Legislator Case Law & Legislation
276/2015 AI generated

276/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 276/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-6-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:893/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4806/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 22-5-2014 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Ανδρέας Δουλγεράκης, ανέγνωσε την από 5-2-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναίρεσης.

Legislator headnote

AI generated

276/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): §2. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δηµόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονοµίας και Οικονοµικών και του οικείου, κατά περίπτωση Υπουργού, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, συνιστώνται οργανικές θέσεις προσωπικού µε σύµβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, προκειµένου να καλυφθούν, όπου απαιτείται, οι διαπιστωθείσες πάγιες και διαρκείς ανάγκες, κατ' εφαρµογή του ΠΔ 164/2004.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 276 / 2015 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 276/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ανδρέα Δουλγεράκη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Νικολάου Λεοντή, Νικόλαο Πάσσο, Μιχαήλ Αυγουλέα, Χρήστο Βρυνιώτη και Γεώργιο Αναστασάκο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών που εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Πάρεδρο του ΝΣΚ Γεώργιο Σινάνη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1.Μ.-Π. Μ.-Μ. του Ι. έως και 59. Π. Φ. του Π., όλοι οι ανωτέρω εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρίστο Νικολουτσόπουλο και η 1η των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκε και από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Βασιλείου και δεν κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-6-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:893/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4806/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 22-5-2014 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Ανδρέας Δουλγεράκης, ανέγνωσε την από 5-2-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναίρεσης.

Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η νοµική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται µε τη νοµική εκτίµηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται µε τη διάταξη του άρθ.559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόµο προς θεµελίωση του ασκούμενου δικαιώµατος για να κρίνει νόµιµη την αγωγή ή αντίθετα αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία.

Η αοριστία, όµως, του δικογράφου της αγωγής µπορεί να µην είναι νοµική, αλλά ποσοτική ή ποιοτική, όταν στο δικόγραφο αυτής δεν αναφέρονται µε πληρότητα τα πραγµατικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αίτηµα της αγωγής (ποσοτική αοριστία) ή όταν στο δικόγραφο γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόµου, χωρίς ν' αναφέρονται τα περιστατικά που θεµελιώνουν την εφαρµογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου (ποιοτική αοριστία).

Στις περιπτώσεις αυτές η απόφαση ελέγχεται µε βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ, αντίστοιχα. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 216§1 του ΚΠολΔ, για να είναι ορισµένη η αγωγή πρέπει να περιέχει εκτός από τα τυπικά στοιχεία που ορίζονται στα άρθρο 117-118 του ίδιου κώδικα α) σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεµελιώνουν σύµφωνα µε το νόµο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγοµένου β) ακριβή περιγραφή του αντικειµένου της διαφοράς και γ) ορισµένο αίτηµα.

Ειδικότερα, για να είναι ορισµένη η αγωγή του απασχολούμενου µε σύµβαση εργασίας µισθωτού, µε την οποία ζητούνται διαφορές µεταξύ των αποδοχών τις οποίες ο εργαζόµενος δικαιούται, κατ' εφαρµογή ΣΣΕ ή ΔΑ ή µε βάση το νόµο και εκείνων που του καταβλήθηκαν, πρέπει να προσδιορίζονται στην αγωγή, πλην άλλων οι αποδοχές που αυτός δικαιούται, µνηµονευοµένων και των τυχόν επιδοµάτων που δικαιούται, και εκείνες τις οποίες έλαβε, ώστε να προκύπτει υπέρ αυτού διαφορά για το επίδικο χρονικό διάστηµα.

Στην προκειµένη περίπτωση, µε την από 10-6-2009 αγωγή τους κατά του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δηµοσίου οι ενάγουσες-ενάγοντες εξέθεσαν, ότι προσλήφθηκαν από το εναγόµενο, κατά τις αναφερόµενες εκεί ηµεροµηνίες, και απασχολούνται έκτοτε, συνεχώς και αδιαλείπτως, µέχρι την άσκηση της αγωγής, ως καθαριστές- καθαρίστριες σχολείων της πρωτοβάθµιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης του Νοµού Αττικής, αρχικά µε διαδοχικές συµβάσεις ή σχέσεις που το εναγόµενο, κατά καταστρατήγηση δικαίου και καταχρηστικά, χαρακτήριζε ως "µίσθωσης έργου", αν και υπέκρυπταν εξαρτημένη εργασία και µάλιστα αορίστου χρόνου, αφού κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του, και στη συνέχεια από το Δεκέµβριο του 2006 και τον Ιανουάριο του 2007, κατά τις εκεί διακρίσεις, µε συµβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ειδικότερα δε ότι, ύστερα από την υποβολή εκ µέρους των σχετικών αιτήσεων, κρίθηκε µε τις 12 και 13/2005 Πράξεις του Κεντρικού Υπηρεσιακού Συµβουλίου Διοικητικού Προσωπικού του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευµάτων και στη συνέχεια από το ΑΣΕΠ ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις υπαγωγής τους στις διατάξεις του άρθ.11 του ΠΔ 164/2004 και ότι κατ' ακολουθίαν αυτών κατατάχθηκαν στο εναγόµενο σε θέσεις εργασίας αορίστου χρόνου.

Με βάση τα περιστατικά αυτά ζήτησαν, µετά από µερική µετατροπή του αρχικού καταψηφιστικού αιτήµατος σε αναγνωριστικό, να υποχρεωθεί το εναγόµενο και να αναγνωρισθεί ότι υποχρεούται να καταβάλει σ' αυτές τ' αναφερόµενα στην αγωγή αναλυτικά ποσά, ως οφειλόμενες για τα έτη 2001-2008 διαφορές αποδοχών συγκριτικά µε τις νόµιµες αποδοχές για αντίστοιχους εργαζοµένους της ειδικότητάς τους, που εργάζονται στο εναγόµενο, συνυπολογιζομένου, για το µετά την κατάταξή τους µε συµβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, και του χρόνου εργασίας τους µε συµβάσεις που χαρακτηρίζονταν ως µίσθωσης έργου, όπως οι αποδοχές αυτές καθορίζονται µε τους ν.2470/1997 και 3205/2003, οι διατάξεις των οποίων εφαρµόζονται και στο απασχολούµενο στο εναγόµενο προσωπικό µε σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου κλπ., οι οποίες (διαφορές αποδοχών) προκύπτουν από τ' αναφερόμενα στην αγωγή ποσά που καταβάλλονταν σε κάθε μία από τις ενάγουσες κάθε επίδικο έτος και τα παρατιθέμενα εκεί ποσά που έπρεπε να λάβουν ως μηνιαίες αποδοχές και επιδόματα εορτών και αδείας, με την παράθεση των επιμέρους αυτών ποσών, του συνόλου των αποδοχών που έπρεπε να λάβουν κατ' έτος, αυτών που έλαβαν και της συνολικής, κατ' έτος, μεταξύ αυτών διαφοράς, αποδοχές, που δικαιούνταν, κυρίως κατ' εφαρμογή των αρχών της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης, που απορρέουν από τις εκεί παρατιθέμενες υπερνομοθετικής ισχύος και άλλες διατάξεις, άλλως με βάση τις διατάξεις των ως άνω νόμων περί ενιαίου μισθολογίου, ως εκ της απασχόλησής τους στο εναγόμενο με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, άλλως και επικουρικά κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, οι οποίες (αποδοχές) παράνομα δεν χορηγούνταν και σ' αυτές, κατά τα επίσης εκτιθέμενα στην αγωγή (α) για το διάστημα απασχόλησής τους με συμβάσεις χαρακτηριζόμενες ως "μίσθωσης έργου" με την αιτιολογία ακριβώς αυτή, ότι δηλ.

η σχέση τους χαρακτηριζόταν κάθε φορά ως "μίσθωσης έργου" και (β) για το διάστημα από την κατάταξή τους σε θέσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και εξής με την αιτιολογία ότι ο χρόνος απασχόλησής τους με συμβάσεις χαρακτηριζόμενες ως "μίσθωσης έργου" δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη για τη μισθολογική τους εξέλιξη, καθόσον η σχετική προϋπηρεσία δεν διανύθηκε υπό καθεστώς εξαρτημένης εργασίας.

Με το περιεχόµενο αυτό η ένδικη αγωγή, με την οποία επιδιώκεται η ικανοποίηση αξίωσης για την καταβολή οφειλομένων αποδοχών, από σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, δεν είναι αόριστη, αφού δεν είναι αναγκαίο να εξειδικεύσουν οι ενάγουσες τα συγκεκριμένα ποσά που τους έχουν καταβληθεί, για κάθε επί μέρους αξίωση των, ανά έτος, ξεχωριστά.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, φερόμενος από τους αριθ.1 και 19 του αρθ. 559 ΚΠολΔ αληθώς, όμως, µόνον από τον αριθ. 14 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον προβάλλει, ότι η ένδικη αγωγή, για την επιδίκαση διαφορών δεδουλευμένων μηνιαίων αποδοχών, επιδοµάτων εορτών και αδείας ήταν αόριστη, διότι οι ενάγουσες, αφού παραθέτουν τα επιµέρους κονδύλια που αφορούν περισσότερες απαιτήσεις τους από τις παραπάνω αιτίες για κάθε έτος του επιδίκου χρονικού διαστήµατος ξεχωριστά "αφαιρούν στη συνέχεια από το αποτέλεσµα που προκύπτει (µετά συναρίθμηση των ετήσιων καταβλητέων για τις αιτίες αυτές επί µέρους ποσών µε βάση τον επικαλούμενο νόµιµο µισθό τους) το συνολικό ετήσιο ποσό που έλαβαν για την απασχόλησή τους ως καθαρίστριες για όλες τις αιτίες αυτές, συγκεντρωτικώς, χωρίς να εξειδικεύουν ποια ακριβώς ποσά τους έχουν καταβληθεί ανά έτος ξεχωριστά", είναι αβάσιμος.

Με το ΠΔ 164/2004, που άρχισε να ισχύει από τη δηµοσίευσή του στην ΕτΚ την 19-7-2004 και αφορά τους εργαζοµένους µε συµβάσεις εργασίας ορισµένου χρόνου στο δηµόσιο τοµέα, εξειδικεύθηκαν οι συνθήκες με τις οποίες οι συµβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισµένου χρόνου θεωρούνται διαδοχικές και χαρακτηρίζονται συµβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου, προς επίτευξη του στόχου της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συµβουλίου της 28-6-1999, που είναι η αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συµβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισµένου χρόνου.

Με το άρθ. 5 του ως άνω ΠΔ απαγορεύθηκε, καταρχήν, η κατάρτιση διαδοχικών συµβάσεων ορισµένου χρόνου, η οποία επιτρέπεται κατ' εξαίρεση στις αναφερόµενες εκεί περιπτώσεις και υπό τις στο άρθρο αυτό προϋποθέσεις. Ενόψει του γεγονότος, ότι διαδοχικές συµβάσεις εργασίας ή έργου ορισµένου χρόνου, που συνάπτονταν µε το Δηµόσιο υπό το κράτος της ισχύος του άρθ. 103 του Συντάγµατος, στο οποίο κατά την αναθεώρηση του έτους 2001 (ΦΕΚ Α' 85/18-4-2001) προστέθηκαν οι παράγραφοι 7 και 8, του ν. 2190/1994 και του ΠΔ 410/1988, δεν μπορούσαν, σε κάθε περίπτωση, να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, έχοντας υποχρεωτικά, κατά τις ως άνω συνταγματικές και άλλες διατάξεις, καταρτισθεί ως συμβάσεις ορισμένου χρόνου, και του γεγονότος ότι το ως άνω ΠΔ 164/2004 άρχισε να ισχύει από 19-7-2004, περιέλαβε αυτό ως μεταβατικές διατάξεις ρυθμίσεις, οι οποίες εξασφαλίζουν την επιβαλλομένη προσαρμογή στην παραπάνω Οδηγία και προβλέπουν την, κατ' εξαίρεση και υπό τις εκεί προϋποθέσεις, μετατροπή των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε σύμβαση αορίστου χρόνου.

Ειδικότερα, με το άρθρο 11 του ως άνω Π. Δ. ορίζεται ότι (1) διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον 24 μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης 18 μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα 24 μηνών από την αρχική σύμβαση (β) ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδ.

α' να έχει πράγματι διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση (γ) το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά σε δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον που υπηρετεί ο φορέας αυτός (δ) ο, κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις, συνολικός χρόνος υπηρεσίας πρέπει να παρασχεθεί κατά πλήρες ή µειωµένο ωράριο εργασίας και σε καθήκοντα ίδια ή παρεµφερή µε αυτά που αναγράφονται στην αρχική σύµβαση, η προϋπόθεση δε του εδ.

α' της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου πρέπει να συντρέχει κατά το χρόνο λήξης της σύµβασης (2) για τη διαπίστωση της συνδροµής των, κατά την προηγουµένη παράγραφο, προϋποθέσεων, ο εργαζόµενος υποβάλλει, εντός αποκλειστικής προθεσµίας 2 µηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος, αίτηση προς τον οικείο φορέα, στην οποία αναφέρει τα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η συνδροµή των προϋποθέσεων αυτών, αρµόδιο δε όργανο να κρίνει αιτιολογημένα, εάν συντρέχουν, κατά περίπτωση, οι προϋποθέσεις της προηγουμένης παραγράφου, είναι το οικείο Υπηρεσιακό Συµβούλιο ή το διοικούν όργανο του οικείου νοµικού προσώπου ή το όργανο που εξοµοιώνεται µε αυτό κατά την κείµενη νοµοθεσία (3) οι ως άνω κρίσεις των αρµοδίων οργάνων, θετικές ή αρνητικές, διαβιβάζονται αµέσως στο Ανώτατο Συµβούλιο Επιλογής Προσωπικού, το οποίο αποφαίνεται εντός τριών (3) µηνών από τη διαβίβαση σ' αυτό των σχετικών κρίσεων.

Περαιτέρω, σύµφωνα µε το άρθ. 1 ν. 3320/ 2005 "§1. Το προσωπικό µε σύµβαση ή σχέση εξαρτηµένης εργασίας ορισµένου χρόνου ή σύµβαση έργου ή άλλη σχέση του Δηµοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ πρώτου και δεύτερου βαθµού, του οποίου οι συµβάσεις συνιστούν συµβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, σύµφωνα µε τα οριζόμενα στο άρθρο 11 του ΠΔ 164/2004, κατατάσσεται σε υφιστάμενες κενές οργανικές θέσεις µε σύµβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ειδικότητας αντίστοιχης ή παρεμφερούς προς την ειδικότητα της σύµβασής του.

§2. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δηµόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονοµίας και Οικονοµικών και του οικείου, κατά περίπτωση Υπουργού, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, συνιστώνται οργανικές θέσεις προσωπικού µε σύµβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, προκειµένου να καλυφθούν, όπου απαιτείται, οι διαπιστωθείσες πάγιες και διαρκείς ανάγκες, κατ' εφαρµογή του ΠΔ 164/2004.

§3. Η κατάταξη του προσωπικού γίνεται µε απόφαση του αρµόδιου για την πρόσληψη οργάνου, η οποία δεν δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. §4. Οι κατατασσόμενοι λαµβάνουν τις αποδοχές της θέσης τους από την ηµεροµηνία έκδοσης της πράξης κατάταξής τους. Ο χρόνος των συµβάσεων µίσθωσης έργου των κατατασσόμενων λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί µε σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου.

§5. Για τους κατατασσόμενους ισχύει ο χρονικός περιορισµός της παρ. 2 του άρθρου 70 του ν. 2683/1999 "Κύρωση του Κώδικα Κατάστασης Δηµοσίων Υπαλλήλων και Υπαλλήλων ΝΠΔΔ και άλλες διατάξεις" για τη μετάταξη σε ανώτερη βαθµίδα, σύµφωνα µε την διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 12 του ν. 3230/2004 (ΦΕΚ 44). Ως ηµεροµηνία πρόσληψης νοείται η ηµεροµηνία έκδοσης της πράξης κατάταξης".

Εξάλλου, µε το ν.3205/2003 "Μισθολογικές ρυθµίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δηµοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, µονίµων στελεχών των Ενόπλων Δυνάµεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιµενικού Σώµατος και άλλες διατάξεις", οι διατάξεις των άρθ.2-13, 15-18,20-26, 27§2 και 28 του οποίου επεκτάθηκαν µε την ΚΥΑ ΟΙΚ.217093/0022/2014, εκδοθείσα κατ' εξουσιοδότηση του άρθ. 21 του ως άνω νόµου, στο προσωπικό µε σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου που απασχολείται στο Δηµόσιο κλπ., τα µισθολογικά κλιµάκια (µ.κ.) των υπαλλήλων των κατηγοριών πανεπιστημιακής, τεχνολογικής, δευτεροβάθμιας και υποχρεωτικής εκπαίδευσης καθορίσθηκαν µε το άρθ. 3§ 1 αυτού σε 18 για κάθε κατηγορία µε εισαγωγικό το 18° µ.κ., ενώ µε το άρθ.5§§1 και 2 του ίδιου νόµου ορίζεται ότι για τη µισθολογική εξέλιξη των υπαλλήλων όλων των ως άνω κατηγοριών από κατώτερο σε ανώτερο µισθολογικό κλιµάκιο απαιτείται η αναφερομένη εκεί, κατά χρόνο, υπηρεσία και λαµβάνεται υπόψη γι' αυτήν (µισθολογική εξέλιξη) ο χρόνος υπηρεσίας που ορίζεται στο άρθ.15 του νόµου αυτού.

Ειδικότερα, σύµφωνα µε το ως άνω άρθ.15§1, "Ως υπηρεσία για την εξέλιξη των υπαλλήλων στα µισθολογικά κλιµάκια του άρθρου 3 του παρόντος νόµου, λαµβάνεται υπόψη: α. Η υπηρεσία που προσφέρεται στο Δηµόσιο, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ µε σχέση εξαρτηµένης εργασίας δηµοσίου ή ιδιωτικού δικαίου αορίστου ή ορισµένου χρόνου....ι.

ο χρόνος παροχής υπηρεσίας µε σύµβαση µίσθωσης έργου ή µε ανάθεση κατ' αποκοπήν εργασίας, εφόσον οι υπηρεσίες αυτές έχουν χαρακτηρισθεί µε διάταξη νόµου ή µε δικαστική απόφαση ότι διανύθηκαν µε σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου (εξαρτηµένης) ή εφόσον σύµφωνα µε τα υπηρεσιακά έγγραφα συντρέχουν σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις :

ί. απασχόληση κατά το σύνηθες δημοσιοϋπαλληλικό ωράριο ίί. παροχή εργασίας στο χώρο της δηµόσιας υπηρεσίας και µε την άµεση εποπτεία της υπηρεσίας και ίίί. αµοιβή ανάλογη µε των προσλαμβανομένων µε σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου". Τέλος, µε το άρθ.20 εδ. α του ίδιου ως άνω νόµου, ορίζεται ότι "η κατάταξη των υπηρετούντων υπαλλήλων στα μ.κ.

του άρθρου 3 του νόµου αυτού, ανάλογα µε την κατηγορία στην οποία ανήκουν, γίνεται µε βάση τον συνολικό χρόνο υπηρεσίας τους, όπως αυτός ορίζεται στο άρθρο 15 του παρόντος νόµου, σύµφωνα με τα τυπικά τους προσόντα", συνυπολογίζεται δηλ. και στην περίπτωση αυτή, της κατάταξης σε µισθολογικά κλιµάκια και ο χρόνος απασχόλησης στο Δηµόσιο κλπ.

µε σύµβαση µίσθωσης έργου, κατά τη ρητή ως άνω διάταξη του προαναφερθέντος άρθ.15§1 περ. ι ν. 3205/2003. Από το συνδυασµό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι οι κατατασσόμενοι σε θέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, κατ' εφαρµογή του άρθ.11 ΠΔ 164/2004, που προηγουµένως παρείχαν υπηρεσίες στο Δηµόσιο µε σύµβαση µίσθωσης έργου, από και µε την έκδοση της σχετικής πράξης κατάταξης δικαιούνται τις αποδοχές των εργαζοµένων µε σύµβαση εργασίας αορίστου χρόνου, για τον καθορισµό των οποίων καθώς και για τη µισθολογική τους εξέλιξη συνυπολογίζεται, ως χρόνος προϋπηρεσίας, και ο χρόνος απασχόλησής τους με σύμβαση μίσθωσης έργου, αφού έχει χαρακτηρισθεί και λογίζεται με διάταξη νόμου (άρθ. 1 §4 εδ.

β' ν.3205/2003) ότι διανύθηκε στα πλαίσια σχέσης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ως προς όλες, μάλιστα, τις συνέπειες, το αυτό δε για τον ως άνω λόγο ισχύει, συνυπολογίζεται δηλ. ο χρόνος αυτός της προηγουμένης παροχής υπηρεσιών με συμβάσεις μίσθωσης έργου, και για την κατάταξη στα αντίστοιχα μισθολογικά κλιμάκια.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει, επί της αγωγής των αναιρεσιβλήτων, και άλλων προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην αναιρετική αυτή δίκη, δέχθηκε ακόμη, ότι, με βάση συμβάσεις που συνήφθησαν κατ' επίκληση των διατάξεων του άρθρου 113 παρ. 5 του Ν.1892/1990 οι ενάγοντες προσλήφθηκαν και απασχολήθηκαν επί σειρά ετών μέχρι την κατάταξή τους σε θέσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου κατ' εφαρμογή του άρθρου 11 του ΠΔ 164/2004 και του άρθρου 1 του ν. 3320/2005, στον καθαρισμό σχολείων πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, δηλαδή για την εξυπηρέτηση πάγιων και διαρκών αναγκών, αφού όπως έχει ήδη κριθεί από τα αρμόδια όργανα του εναγομένου, ο καθαρισμός των σχολείων της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης "αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για τη διεξαγωγή της όλης εκπαιδευτικής διαδικασίας (με αριθμό 12/19-4-2005 Πράξη Κεντρικού Υπηρεσιακού Συμβουλίου Διοικητικού Προσωπικού ΚΥΞΔΙΠ-Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων) και από το ΑΣΕΠ.

Απασχολήθηκαν έκτοτε για συνεχή έτη με αλληλοδιαδοχικές συμβάσεις που χαρακτηρίζονταν ως "μίσθωση έργου" και είχαν τυπική χρονική διάρκεια περίπου δεκάμηνη (από 1η Σεπτεμβρίου μέχρι 30η Ιουνίου), δηλαδή ίση περίπου με τη σχολική περίοδο, ωστόσο στην πράξη απασχολούνταν και μετά το πέρας της σχολικής περιόδου και μέχρι την έναρξη της επόμενης.

Επισημαίνεται σχετικά ότι, όπως έχει κριθεί από τα αρμόδια όργανα του εναγομένου, "οι ανάγκες καθαρισμού των σχολικών εγκαταστάσεων είναι διαρκείς, δηλαδή καλύπτουν όλη τη διάρκεια του σχολικού έτους και η υποχώρησή τους κατά τους δύο μήνες των θερινών διακοπών και των δεκαπενθήμερων διακοπών κατά τις εορτές των Χριστουγέννων και του Πάσχα εξισορροπείται με τον εκτεταμένο καθαρισμό που πραγματοποιείται κατά την έναρξη και λήξη του σχολικού έτους και κατά την περίοδο των διακοπών των Χριστουγέννων και του Πάσχα", οι δε εργασίες που εκτελούσαν υποχρεωτικά καθ' όλη τη διάρκεια της απασχόλησής τους ήταν και ο καθημερινός καθαρισμός όλων των χώρων των σχολείων.

Περαιτέρω, εργάζονταν όχι σε χρόνο που επέλεγαν οι ίδιοι αλλά σε καθορισμένο από τον εργοδότη τους ωράριο, δηλαδή πριν την έναρξη των μαθημάτων και μετά τη λήξη τους, στον τόπο που επίσης καθόριζε ο εργοδότης τους και τελούσαν, όπως έχει κριθεί από τα αρμόδια όργανα του εναγομένου, υπό την "εκ του σύνεγγυς καθοδήγηση και εποπτεία στην εκτέλεση του έργου καθαρισμού των σχολικών χώρων από τους Διευθυντές των σχολείων.

Επρόκειτο δηλαδή για εργασία που δεν ανταποκρινόταν στην έννοια του όρου "έργου", αλλά της εξαρτημένης εργασίας και που επιπλέον κάλυπτε σταθερές ανάγκες του εναγομένου, οι οποίες αποτελούν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του, όπως κρίθηκε και από το αρμόδια όργανα του εναγομένου και το ΑΣΕΠ. Ενώ, όμως, οι ενάγοντες εργάζονταν (και εξακολουθούν να εργάζονται) υπό συνθήκες εξαρτημένης εργασίας, η αμοιβή τους δεν ήταν ούτε είναι αντίστοιχη με αυτήν που προβλέπεται στις προαναφερόμενες διατάξεις και την οποία λαμβάνουν οι συνάδελφοι τους, που ανήκουν στο τακτικό προσωπικό του εναγομένου, παρ' όλο που διαθέτουν τα ίδια προσόντα και εργάζονται υπό τις ίδιες ακριβώς συνθήκες.

Ενόψει αυτών, κατόπιν της θέσεως σε ισχύ του άρθρου 11 ΠΔ 164/2004, οι ενάγοντες υπέβαλαν αιτήσεις για τη θεώρηση των συμβάσεών τους ως συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου. Επί των αιτήσεών τους απεφάνθη θετικά το αρμόδιο Υπηρεσιακό Συμβούλιο και το ΑΣΕΠ, οπότε με τη με αριθμό 132333/Δ417-12-2006 απόφαση ΥΠΕΠΘ, όσον αφορά τις 25η,37η,58η, και 60η,την από 17-6-2008 απόφαση του ΥΠΕΠΘ όσον αφορά την 32η και με την 2928/Δ4/10-1-2007 απόφαση του ΥΠΕΠΘ, όσον αφορά τους λοιπούς, κατετάγησαν αυτές σε θέσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, λαμβάνοντας έκτοτε βασικό μισθό, κίνητρο απόδοσης, οικογενειακό επίδομα και ειδική παροχή 176 ευρώ.

Πλην όμως, ενώ κατετάγησαν κατ' εφαρμογή του άρθρου 11 ΠΔ 164/2004 και του άρθρου 1 παρ. 4 του Ν. 3320/2005, η κατάταξή τους έλαβε χώρα χωρίς να ληφθεί υπ' όψιν η προϋπηρεσία τους με συμβάσεις επιγραφόμενες ως μισθώσεις έργου, κατά παράβαση τόσο των αρχών του ορθού νομικού χαρακτηρισμού όσο και της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 4 του Ν. 3320/2005, όπου ορίζεται ότι "ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου των κατατασσόμενων λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου" και του άρθρου 15 παρ. 1 του Ν. 3205/2003, όπου ορίζεται ότι "ως υπηρεσία για την εξέλιξη των υπαλλήλων στα μισθολογικά κλιμάκια του άρθρου 3 του παρόντος νόμου, λαμβάνεται υπόψη:

α) Η υπηρεσία που προσφέρεται στο Δημόσιο, σε ΝΠΔΔ και ΟΤΑ με σχέση εξαρτημένης εργασίας δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου αορίστου ή ορισμένου χρόνου (....) ο χρόνος παροχής υπηρεσίας με σύμβαση μίσθωσης έργου εφ' όσον οι υπηρεσίες αυτές έχουν χαρακτηρισθεί με διάταξη νόμου (....) ότι διανύθηκαν με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου (εξαρτημένης).

Έτσι κατετάγησαν στο εισαγωγικό (18ο) μισθολογικό κλιμάκιο, ενώ με βάση την προϋπηρεσία τους έπρεπε να είχαν καταταγεί στα παρακάτω αναφερόμενα για τον καθένα μισθολογικά κλιμάκια και να λαμβάνουν βασικό μισθό αναλόγως της προϋπηρεσίας τους, καθώς η προϋπηρεσία τους διανύθηκε υπό συνθήκες εξαρτημένης εργασίας, κατά τα προεκτεθέντα.

Εξάλλου, το εναγόμενο σε δύο ταυτόσημες περιπτώσεις με αυτές των εναγουσών, συναδέλφων τους, και ειδικότερα των Α. Μ. και Β. Κ. που και αυτές απασχολούνταν ως καθαρίστριες δημόσιων σχολείων επί μεγάλο χρονικό διάστημα με συμβάσεις "μίσθωσης έργου" (5 έτη, 10 μήνες και 4 ημέρες η πρώτη και 9 έτη, 7 μήνες και 3 ημέρες η δεύτερη), προέβη στην αναγνώριση του συνολικού χρόνου προϋπηρεσίας τους κατατάσσοντας αυτές μάλιστα και στα αντίστοιχα μισθολογικά κλιμάκια, όταν οι τελευταίες εντάχθηκαν σε οργανικές θέσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του εναγομένου βάσει του άρθρου 11 του ΠΔ 164/2004.

Στις περιπτώσεις δηλαδή των συναδέλφων τους το εναγόμενο συμμορφώθηκε με την εκ του νόμου υποχρέωσή του και αναγνώρισε το σύνολο της διανυθείσας προϋπηρεσίας τους υπό το καθεστώς απασχόλησής τους με συμβάσεις "μισθώσεως έργου". Τέλος, δέχθηκε το Εφετείο, ότι, εκτός εκείνων των επιμέρους αξιώσεων των αναιρεσιβλήτων, που είχαν υποπέσει στη διετή παραγραφή του άρθ.90§3 ν.2362/1995, προκύπτουν, κατά τα λοιπά, οι παρατιθέμενες στην προσβαλλομένη απόφαση µισθολογικές διαφορές υπέρ αυτών, λαμβανομένων υπόψη και των επιδοµάτων εορτών και αδείας.

Με τις παραδοχές αυτές εξαφάνισε την απόφαση του Πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, δέχθηκε, εν µέρει, την αγωγή, υποχρέωσε το εναγόµενο να καταβάλει και αναγνώρισε ότι υποχρεούται να καταβάλει, στις αναιρεσίβλητες τα αναφερόµενα στην απόφαση του, λεπτοµερώς, κατά περίπτωση, ποσά µε το νόµιµο τόκο. Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, που διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθ.103§§7 και 8 του Συντάγµατος, 8§3 ν.2112/1920, 18§2 περ.

β' και 21 ν. 2190/1994, 11 ΠΔ 164/2004, 1§§3-5, 2§1 ν.3320/2005, 2§1 3§§1 και 4, 5§§1 και 2, 15 και 20 ν.3205/2003 και 6§1 ν.2527/1997 και είναι αβάσιμοι οι, περί του αντιθέτου, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης, από τους αρ.1 και 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να καταδικαστεί δε το αναιρεσείον, ως ηττώμενο, στα περιοριζόμενα, κατά το μέτρο του άρθρου 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957, δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, (άρθρο183 ΚΠολΔ), όπως, ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την, από 22-5-2014,αίτηση αναίρεσης της 4806/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Μαρτίου 2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ