Legislator Case Law & Legislation
276/2009 AI generated

276/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 276/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

276/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΙΙΙ.- Κατά το άρθρο 559 αρ. 18 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση, κατά δε το άρθρο 579 § 1 εδ. β' αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο κατά το σημείο που στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 276 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 276/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ, κατοίκου ......, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Πανούση με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Νοσοκομείο Αφροδισίων και Δερματικών Νόσων Αθήνας ΑΝΔΡΕΑΣ ΣΥΓΓΡΟΣ", που εδρεύει στην ...... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζαχαρία Σεληνιωτάκη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-2-1996 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2390/1999 του ίδιου Δικαστηρίου και 7608/2000 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το ήδη αναιρεσίβλητο με την από 21-2-2001 αίτησή του. Εκδόθηκε η 1670/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 7608/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Εκδόθηκε η 6016/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25-7-2006 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 18-11-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 331 ΚΠολΔ προκύπτει ότι από τελεσίδικη απόφαση παράγεται δεδικασμένο και όταν το αντικείμενο της νέας δίκης, που διεξάγεται μεταξύ των ιδίων προσώπων, είναι διαφορετικό από εκείνο της δίκης που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη, τούτο δε συμβαίνει όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα με αυτό που κρίθηκε στην προηγούμενη δίκη. Ο κανόνας αυτός δεν ισχύει αν κατά τον κρίσιμο για τη μεταγενέστερη δίκη χρόνο έχει επέλθει μεταβολή του νομικού καθεστώτος, που διέπει την έννομη σχέση ή τις έννομες συνέπειες, που απορρέουν απ' αυτή, αφού δεν υπάρχει τότε η απαιτούμενη για την ενεργοποίηση του δεδικασμένου ταυτότητα νομικής αιτίας. Ειδικότερα, στην περίπτωση διαρκούς ενοχικής σχέσεως, από την οποία πηγάζουν πλείονες έννομες συνέπειες, όπως είναι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία η απασχόληση του μισθωτού θεμελιώνει ποικίλες αξιώσεις, που στηρίζονται σε διάφορους ουσιαστικούς νόμους, Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., το δεδικασμένο των αποφάσεων, που κρίνουν επί μέρους αξιώσεις του μισθωτού ως έννομες συνέπειες της εν λόγω διαρκούς έννομης σχέσεως, τελεί υπό την προϋπόθεση ότι το νομοθετικό καθεστώς, που ισχύει κατά τον κρίσιμο χρόνο, θα παραμείνει αναλλοίωτο και στο μέλλον.

Συνεπώς, η τελεσίδικη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι η συνιστώσα προδικαστικό ζήτημα για τις επιμέρους αξιώσεις του μισθωτού σύμβαση εξαρτημένης εργασίας διέπεται από πλέγμα υφισταμένων τότε διατάξεων και θα διέπεται και στο μέλλον από παρόμοιες μελλοντικές διατάξεις, δεν αποτελεί δεδικασμένο για την εκτός του κριθέντος χρονικού διαστήματος και στο μέλλον αναγόμενη χρονική περίοδο, αν κατά την περίοδο αυτή δεν παρέμεινε αναλλοίωτο το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς, δηλαδή αν οι ζητούμενες με νεότερη αγωγή επιμέρους αξιώσεις του μισθωτού, που γεννήθηκαν σε μεταγενέστερο του ήδη κριθέντος χρονικό διάστημα, στηρίζονται σε νέες νομοθετικές διατάξεις, διάφορες εκείνων που ίσχυαν κατά την πρώτη δίκη.

Τέτοιες νέες νομοθετικές διατάξεις είναι κατά το κανονιστικό τους μέρος και οι όροι των Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., οι οποίοι προσδιορίζουν, ενόψει της ισχύος τους για συγκεκριμένη χρονική περίοδο (άρθρ. 9 και 16 παρ. 3 του Ν. 1876/1990), όχι μόνο την έκταση , αλλά και τη φύση των βασικών αποδοχών και των επιδομάτων των μισθωτών για την περίοδο εκείνη.

Έτσι, από της ισχύος κάθε νέας Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α. μεταβάλλεται το νομοθετικό καθεστώς και οι αποφάσεις, που έκριναν τελεσιδίκως αξιώσεις του μισθωτού, στηριζόμενες σε προϊσχύουσες Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., δεν αποτελούν δεδικασμένο και για τις αξιώσεις αυτών μεταγενέστερου χρονικού διαστήματος, που στηρίζονται στις ισχύουσες κατά το διάστημα αυτό νεότερες ΣΣΕ ή ΔΑ.

Περαιτέρω, με την υπ' αριθ. 42/1981 απόφαση του ΔΔΔΔ Πειραιώς, που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την υπ' αριθ. 18749/1981 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, ρυθμίστηκαν οι όροι αμοιβής και εργασίας του απασχολούμενου με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικού των νοσηλευτικών ιδρυμάτων, νοσοκομείων κλπ. του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ και με τον όρο 28 αυτής ορίσθηκε ότι οι καθαρίστριες και καθαριστές λαμβάνουν το εκάστοτε ισχύον κατώτατο όριο ημερομισθίου (ημερομίσθιο ασφαλείας) του εργατοτεχνίτη - εργατοτεχνίτριας και για εξάωρη απασχόληση, αυξομειούμενο αναλόγως, ενώ με τον όρο 12 της υπ' αριθ. 74/1982 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών περί των όρων αμοιβής και εργασίας του ίδιου ως άνω προσωπικού, που κηρύχθηκε εκτελεστή με την ΑΥΕ 17.663/1982, προβλέπεται ότι το κατώτατο όριο βασικού μηνιαίου μισθού ή ημερομισθίου του προσωπικού αυτού δεν μπορεί να είναι μικρότερο από το κατώτατο όριο του βασικού μηνιαίου μισθού ή ημερομισθίου της εθνικής γενικής συλλογικής συμβάσεως εργασίας (απόφαση 1/1982 του ΔΔΔΔ Αθηνών).

Το νομικό καθεστώς των ως άνω ΔΑ μετέβαλε η από 22-12-1988 ΕΣΣΕ, η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική με την ΑΥΕ 17.853/1989 και ίσχυσε από 1-7-1988. Με την ΕΣΣΕ αυτή επεκτάθηκαν στο σύνολό τους οι διατάξεις του Ν. 1505/1984 περί του μισθολογίου του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης, όπως συμπληρώθηκαν με το Ν. 1810/1988, στους εργαζόμενους (πλην ιατρών) με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στα δημόσια νοσοκομεία της Χώρας, οι οποίοι είναι μέλη σωματείων, που ανήκουν στην ΠΟΕΔΗΝ.

Με το άρθρο 9 της εν λόγω ΕΣΣΕ ορίσθηκε ότι τυχόν καταβαλλόμενες ανώτερες αποδοχές απ' αυτές που καθορίζονται με τη συλλογική αυτή σύμβαση διατηρούνται. Τούτο έχει την έννοια της διατηρήσεως του ποσού των καταβαλλομένων μέχρι της μεταβολής του νομικού καθεστώτος ανώτερων αποδοχών και όχι της εξακολουθήσεως και μετά ταύτα του προϊσχύοντος νομικού καθεστώτος (Ολ ΑΠ 10/2002).

Στην προκείμενη περίπτωση, από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα ζήτησε με την ένδικη από 29-2-1996 αγωγή της να υποχρεωθεί το ήδη αναιρεσίβλητο νοσοκομείο, στο οποίο εργαζόταν από τις 24-10-1979 ως καθαρίστρια, να της καταβάλει για το χρονικό διάστημα από 1-1-1994 έως 31-12-1995 διαφορές αποδοχών, οι οποίες προέκυπταν από τον υπολογισμό των αποδοχών της από το αναιρεσίβλητο με βάση το μισθολογικό καθεστώς της από 22-12-1988 ΣΣΕ και των ν.1505/1984, 1810/1988 και όχι με βάση το προγενέστερο μισθολογικό καθεστώς (42/1981 απόφασης ΔΔΔ Πειραιώς σε συνδ.

με την από 21-3-1994 ΣΣΕ) , το οποίο όφειλε να εφαρμόσει γι' αυτήν το αναιρεσίβλητο σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 9 της από 22-12-1988 ΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ αλλά και σύμφωνα με το δεδικασμένο που απορρέει από τις υπ' αριθ. 9570/1996 και 9864/1995 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών. Η αγωγή αυτή έγινε στο σύνολό της δεκτή με την 2390/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Κατά της παραπάνω αποφάσεως άσκησε το αναιρεσίβλητο την από 8-2-2000 έφεση, με την οποία ζήτησε την εξαφάνιση της αποφάσεως αυτής. Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε αρχικά η υπ' αριθ. 7608/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την έφεση κατ' ουσίαν. Η τελευταία απόφαση αναιρέθηκε με την υπ' αριθ. 1670/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου, που παρέπεμψε την υπόθεση εκ νέου στο Εφετείο Αθηνών.

Το τελευταίο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη ήδη απόφασή του, έκρινε ότι η αγωγή δεν είναι νόμιμη και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον κατά το επίδικο χρονικό διάστημα η αναιρεσείουσα υπαγόταν στο μισθολογικό καθεστώς της από 22-12-1988 ΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ, η οποία έχει κηρυχθεί υποχρεωτική για όλους τους εργοδότες και εργαζομένους με την 17853/1989 απόφαση του Υπουργού Εργασίας και ως εκ τούτου ορθώς το αναιρεσίβλητο υπολόγισε τις αποδοχές της με βάση τις διατάξεις της τελευταίας αυτής ΣΣΕ.

Ούτε, εξάλλου, έκρινε το Εφετείο, οι αιτούμενες διαφορές αποδοχών συνιστούν διαφορές μεταξύ των ανώτερων αποδοχών που ελάμβανε στις 30-6-1988 με βάση το προηγούμενο μισθολογικό καθεστώς και των τυχόν κατώτερων που από 1-7-1988 της καταβλήθηκαν με βάση το νέο μισθολογικό καθεστώς, αλλά διαφορές μεταξύ των κάθε φορά καταβαλλόμενων κατά την αντίστοιχη χρονική περίοδο και των κάθε φορά δικαιούμενων ανώτερων αποδοχών με βάση τις διατάξεις του προϊσχύσαντος μισθολογικού καθεστώτος, το οποίο σύμφωνα με την αναιρεσείουσα εξακολούθησε να ισχύει και μετά την κατά την 1-7-1988 έναρξη ισχύος της άνω από 22-12-1988 ΣΣΕ σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 9 αυτής, η οποία, όμως, δεν έχει την έννοια που της αποδίδει η αναιρεσείουσα.

Περαιτέρω, το Εφετείο, έκρινε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο από τις ως άνω υπ' αριθ. 9570/1996 και 9864/1995 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών, διότι το απορρέον από τις αποφάσεις αυτές δεδικασμένο περιορίζεται στο ζήτημα που κρίθηκε για την περίοδο στην οποία αναφέρονται οι εν λόγω αποφάσεις και δεν εκτείνεται και σε μεταγενέστερες (μετά από εκείνη τη χρονική περίοδο) αξιώσεις της αναιρεσείουσας, αφού οι νέες αυτές αξιώσεις θεμελιώνονται σε νέες διατάξεις και ως εκ τούτου δεν υφίσταται η απαιτούμενη για την ενεργοποίηση του δεδικασμένου ταυτότητα της νομικής αιτίας.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, σύμφωνα με το νόμο δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο από τις παραπάνω αποφάσεις και σύμφωνα με το νόμο δεν δέχθηκε πράγματα προταθέντα από την αναιρεσείουσα (την ύπαρξη δηλαδή δεδικασμένου), ενώ δεν παραβίασε τις παραπάνω διατάξεις της από 22-12-1988 ΕΣΣΕ, τις οποίες εφάρμοσε ορθά.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από τους αριθμούς 16, 8 και 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ο ίδιος πιο πάνω λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος του με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παρά το νόμο κήρυξε έκπτωση από το δικαίωμα του αναιρεσείοντος να αμείβεται με βάση το προηγούμενο της από 22-12-1988 ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ μισθολογικό καθεστώς της 42/1981 ΔΑ και των οικείων ως άνω από 2-4-1996 και 18-5-1998 ΕΓΣΣΕ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί δεν πρόκειται για έκπτωση από δικαίωμα, που προέρχεται από παραβίαση δικονομικής διατάξεως (Ολ ΑΠ 1/1999).

Περαιτέρω, με μέρος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τη μεταβολή του νομικού καθεστώτος της ΔΑ 42/1981 με τις ισχύουσες κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 2-4-1996 και 18-5-1998 ΕΓΣΣΕ, χωρίς να προταθεί τούτο από το αναιρεσίβλητο.

Ο λόγος αυτός, κατά το σχετικό μέρος του, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι η μεταβολή αυτή δεν αποτελεί πράγμα με την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, ώστε να λαμβάνεται υπόψη μόνο κατόπιν προτάσεως αυτής από τους διαδίκους. Εξάλλου, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμός 8 του ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο λαμβάνει υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση στην έκβαση της δίκης, όπως την ύπαρξη δεδικασμένου, και όχι όταν, εφαρμόζοντας το νόμο, δέχεται αυτεπαγγέλτως την μη ύπαρξη δεδικασμένου.

Επομένως, ο ίδιος πιο πάνω (δεύτερος ) λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος του με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο παρά το νόμο δέχθηκε ότι δεν απορρέει δεδικασμένο από τις πιο πάνω δικαστικές αποφάσεις, παρά τη μη προβολή του από τους διαδίκους, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος.

ΙΙ.- Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση διότι αφενός παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμό της περί απορρίψεως ως απαραδέκτου της έφεσης λόγω αντιφατικότητας των λόγων της και αφετέρου παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την έφεση.

Όμως ,το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, με το να δεχθεί την έφεση κατ' ουσίαν μετά από εξέταση του παραδεκτού και του βάσιμου των λόγων της, έλαβε υπόψη τον άνω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας και τον απέρριψε και, επομένως, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αναιρετικού λόγου του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γι' αυτό και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως κατά το σχετικό μέρος του πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος του από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, εφόσον η διάταξη αυτή αναφέρεται στις ενώπιον του δικαστηρίου ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις που καθιστούν άκυρα ή απαράδεκτα τα εισαγωγική της δίκης έγγραφα, όπως η έφεση ( εκπρόθεσμη άσκηση, προσβλητό ή όχι με έφεση απόφασης, ποιοι δικαιούνται σε άσκηση έφεσης) και όσες ακυρότητες, απαράδεκτα ή εκπτώσεις δημιουργούντα κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία.

Το απαράδεκτο λόγου έφεσης δεν υπάγεται στην άνω διάταξη, αφού όταν αυτό συντρέχει , η έφεση απορρίπτεται κατ' ουσίαν και όχι ως απαράδεκτη.

ΙΙΙ.- Κατά το άρθρο 559 αρ. 18 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση, κατά δε το άρθρο 579 § 1 εδ. β' αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο κατά το σημείο που στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση.

Τέλος, ορίζεται στο άρθρο 580 § 4 ΚΠολΔ ότι οι αποφάσεις της Ολομελείας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν και στο άρθρο 581 § 2 ΚΠολΔ στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αναιρετική απόφαση.

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας υποχρεούται να συμμορφωθεί προς την αναιρετική απόφαση αναφορικά με το νομικό ζήτημα που έλυσε ο 'Αρειος Πάγος δεχόμενος το σχετικό λόγο αναιρέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, με την υπ' αριθμ. 1670/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε στο σύνολό της η 7608/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών για τον εκ του αριθμού 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο της παρά το νόμο παραδοχής ότι υπάρχει δεδικασμένο από τις υπ' αριθμ.9570/1996 και 9864/1995 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών και ειδικότερα, για τις αναφερόμενες στην αγωγή μισθολογικές διαφορές του χρονικού διαστήματος από 1-1-1994 έως 31-12-1995 και παραπέμφθηκε η υπόθεση κατά το εν λόγω κεφάλαιο προς περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών.

Από το περιεχόμενο αυτό της αναιρετικής αποφάσεως αβίαστα προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αναιρέθηκε κατά το εν λόγω κεφάλαιο της αγωγής. Το Εφετείο, ως Δικαστήριο της παραπομπής, δεσμευόμενο από την ανωτέρω αναιρετική απόφαση ως προς το ζήτημα της ανυπαρξίας δεδικασμένου για τις μισθολογικές διαφορές του προαναφερόμενου χρονικού διαστήματος, με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως αβίαστα από αυτήν προκύπτει, δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου και μετά από εξαφάνιση (ολική) της πρωτόδικης απόφασης, απέρριψε την ένδικη αγωγή ως μη νόμιμη στο σύνολό της, δηλαδή όχι μόνο κατά το κεφάλαιό της που αφορά τις μισθολογικές διαφορές του παραπάνω χρονικού διαστήματος αλλά και εκείνες του χρονικού διαστήματος από 1-12-1993 έως 31-12-1993, ζήτημα το οποίο δεν απασχόλησε τον Άρειο Πάγο.

Με την κρίση του όμως αυτή εσφαλμένα εκτίμησε το περιεχόμενο της ως άνω αναιρετικής απόφασης και δεν συζήτησε την υπόθεση μέσα στα όρια που διέγραψε αυτή. Σε συνέπεια με την παραδοχή της αυτή έκρινε παρά το νόμο, κατά τον βάσιμο περί τούτου τέταρτο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 18 ΚΠολΔ, με την έννοια της μερικής μόνο συμμόρφωσης προς την αναιρετική απόφαση και της μη συζήτησης της υπόθεσης μέσα στα όρια που αυτή διέγραψε και πρέπει κατά παραδοχή του άνω λόγου, κατά το σχετικό μέρος του, να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως και αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το κεφάλαιο αυτής κατά το οποίο απορρίφθηκε η ένδικη αγωγή ως μη νόμιμη για τις μισθολογικές διαφορές του χρονικού διαστήματος από 1-12-1993 έως 31-12-1993 με παράλληλη παραπομπή της υποθέσεως για περαιτέρω κατά τούτο εκδίκασή της στο ίδιο Εφετείο συντιθέμενο από άλλους δικαστές (ΚΠολΔ 580 §3).

Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 6016/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιό της.

Παραπέμπει την υπόθεση ως προς το αναιρούμενο κεφάλαιο για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιανουαρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ