Legislator Case Law & Legislation
275/2019 AI generated

Supreme Court dismisses municipality's request for retrial due to lawyer's failure to cite prior administrative decision.

Case Number 275/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the municipality's request to reinstate proceedings following its previous rejection. The municipality argued that the prior decision was invalid, but the court found the failure to cite the administrative committee's report constituted a procedural fault by the lawyer. Consequently, the court ruled that this failure did not qualify as superior force under the Civil Procedure Code.

Legislator headnote

AI generated

Article 152 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure; superior force excludes the lawyer's failure to cite relevant documents, constituting a fault rather than an unforeseeable event.

Keywords

AI generated
superior force reinstatement of proceedings lawyer fault civil procedure code municipal liability

Cited Legislation

AI generated
Article 152 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 152 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 573 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 227 of the Code of Civil Procedure
Article 67 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
Article 281 paragraph 2 of Law 3463/2006

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 275 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 275/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Δεκεμβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - καλούντος: ΟΤΑ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Παπαδογιάννη.

Του αναιρεσιβλήτου - καθ' ου η κλήση: Σ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Αθανασόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-10-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ορεστάδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 123/2016 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 13-10-2016 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 2066/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία απέρριψε την ως άνω αίτηση του Δήμου ...ς ως απαράδεκτη. Με την από 26-3-2018 κλήση - αίτησή του ο καλών - αναιρεσείων ζητεί την επαναφορά των πραγμάτων στην προ της εκδόσεως της 2066/2017 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου κατάσταση.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Αντώνιο Τσαλαπόρτα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος - καλούντος ζήτησε ότι με την ως άνω κλήση του, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου - καθ' ου η κλήση την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τη ρύθμιση του άρθρου 152 παρ. 1 ΚΠολΔ, η ανώτερη βία, ως λόγος επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, διαχωρίζεται από το πταίσμα του δικαστικού πληρεξούσιου ή του νόμιμου αντιπροσώπου του αιτούντος διαδίκου, που θεωρείται κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, ότι δεν συνιστά λόγο επαναφοράς.

Ως ανώτερη βία, κατά την έννοια του άρθρου 152 παρ. 1 ΚΠολΔ, θεωρείται κάθε παρακωλυτικό της τήρησης δικονομικής προθεσμίας γεγονός, που ήταν απρόβλεπτο (ή ανεπίτρεπτο) και δεν μπορούσε, στη συγκεκριμένη περίπτωση, να αποτραπεί ούτε με τη λήψη μέτρων άκρας επιμελείας και σύνεσης, συνεπαγόμενο αντικειμενικά, χωρίς, δηλαδή, οποιοδήποτε πταίσμα του διαδίκου, του πληρεξούσιου δικηγόρου του ή του νόμιμου αντιπροσώπου του, μη εξαιρουμένης ούτε της ελαφράς αμέλειας των τελευταίων, την παρακώλυση του αιτούντος διαδίκου στην τήρηση της δικονομικής προθεσμίας.

Κατά την εξειδίκευση της αορίστου νομικής έννοιας της ανωτέρας βίας στο χώρο του δικονομικού δικαίου και ειδικότερα στη διάταξη του άρθρου 152 παρ. 1 ΚΠολΔ, αυτή ταυτίζεται κατά τον πυρήνα της με την ομώνυμη έννοια εκείνης του ουσιαστικού δικαίου. Διαφοροποιείται, όμως, έναντι της τελευταίας μόνο κατά τις συνέπειες, ως συνεπαγόμενη την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, με την ανατροπή της κύρωσης από την παράβαση δικονομικού βάρους, ενώ κατά το ουσιαστικό δίκαιο, λειτουργεί ως λόγος απαλλαγής του οφειλέτη.

Κατά το περιεχόμενό της, επομένως, η "δικονομική" ανώτερη βία είναι η κατάστασή της, παρά την καταβολή εξιδιασμένης προσοχής και επιμέλειας από μέρους του διαδίκου ή του πληρεξούσιου δικηγόρου του, αδυναμίας ανταπόκρισης σε δικονομικό βάρος του, εξαιτίας της οποίας η διαδικαστική πράξη του πάσχει ακυρότητα ή απαράδεκτο.

Στην έννοιά της περιλαμβάνεται οποιοδήποτε ανυπαίτιο εξαιρετικής φύσης γεγονός που ήταν απρόβλεπτο και δεν μπορούσε στη συγκεκριμένη περίπτωση να αποτραπεί από τον διάδικο ούτε με την επίδειξη άκρας επιμελείας και συνέσεως, ανεξάρτητα εάν είναι εξωτερικό γεγονός ή όχι (Ολ.ΑΠ 29/1992, ΑΠ 178/2011, ΑΠ 366/2010, ΑΠ 518/2010, ΑΠ 1587 - 8/2009, ΑΠ 308/2007 Νόμος).

Η εξειδίκευση, ειδικότερα, της έννοιας της ανώτερης βίας στο χώρο του δικονομικού δικαίου, το οποίο δεν επιδιώκει να εξισορροπήσει τα ιδιωτικά συμφέροντα των διαδίκων, αλλά τα δημόσια συμφέροντα της απονομής ουσιαστικής δικαιοσύνης, αφενός, και της ασφάλειας και βεβαιότητας της διαδικασίας, αφετέρου, εναρμονίζεται και με τη θεμελιακή αρχή της δίκαιης δίκης (άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ), η οποία δεν επιτρέπει την έκπτωση του διαδίκου από την άσκηση δικονομικής ευχέρειας, αν δεν βαρύνεται με υπαιτιότητα.

Ετσι, ανώτερη βία, κατά την έννοια της αμέσως πιο πάνω διάταξης, αποτελεί, μεταξύ άλλων, η εσφαλμένη ενέργεια ή η παράλειψη των υπαλλήλων της γραμματείας του δικαστηρίου (ΑΠ 464/2008 ΝοΒ 2008.1850). Η αίτηση επαναφοράς, απευθυνόμενη στο κατά νόμο αρμόδιο δικαστήριο, ασκείται είτε με το δικόγραφο της έφεσης, είτε με τις προτάσεις, είτε με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου και επιδίδεται στον αντίδικο και στο υποχρεωτικό περιεχόμενό της ανήκει η αναφορά των λόγων, για τους οποίους δεν ήταν δυνατό να τηρηθεί η ως άνω προθεσμία, του χρόνου άρσης του εμποδίου που συνιστούσε την ανώτερη βία ή της γνώσης του δόλου του αντιδίκου, καθώς και των αποδεικτικών μέσων για την εξακρίβωση της αληθείας τους, ώστε να μπορέσει το δικαστήριο, χωρίς την έκδοση παρεμπίπτουσας περί αποδείξεως αποφάσεως, να σχηματίσει σχετική δικανική πεποίθηση (ΑΠ 204/2014, ΑΠ 980/2008, ΑΠ 462/2002).

Ο θεσμός της επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση από την αδυναμία τήρησης κάποιας δικονομικής προθεσμίας, που στηρίζεται στην αρχή της επιείκειας και αποτελεί ένδικο βοήθημα, χωρίς να υποκαθιστά οποιοδήποτε ένδικο μέσο, παρέχει τη δυνατότητα της, με δικαστική παρέμβαση, άρσης νομικής και επιβλαβούς για το διάδικο κατάστασης, που δημιουργήθηκε από τη μη τήρηση της ορισμένης ως άνω προθεσμίας για δύο λόγους, δηλαδή την ανωτέρα βία ή το δόλο του αντιδίκου του.

Η αίτηση επαναφοράς έχει ως περιεχόμενο τη διενέργεια της παραληφθείσας πράξης, ασκείται με τα διαμειβόμενα στη δίκη δικόγραφα, είτε με τις προτάσεις, είτε με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται κατά τις διατάξεις για την αγωγή και κοινοποιείται στον αντίδικο μέσα στην κατ' άρθρο 153 ΚΠολΔ οριζόμενη 30νθήμερη προθεσμία από την άρση του κωλύματος που συνιστά την ανωτέρα βία ή τη γνώση του δόλου του αντιδίκου.

Με τη διάταξη του άρθρου 158 ΚΠολΔ, με την οποία επιδιώκεται η εξασφάλιση σταθερότητας στη διαδικασία και η αποτροπή διατήρησης της εκκρεμότητας για μακρό χρόνο, τίθεται περιορισμός σχετικά με την αίτηση δικαστικής επαναφοράς, ο οποίος συνιστάται στον αποκλεισμό της υποβολής της αίτησης αποκατάστασης των πραγμάτων, αν χάθηκε η οριζόμενη στο άρθρο 153 τριακονθήμερη προθεσμία άσκησής της (ΑΠ 141/2005 Νόμος).

Στην παρ. 2 του άρθρου 152 ΚΠολΔ ορίζεται ότι πταίσμα του δικαστικού πληρεξουσίου του αιτούντος διαδίκου δεν αποτελεί λόγο για επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση (Ολ.ΑΠ 29/1992, ΑΠ 178/2011 ) Στην προκείμενη περίπτωση, φέρεται για συζήτηση η από 26-3-2018 αίτηση του Δήμου ... για επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.

Με την κρινόμενη αίτηση, ιστορείται ότι ο καλών - αιτών (αναιρεσείων) άσκησε την από 13-10-2016 αίτηση περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 123/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θράκης (διαδικασία μισθωτικών διαφορών). Επί της αιτήσεώς αυτής, συζητηθείσης στις 17/11/2017 ενώπιον του Δ' Τμήματος του Δικαστηρίου τούτου, εξεδόθη η υπ' αριθμ. 2066/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία απέρριψε την αίτηση ως απαράδεκτη με την αιτιολογία ότι δεν υπήρχε η εκ του νόμου απαιτουμένη απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής, με την οποία να χορηγείται άδεια στον Δήμαρχο για την άσκηση της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως.

Επειδή, πράγματι, προϋπήρχε της καταθέσεως της κρισίμου αιτήσεως αναιρέσεως η επίμαχη απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής με αύξοντα αριθμό 177/2016, εξαχθείσα από το 30ο Πρακτικό Συνεδρίασης της Οικονομικής Επιτροπής του Δήμου ...ς της 11ης Οκτωβρίου 2016, ύστερα από την υπ' αριθμ. 28532/06.10.2016 πρόσκληση του Προέδρου της.

Δυστυχώς, όμως, το προσκομισθέν αντίγραφο της ανωτέρω 177/2016 Αποφάσεως παρεισέφρησε στα έγγραφα που ευρίσκονταν στο φάκελο του αντιδίκου, με αποτέλεσμα να μην ανευρεθεί από την κ. Εισηγήτρια της υποθέσεως. Στο πρόβλημα που δημιουργήθηκε συνέτεινε και το γεγονός ότι ο Δήμος δεν κατέθεσε προτάσεις κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, ώστε να επικαλεσθεί την επίμαχη Απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής.

Επειδή, ήταν εφαρμοστέα, έστω αναλογικώς, στην υπό κρίση περίπτωση η διάταξη του άρθρου 227 ΚΠολΔικ, και μη εφαρμοσθείσα, προεκάλεσε βαρύτατη βλάβη στον Δήμο, η οποία μπορεί να ιαθεί μόνον διά της επαναφοράς των πραγμάτων στην προ της εκδόσεως της 2066/2017 αποφάσεως του Αρείου Πάγου κατάσταση, εφαρμοζόμενης αναλογικώς της διατάξεως της παραγρ. 1 του άρθρου 152 ΚΠολΔικ, και της νέας συζητήσεως της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως.

Επειδή, η διαταχθείσα απόρριψη της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως ως απαράδεκτης είναι μέτρο υπερβολικά σκληρό, εν όψει του ότι η απαιτούμενη απόφαση προϋπήρχε και είχε τεθεί στο φάκελο της δικογραφίας, η δε μη ανεύρεσή της δεν οφείλεται σε δικό τους πταίσμα, δέον όπως, ερμηνευόμενης της 2066/2017 αποφάσεως ως κυρηττούσης απαράδεκτη τη συζήτηση της από 13-10-2016 αιτήσεως περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 123/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θράκης (διαδικασία μισθωτικών διαφορών), κριθεί ότι συντρέχει νόμιμη περίπτωση νέας συζητήσεως της εν λόγω αιτήσεως, επί τω τέλει εκδόσεως αποφάσεως επ' αυτής.

Με αυτό το περιεχόμενο η κρινόμενη αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση είναι απορριπτέα για πολλούς λόγους. Ειδικότερα είναι απορριπτέα ως αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως, γιατί δεν αναφέρεται σ' αυτή πότε έχει αρθεί το κώλυμα που συνιστά την ανώτερη βία προκειμένου να ερευνηθεί αν η αίτηση κατατέθηκε νόμιμα και κοινοποιήθηκε στον αντίδικο μέσα στην κατ' άρθρο 153 ΚΠολΔ οριζόμενη 30νθήμερη προθεσμία από την άρση του κωλύματος που συνιστά την ανωτέρα βία, καθόσον με τη διάταξη του άρθρου 158 ΚΠολΔ, με την οποία επιδιώκεται η εξασφάλιση σταθερότητας στη διαδικασία και η αποτροπή διατήρησης της εκκρεμότητας για μακρό χρόνο, τίθεται περιορισμός σχετικά με την αίτηση δικαστικής επαναφοράς, ο οποίος συνιστάται στον αποκλεισμό της υποβολής της αίτησης αποκατάστασης των πραγμάτων, αν χάθηκε η οριζόμενη στο άρθρο 153 ΚΠολΔ τριακονθήμερη προθεσμία άσκησής της.

Ειδικότερα η με αριθμ. 2066/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου που απέρριψε την αίτηση αναίρεσης του νυν αιτούντα δημοσιεύθηκε την 15-12-2017, ενώ η ένδικη αίτηση όπως φαίνεται από το δικόγραφό της ασκήθηκε την 26-3-2018, αποδεικτικό δε επιδόσεως αυτής στον καθού δεν προσκομίζεται και επομένως χωρίς να αναφέρεται η ημερομηνία που έλαβε γνώση αυτής της απόφασης ο αιτών και χωρίς να αποδεικνύεται η ημερομηνία επίδοσης της αίτησης στον καθού είναι αδύνατον να ερευνηθεί αν κατατέθηκε νόμιμα και κοινοποιήθηκε στον αντίδικο μέσα στην κατ' άρθρο 153 ΚΠολΔ οριζόμενη 30νθήμερη προθεσμία από την άρση του κωλύματος που συνιστά την ανωτέρα βία.

Περαιτέρω η αίτηση είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, καθόσον ως λόγος για την άσκησή της προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι, προϋπήρχε της καταθέσεως της κρισίμου αιτήσεως αναιρέσεως η επίμαχη απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής με αύξοντα αριθμό 177/2016, εξαχθείσα από το 30ο Πρακτικό Συνεδρίασης της Οικονομικής Επιτροπής του Δήμου ...ς της 11ης Οκτωβρίου 2016, της οποίας το προσκομισθέν αντίγραφο παρεισέφρησε στα έγγραφα που βρίσκονταν στο φάκελο του αντιδίκου, με αποτέλεσμα να μην ανευρεθεί από την κ.

Εισηγήτρια της υποθέσεως και λόγω της ελλείψεως αυτής να εκδοθεί η με αριθμ. 2066/2017 απορριπτική απόφαση του Αρείου Πάγου. Περαιτέρω ισχυρίζεται ο αιτών ότι στο πρόβλημα που δημιουργήθηκε συνέτεινε και το γεγονός ότι ο Δήμος δεν κατέθεσε προτάσεις κατά τη συζήτηση της αιτήσεώς αναιρέσεως, ώστε να επικαλεσθεί την επίμαχη απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής.

Από την επιτρεπτή επισκόπηση της 2066/2017 απόφασης του Αρείου Πάγου και ειδικότερα στο σκεπτικό αυτής αναφέρεται ότι "...ο Δήμος ...ς, νομίμως εκπροσωπούμενος από το Δήμαρχο αυτού, άσκησε την από 13-10-2016 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 123/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, πλην όμως για την παραδεκτή άσκηση αυτής δεν επικαλείται, ούτε προσκομίζει, απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής του Δήμου ...ς, η οποία να του παρέχει την άδεια ασκήσεως του ενδίκου αυτού μέσου.

Επομένως, εφόσον, κατά τα προεκτεθέντα, δεν είναι δυνατή η συμπλήρωση της ελλείψεως αυτής, η εν λόγω αναίρεση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια πρέπει, αυτεπαγγέλτως, να απορριφθεί". Με βάση τα προαναφερόμενα δεν προσκομίσθηκε στο δικαστήριο, ούτε έγινε επίκληση της αναφερόμενης εν προκειμένω απόφασης της οικονομικής επιτροπής του Δήμου ..., αιτία για την οποία απορρίφθηκε η αίτηση αναίρεσης.

Άλλωστε το ότι ο Δήμος ... δεν κατέθεσε προτάσεις κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, ώστε να επικαλεσθεί την επίμαχη απόφαση της Οικονομικής επιτροπής, συνιστά πταίσμα του πληρεξουσίου δικηγόρου του αιτούντος, ενόψει του ότι η κατάθεση προτάσεων εν προκειμένω ήταν απαραίτητη, προκειμένου να γίνει επίκληση σε αυτές του ως άνω εγγράφου, αφού τέτοια επίκληση δεν γινόταν στο αναιρετήριο και δεν αποτελεί λόγο για επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, καθόσον τούτο δεν ήταν ανυπαίτιο εξαιρετικής φύσεως γεγονός που ήταν απρόβλεπτο και δεν μπορούσε στη συγκεκριμένη περίπτωση να αποτραπεί από το διάδικο, ούτε με την επίδειξη άκρας επιμελείας και συνέσεως.

Τέλος η με αριθμ. 2066/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου αναφέρει επί λέξει τα εξής: "Εξάλλου, από την διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., που ορίζει ότι "στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 233 έως 236, 242 παρ. 2, 245, 246, 252 έως 261, 286 έως 308, 310 και 312 έως 334" συνάγεται εξ αντιδιαστολής ότι στην αναιρετική δίκη δεν εφαρμόζονται, αφενός μεν η διάταξη του άρθρου 227 του Κ.Πολ.Δικ.

που προβλέπει την αναπλήρωση τυπικών ελλείψεων μετά την συζήτηση, με κλήση του πληρεξουσίου ή του διαδίκου, εφόσον παρίσταται αυτοπροσώπως, τασσόμενης προς τούτο εύλογης προθεσμίας, αφετέρου δε η διάταξη του άρθρου 67 του ίδιου κώδικα, κατά την οποία το δικαστήριο αναβάλλει την πρόοδο της δίκης και ορίζει προθεσμία για την συμπλήρωση ελλείψεων σχετικά με την ικανότητα των διαδίκων για δικαστική παράσταση με το δικό τους όνομα ή σχετικά με τη νόμιμη εκπροσώπησή τους και την άδεια ή εξουσιοδότηση που απαιτείται για τη διεξαγωγή της δίκης, στις περιπτώσεις δε αυτές ανήκει και η άδεια της Οικονομικής Επιτροπής, για την άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως από το Δήμαρχο ως νόμιμο εκπρόσωπο του Δήμου (ΑΠ 1218/2015, ΑΠ 537/2014, ΑΠ 1993/2007)".

Επομένως όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αιτών στην κρινόμενη αίτησή του περί αναλογικής εφαρμογής εν προκειμένω της διάταξης του άρθρου 227 ΚΠολΔ κρίνονται απορριπτέα. Μετά τις ανωτέρω σκέψεις και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος λόγος, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί στο σύνολό της. Τα δικαστικά έξοδα του καθού θα επιβληθούν, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός του, σε βάρος του αναιρεσείοντος Δήμου, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 και 191 ΚΠολΔ), θα επιβληθούν όμως μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 281 παρ. 2 του Ν. 3463/2006 "Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων".

Η διάταξη της δεύτερης παραγράφου του άνω άρθρου αναφέρεται σε οποιαδήποτε δίκη με διάδικο ΟΤΑ και παρέχει στο δικαστήριο τη δυνατότητα, κατά τον καθορισμό των αναγκαίων για τη διεξαγωγή της δίκης δικαστικών και εξώδικων εξόδων (άρθρ. 189 ΚΠολΔ), που επιδικάζονται εις βάρος ή υπέρ του ΟΤΑ, λόγω της ήττας ή νίκης αυτού αντιστοίχως (176 ΚΠολΔ), να περιορίσει κατ' αυτεπάγγελτη ενέργεια, τα έξοδα αυτά έως το 50% των κατωτάτων ορίων του Κώδικα περί Δικηγόρων (βλ.

ΑΠ 1684/2012 Νόμος).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26-3-2018 αίτηση του Δήμου ... περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση. Και

Καταδικάζει τον Δήμο ... στα δικαστικά έξοδα του καθού, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Φεβρουαρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαρτίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ