Legislator Case Law & Legislation
276/2011 AI generated

276/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 276/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 276 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 276/2011

Legislator headnote

AI generated

276/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 276 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 276/2011

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 276 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 276/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 10 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Μ. Σ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Βρέλλο.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "Τράπεζα EFG Eurobank Ergasias Ανώνυμη Εταιρία" (ΤΡΑΠΕΖΑ Ι ΕΦ ΤΖΙ ΓΙΟΥΡΟΜΠΑΝΚ ΕΡΓΚΑΖΙΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ) και τον διακριτικό τίτλο "Eurobank Ergasias" (ΓΙΟΥΡΟΜΠΑΝΚ ΕΡΓΚΑΖΙΑΣ), που εδρεύει στην Αθήνα, με αριθμό Μ.Α.Ε 6068/06/Β/86/07 και Α.Φ.Μ. 094014250/ΦΑΕΕ Αθηνών, όπως εκπροσωπείται νόμιμα (πρώην "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ"), πρωτύτερα "ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΘΗΝΩΝ Α.Ε" και προγενέστερα "ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ Α.Ε"), ως καθολικής διαδόχου της (πρώην) Τράπεζας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ Α.Ε" με αριθμό Μ.Α.Ε. 6077/06/Β/86/16, λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση της δεύτερης από την πρώτη και τροποποίηση των άρθρων 1 και 5 του καταστατικού της, που εγκρίθηκαν με την υπ' αριθμόν Κ2-11540/2000 απόφαση του υπουργείου Ανάπτυξης και καταχωρήθηκαν την 07.09.2000 στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών του Υπουργείου Ανάπτυξης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Μαρινάκο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22 Σεπτεμβρίου 2006 ανακοπή του αναιρεσείοντος η οποία κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 526/2008 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 820/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13 Μαρτίου 2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός ανέγνωσε την από 28 Δεκεμβρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 13-3-2009 αίτησης αναίρεσης της υπ' αριθμ. 820/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του' δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998). Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο επόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999). Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559, αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας, αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή του, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.ΑΠ 13/1995). Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Εξ άλλου, ο εκ του άρθρ. 559 αρ. 8 λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται εάν το δικαστήριο απέρριψε πραγματικό ισχυρισμό για τυπικό ή ουσιαστικό λόγο. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 992 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ. αντικείμενο κατάσχεσης, εκτός από την κυριότητα, μπορεί να είναι και οποιοδήποτε άλλο εμπράγματο δικαίωμα του οφειλέτη επί αλλοτρίου ακινήτου, χωρίς περιορισμό. Εξ άλλου, και η επικαρπία συνιστά εμπράγματο δικαίωμα προσωπικής δουλείας επί αλλοτρίου πράγματος, η οποία αν δεν συμφωνήθηκε διαφορετικά κατά τη σύστασή της είναι μεν αμεταβίβαστη, (άρθρ. 1166 ΑΚ), πλην όμως, και όταν δεν μεταβιβάζεται επιτρέπεται αφ' ενός μεν η μεταβίβασή του δικαιώματος άσκησής της (άρθρ. 1166 εδ.β' ΑΚ), αφ' ετέρου δε μπορεί να καταστεί αντικείμενο υποθήκης (άρθρ. 1259 ΑΚ), οπότε επιτρέπεται η κατάσχεσή της από τον ενυπόθηκο δανειστή και η εκποίησή της κατά τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης. Στην περίπτωση αυτή, με τον αναγκαστικό πλειστηριασμό ενυπόθηκου ακινήτου ως προς την επικαρπία του, μεταφέρεται στον υπερθεματιστή αυτούσιο το εμπράγματο δικαίωμα της επικαρπίας, στη νομική κατάσταση του χρόνου της κατάσχεσης, ο δε υπερθεματιστής έχει την επικαρπία μόνο εφόσον διαρκεί αυτή, αφού ο υπερθεματιστής δεν αποκτά περισσότερα δικαιώματα από όσα είχε ο δικαιοπάροχος του αρχικού επικαρπωτή. Εν όψει αυτών, δεν αποκλείεται το δικαίωμα κατάσχεσης του εμπραγμάτου δικαιώματος της επικαρπίας ακινήτου, είτε αποκλείστηκε η μεταβίβασή της είτε όχι, όχι μόνο στους ενυπόθηκους δανειστές,- αλλά σε όλους τους δανειστές του επικαρπωτή. Επί της κατάσχεσης επικαρπίας σε ακίνητο μεταβιβαστής ή όχι, θα εφαρμοστεί η διαδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως του άρθρ. 992 περ.2 του Κ.Πολ.Δ. (για τα ακίνητα), και όχι η διαδικασία της κατάσχεσης των ειδικών περιουσιακών στοιχείων του άρθρ. 1022 του Κ.Πολ.Δ., στα οποία δεν περιλαμβάνεται η επικαρπία, είτε συμφωνήθηκε μεταβιβαστή είτε όχι. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 820/2009 απόφασή του, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της ομοίως κρινάσης πρωτόδικης απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε η εκ του άρθρ. 933 Κ.Πολ.Δ ανακοπή του (αναιρεσείοντος) κατά της επιβληθείσας από την αναιρεσίβλητη Τράπεζα αναγκαστικής κατάσχεσης σε βάρος του δικαιώματός του επικαρπίας επί ακινήτου, που δεν είχε συμφωνηθεί μεταβιβαστή, αφού κρίθηκε ότι είναι δυνατή η κατάσχεση επικαρπίας ακινήτου κατά τη διαδικασία κατάσχεσης εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων, που προβλέπει το άρθρο 992 του Κ.Πολ.Δ., σε κάθε περίπτωση, δηλαδή ακόμα και όταν η επικαρπία συμφωνήθηκε αμεταβίβαστη.

Το Εφετείο με το να απορρίψει με τις ανωτέρω σκέψεις τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης του αναιρεσείοντος, κατά της ομοίως κρινάσης πρωτόδικης απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε η ανακοπή που είχε ασκήσει ο αναιρεσείων από τη διάταξη του άρθρ. 933 Κ.Πολ.Δ., ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμ.1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης.

Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων που να αφορούν την επικαρπία του αναιρεσείοντος εάν ήταν μεταβιβαστή ή όχι. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και αντίστοιχος λόγος αναίρεσης.

Τέλος, από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές, προκύπτει ότι το Εφετείο αντιμετώπισε τον ισχυρισμό με την έννοια "του πράγματος", του αναιρεσείοντος ότι το δικαίωμά του επικαρπίας που κατασχέθηκε ήταν αμεταβίβαστο, αφού έκρινε το επιτρεπτό της κατάσχεσης αδιακρίτως στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρ. 992 του Κ.Πολ.Δ., και επομένως τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων για το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ. κρίνονται αβάσιμα.

Μετά τα παραπάνω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στην εις το διατακτικό δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (αρθ.178 και 183 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 13-3-2009 αίτηση του Μ. Σ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 820/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15-2-2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Φεβρουαρίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ