Supreme Court dismisses appeal for lack of legal grounds and procedural admissibility regarding civil claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Third Instance Court's decision. The appellant argued that the lower court erred in fact-finding regarding the validity of a sale and the revocability of a gift, but the court found these arguments insufficient to establish a valid ground for appeal. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible only if it challenges a specific legal ground for cassation, and vague arguments attacking the substance of the case without citing violated legal rules are inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 276 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 276/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αγαθή Δερέ-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 15 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Δ. Α., του Ν. και της Ε., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γρηγόριο Μιχαηλίδη, και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Α. Κ. του Θ. και της Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρίνα Μπούζη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-5-2018 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7208/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1346/2020 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-5-2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η από 20-05-2022 αίτηση αναίρεσης στρέφεται κατά της 1346/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε δεκτή η από 22-07-2019 έφεση της αναιρεσείουσας, κατά της εκκαλούμενης, με αριθμ. 7208/2019, απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε γίνει δεκτή η, από 14-05-2018, αγωγή των αναιρεσίβλητης, κατά την επικουρική βάση αυτής, θεμελιούμενη στις διατάξεις των άρθρων 513, 1033, 1192, 369, 138, 496, 505, 509 ΑΚ, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κράτησε την υπόθεση, δίκασε την αγωγή και έκανε δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, κατά την αυτή επικουρική βάση αυτής. Η παραπάνω αίτηση ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
II. Κατά τα άρθρο 559 αρ. 5 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο σε περίπτωση καθ' ύλην αρμοδιότητας εσφαλμένα δέχτηκε ότι είναι αρμόδιο ή αναρμόδιο, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 47, σύμφωνα με τις οποίες δεν υπόκεινται σε προσβολή με ένδικο μέσο απόφαση πρωτοδικείου, πολυμελούς ή μονομελούς, για το λόγο ότι η υπόθεση ανήκει στην αρμοδιότητα του ειρηνοδικείου, και απόφαση πολυμελούς πρωτοδικείου, για υπόθεση της αρμοδιότητας του μονομελούς, όχι δε και όταν πρόκειται για παραβίαση κανόνων που καθορίζουν την κατά τόπο αρμοδιότητα, για την εσφαλμένη κήρυξη της οποίας το παραπάνω άρθρο 559 του ΚΠολΔ δεν περιλαμβάνει σχετικό λόγο αναίρεσης (ΑΠ 516/2022, ΑΠ 1330/2011, ΑΠ 661/2004).
Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δημιουργείται μόνον όταν υπάρχει σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη με την αίτηση αναίρεσης απόφαση, αναφερόμενο σε παραδοχή καθ' ύλην αρμοδιότητας ή αναρμοδιότητας αυτού του ιδίου. Επομένως δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός όταν το Τριμελές Εφετείο, επιλαμβανόμενο έφεσης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, κρίνει εσφαλμένως ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ήταν ή δεν ήταν αρμόδιο καθ' ύλην για την εκδίκαση της υπόθεσης (ΟλΑΠ 3/2003, ΟλΑΠ 30/1995, ΑΠ 767/2022, ΑΠ 1269/2022).
Στην προκείμενη περίπτωση, ο, από τον αρ. 5 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται αφενός ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Πολυμελές Πρωτοδικείο) ήταν καθ' ύλην αναρμόδιο προς εκδίκαση της αγωγής αναγνώρισης ακυρότητας πώλησης ως εικονικής και εγκυρότητας ανάκλησης της υποκρυπτόμενης δωρεάς, λόγω αχαριστίας της δωρεοδόχου, σωρευόμενη με αναγνωριστική αγωγή κυριότητας ακινήτου, επειδή το αντικείμενο της δίκης δεν υπερβαίνει το συνολικό ποσό των 250.000,00 ευρώ και αρμόδιο καθ' ύλην είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο και αφετέρου το ανωτέρω πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν ήταν κατά τόπον αρμόδιο, ως μη προσδιοριζόμενο από τον τόπο του ακινήτου αλλά από τον τόπο κατοικίας της εναγόμενης, που είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο Δράμας, και, επομένως, έδει να γίνει δεκτός ο σχετικός λόγος έφεσης, είναι απαράδεκτος, ως προς το πρώτο σκέλος αυτού, διότι βάλλεται η υλική αρμοδιότητα του πολυμελούς πρωτοδικείου για υπόθεση με φερόμενη αρμοδιότητα μονομελούς πρωτοδικείου, ως πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, και όχι καθ' ύλην αναρμοδιότητα του δικάσαντος δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, και ως προς το δεύτερο σκέλος αυτού, διότι δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης για τοπική αναρμοδιότητα είτε του πρωτοβάθμιου είτε του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου.
ΙΙΙ. [1] Κατά το άρθρο 138 παρ. 1 του ΑΚ, δήλωση βούλησης, που δεν έγινε στα σοβαρά, παρά μόνο φαινομενικά (εικονική), είναι άκυρη, κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, άλλη δικαιοπραξία που καλύπτεται κάτω από την εικονική είναι έγκυρη, αν τα μέρη την ήθελαν και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για τη σύστασή της.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, όταν, μεταξύ των όρων που απαιτούνται για την κατάρτιση της υπό την εικονική καλυπτόμενης άλλης δικαιοπραξίας, είναι συστατικός τύπος, όπως το συμβολαιογραφικό έγγραφο, που επιβάλλει ο νόμος πάντοτε για τη δωρεά ακινήτου (άρθρα 159 παρ. 1, 369 και 498 παρ. 1 του ΑΚ), αρκεί ότι ο τύπος αυτός τηρήθηκε για την εικονική δικαιοπραξία.
Ως εκ τούτου, δεν απαιτείται να προκύπτει από τον τύπο αυτό το είδος και γενικότερα το περιεχόμενο της καλυπτόμενης δικαιοπραξίας, καθόσον αυτά αποδεικνύονται με τα επιτρεπόμενα εκάστοτε αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 248/2021, ΑΠ 648/2019). Σε περίπτωση που ο δηλών είναι άμεσος αντιπρόσωπος άλλου (άρθρα 211 και 214 του ΑΚ), εικονική είναι η δήλωση βούλησης, η οποία σε γνώση του αντιπροσώπου και όχι του αντιπροσωπευομένου δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, κατά δε το άρθρο 215 του ίδιου Κώδικα, αν ο αντιπρόσωπος ενήργησε σύμφωνα με ορισμένες οδηγίες του αντιπροσωπευόμενου, δεν μπορεί ο τελευταίος να επικαλεστεί την άγνοια του αντιπροσώπου για περιστατικά που ο ίδιος γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει (ΑΠ 1450/2021, ΑΠ 1360/2018).
Κατά το άρθρο 505 ΑΚ, ο δωρητής έχει δικαίωμα να ανακαλέσει τη δωρεά, αν ο δωρεοδόχος φάνηκε με βαρύ παράπτωμα αχάριστος απέναντι στον δωρητή ή στο σύζυγο ή στενό συγγενή του και ιδίως αν αθέτησε την υποχρέωσή του να διατρέφει τον δωρητή. Αχαριστία κατά την έννοια της προπαρατιθέμενης διάταξης, θεωρείται η βαριά αντικοινωνική συμπεριφορά ή διαγωγή του δωρεοδόχου, που αποτελεί παράβαση των κανόνων του δικαίου ή των αντιλήψεων περί ηθικής και ευπρέπειας, οφείλεται σε υπαιτιότητά του και μπορεί να καταλογιστεί σ` αυτόν.
Το ζήτημα αν η καταδεικνύουσα την αχαριστία συμπεριφορά ή διαγωγή του δωρεοδόχου, συνιστά ή όχι βαρύ παράπτωμα αυτού, κρίνεται από τον δικαστή, ο οποίος για τη μόρφωση της κρίσης του, εκτιμά την εν λόγω συμπεριφορά βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, και λαμβάνοντας υπόψη τον βαθμό της υπαιτιότητας του δωρεοδόχου και τυχόν συντρέχον πταίσμα του δωρητή ή του συζύγου ή του στενού συγγενούς του, αποφαίνεται αν η υπ` αυτού γενομένη δεκτή, ως εμπίπτουσα, κατά αντικειμενική κρίση, στις νομικές έννοιες του βαρέος παραπτώματος και της αχαριστίας συμπεριφορά του δωρεοδόχου, συνιστά και στη συγκεκριμένη περίπτωση βαρύ παράπτωμα και αχαριστία.
Η κρίση αυτή του δικαστή της ουσίας ελέγχεται αναιρετικώς, όχι ως προς το εάν έλαβαν χώρα τα συνιστώντα το βαρύ παράπτωμα και την αχαριστία πραγματικά περιστατικά, αλλά ως προς την περαιτέρω αξιολόγηση αν τα περιστατικά, όπως τα δέχθηκε ο δικαστής της ουσίας ότι αποδείχθηκαν, πληρούν ή όχι το πραγματικό των νομικών εννοιών του βαρέος παραπτώματος και της αχαριστίας και κατά συνέπεια δικαιολογούν ή αποκλείουν την εφαρμογή του άρθρου 505 ΑΚ (ΑΠ 1608/2022, ΑΠ 1736/2022, ΑΠ 5/2020).
Το δικαίωμα ανάκλησης της δωρεάς για την ως άνω αιτία, σύμφωνα με το άρθρο 509 του ΑΚ, ασκείται με μονομερή δήλωση του δωρητή, απευθυντέα προς τον δωρεοδόχο, η οποία είναι άτυπη, ακόμη και αν αφορά ακίνητο (ΑΠ 1608/2022, ΑΠ 1736/2022). Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 τον ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός τον δικαιώματος.
Η από τη διάταξη αυτή ένσταση του εναγόμενου προϋποθέτει την ύπαρξη τον αγωγικού δικαιώματος και, επομένως, ισχυρισμοί αρνητικοί ή καταλυτικοί ολικώς ή εν μέρει τον δικαιώματος αυτού δεν συνιστούν νόμιμη ένσταση καταχρηστικής άσκησης τον δικαιώματος. Περαιτέρω, κατά την έννοια της διάταξης αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά τον δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση τον δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκηση του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνουν στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο με το επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.
Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηριστεί καταχρηστική η άσκηση τον δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά τον. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις τον υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται ιδιαιτέρως επαχθείς για τον ίδιο επιπτώσεις, να τελούν σε ουσιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά τον δικαιούχου.
Το ζήτημα αν οι συνέπειες, που συνεπάγεται η άσκηση τον δικαιώματος, είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει ν' αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος τον δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματος του (ΟλΑΠ 7/2002, ΑΠ 41/2021, ΑΠ 291/2018). [2] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, και η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. (ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2019).
Για να είναι ορισμένος ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, πρέπει, πλην άλλων, να διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, και στην περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει, επίσης, να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013).
Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με τη προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΑΠ 392/2023, ΑΠ 354/2023). [6] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΟλΑΠ 26/2004).
Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 34/2021).
Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται, μεταξύ των άλλων, οι πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, οι οποίες πρέπει να παρατίθενται σ' αυτό με σαφήνεια και πληρότητα και δεν αρκούν περιορισμένες, μεμονωμένες, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 763/2018, 739/2011), το ζήτημα, η επιρροή που ασκεί στην έκβαση της δίκης, οι αιτιολογίες που λείπουν και αν πρόκειται για αντιφατική αιτιολογία σε τι συνίσταται η αντίφαση.
Ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσον όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη αιτιολογίας ή η αντιφατικότητα αυτής δεν ιδρύει λόγο (ΑΠ 369/2023, ΑΠ 1040/2022, ΑΠ 1314/2022).
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, με τους παρακάτω, από τον αρ. 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγους αναίρεσης, στον οποίο αντιστοιχεί ο λεκτικά περιγραφόμενος αντίστοιχος, λόγος : α) δεύτερος λόγο αναίρεσης, κατά το οικείο σκέλος, για ευθεία παραβίαση των διατάξεων του άρθρου 214 ΑΚ, επικαλούμενη ότι σε περίπτωση δήλωσης βούλησης δια άμεσου αντιπροσώπου, όπως στην προκείμενη περίπτωση, η εικονικότητα κρίνεται στο πρόσωπο του αντιπροσώπου και όχι του αντιπροσωπευόμενου, και, συνεπώς, έπρεπε να γίνει δεκτός ο λόγος έφεσης αυτής, διότι η κρινόμενη αγωγή της αναιρεσίβλητης επικαλούνταν εικονικότητα αποκλειστικά στο πρόσωπο της ίδιας (αναιρεσίβλητης) και της βούλησής της, αν και αυτή ενήργησε δια άμεσου αντιπροσώπου, και ότι η δήλωση βούλησης της αναιρεσίβλητης δεν έπασχε από εικονικότητα, είτε αφορούσε τη δωρεά είτε την πώληση, μέσω του κρίσιμου πληρεξουσίου της και είτε η καταβολή του τιμήματος στην αγοραπωλησία έγινε με καταβολή μετρητών είτε δια συμψηφισμού είτε με οποιονδήποτε άλλο νόμιμο τρόπο είτε και με κανέναν τρόπο, β) τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο σκέλος, για ευθεία παράβαση των διατάξεων του άρθρου 505 επ.
ΑΚ, επικαλούμενη ότι η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, όπως τα δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση στη νομική έννοια της αχαριστίας της δωρεοδόχου προς τη δωρήτρια είναι απολύτως εσφαλμένη νομικά και το αντίθετο μάλιστα τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά καταδεικνύουν το γεγονός ότι η αναιρεσείουσα έχει συμπαρασταθεί στην αντίδικο όλα αυτά τα χρόνια και έχει επιτελέσει στο ακέραιο το ηθικό καθήκον απέναντι στη δωρήτριά της, γ) τέταρτος λόγος αναίρεσης, για ευθεία παραβίαση των διατάξεων του άρθρου 281 ΑΚ, επικαλούμενη ότι από την ημέρα σύνταξης του επίδικου πληρεξουσίου μέχρι και την άσκηση της κρινόμενης αγωγής σε βάρος της αναιρεσείουσας, αδράνησε η αναιρεσίβλητη πλήρως στην άσκηση οποιουδήποτε τυχόν δικαιώματός της, στο επίδικο ακίνητο, δημιουργώντας σ' αυτήν εύλογα την εδραία πεποίθηση ότι αυτό ανήκει στην ψιλή κυριότητα της αναιρεσείουσας και ουδέποτε θα αμφισβητήσει το δικαίωμά της αυτό, και η άσκηση του δικαιώματος, με την κρινόμενη αγωγή, συνιστά καθαρή περίπτωση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, είναι απαράδεκτοι, διότι αν και η αγωγή και η ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος κρίθηκαν, με την προσβαλλόμενη απόφαση, στην ουσία τους, δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, έστω και με συνοπτικό τρόπο, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση των παραπάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ενώ δεν αρκεί μόνο η αναφορά του καταληκτικού πορίσματος της προσβαλλόμενης απόφασης, ήτοι της παραδοχής ως κατ' ουσίαν βάσιμης της αγωγής, κατά την επικουρική βάση αυτής, με την αναγνώριση της εικονικότητας της αναφερόμενης πώλησης ακινήτου, καταρτισθείσα με άμεσο αντιπρόσωπο την αναιρεσείουσα, και της εγκυρότητας της ανάκλησης της υποκρυπτόμενης δωρεάς, λόγω αχαριστίας της δωρεοδόχου, μετά από απόρριψη ως κατ' ουσίαν αβάσιμης της προταθείσας από την αναιρεσείουσα ένστασης καταχρηστικής άσκησης.
Περαιτέρω, η αιτίαση με τους αυτούς παραπάνω λόγους, κατά το αντίστοιχο οικείο σκέλος αυτών, με τους οποίους η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι με κακή εκτίμηση του προσκομιζόμενου αποδεικτικού υλικού : 1) απέρριψε τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι η ένδικη αγοραπωλησία ήταν έγκυρη και γνήσια ενώ έπρεπε να μην αναγνωρίσει εικονικότητα αυτής, 2) ότι η εικονικότητα της ένδικης αγοραπωλησίας υποκρύπτει δωρεά για την οποία συντρέχει νόμιμη περίπτωση ανάκλησής της, ενώ με σωστή εκτίμηση έπρεπε να δεχθεί τον ισχυρισμό της ότι δεν πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις για ανάκληση της δωρεάς λόγω αχαριστίας, 3) δεν δέχθηκε, αυτεπαγγέλτως, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τον κανόνα δικαίου του άρθρου 281 ΑΚ και, ότι, συνεπώς, η υπό κρίση αγωγή ασκήθηκε τελείως καταχρηστικά, είναι απαράδεκτοι, διότι από το περιεχόμενο των λόγων αυτών, δεν ιδρύεται ο επικαλούμενος λόγος αναίρεσης και, συνεπώς, πλήττεται μόνο η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1943/2022, ΑΠ 51/2022).
Περαιτέρω, ο, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τέταρτος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο σκέλος αυτού, στον οποίο αντιστοιχεί ο λεκτικά περιγραφόμενος αντίστοιχος λόγος, με τον οποίο η αναιρεσείουσα πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, εκθέτοντας ότι απέρριψε χωρίς πλήρη, νομικά και ουσιαστικά τεκμηριωμένη αιτιολογία μέρος των νόμιμων και βάσιμων ισχυρισμών της, είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο ο κανόνας δικαίου που φέρεται ότι εκ πλαγίου παραβιάστηκε, οι πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, έστω και με συνοπτικό τρόπο, η επιρροή που ασκεί στην έκβαση της δίκης, καθώς και οι αιτιολογίες που λείπουν.
Κατόπιν αυτών, επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, και να διαταχθεί η εισαγωγή του προκαταβληθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο, λόγω της ήττας της (άρθρ. 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχήν του αιτήματος αυτής, πρέπει να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-05-2022 αίτηση της Δ. Α. του Ν. για αναίρεση της με αριθμ. 1346/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιανουαρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Φεβρουαρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ