Legislator Case Law & Legislation
276/2012 AI generated

276/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 276/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 276 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 276/2012

Legislator headnote

AI generated

276/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 276 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 276/2012

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 276 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 276/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Θ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πέτρο Κασιμάτη και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Σ. Σ. του Π., κατοίκου ..., 2. Α. Σ. του Α., κατοίκου ομοίως ως άνω, ως ασκούντων την δικαστική συμπαράσταση του τελούντος,αρχικά υπό πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση και εν συνεχεία υπό πλήρη επικουρική δικαστική συμπαράσταση, Α. Σ. του Σ., και 3. Α. Σ. του Σ., ήδη τελούντος υπό πλήρη επικουρική δικαστική συμπαράσταση, συνεπικουρούμενου από τους ως άνω δικαστικούς συμπαραστάτες, κατοίκου ομοίως ως άνω, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ειρήνη Γιαννοπούλου, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσαν προτάσεις.

Των προσθέτως παρεμβαινόντων υπέρ της αναιρεσείουσας: 1. Δ. Σ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Δημητρίου και κατέθεσε προτάσεις και αντίκρουση εισήγησης, 2. Ε. Σ. του Δ. και 3. Α. Σ. του Δ., αμφοτέρων νομίμως εκπροσωπούμενων από τους γονείς τους Δ. Σ. του Ε. και Θ. Μ. του Ι., συζύγου Δ. Σ..

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-1-2006 αίτηση των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών (τμήμα εκουσίας). Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5476/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 227/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7-1-2011 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιλτιάδης Σπυρόπουλος ανέγνωσε την από 17-5-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των συναφών λόγων αναίρεσης και την απόρριψη της πρόσθετης παρέμβασης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και της πρόσθετης παρέμβασης της, ο πληρεξούσιος των προσθέτως παρεμβαινόντων υπέρ της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της πρόσθετης παρέμβασης και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Έτσι, συντρέχει ο προκείμενος λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, κήρυξε απαράδεκτη κάποια διαδικαστική πράξη, όπως αγωγή, ανακοπή, προσθέτους λόγους ανακοπής, έφεση, προσθέτους λόγους έφεσης κ.λπ. Εξ άλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 748 παρ.2 και 801 παρ.1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αντίγραφο της αίτησης που εισάγεται να δικαστεί και δικάζεται κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, με τη σημείωση για τον προσδιορισμό δικασίμου, πρέπει να κοινοποιείται στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της περιφέρειας του δικαστηρίου, εκτός άλλων και στην περίπτωση που ζητείται η αντικατάσταση ή η παύση των μελών του εποπτικού συμβουλίου του τελούντος υπό δικαστική συμπαράσταση, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 760 ΚΠολΔ, το άρθρο 748 εφαρμόζεται και στα ένδικα μέσα και αντί του Εισαγγελέα που αναφέρεται στο άρθρο 748 παρ.2 καλείται ο Εισαγγελέας του δικαστηρίου που δικάζει το ένδικο μέσο.

Από τις διατάξεις αυτές παρέπεται ότι επί έφεσης κατά απόφασης που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία τα εκουσίας δικαιοδοσίας σε υπόθεση παύσης ή αντικατάστασης μέλους του εποπτικού συμβουλίου, αναφορικά με πρόσωπο που τελεί σε πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση, αν αντίγραφο της έφεσης, με τη σημείωση για τον προσδιορισμό δικασίμου και κλήση για συζήτηση κατ' αυτήν, δεν κοινοποιηθεί στον Εισαγγελέα Εφετών και αυτός δεν εμφανισθεί οίκοθεν στη δίκη, κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση της έφεσης, ανεξάρτητα από τη συνδρομή του στοιχείου της βλάβης. Το απαράδεκτο αυτό λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως, διότι πρόκειται για παράλειψη που συνεπάγεται έλλειψη της κατά νόμο απαιτούμενης για τη συζήτηση του ενδίκου μέσου, προδικασίας, ως προς τον Εισαγγελέα, ο οποίος στις υποθέσεις της εκουσίας δικαιοδοσίας καθίσταται αυτοδικαίως διάδικος και έχει δικαίωμα να παρίσταται ή όχι κατά τη συζήτησή τους. Τέτοια όμως υποχρέωση κλήτευσης του αρμόδιου Εισαγγελέα δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι υπάρχει και στην περίπτωση προσθέτων λόγων έφεσης, που κατατίθενται με τις προτάσεις. Και τούτο διότι στη διάταξη του άρθρου 764 παρ.1 ΚΠολΔ προβλέπεται δικαίωμα άσκησης προσθέτων λόγων έφεσης και με τις προτάσεις, οι οποίες στην προκειμένη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας κατατίθενται στην έδρα του Δικαστηρίου κατά τη συζήτηση της έφεσης χωρίς τήρηση προδικασίας. Όπως λοιπόν δεν υπάρχει υποχρέωση γνωστοποίησης των προτάσεων στις περιπτώσεις του άρθρου 748 παρ.2 και 760 ΚΠολΔ στον αρμόδιο Εισαγγελέα, για την ταυτότητα του λόγου, δεν υπάρχει αντίστοιχα υποχρέωση κοινοποίησης και των διαλαμβανομένων στις προτάσεις προσθέτων λόγων έφεσης, αφού τούτο είναι άλλωστε χρονικώς ανέφικτο ως προς την κλήση εκ νέου (για δεύτερη δηλαδή φορά) του Εισαγγελέα να προσέλθει ταυτοχρόνως να παραστεί κατά τη συζήτηση και των προσθέτων λόγων της έφεσης, δεδομένου ότι αρκεί ότι κλητεύθηκε να παραστεί για τη συζήτηση της έφεσης.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης "με την από 22-10-2007 κλήση της εκκαλούσας, νόμιμα επαναφέρθηκε προς συζήτηση και έκδοση απόφασης, η από 12-4-2007 έφεσή της κατά της υπ' αριθμ. 5476/2006 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 6571/2007 απόφασης του ίδιου Εφετείου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της έφεσης, λόγω μη κοινοποίησης αντιγράφου αυτής και κλήσης προς συζήτηση, στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών. Μετά την κοινοποίηση από την εκκαλούσα, που επισπεύδει τη συζήτηση, αντιγράφου της έφεσης, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση κατά την παραπάνω δικάσιμο, στον Εισαγγελέα του δικαστηρίου αυτού που δικάζει το ένδικο μέσο, η έφεση παραδεκτά φέρεται προς συζήτηση και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί το βάσιμο των λόγων αυτής. Με την έφεση πρέπει να συνεκδικαστούν και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι ως προς τα κεφάλαια της απόφασης που έχουν προσβληθεί με την έφεση, οι οποίοι νομίμως ασκήθηκαν με τις προτάσεις της εκκαλούσας (άρθρο 764 ΚΠολΔ), η συζήτηση όμως αυτών πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη για έλλειψη, της, κατά νόμο, απαιτούμενης προδικασίας και δη λόγω μη κοινοποίησης αντιγράφου του δικογράφου αυτών, με σημείωση για τον προσδιορισμό της δικασίμου και κλήση προς συζήτηση κατ' αυτή, στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.14 ΚΠολΔ, διότι παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο, αφού, κατά τα προαναφερόμενα, ο Εισαγγελέας κλήθηκε νομίμως να παραστεί κατά τη συζήτηση της έφεσης, καταστάς αυτοδικαίως διάδικος, έχοντας δικαίωμα να παραστεί ή όχι κατά τη συζήτηση της έφεσης, χωρίς να υπάρχει αντίστοιχη υποχρέωση της εκκαλούσας να κοινοποιήσει σε αυτόν και τους προσθέτους λόγους της έφεσης, διαλαμβανόμενους στις νομίμως κατατεθείσες στο ακροατήριο του Εφετείου προτάσεις της.

Επομένως, οι συναφείς από το άρθρο 559 αριθ.14 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης είναι βάσιμοι.

Κατά το άρθρο 68 ΚΠολΔ "Δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον". Εξ άλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 80,81,215 και 556 § 1 ΚΠολΔ, η πρόσθετη παρέμβαση, ασκούμενη σε εκκρεμή δίκη σε κάθε στάση της, έως την έκδοση αμετάκλητης αποφάσεως, προϋποθέτει ότι εκείνος που την ασκεί έχει έννομο συμφέρον η δίκη να αποβεί υπέρ ενός από τα διάδικα μέρη. Το εν λόγω έννομο συμφέρον σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να προκύπτει από το διατακτικό της αποφάσεως που πρόκειται να εκδοθεί και όχι από τις αιτιολογίες της. Ειδικότερα η δέσμευση από το εν λόγω διατακτικό θα πρέπει να θίγει κάποιο, έστω και μη περιουσιακό, δικαίωμα του προσθέτως παρεμβαίνοντος ή να δημιουργεί νομική υποχρέωση του. Δεν αρκεί δηλαδή στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης με το ένδικο μέσο που ασκεί ο υπέρ ου η παρέμβαση κύριος διάδικος αποφάσεως να περιέχονται πραγματικά περιστατικά που προσβάλλουν την κοινωνική και επαγγελματική υπόσταση του προσθέτως παρεμβαίνοντος, αλλά, όπως έχει ήδη σημειωθεί, απαιτείται το διατακτικό της να δημιουργεί εις βάρος του τελευταίου συγκεκριμένες έννομες συνέπειες, τις οποίες και να επικαλείται. Αυτό ισχύει και για την πρόσθετη παρέμβαση που ασκείται σε εκκρεμή αναίρεση, ήτοι και αυτή για να είναι παραδεκτή θα πρέπει ο προσθέτως παρεμβαίνων να επικαλείται έννομο συμφέρον υπό την προεκτιθέμενη έννοια (Α.Π. 1277/1994). Κατ' ακολουθίαν, η υπέρ της αναιρεσείουσας Θ. Μ. του Ι., πρόσθετη παρέμβαση του Δ. Σ. του Ε., ασκηθείσα με ιδιαίτερο δικόγραφο με ιστορική βάση το γεγονός ότι η προσβαλλόμενη, με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, απόφαση, είναι απορριπτέα και αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτη (άρθρα 68 και 73 ΚΠολΔ), διότι από μόνες τις αναφερόμενες στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης φράσεις και λέξεις, που θίγουν την τιμή και την υπόληψή του, ως προς την ιατρική, πανεπιστημιακή και ακαδημαϊκή του ιδιότητα και υπόσταση, όπως επικαλείται, για να στηρίξει το έννομο αυτού συμφέρον για την πρόσθετη παρέμβασή του, δεν δικαιολογείται άμεσο έννομο αυτού συμφέρον, υπό την προεκτεθείσα έννοια του όρου, αφού η οποιαδήποτε έκβαση της δίκης, στην οποία παρεμβαίνει, από την άποψη του κρινομένου νομικού και πραγματικού ζητήματος της δικαστικής συμπαράστασης του τρίτου αναιρεσιβλήτου Α. Σ. του Σ., πρώην συζύγου της αναιρεσείουσας, ουδόλως ασκεί επίδραση στα έννομα συμφέροντα του παρεμβαίνοντος, Δ. Σ., ήδη συζύγου της αναιρεσείουσας, η οποία επαύθη από μέλος του εποπτικού συμβουλίου τον συμπαραστατουμένου, παύση που δεν τον αφορά, αφού αποτελεί διαφορά μεταξύ τρίτων.

Για τον ίδιο λόγο είναι απορριπτέα, ως απαράδεκτη, ελλείψει αμέσου εννόμου συμφέροντος, η κατ' άρθρ.752 παρ.2 ΚΠολΔ προφορικά ασκηθείσα, κατά την έναρξη της συζήτησης, πρόσθετη παρέμβαση, υπέρ της αναιρεσείουσας, και κατά των αναιρεσιβλήτων, εκ μέρους των 1) Ε. Σ. του Δ. και 2) Α. Σ. του Δ., αμφοτέρων νομίμως εκπροσωπουμένων από τους γονείς τους Δ. Σ. του Ε. και Θ. Μ. του Ι., σύζυγο Δ. Σ., ως ασκούντες τη γονική μέριμνα αυτών, με μόνη την επίκληση ότι "ο όρος: "εξωγάμων τέκνων", που διατυπώνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, είναι νομικά και κοινωνικά αδόκιμος, και θίγει βάναυσα την προσωπικότητά τους, αλλά δημιουργεί επιπροσθέτως σύγχυση, αβεβαιότητα και θέτει εν αμφιβολία τη νομική τους κατάσταση, ειδικότερα την έννομη σχέση τους προς τους γονείς τους, ως τέκνων γεννημένων στο γάμο αυτών, με αποτέλεσμα να δημιουργείται άμεσος κίνδυνος για τα έννομα συμφέροντά τους, παρόντα και μέλλοντα, όπως λ.χ. το κληρονομικό τους δικαίωμα και το δικαίωμα διατροφής έναντι του φυσικού τους πατέρα, που δεν μπορούν να αποτραπούν παρά μόνο με την εξαφάνιση αυτών των παραδοχών και κρίσεων", αφού η διένεξη περί την δικαστική συμπαράσταση δεν τα αφορά, ως αποτελούσα διαφορά μεταξύ τρίτων.

Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η από 7-1-2011 αίτηση αναίρεσης της Θ. Μ. του Ι., να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ), να καταδικαστούν οι ηττώμενοι αναιρεσίβλητοι στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), να απορριφθεί η από 5-5-2011 πρόσθετη παρέμβαση του Δ. Σ. του Ε., να καταδικαστεί ο ως άνω ηττώμενος προσθέτως παρεμβαίνων στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των καθώς η πρόσθετη παρέμβαση (άρθρα 176, 182 και 183 ΚΠολΔ), να απορριφθεί η από 18-11-2011 πρόσθετη παρέμβαση των ανηλίκων Ε. Σ. του Δ. και Α. Σ. του Δ., νομίμως εκπροσωπουμένων από τους γονείς τους Δ. Σ. του Ε. και Θ. Μ., σύζυγο Δ. Σ., ως ασκούντες τη γονική μέριμνα αυτών, μη επιδικαστούν όμως σε βάρος τους δικαστικά έξοδα, διότι, ως προς αυτά δεν υποβλήθηκε σχετικό αίτημα εκ μέρους των καθών η πρόσθετη αυτή παρέμβαση (άρθρο 106 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δέχεται την από 7-1-2011 αίτηση αναίρεσης.

Αναιρεί την 227/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

Απορρίπτει την από 5-5-2011 πρόσθετη παρέμβαση του Δ. Σ. του Ε..

Καταδικάζει τον ως άνω προσθέτως παρεμβαίνοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των καθών η πρόσθετη παρέμβαση, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ. Και

Απορρίπτει την από 18-11-2011 πρόσθετη παρέμβαση των ανηλίκων 1) Ε. Σ. του Δ. και 2) Α. Σ. του Δ., όπως αυτά εκπροσωπούνται από τους γονείς τους, Δ. Σ. του Ε. και Θ. Μ. του Ι., σύζυγο Δ. Σ..

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 27 Ιανουαρίου 2012.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Φεβρουαρίου 2012.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ