Legislator Case Law & Legislation
276/2007 AI generated

276/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 276/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

276/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 276 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 276/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1΄ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ...., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Γιαμαλάκη. Του αναιρεσίβλητου: ...., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Καστριτσέα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-5-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1821/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 2825/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-6-2006 αίτησή της και τους από 2-11-2006 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αλέξανδρος Νικάκης, διάβασε την από 14-11-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου του κυρίου δικογράφου της αναιρέσεως, την απόρριψη των υπολοίπων, ως και του δικογράφου του προσθέτου λόγου. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Ειδικά για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου από το δικαστήριο της ουσίας (αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.

Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθεται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου αναιρέσεως δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ ΑΠ 20/2005, ΑΠ 27/1998, Απ 32/1996).

Εξάλλου οι οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που περιέχουν σαφείς και ακριβείς κανόνες δικαίου δεκτικούς απ' ευθείας εφαρμογής, δεσμεύουν το κράτος αποδέκτη. Η ισχύς όμως αυτή της Οδηγίας είναι μόνο κάθετη, δηλαδή έναντι του κράτους, όχι δε και οριζόντια, δηλαδή έναντι ιδιωτών. Έναντι αυτών η ενέργεια των Οδηγιών δεν ολοκληρώνεται χωρίς την έκδοση πράξεως του εθνικού νομοθέτη.

Έτσι, σε αντίθεση με τους Κανονισμούς, οι εκδιδόμενες οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προτού επικυρωθούν με πράξη του εθνικού νομοθέτη, δεν αποτελούν κανόνες δικαίου αμέσως εφαρμοζόμενους στην εσωτερική έννομη τάξη κάθε κράτους μέλους (ΑΠ 1330/2000). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, διότι παραβίασε την οδηγία 97/81/Ε.Κ., δεχόμενο ότι η από 1.2.2000 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας της αναιρεσείουσας, αφορούσε σύμβαση μερικής απασχολήσεως, η οποία ήταν άκυρη, επειδή δεν καταρτίστηκε εγγράφως και απέρριψε την έφεσή της, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση που απέρριψε την αγωγή της.

Στο αναιρετήριο όμως εκτίθενται μόνο οι πραγματικοί ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας, μεμονωμένες νομικές σκέψεις και αποσπασματικές παραδοχές του Εφετείου, ενώ δεν παρατίθενται οι ουσιαστικές παραδοχές αυτού, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε τούτο ως αποδειχθέντα, για να στηρίξει τη φερόμενη ως εσφαλμένη κρίση του, ούτε καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, στην οποία ενσωματώθηκε η ανωτέρω Οδηγία και παραβιάστηκε με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή της.

Επομένως, με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, δεν είναι δυνατόν να ελεγχθεί και στοιχειοθετηθεί ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος, ο οποίος γι' αυτό πρέπει ν' απορριφθεί ως αόριστος. Πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι παραδεκτώς προτεινόμενοι, στηρίζουν κατά το νόμο αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση των διαδίκων (αγωγή, ένσταση, ανακοπή, ένδικο μέσο) όχι όμως και οι αρνητικοί της αγωγής ή της οικείας ενστάσεως ισχυρισμοί, τα απλά επιχειρήματα των διαδίκων και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από τις αποδείξεις και τείνουν σε ενίσχυση ή αποδυνάμωση της βάσεως της αγωγής ή της ένστασης.

Με το δεύτερο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, ότι κατά το πρώτο έτος της εργασίας της είχε πλήρη απασχόληση, που αποδεικνύονταν από το γεγονός, ότι το μικρότερο τέκνο του αναιρεσιβλήτου ήταν προσχολικής ηλικίας, οπότε ήταν απολύτως αναγκαία η φύλαξή του, όλο το χρονικό διάστημα απουσίας της μητέρας του, την ομολογία του αναιρεσιβλήτου με τις προτάσεις του και τις 860 και 861/2006 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών.

Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, καθόσον οι ισχυρισμοί αυτοί δεν αποτελούν πράγματα κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, αλλά επιχειρήματα της αναιρεσείουσας προς ενίσχυση της αγωγής της, ότι καταρτίστηκε σύμβαση αποκλειστικής απασχόλησης. Αντιφατικότητα αιτιολογιών υπάρχει όταν εξαιτίας της δεν προκύπτει ποιά πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεχθεί αν σωστά εφάρμοσε το νόμο.

Δεν υπάρχει όμως έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ., όταν πρόκειται για αντιφάσεις ή ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον τούτο διατυπώνεται σαφώς. Επομένως, ο τρίτος και πέμπτος λόγοι της αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλεται η αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ για έλλειψη νόμιμης βάσης, διότι το Εφετείο δέχθηκε, ότι α) ότι οι μάρτυρες του αναιρεσιβλήτου για το μέρος των καταθέσεών του, κρίθηκαν ως αξιόπιστοι, επειδή ήταν περισσότεροι σε αριθμό, είναι γείτονες και γνώριζαν τα ωράρια της εργασίας της συζύγου του αναιρεσιβλήτου, δεν αξιολογήθηκε το περιεχόμενο των καταθέσεων και των ενόρκων βεβαιώσεων των μαρτύρων της αναιρεσείουσας, και αξιολογήθηκε το εβδομαδιαίο πρόγραμμα της συζύγου του αναιρεσιβλήτου, κατά τρόπο αντίθετο, αφού από αυτό προέκυπτε, ότι εργάζονταν κυρίως σε πρωινή βάρδια και έτσι αποδεικνύονταν η αποκλειστική της απασχόληση, είναι απαράδεκτοι, διότι αφορούν την αξιολόγηση των αποδείξεων.

Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 10 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται ως αληθινά γεγονότα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση, χωρίς να εκθέτει ούτε γενικώς από ποία αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη, χωρίς να απαιτείται να αξιολογεί τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύει τα έγγραφα. Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει, ότι το Εφετείο εκθέτει σ΄ αυτήν όλα τα αποδεικτικά μέσα, ήτοι τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάστηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, τις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων των διαδίκων ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, καθώς και τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, από τα οποία άντλησε την κρίση του, ότι αποδείχθηκαν και είναι αληθινά όλα τα παρατιθέμενα στην απόφασή του και έχοντας ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πραγματικά περιστατικά. Επομένως, ο από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τέταρτος λόγος του αναιρετηρίου με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι αβάσιμος.

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμ. 12 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως δεν ιδρύεται στην ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, στην οποία δεν έχουν αποδεικτική δύναμη τα διάφορα αποδεικτικά μέσα, αλλά ισχύει ο γενικός κανόνας του άρθρου 340 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο το δικαστήριο κρίνει ελεύθερα, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθμ. 13 του ιδίου κώδικα λόγος δεν ιδρύεται στην εργατική διαδικασία, όπου δεν υπάρχει υποκειμενικό βάρος αποδείξεως, αφού δεν εκδίδεται προδικαστική απόφαση. Επομένως, ο έκτος λόγος της αναιρέσεως, ότι το Εφετείο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ειδικά δε ως προς την εκτίμηση των ενόρκων βεβαιώσεων των μαρτύρων των διαδίκων και εφάρμοσε εσφαλμένα τους ορισμούς του νόμου, μετατοπίζοντας στην αναιρεσείουσα το βάρος αποδείξεως της μερικής απασχόλησής της, είναι απαράδεκτος. Τέλος, ο πρόσθετος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο δεν πλήττεται συγκεκριμένο κεφάλαιο της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως για κάποιον από τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αόριστος και απορριπτέος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22.6.2006 αίτηση της .... για αναίρεση της 2825/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία καθορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Δεκεμβρίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα, στις 8 Φεβρουαρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ