Legislator Case Law & Legislation
276/2020 AI generated

276/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 276/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή -Εισηγήτρια, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο, Ανθή Γκάμαρη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

276/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΙΙ. Κατ' άρθρ. 559 αρ. 2 Κ.Πολ.Δ. επιτρέπεται αναίρεση (και) αν το δικαστήριο (που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση), δεν είχε την νόμιμη σύνθεση. Για το παραδεκτό του λόγου αυτού αναίρεσης (άρθρ. 562 § 2 Κ.Πολ.Δ.) δεν απαιτείται να έχει υποβληθεί ο σχετικός ισχυρισμός στο δικαστήριο της ουσίας, αφενός γιατί η παράβαση προκύπτει από την ίδια την απόφαση και αφετέρου γιατί ο ισχυρισμός αυτός αφορά στη δημόσια τάξη.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 276 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 276 / 2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή -Εισηγήτρια, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο, Ανθή Γκάμαρη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 6η Νοεμβρίου 2019 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων:1. Γ. Μ. του Κ. και 2Μ. Μ. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ιωάννη Παντελίδη.

Της αναιρεσίβλητης: Α. συζ. Ν. Χ., το γένος Π. Ν., κατοίκου ... , η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους Δημήτριο Γεώργα και Γιασεμώ Καραγιάννη

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-2-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 131/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 119/2018 του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την 8-7-2018 αίτησή τους και το από 22-9-2019 δικόγραφο πρόσθετου λόγου .

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί ο αντίδικος στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η υπό κρίση από 8-7-2018 αίτηση αναίρεσης πρέπει κατ' άρθρο 246 Κ.Πολ.Δ. να συνεκδικασθεί με το από 22-9-2019 δικόγραφο προσθέτου λόγου αναίρεσης, το οποίο εμπροθέσμως (κατ' άρθρ. 569 Κ.Πολ.Δ.) κατατέθηκε και επιδόθηκε από την επισπεύδουσα αναιρεσίβλητη στον δικηγόρο Ιωάννη Παντελίδη ως πληρεξούσιο και αντίκλητο των αναιρεσειόντων και το οποίο αφορά σε κεφάλαιο της προσβαλλόμενης απόφασης αναγκαστικά συνεχόμενο (άρθρ. 569 Κ.Πολ.Δ.).

ΙΙ. Κατ' άρθρ. 559 αρ. 2 Κ.Πολ.Δ. επιτρέπεται αναίρεση (και) αν το δικαστήριο (που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση), δεν είχε την νόμιμη σύνθεση. Για το παραδεκτό του λόγου αυτού αναίρεσης (άρθρ. 562 § 2 Κ.Πολ.Δ.) δεν απαιτείται να έχει υποβληθεί ο σχετικός ισχυρισμός στο δικαστήριο της ουσίας, αφενός γιατί η παράβαση προκύπτει από την ίδια την απόφαση και αφετέρου γιατί ο ισχυρισμός αυτός αφορά στη δημόσια τάξη.

Ο λόγος δε αυτός δεν χωρεί , όταν η καταλογιζόμενη πλημμέλεια πλήττει το δικαστήριο που εξέδωσε την πρωτόδικη απόφαση. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες παραπονούνται, ότι παρά το ότι η ένδικη αγωγή αφορά σε διάφορα διόρθωσης ύστερα από δικαστική αμφισβήτηση των αναφερομένων στα κτηματολογικά φύλλα δικαιωμάτων, δεν εκδικάσθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου από Κτηματολογικό Δικαστή και, συνεπώς, κατ' αρθρ. 16,17, ως άνω, του ν. 2664/98, (ως ισχύει), δεν υπήρξε νόμιμη συγκρότηση του δικαστηρίου, γεγονός που, (λαμβανόμενο υπόψη και αυτεπαγγέλτως ως αφορών στη δημόσια τάξη), είχε προβάλει (και) με τις προτάσεις ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Έτσι δε τούτο (Μονομελές Εφετείο Δωδεκανήσου), αφού δεν εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κατά, παραδοχή της έφεσής τους, υπέπεσε στην (κατ' εκτίμηση) πλημμέλεια του άρθρ. 559 αρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται στην μη νόμιμη σύνθεση του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά του πρωτοβάθμιου.

Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όπως προεκτίθεται, μόνον όταν η σχετική πλημμέλεια βαρύνει τη σύνθεση του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (Α.Π. 1434/2007).

ΙΙΙ. Λόγος αναίρεσης ιδρύεται, κατ' άρθρο 559 αρ.11α Κ.Πολ.Δ., αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Ως αποδεικτικά μέσα θεωρούνται εκείνα που στηρίζουν τόσο την άμεση, όσο και την έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη, καθορίζονται δε αυτά περιοριστικώς από το άρθρο 339 Κ.Πολ.Δ.

Εν προκειμένω, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αιτιώνται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρ. 11α του άνω άρθρου, δοθέντος ότι με λόγο έφεσης είχε προβληθεί ότι η ενάγουσα για την ένορκη βεβαίωση ...2014 της Ρ. Π. ενώπιον της συμβολαιογράφου Ρόδου Μ. Χ., που έλαβε χώρα στις 20-10-2014, (και ήταν ουσιώδης, καθόσον αφορά στη νομή της ενάγουσας και των δικαιοπαρόχων της επί του επιδίκου ακινήτου και στην ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής), είχε επιδώσει την σχετική κλήση στον δικηγόρο Ρόδου Ιωάννη Παντελίδη και όχι σε αυτούς (εναγομένους) ως κατοίκους εξωτερικού (Ελσίνκι Φινλανδίας).

Γιαυτό και, κατά τους αναιρεσείοντες, η εν λόγω κλήση έπασχε ακυρότητα. Το Εφετείο, όμως, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε, (όπως ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες), ότι η αντίστοιχη κλήτευση ήταν νομότυπη και έλαβε υπόψη την πιο πάνω ένορκη βεβαίωση για το σχηματισμό της δικανικής του κρίσης, (επί τη βάσει της οποίας απέρριψε στην ουσία την έφεσή τους κατά της άνω πρωτόδικης απόφασης) υπέπεσε στην προειπωθείσα πλημμέλεια.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί, ειδικότερα, όπως επισκοπείται από τα διαδικαστικά έγγραφα, ο προαναφερθείς δικηγόρος είχε παραστεί, εκπροσωπήσας τους αναιρεσείοντες (-εναγομένους), ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου στις 27-9-2012 και για λογαριασμό τους είχε ζητήσει την αναβολή της υπόθεσης, η συζήτηση της οποίας, κατά παραδοχή του αιτήματος, είχε αναβληθεί για τις 23-10-2014.

Επομένως, σύμφωνα και με το άρθρο 143 Κ.Πολ.Δ. ο προεκτεθείς δικηγόρος είχε καταστεί αντίκλητος των ήδη αναιρεσειόντων. Η δε επίδοση της κλήσης σε αυτόν νομότυπα είχε γίνει και το αποδεικτικό αυτό μέσο, ήταν κατά το νόμο επιτρεπόμενο για να ληφθεί υπόψη, κατά το σχηματισμό της δικανικής κρίσης. Γιαυτό και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε ορθώς ως αβάσιμο το σχετικό (δεύτερο) λόγο έφεσης.

IV. Σύμφωνα με την § 2 του άρθρου 13 ν. 2664/1998, η ανατροπή του κατά την § 1 μαχητού τεκμηρίου ακρίβειας γίνεται με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, ύστερα από αγωγή όποιου έχει έννομο συμφέρον, που εκδικάζεται κατά την τακτική διαδικασία, από το κατά τόπο και καθ' ύλην αρμόδιο δικαστήριο. Έννομο δε συμφέρον έχει ο πραγματικός κύριος του ακινήτου, ανεξάρτητα αν απέκτησε την κυριότητα με πρωτότυπο ή παράγωγο τρόπο.

Εναγόμενος είναι ο αναγραφόμενος ανακριβώς ως πραγματικός δικαιούχος στα κτηματολογικά φύλλα. Περαιτέρω, κατά την § 3 του άνω άρθρου: Η κατά την προηγούμενη παράγραφο αμετάκλητη δικαστική απόφαση αντιτάσσεται τόσο εναντίον των καθολικών διαδόχων του ανακριβώς αναγραφόμενου δικαιοπαρόχου όσο και εναντίον εκείνων που έγιναν ειδικοί διάδοχοι μετά την εγγραφή της αγωγής στο κτηματολογικό φύλλο.

Πριν από την ως άνω εγγραφή της αγωγής τρίτος αποκτά εγκύρως δικαίωμα από τον ανακριβώς αναγραφόμενο δικαιούχο ή τους καθολικούς του διαδόχους, εκτός αν στηρίζει την κτήση του σε χαριστική αιτία ή τη στηρίζει μεν σε επαχθή αιτία, είναι κακόπιστος, επειδή γνωρίζει ή από βαρειά του αμέλεια αγνοεί την ανακρίβεια της εγγραφής επί της οποίας στηρίχθηκε.

Το βάρος της απόδειξης της κακής πίστης του τρίτου, που απέκτησε από τον ανακριβώς αναγραφόμενο δικαιούχο ή τους καθολικούς του διαδόχους, φέρει εκείνος που αμφισβητεί την ακρίβεια της εγγραφής και το κύρος της κτήσης από τον τρίτο. Προσέτι, κατ' άρθρο 527 Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν: 1)προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ενάγοντα, εναγόμενο ή εκείνον που είχε παρέμβει, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης και δεν μεταβάλλεται με τους ισχυρισμούς αυτούς η βάση της αγωγής ή της παρέμβασης ή προτείνονται από εκείνον που παρεμβαίνει για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη με πρόσθετη παρέμβαση, θεωρείται όμως αναγκαίος ομόδικος του αρχικού διαδίκου, 2)γεννήθηκαν μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και στην περίπτωση των άρθρων 237 και 238 μετά την παρέλευση της προθεσμίας για την κατάθεση των προτάσεων, 3)λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως ή μπορεί να προταθούν σε κάθε στάση της δίκης, 4)το δικαστήριο κρίνει ότι δεν προβλήθηκαν εγκαίρως με τις προτάσεις από δικαιολογημένη αιτία• αυτό ισχύει και για την ένσταση κατάχρησης δικαιώματος, 5)προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα και 6)αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου.

Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως. Έτι περαιτέρω, κατά τον αρ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε απαράδεκτο. Η παράβαση αφορά σε κανόνες του δικονομικού δικαίου, κατ' αντίθεση προς την ακυρότητα και την ακυρωσία του ουσιαστικού δικαίου, την απόσβεση ή αποδυνάμωση κάποιου ουσιαστικού δικαιώματος και το λεγόμενο ουσιαστικό απαράδεκτο.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο (τελευταίο) λόγο αναίρεσης (κατά το πρώτο σκέλος) από τον αρ. 14 ως άνω του προαναφερόμενου άρθρου του Κ.Πολ.Δ. οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο απέρριψε ως απαράδεκτο τον ισχυρισμό της δεύτερης εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας περί καλόπιστης κτήσης του επίδικου ακινήτου από τον πρώτο εκκαλούντα (ήδη αναιρεσείοντα) λόγω γονικής παροχής, με τις παραδοχές ότι ο ισχυρισμός αυτός προβλήθηκε για πρώτη φορά ενώπιον του Εφετείου χωρίς δικαιολογημένη αιτία και ότι δεν αποτελεί υπεράσπιση κατά της έφεσης ούτε γεννήθηκε μετά τη συζήτηση της αγωγής στον πρώτο βαθμό ούτε ότι αποδεικνύεται από έγγραφα ή δικαστική ομολογία, ενώ (όπως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες) ο πιο πάνω ισχυρισμός αποδεικνυόταν από έγγραφα (το .../17-10-08 νομίμως μεταγραφέν συμβόλαιο γονικής παροχής και από το δικόγραφο της από 9-3-2011 αγωγής) και συνεπώς προβλήθηκε παραδεκτά με την έφεσή τους (άρθρ. 527 περίπτ. 6 Κ.Πολ.Δ.).

Πλην όμως ο εν λόγω ισχυρισμός είναι μη νόμιμος, καθόσον η επικαλούμενη κτήση κυριότητας του επιδίκου από τη δεύτερη αναιρεσείουσα έγινε με δικαιοπραξία από χαριστική αιτία (όπως είναι και η γονική παροχή), ανεξάρτητα από την ύπαρξη ή μη καλής της πίστης. Επομένως το Εφετείο που απέρριψε ως μη νόμιμο τον πιο πάνω ισχυρισμό με την αιτιολογία ότι δεν αποδεικνύεται από έγγραφα, ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε, έστω και με εσφαλμένη αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται με την αιτιολογία της παρούσας και όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος, κατ' εκτίμηση από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., για παραβίαση της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 13 § 3 ν. 2664/1998 είναι αβάσιμα.

Μετά δε την απόρριψη του τρίτου λόγου αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, αναφορικά με την προαναφερόμενη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της, ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του είναι πλέον αλυσιτελής.

V. Κατά την έννοια της διάταξης του αρ. 19 του άνω άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, όταν στην ελάσσονα πρότασή της δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας, στήριξε την κρίση του, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Ήτοι, οι ελλείψεις ή αντιφάσεις των αιτιολογιών πρέπει να εντοπίζονται στο αποδεικτικό πόρισμα της ελάσσονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού. Έτσι, παρέπεται, ότι δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο της ουσίας έχει απορρίψει την αίτηση παροχής έννομης προστασίας ως μη νόμιμη ή αόριστη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις στην περίγραφή τους (Ολ.

ΑΠ 3/1997, ΑΠ 2004/2017). Εν κατακλείδι αναφέρεται, ότι για την ίδρυση του πιο πάνω λόγου προϋποτίθεται, ότι το δικαστήριο (της ουσίας) εκτίμησε αποδείξεις και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα. Επομένως ο (μοναδικός) πρόσθετως λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, υπό την επίκληση της από το άρθρ. 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., πλημμέλειας, αποδίδεται στο Εφετείο ότι με ελλιπείς, άλλως αντιφατικές αιτιολογίες απέρριψε τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων περί αοριστίας της ένδικης αγωγής, ως προς την κτήση κυριότητος της αναιρεσίβλητης με πρωτότυπο τρόπο, που είχαν προβάλει με τον πρώτο λόγο της έφεσής τους, είναι απαράδεκτος, καθόσον η επικαλούμενη πλημμέλεια δεν αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση της προσβαλλόμενης απόφασης και, ειδικότερα, στην εκτίμηση των αποδείξεων και στην διατύπωση του αποδεικτικού της πορίσματος.

VI. Κατά συνέπεια, μη υπάρχοντος προς διερεύνηση ετέρου (κυρίου) λόγου αναίρεσης, ούτε προσθέτου λόγου αναίρεσης, πρέπει να απορριφθούν η αίτηση αναίρεσης και το δικόγραφο του προσθέτου λόγου αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείου και να επιβληθούν στους ηττώμενους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά παραδοχή του αιτήματός της (άρθρ. 176, 183, 191 § 2, 495 § 3 Κ.Πολ.Δ., σύμφωνα με το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει την από 8-7-2018 αίτηση αναίρεσης και το από 22-9-2019 δικόγραφο του προσθέτου λόγου αναίρεσης των : 1)Γ. Μ. και 2)Μ. Μ. κατά της Α. Χ..

Απορρίπτει την από 8-7-2018 αίτηση αναίρεσης και το από 22-9-2019 δικόγραφο του προσθέτου λόγου αναίρεσης των 1)Γ. Μ. και 2)Μ. Μ. κατά της Α. Χ. περί αναιρέσεως της 119/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Και

Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700 ευρώ).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Ιανουαρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 11η Μαρτίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ