του Κ.Πολ.Δ., παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, υπήρξε κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Η ενάγουσα (Γ. σύζυγος Μ. Μ. το γένος Α. και Ε. Σ.) ήγειρε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων, την από 29.04.2014 αγωγή της, την οποία έστρεψε κατά του εναγόμενου (Γ.

σύζ. Μ.Μ. το γένος Α. και Ε.Σ.) και με την οποία ζήτησε να αναγνωριστεί κυρία του αγωγικού ποσοστού συγκυριότητας επί του ένδικου ακινήτου και να διαταχθεί η απόδοση του άνω ποσοστού σε αυτή. Η αγωγή συζητήθηκε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία εκδόθηκε δε η υπ' αριθμ.

…../21.11.2015 οριστική απόφαση του Δικαστηρίου, με την οποία αυτή (αγωγή) απορρίφθηκε. Την οριστική αυτή απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου προσέβαλε η εκκαλούσα - ενάγουσα ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, με την από 16.05.2016 έφεσή της, την οποία έστρεψε κατά του εφεσίβλητου - εναγόμενου. Η έφεση συζητήθηκε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία εκδόθηκε δε η υπ' αριθμ. 123/11.04.2019 τελεσίδικη απόφαση του Δικαστηρίου, με την οποία αυτή (έφεση) απορρίφθηκε κατ' ουσίαν.

Την απόφαση αυτή του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου προσέβαλε η αναιρεσείουσα - εκκαλούσα - ενάγουσα με την από 09.04.2021 αίτησή της ενώπιον του Δικασστηρίου τούτου, την οποία απηύθηνε κατά του αναιρεσίβλητου - εφεσίβλητου - εναγόμενου και με την οποία ζητεί την αναίρεση αυτής (αποφάσεως του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου), για τους λόγους που διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο.

Οι παραδοχές του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, επί των οποίων στήριξε την αναιρεσιβληθείσα απόφασή του, είναι, κατ' αντιγραφήν, οι ακόλουθες: " ...Το επίδικο ακίνητο έκτασης 359 τμ περίπου βρίσκεται στον οικισμό της ΤΚ …... της Δ.Ε. ….. του Δήμου ….. Ιωαννίνων και συνορεύει με ακίνητα Ε. Σ., Π. Σ. και Λ.Λ., μέσα δε σε αυτό υπάρχει παλιά ισόγεια κατοικία έκτασης 42,5 τμ με βοηθητικό χώρο εμβαδού 16,5 τμ.

Το ακίνητο αυτό ανήκε στον πατέρα των διαδίκων και της μάρτυρα ανταπόδειξης και αδερφής των αντιδίκων Β. Σ., Α. Σ., ο οποίος το 1979 το παραχώρησε με άτυπη σύμβαση δωρεάς στον εναγόμενο. Συγκεκριμένα, ο Α. Σ., στα πλαίσια τακτοποίησης της περιουσίας του, μεταβίβασε αρχικά στις θυγατέρες του ήτοι την ενάγουσα και τη Β.

Σ. μάρτυρα ανταπόδειξης, τα ακίνητα τα οποία είχε στη κυριότητά του στην Αττική και στον εναγόμενο παραχώρησε το επίδικο ακίνητο. Από το έτος της άτυπης μεταβίβασης ο εναγόμενος εγκαταστάθηκε στη νομή του επίδικου ακινήτου, στην δε παλιά οικία με τη συναίνεση του εναγόμενου, συνέχισαν αν διαμένουν οι γονείς του μέχρι και το θάνατό τους ο μεν πατέρας το έτος 2006 η δε μητέρα του έτος 2012.

Επίσης στην πατρική οικία διέμεναν και οι αδερφές του εναγόμενου με την άδεια του τελευταίου όταν αυτές επισκέπτονταν το πατρικό τους. Ο εναγόμενος από το έτος 1979 προέβη σε επισκευή της οικίας, την οποία (επισκευή) επέβλεπε ο πατέρας του στον οποίο ο εναγόμενος έστελνε από την Αθήνα την απαραίτητη δαπάνη επισκευής.

Ειδικότερα με χρήματα του εναγόμενου έγινε η επισκευή της στέγης του ταβανιού των ντουλαπιών των παραθύρων επέκταση της βεράντας και ελαιοχρωματισμός. Επίσης μετά το θάνατο των γονέων των διαδίκων ο εναγόμενος τοποθέτησε κάγκελα και παράθυρα γα προστασία της επίδικης κατοικίας. Επίσης οι λογαριασμοί της ΔΕΗ για την ηλεκτροδότηση της κατοικίας εκδίδονται στο όνομα του εναγόμενου ενώ ακόμη πληρώνει και τη δαπάνη ύδρευσης της επίμαχης κατοικίας, πληρωμές οι οποίες ναι μεν δεν αποτελούν εμφανείς υλικές πράξεις στο επίδικο ακίνητο, ενισχύουν όμως την κρίση του Δικαστηρίου για την ύπαρξη του δικαιώματος νομής του εναγόμενου στο προαναφερόμενο ακίνητο.

Αν αντίθετα ανήκε κατά 1/3 σε έκαστο εκ των αδερφών δε θα συνέτρεχε λόγος ή τουλάχιστον δεν αποδείχθηκε ποιος λόγος συνέτρεχε να επωμίζεται όλα τα έξοδα ο ένας εξ αυτών. Επίσης ο ισχυρισμός της ενάγουσας ανταποδεικτικά ότι ο εναγόμενος δε δηλώνει το επίδικο ακίνητο στη δήλωση στοιχείων ακινήτων Ε9 δεν αναιρεί την κρίση του Δικαστηρίου περί άσκησης πράξεων νομής εκ μέρους του εναγόμενου, αφού η παράλειψη της υποβολής της δήλωσης αυτής δεν αναιρεί την ιδιότητά τους ως νομέα του εν λόγω ακινήτου.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος το Νοέμβριο του 2012 προέβη σε αντικατάσταση της κλειδαριάς της επίδικης οικίας. Η ενάγουσα ιστορεί ότι την απέβαλε από την οικία λόγω της αλλαγής των κλειδιών το Μάιο του 2013. Ακόμη και από αυτό γεγονός προκύπτει ότι οι επισκέψεις της ενάγουσας ήταν τόσο αραιές που αντιλήφθηκε την αλλαγή κλειδιών μόλις 6 μήνες μετά.

Περαιτέρω ουδόλως αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα χρησιμοποιούσε το ακίνητο είτε αυτοπροσώπως ή δι' αντιπροσώπου παρά μόνο μετά από συναίνεση του εναγόμενου και μόνο τους καλοκαιρινούς μήνες, οι επικαλούμενες δε από την τελευταία με αριθμούς …../2013 και ……/2013 πράξεις αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Ζ.

Ε. Π., δεν αποτελούν πράξεις νομής, καθώς δεν είναι εμφανείς ενέργειες και έγιναν χωρίς τη σωματική ενέργεια απευθείας πάνω στο πράγμα, σε κάθε περίπτωση έγιναν όχι σε ανύποπτο χρόνο αλλά το Δεκέμβριο του έτους 2013 ήτοι μετά την αλλαγή κλειδιών εκ μέρους του εναγόμενου ανωτέρω. Περί της άτυπης μεταβίβασης του επίδικου στον εναγόμενο και των προαναφερθεισών πράξεων νομής, επισκευές κλπ κατέθεσε ξεκάθαρα η μάρτυρας απόδειξης αδερφή των αντιδίκων η οποία είναι η μόνη πέραν των αντιδίκων που μπορεί να γνωρίζει για τη βούληση του πατρός της, η δε κατάθεσή της δεν αναιρέθηκε από τα υπόλοιπα άλλο αποδεικτό μέσο.

Συνεπώς αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος μετά την πάροδο εικοσαετίας από το έτος 1979 κατέστη αποκλειστικός κύριος του εν λόγω ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Σημειώνεται ότι περί της έλλειψης πράξεων νομής εκ μέρους της ενάγουσας στο επίδικο κατά το χρόνο που άλλαξε τα κλειδιά ο εναγόμενος έκρινε πιθανολογώντας και το Ειρηνοδικείο Ιωαννίνων με την με αριθμό …./2014 απόφασή του μετά από αίτηση της ενάγουσας να προστατευτεί το δικαίωμα της συννομής της στο επίδικο ακίνητο, λόγω αποβολής της από αυτό το Μάιο του 2013, η οποία (αίτηση ασφαλιστικών μέτρων) απορρίφθηκε. Τα ίδια δεχόμενο και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις οι δε τα αντίθετα υποστηρίζοντες σχετικοί λόγοι της έφεσης, με τους οποίους η εκκαλούσα αιτιάται την εκκαλουμένη απόφαση για πλημμελή εκτίμηση και αξιολόγηση του προσαχθέντος προς απόδειξη του προκειμένου ισχυρισμού της αποδεικτικού υλικού, κρίνεται αβάσιμοι. ... .".

Επειδή, κατά το άρθρο 1033 του Α.Κ. για την μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή. Εξάλλου, κατά μεν την διάταξη του άρθρου 369 Α.Κ.

συμβάσεις που έχουν αντικείμενο, μεταξύ άλλων, την μετάθεση εμπράγματων δικαιωμάτων πάνω σε ακίνητα απαιτείται να γίνονται ενώπιον συμβολαιογράφου, ενώ κατά τις διατάξεις των άρθρων 1192 και 1198 ίδιου Κώδικα, μεταξύ άλλων, κάθε εν ζωή δικαιοπραξία με την οποία επέρχεται μεταβίβαση της κυριότητας επί ακινήτου υποβάλλεται σε μεταγραφή, χωρίς την οποία δεν συντελείται η μεταβίβαση της κυριότητας αυτού (Α.Π. 811/2020, Α.Π. 1083/2019).

Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 1041, 1042, 1043 και 1045 του Α.Κ. καθίσταται κάποιος κύριος ακινήτου με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας (νόμιμο ή νομιζόμενο τίτλο, καλή πίστη και νομή δέκα ετών) καθώς και της έκτακτης χρησικτησίας (εικοσαετής νομή) ενώ κατά το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε την φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου..

Αποτελούν δε πράξεις νομής, όταν πρόκειται για ακίνητο, οι υλικές και εμφανείς πάνω σ' αυτό πράξεις που προσιδιάζουν στην φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες φανερώνεται η βούληση του νομέα να έχει το πράγμα για δικό του. Επίσης, κατά την διάταξη του άρθρου 976 εδάφ. α' του Α.Κ., σε πράγμα που βρίσκεται στην νομή άλλου η νομή αποκτάται με παράδοση που γίνεται με την βούληση του νομέα.

Από την διάταξη αυτή, η οποία καθιερώνει παράγωγο τρόπο κτήσεως της νομής, με ειδική διαδοχή, η οποία συντελείται με απλή παράδοση της νομής, σύμφωνα με την βούληση του μέχρι την μεταβίβαση νομέα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις για την κτήση της νομής με παράδοση είναι: α) Η ύπαρξη της ιδιότητας του νομέα κατά τον χρόνο παραδόσεως της νομής, σ' αυτόν που μεταβιβάζει την νομή β) η κτήση της φυσικής εξουσίας του πράγματος από τον αποκτώντα και γ) η μετάθεση της φυσικής εξουσίας από τον μέχρι τώρα νομέα στον αποκτώντα να γίνεται με την θέληση και των δύο, δηλαδή, και εκείνου που μεταβιβάζει την νομή.

Το στοιχείο αυτό της θελήσεως του μεταβιβάζοντος νομέα υπάρχει, όχι μόνο όταν αυτός παραδίδει στον αποκτώντα το πράγμα, αλλά και όταν επιτρέπει ή εγκρίνει την κατάληψη του πράγματος από αυτόν (Α.Π. 956/2010). Η συμφωνία αυτή, μη απαιτούσα την ύπαρξη νόμιμης αιτίας, αποτελεί αφηρημένη δικαιοπραξία και είναι αδιάφορο αν γι' αυτήν τηρείται ο τύπος του συμβολαιογραφικού εγγράφου ή γίνεται ατύπως (Α.Π. 811/2020, Α.Π. 1139/2011).

Εξάλλου, ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου (όταν προσδίδεται σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή) είτε ως κακή εφαρμογή (όταν γίνεται εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως), με αποτέλεσμα την κατάληξη σε εσφαλμένο συμπέρασμα με την μορφή του διατακτικού (Ολ.Α.Π. 1/2021, Ολ.Α.Π. 1/2016).

Με τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ενστάσεων των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών. Περαιτέρω, ο από το άρθρο 560 αριθμ. 5 του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 25/2003, Ολομ.Α.Π. 9/1997, ΑΠ 36/2024, ΑΠ 16/2024, Α.Π. 739/2011, Α.Π. 625/2008, Α.Π. 328/2008). Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (πρβλ Α.Π. 41/2024, 816/2022, ΑΠ 701/2008, Α.Π. 625/2008, Α.Π. 558/2008).

Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Α.Π. 37/2008, Α.Π. 2102/2007, Α.Π. 2068/2007). Ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αναιρέσεως πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος προτάσεως ή επαναφοράς του στο εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός, και, αν το δικαστήριο εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές υπό τις οποίες έγινε η επικαλούμενη παραβίαση (πρβλ Α.Π. 1654/2007, Α.Π. 1632/2007, Α.Π. 669/2007).

Έτι περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δ., όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από την 01.01.2016, μεταξύ άλλων και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού), η οποία είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., κατά των προαναφερόμενων αποφάσεων (των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων), αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, που δεν προβλεπόταν μεταξύ των περιοριστικά αναφερόμενων στο πιο πάνω άρθρο λόγων, όπως τούτο ίσχυε πριν αντικατασταθεί με τον ν. 4335/2015 και αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93§3 του Συντάγματος 1975/1986/2001/2008/2019, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά τον νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της (Α.Π. 59/2021). Τέλος, η έλλειψη μείζονος προτάσεως, η παράλειψη δηλαδή παραθέσεως των διατάξεων στις οποίες βρίσκει έρεισμα το αγωγικό αίτημα, δεν καθιστά την απόφαση αναιρετέα.

Τούτο δε, διότι η συνταγματική επιταγή της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολόγησης των αποφάσεων (άρθρο 93§3 του Συντάγματος) δεν καθιερώνει ούτε επιβάλλει αντίστοιχο αναιρετικό έλεγχο. Ο δε κοινός νομοθέτης στο πεδίο της πολιτικής δίκης προβλέπει ως λόγο αναιρέσεως την έλλειψη νόμιμης βάσεως " ... ιδίως αν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης." (άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ.).

Ως "αιτιολογίες", όμως, στη διάταξη αυτή νοούνται μόνο οι ουσιαστικές παραδοχές, των οποίων η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου. Οι διατάξεις που στηρίζουν το αγωγικό αίτημα αρκεί, έστω και αν δεν μνημονεύονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, να υφίστανται και να δικαιολογούν, βάσει των ουσιαστικών παραδοχών της, το διατακτικό της, οπότε ο Αρειος Πάγος μπορεί να τις συμπληρώσει, κατά το άρθρο 578 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ.Α.Π. 3/1997, Α.Π. 176/2011).

Επειδή, με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναιρέσεως προσάπτεται από την αναιρεσείουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., των πλημμελειών συνισταμένων αφενός μεν στο ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 249, 271, 974, 976, 1045 και 1051 του Α.Κ.

αφετέρου δε ομοίως εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 496, 498§1, 1033, 1192§1, 1194 και 1198 του Α.Κ. . Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως παραδεκτά προβάλλονται πλην όμως είναι αβάσιμοι. Συγκεκριμένα, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα διατείνεται ότι εσφαλμένα, ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας τις διατάξεις των άρθρων 249, 271, 974, 976, 1045 και 1051 του Α.Κ., το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχτηκε ότι η έναρξη της έκτακτης χρησικτησίας του αναιρεσίβλητου ορίστηκε το έτος 1979, ενώ ο μεταβιβάσας τη νομή του ενδίκου ακινήτου κοινός πατέρες τους κατοικούσε σε αυτό (ένδικο ακίνητο) έως το έτους 2006, οπότε απεβίωσε, παραλλήλως δε επέβλεπε τις εργασίες ανακαινίσεως του ακινήτου κατά το διαρρεύσαν χρονικό διάστημα (1979 - 2006).

Όμως, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δέχτηκε ότι η νομή του ένδικου ακινήτου μεταβιβάστηκε ατύπως στον αναιρεσίβλητο το έτος 1979 από τον κοινό πατέρα των διαδίκων, αλλά ο τελευταίος παρέμεινε στο ακίνητο ως αντιπρόσωπος του αναιρεσίβλητου (άρθρο 980 του Α.Κ.), ο οποίος είχε τη διάνοια νομής αυτού (ένδικου ακινήτου).

Περαιτέρω, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα διατείνεται ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 496, 498§1, 1033, 1192§1, 1194 και 1198 του Α.Κ. αρκούμενο σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που προβλέπονται για τις άνω διατάξεις ενόψει του ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχτηκε ότι μεταξύ του αναιρεσίβλητου και του κοινού πατέρα τους καταρτίστηκε σύμβαση δωρεάς ακίνητου πράγματος χωρίς να τηρηθούν οι προϋποθέσεις του νόμου ήτοι τήρηση του συμβολαιογραφικού τύπου και μεταγραφή αυτού αρμοδίως.

Όμως, ο ισχυρισμός αυτός της αναιρεσείουσας στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχτηκε ότι μεταξύ των ανωτέρω έλαβε χώρα σύμβαση δωρεάς ακινήτου όχι δε μεταβίβαση της νομής, της οποίας η άσκηση εκ μέρους του αναιρεσίβλητου επί εικοσαετία, έσχε ως έννομο αποτέλεσμα την κτήση της κυριότητάς του από τον αναιρεσίβλητο.

Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 5γ του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., της αναιρετικής πλημμέλειας συνισταμένης στο ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παρέβλεψε τον ισχυρισμό της, ο οποίος διατυπώθηκε πρωτοδίκως αποτέλεσε δε και λόγο της εφέσεώς της, σύμφωνα με τον οποίο κατέστη συγκύρια του ένδικου ακινήτου, κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου, λόγω κληρονομικής διαδοχής των γονέων της, των οποίων τις κληρονομίες αποδέχτηκε, μεταγράψασα τις πράξεις αποδοχής αρμοδίως.

Προσέτι, διατείνεται ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της ότι ο αναιρεσίβλητος επί σειρά ετών δεν περιελάμβανε στη δήλωσή του προς την αρμόδια Δ.Ο.Υ. και στο έντυπο με την κωδική ονομασία Ε9 το ένδικο ακίνητο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως παραδεκτά προβάλλεται (τουλάχιστον ως προς το πρώτο σκέλος αυτού), αλλ' είναι αβάσιμος και τούτο διότι, από τις προεκτεθείσες παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ασχολήθηκε με αμφότερους τους άνω ισχυρισμούς, τους οποίους ρητά απέρριψε.

Τέλος, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., των αναιρετικών πλημμελειών συνισταμένων στο ότι η άνω απόφαση δεν περιλαμβάνει μείζονα σκέψη και δεν περιέχονται στην αυτή απόφαση αιτιολογίες σχετικά με την παράδοση, λόγω δωρεάς, της νομής του επιδίκου ακινήτου από τον προηγούμενο νομέα του στον αναιρεσίβλητο.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως και ως προς τα δύο σκέλη του είναι απαράδεκτος και τούτο διότι, όπως ανωτέρω σημειώθηκε, η ύπαρξη μείζονος σκέψεως δεν συνιστά μέρος της αιτιολογίας της αποφάσεως ενώ η παράδοση της νομής συνιστά αναιτιώδη πράξη συνεπώς δε δεν συνδέεται με το κύρος της δικαιοπραξίας λόγω της οποίας λαμβάνει χώρα.

Κατόπιν αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί. Ακολούθως, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας της αναιρεσείουσας (άρθρο 495§3 εδάφ. ε' του Κ.Πολ.Δ.). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος του αναιρεσίβλητου, η αναιρεσείουσα, στα δικαστικά έξοδα αυτού (αναιρεσίβλητου), λόγω της ήττας της, σύμφωνα με τις προβλέψεις των άρθρων 176, 183, 189§1 και 191§2 του Κ.Πολ.Δ., κατά τα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 09.04.2021 αίτηση της Γ. συζύγου Μ. Μ. το γένος Α. και Ε. Σ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 123/11.04.2019 τελεσίδικης αποφάσεως του, ως εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα.

Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του καταθέσαντος προτάσεις αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700,00€).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Φεβρουαρίου 2025.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ