Supreme Court dismisses appeal against land ownership recognition, upholding lower court's finding of bad faith possession.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the Eurobank's appeal against the Athens Court of Appeal's decision recognizing the State's ownership of a property. The lower court found the bank's possession invalid because it lasted less than ten years and the bank acted in bad faith by repeatedly requesting the State to purchase the land. Consequently, the court ruled that the bank's claim for forced execution was legally unfounded and rejected the appeal.
Legislator headnote
AI generatedArt. 4 para. 1 Law 3127/2003; Art. 559 no. 1 and 19 of the Code of Civil Procedure: The court must reject an appeal if the lower court correctly determined that the possessor failed to hold the property for ten years and acted in bad faith, thereby invalidating the claim for forced execution.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 275 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 275/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Κοντό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Μαρία Βασδέκη - Εισηγήτρια, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου και Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα E.F.G. Eurobank Ergasias Ανώνυμη Εταιρεία" και τον διακριτικό τίτλο "Eurobank Ergasias", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της (πρώην) τράπεζας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ Α.Ε.". Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπύρο Λάλα.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον κ. Υπουργό των Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην …. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Ηλία Νίκα, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Κοινοποιουμένη προς: Ε. - Σ. Α. Γ., κάτοικο ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-10-2008 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3448/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 3025/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-3-2012 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Βασδέκη ανέγνωσε την από 22-11-2019 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινομένη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 3025/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία και δέχθηκε την από 31-8-2010 έφεση του αναιρεσίβλητου κατά της 3448/2010 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή είχε απορριφθεί η από 22-10-2008 διεκδικητική ανακοπή του αναιρεσίβλητου για την αναγνώριση της κυριότητάς του σε τμήμα του ακινήτου που είχε κατάσχει η αναιρεσείουσα για την ικανοποίηση απαιτήσεών της κατά του προς ον η κοινοποίηση. Το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, διακράτησε την υπόθεση, δέχθηκε την ανακοπή του αναιρεσίβλητου, ακύρωσε τις πράξεις εκτελέσεως της αναιρεσείουσας και αναγνώρισε την κυριότητα του αναιρεσίβλητου στο επίδικο ακίνητο εμβαδού 554,60 τ.μ.
Η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή αυτή που συνδέεται με την εκτίμηση του δικαστηρίου ως προς τον εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο, για την κρίση του ως προς τη νομική βασιμότητα της αγωγής, είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί, είτε αρκέσθηκε σε λιγότερα.
Αντιθέτως, η ποσοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν συγκεκριμενοποιούνται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αρ. 8 ή 14 ΚΠολΔ. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 111 παρ. 2, 216 παρ. 1, 335 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αγωγή πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγόμενου.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Συνεπώς, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και αναιρεσείων είναι ο εφεσίβλητος, πρέπει να έχει επαναφέρει τους ισχυρισμούς που πρόβαλε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο με τις ενώπιον του εφετείου προτάσεις του, σύμφωνα με το άρθρο 240 ΚΠολΔ, ώστε να μπορεί επί των ισχυρισμών αυτών να στηρίξει λόγο αναίρεσης. Βέβαια, στην περίπτωση αυτή, μπορεί να υποβάλει στο εφετείο αυτοτελείς ισχυρισμούς προς υπεράσπισή του κατά της εφέσεως (άρθρο 527 παρ. 1 ΚΠολΔ), οπότε και επί των ισχυρισμών αυτών μπορεί, φυσικά, να στηρίξει λόγο αναίρεσης. Ωστόσο, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός στον οποίο εκείνος στηρίζεται είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο εφετείο με τις προτάσεις του προς αντίκρουση των λόγων έφεσης του αναιρεσίβλητου ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προαναφερθείσες.
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο που την εξέδωσε παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 του β.δ. της 17-11/1-12-1836 "Περί ιδιωτικών δασών", 1 ν. ΛΧΝ'/1998 "Περί διακρίσεως και οριοθεσίας των δασών", η οποία περιλήφθηκε ως άρθρο 57 στο ν. 3077/1924 "Περί δασικού κώδικος" και ουσιαστικά δεν διαφέρει από τις διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 1 και 2 ν. 998/1979, κρίνοντας ορισμένη την ανακοπή για την κατάφαση της κυριότητας του αναιρεσίβλητου στο επίδικο ακίνητο, για την οποία αρκέσθηκε σε μόνη την επίκληση ότι αυτό ουδέποτε απέβαλε το δημόσιο χαρακτήρα του, ακόμη και μετά τον αποχαρακτηρισμό του ως δάσους, παρά το ότι δεν ιστορούσε στην ανακοπή τον τρόπο κτήσεως της κυριότητάς του. Ωστόσο, δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι οι ανωτέρω αιτιάσεις της αναιρεσείουσας στις οποίες ο λόγος αυτός στηρίζεται προτάθηκαν από αυτήν νομίμως στο Εφετείο, δηλαδή με τις προτάσεις της προς αντίκρουση της εφέσεως του αναιρεσίβλητου, -ενόψει του ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είχε εξαφανίσει την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου-, ή ότι συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ. Κατά συνέπεια ο λόγος αυτός, κατά το πρώτο σκέλος, είναι απαράδεκτος.
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου η αναιρεσείουσα αποδίδει στην εφετειακή απόφαση την πλημμέλεια ότι σε κάθε περίπτωση προέβη στην αναγνώριση της κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου, χωρίς να περιλαμβάνει στην ελάσσονα πρόταση οποιοδήποτε πραγματικό περιστατικό που να οδηγεί στην εφαρμογή των κανόνων δικαίου που προαναφέρθηκαν, ώστε να καθορίζεται αν κατέστη αυτό κύριος με πρωτότυπο ή παράγωγο τρόπο.
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο ως προς το ζήτημα αυτό δέχθηκε τα ακόλουθα: "... Με την .../30-5-1997 πράξη σύστασης οριζόντιας και κάθετης ιδιοκτησίας και διανομής κτισμάτων της ίδιας ... συμβολαιογράφου που μεταγράφηκε νόμιμα, οι ανωτέρω τρεις συγκύριοι (β' εφεσίβλητος και οι αδελφές του Ν.
και Σ. Γ.), επικαλούμενοι τις προαναφερθείσες γονικές παροχές της μητέρας τους Μ. Γ. με τα .../23-6-1983, .../22-2-1986 και .../31-3-1997 συμβόλαια της ανωτέρω συμβολαιογράφου, στην οποία είχε περιέλθειτο όλο ακίνητο με τα τρία αγοραπωλητήρια συμβόλαια (.../1943, .../1947 και .../1960), υπήγαγαν το ενιαίο πλέον οικόπεδο των 1.809,15 τ.μ. στις διατάξεις του ν. 3741/1929 και καθόρισαν τις δύο κάθετες ιδιοκτησίες (βόρειο και νότιο τμήμα του οικοπέδου), από τις οποίες ο β' εφεσίβλητος έλαβε το βόρειο τμήμα αυτού εκτάσεως 836,60 τ.μ., το οποίο φαίνεται στο τοπογραφικό διάγραμμα που προσαρτήθηκε στην ως άνω πράξη σύστασης οριζόντιας και κάθετης ιδιοκτησίας.
Από τους παραπάνω τίτλους προκύπτει ότι, όσον αφορά την έκταση των 1.278,27 τ.μ., υπάρχει διαδοχική μεταβίβαση αυτής με συμβόλαια νόμιμα μεταγραμμένα, όσον αφορά όμως την έκταση των 531,60 τ.μ., το πρώτον εμφανίζεται στο .../31-3-1997 συμβόλαιο γονικής παροχής, ως περιελθούσα στη μητέρα του β' εφεσίβλητου με το .../1943 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο που δεν προσκομίζεται και κατά τους ισχυρισμούς του β' εφεσίβλητου προέρχεται από την έκταση που είχε παραχωρηθεί με το ...1928 παραχωρητήριο Αεροπορικής Αμύνης στον Χ.
Κ.. Εκτός όμως από τις παραπάνω αγοραπωλησίες και γονικές παροχές η μητέρα και δικαιοπάροχος του β' εφεσίβλητου Μ. Γ. είχε προβεί και στις ακόλουθες ενέργειες. Κατά το έτος 1959, επεκτάθηκε προς βορρά του αγορασθέντος με το .../1947 συμβόλαιο ακινήτου και καταπάτησε δημόσια δασική έκταση στη θέση "..." Αγίας Παρασκευής, (εκτός από την έκταση των 370 τ.μ.
δημόσιας γης που εν τέλει της παραχωρήθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο λόγω πωλήσεως με το .../1960 προαναφερθέν συμβόλαιο), εμβαδού αρχικά 487 τ.μ. εντός της οποίας φύτεψε διάφορα δένδρα και προέβη σε εκβραχισμούς ... Το έτος 1963 η Μ. Γ. με αίτησή της ζήτησε από το Υπουργείο Οικονομικών να εξαγοράσει δημόσια έκταση 585 τ.μ., πλην όμως η αίτησή της αυτή δεν εξετάστηκε, στη συνέχεια το έτος 1978 επανήλθε με νέα αίτησή της προς την Επιτροπή Δημοσίων Κτημάτων ...
και ζήτησε την εξαγορά της ίδιας έκτασης των 585 τ.μ. στη θέση "..." Αγίας Παρασκευής που κατείχε αυθαίρετα, πλην όμως η αίτησή της αυτή απορρίφθηκε με την …30/10-3-1982 απόφαση του Νομάρχη Αττικής, διότι δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις του ν. 719/1977. Μετά την υπαγωγή του όλου ακινήτου των 1.809,15 τ.μ. στο ν. 3741/1929 με την υπογραφή της .../30-5-1997 πράξης σύστασης οριζόντιας και κάθετης ιδιοκτησίας, ο β' εφεσίβλητος ζήτησε στις 14-11-1997 και έλαβε την …/1999 άδεια οικοδομής από την αρμόδια πολεοδομία της Αγίας Παρασκευής καί άρχισε να ανεγείρει τριώροφη οικοδομή στο βόρειο τμήμα εξ 836,60 τ.μ.
της κάθετης ιδιοκτησίας που είχε λάβει με την παραπάνω πράξη. Ωστόσο, και ενώ η οικοδομή βρισκόταν στο στάδιο του μπετόν, κατόπιν καταγγελιών ότι η οικοδομή ανεγείρεται σε δημόσια έκταση, με το ...99/8-6-1999 έγγραφο της Κτηματικής Υπηρεσίας Ανατολικής Αττικής ζητήθηκε από την Πολεοδομία Ανατολικής Αττικής η ανάκληση της ανωτέρω οικοδομικής άδειας, πράγμα που έγινε.
Μετά ταύτα επελήφθη του ζητήματος που είχε ανακύψει η Κτηματική Υπηρεσία Ανατολικής Αττικής και κατόπιν επιτόπιων ελέγχων, ελέγχου και εφαρμογής των προσκομισθέντων τίτλων (όλων των προαναφερθέντων πλην του .../1943 συμβολαίου που δεν προσκομίστηκε) και αφού συνετάγησαν δύο τεχνικές εκθέσεις και δύο εκθέσεις ελέγχου της ανωτέρω υπηρεσίας, προέκυψε ότι τμήμα εμβαδού 554,60 τ.μ. (που είναι το επίδικο) από την κάθετη ιδιοκτησία των 836,60 τ.μ.
του β' εφεσιβλήτου όπου μάλιστα είχε ανεγερθεί τριώροφη οικοδομή στο στάδιο του μπετόν, συμπίπτει με την έκταση των 585 τ.μ. που είχε ζητήσει να εξαγοράσει τα έτη 1963 και 1978 η μητέρα του β' εφεσιβλήτου Μ. Γ. και αποτελεί τμήμα της δημόσιας αποχαρακτηρισθείσας δασικής έκτασης εμβαδού 1903,20 τ.μ., που απεικονίζεται στο σχεδιάγραμμα που συνέταξαν οι τοπογράφοι μηχανικοί της Κτηματικής Υπηρεσίας και έχει καταγραφεί ως δημόσιο κτήμα με ..., φαίνεται δε τούτο (επίδικο εδαφοτεμάχιο) στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα και συνορεύει βόρεια με την οδό ..., νότια με την υπόλοιπη ιδιοκτησία Γ.
και ανατολικά και δυτικά με υπόλοιπη δημόσια έκταση. Ο τελευταίος, μη αμφισβητώντας κατ' ουσίαν το δημόσιο χαρακτήρα της εκτάσεως των 554,60 τ.μ. που κατέχει, με τις από 20-7-1999 δύο αιτήσεις του προς την Κτηματική Υπηρεσία Ανατολικής Αττικής ζήτησε εξωδίκως την εφαρμογή του άρθρου 1010 ΑΚ, ώστε να μεταβιβαστεί σ' αυτόν "το τμήμα που ανήκει στο δημόσιο", πλην όμως η αίτησή του αυτή απορρίφθηκε με το 6024/2-11-2000 πρακτικό του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και στη συνέχεια αυτός επανήλθε με νέα αίτησή του στις 23-5-2001, ζητώντας την επανεξέταση της αιτήσεώς του, περί απευθείας εξαγοράς δημόσιας έκτασης από το Δημόσιο.
Από όλα όσα αναφέρθηκαν παραπάνω, αποδείχθηκε ότι το επίδικο εδαφοτεμάχιο των 554,60 τ.μ. είναι δημόσιο κτήμα, αποτελεί τμήμα του ευρύτερου δημόσιου κτήματος με ..., που βρίσκεται στη θέση "..." Αγίας Παρασκευής, το οποίο ουδέποτε απέβαλε το δημόσιο χαρακτήρα του μετά τον αποχαρακτηρισμό του ως δάσους και την ένταξή του στο σχέδιο πόλης και συμπίπτει με τη δημόσια δασική έκταση που η μητέρα του β' εφεσιβλήτου, Μ.
Γ., είχε καταλάβει το έτος 1959, εμβαδού αρχικά 487 τ/μ. και στη συνέχεια το έτος 1963 585 τ.μ., καθώς και με τα 531,60 τ.μ. που μεταβίβασε αυτή στο β' εφεσίβλητο και στις θυγατέρες της Ν. και Σ. Γ. με το .../1997 συμβόλαιο γονικής παροχής, σύμφωνα με το οποίο είχε περιέλθει στην κυριότητά της με το μη προσκομιζόμενο .../1943 συμβόλαιο αγοραπωλησίας.
Τούτο δε προκύπτει από την περιγραφή του ως άνω οικοπέδου των 531,60 τ.μ. στο ανωτέρω συμβόλαιο γονικής παροχής, σύμφωνα με το οποίο συνορεύει βόρεια σε πρόσωπο 38,43 μ. με οδό ..., νότια με ιδιοκτησία τέκνων Μ. Γ., ανατολικά με ιδιοκτησία Θ. Τ. και δυτικά με πολυκατοικία Φ.. Και ναι μεν τα ανατολικά και δυτικά όρια αυτού δεν συμπίπτουν με τα όρια που αναφέρονται στο παραπάνω τοπογραφικό διάγραμμα, που έχουν συντάξει οι τοπογράφοι μηχανικοί της Κτηματικής Υπηρεσίας, ωστόσο, σύμφωνα με το από 5-2-2003 φύλλο από το Γενικό Βιβλίο Καταγραφής οι ως άνω Θ.
Τ. και φ… κατέχουν 668 τ.μ. και 287 τ.μ., αντιστοίχως του δημοσίου κτήματος με .... Εξάλλου, ο β' εφεσίβλητος, ισχυριζόμενος ότι η εδαφική έκταση των 531,60 τ.μ. προέρχεται από την έκταση που είχε παραχωρηθεί με το παραχωρητήριο του 1928 από την Αεροπορική Άμυνα στον X. Κ., δεν αμφισβητεί τον αρχικό δημόσιο χαρακτήρα των 531,60 τ.μ.".
Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο δέχθηκε το δημόσιο χαρακτήρα του επίδικου ακινήτου και δεχόμενο ακολούθως την ανακοπή του Ελληνικού Δημοσίου αναγνώρισε την κυριότητά του σ' αυτό και ακύρωσε τις πράξεις εκτελέσεως της αναιρεσείουσας σε βάρος του Ε. -Σ. Γ..
Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 936 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο των 554,60 τ.μ. αποτελεί τμήμα του ευρύτερου δημόσιου κτήματος με ..., που βρίσκεται στη θέση "..." Αγίας Παρασκευής, το οποίο ουδέποτε απέβαλε το δημόσιο χαρακτήρα του μετά τον αποχαρακτηρισμό του ως δάσους και την ένταξή του στο σχέδιο πόλεως και συμπίπτει με τη δημόσια δασική έκταση που είχε καταλάβει το έτος 1959 η μητέρα του β' εφεσιβλήτου, Μ. Γ., και ότι τόσο η ίδια όσο και ο β' εφεσίβλητος, ως ειδικός διάδοχός της, αναγνώριζαν πάντοτε το χαρακτήρα της εκτάσεως αυτής ως δημόσιας, την οποία είχε καταλάβει η πρώτη τούτων αυθαίρετα, και για το λόγο αυτό, επικαλούμενοι κατά καιρούς διάφορους νομικούς λόγους, ζητούσαν να τους μεταβιβασθεί κατά κυριότητα. Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ 1/ 2019).Επίσης κατά το άρθρο 4 παρ. 1 ν. 3127/2003 "Σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό που προϋφίσταται του έτους 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2.000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου εφόσον:
α) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, αδιαταράκτως για δέκα (10) έτη το ακίνητο, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, υπέρ του ίδιου ή του δικαιοπαρόχου του, που έχει καταρτισθεί και μεταγράφει μετά την 23.2.1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη, ή β) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, το ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη.
Στο χρόνο νομής που ορίζεται στις περιπτώσεις α' και β' προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 του ΑΚ".
Στην προκειμένη περίπτωση, επί της προβληθείσας ένστασης χρησικτησίας των καθών η ανακοπή - εφεσιβλήτων το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση τα ακόλουθα: "Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η δικαιοπάροχος του β' εφεσιβλήτου, μητέρα του Μ. Γ., ήταν κακής πίστεως, αφού γνώριζε ότι αυτό ανήκε στο Δημόσιο και ότι δεν είχε αποκτήσει κυριότητα σ' αυτό, γι' αυτό άλλωστε κατά τα έτη 1963 και 1978 υπέβαλε αιτήματα προς εξαγορά του.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στο επίδικο ακίνητο των 554,60 τ.μ. ο β' εφεσίβλητος ουδέποτε απέκτησε κυριότητα με χρησικτησία κατά τη διάταξη του άρθρου 4 ν. 3127/2003, καθόσον στην περίπτωσή του δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής αφενός η περίπτωση του εδ. α', αφού ο ίδιος δεν νεμόταν το ακίνητο για δέκα έτη μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, δεδομένου ότι ούτε ο χρόνος αφότου απέκτησε τη νομή αυτού από το έτος 1997 έως το 2003 επαρκεί για τη συμπλήρωση δεκαετίας, ούτε ο νόμιμος τίτλος (γονική παροχή),βάσει του οποίου νεμόταν αυτό, είναι από επαχθή αιτία, αλλά ούτε και η περίπτωση το εδ.
β' τυγχάνει εφαρμογής στην ένδικη υπόθεση, αφού αποδείχθηκε ότι ναι μεν υφίσταται τριακονταετής νομή του ακινήτου μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου με την προσμέτρηση της νομής της δικαιοπαρόχου αυτού (μητέρας του) στο δικό του χρόνο νομής, ωστόσο αυτή (δικαιοπάροχος) βρισκόταν σε κακή πίστη, αφού με βάση όσα αναφέρθηκαν παραπάνω, αυτή, εκτός του ότι γνώριζε ότι το ακίνητο ανήκε στο Δημόσιο, ουδέποτε είχε την πεποίθηση ότι απέκτησε την κυριότητα, δεδομένου ότι επανειλημμένως ζήτησε την εξαγορά του".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμη την καταλυτική της ανακοπής ένσταση του β' εφεσιβλήτου και ακολούθως έκρινε ότι ακύρως χώρησε η αναγκαστική εκτέλεση στο επίδικο ακίνητο με επίσπευση της αναιρεσείουσας. Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, και ειδικότερα τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 ν. 3127/2003 και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης εφόσον τα πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως δέχθηκε, δεν υπάγονταν στο πεδίο εφαρμογής ούτε της πρώτης ούτε της δεύτερης περιπτώσεως του ως άνω άρθρου.
Ειδικότερα, ορθά έκρινε το Εφετείο ότι δεν συμπληρώνεται στο πρόσωπο του β' εφεσιβλήτου χρόνος νομής δέκα ετών, δεδομένου ότι αφότου το 1997 το επίδικο ακίνητο περιήλθε στη νομή του μέχρι την έναρξη ισχύος του ν. 3127/2003 δεν παρήλθε χρονικό διάστημα δέκα (10) ετών, ορθά δε στη συνέχεια δεν προσμέτρησε στο χρόνο νομής του και αυτόν της δικαιοπαρόχου του, εφόσον κατά την έρευνα της δεύτερης περιπτώσεως του ως άνω άρθρου δέχθηκε ανελέγκτως ότι η μητέρα του β' εφεσιβλήτου Μ.
Γ. ήταν κακής πίστεως νομέας, γιατί γνώριζε ότι το επίδικο ανήκε στο Δημόσιο και για το λόγο αυτό επανειλημμένως ζήτησε να το αγοράσει. Επιπλέον, ορθά έκρινε το Εφετείο ότι ο νόμιμος τίτλος (γονική παροχή), βάσει του οποίου νεμόταν αυτός, δεν είναι από επαχθή αιτία (ΑΠ 778/2015 ), δεδομένου ότι η γονική παροχή συνιστά μεν εκπλήρωση νομικής υποχρεώσεως των γονέων προς τα τέκνα των, έναντι όμως των τρίτων λογίζεται πάντοτε ως παροχή από χαριστική αιτία.
Επομένως, και ο από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατόπιν όλων των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου ( άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ) μειωμένα κατά το άρθρο 22 Ν. 3693/1957.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28/3/2012 αίτηση αναίρεσης της Τραπεζικής Εταιρείας "Τράπεζα E.F.G Eurobank - Ergasias Α.Ε" κατά της υπ' αριθ. 3025/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ,αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Φεβρουαρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Μαρτίου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ