Legislator Case Law & Legislation
275/2015 AI generated

275/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 275/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-7-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1325/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1819/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 5-5-2014 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

275/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η δέσμευση δε αυτή του νομοθέτη υφίσταται και κατά την εκδήλωση της κρατικής μέριμνας για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων και επιβάλλει τη συμμετοχή αυτών στο σύστημα παροχών και αντιπαροχών της κοινωνικής ασφάλισης, μεταξύ των οποίων και η παροχή εφάπαξ βοηθήματος - αποζημίωσης στους εξ αυτών αποχωρούντες από την ενεργό υπηρεσία, με ίσους όρους.

Keywords

AI generated
discontinuation of disability benefits changed financial circumstances reduction of benefits eligibility for unemployment benefits withdrawal of legal aid reintegration of pension beneficiaries
AI generated
1634/2017
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 4 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
805/2014
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/12/2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1439/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5530/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 8/5/2013 αίτησή του.
72/2016
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ.
299/2019
Κατά τη διάταξη του άρθρου 871 του ΑΚ με τη σύμβαση του συμβιβασμού, οι συμβαλλόμενοι διαλύουν με αμοιβαίες υποχωρήσεις μία φιλονικία τους ή μία αβεβαιότητα για κάποια έννομη σχέση, προς την οποία (αβέβαιη σχέση) εξομοιώνεται και η επισφαλής απαίτηση, αρκεί το αντικείμενο της σύμβασης αυτής να μην έχει εξαιρεθεί από την ιδιωτική πρωτοβουλία, γιατί στην αντίθετη περίπτωση η εν λόγω σύμβαση θεωρείται ως μη γενομένη (άρθ. 174 και 180 του ΑΚ).
804/2014
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/11/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1062/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4775/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 29/3/2013 αίτησή του.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 275 / 2015 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 275/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ανδρέα Δουλγεράκη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Νικολάου Λεοντή, Νικόλαο Πάσσο, Μιχαήλ Αυγουλέα, Χρήστο Βρυνιώτη και Γεώργιο Αναστασάκο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Του νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Αλληλοβοηθητικό Ταμείο Πρόνοιας Εργαζομένων Α.Τ.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Πέππα και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Β. Τ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Στρίμπερη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-7-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1325/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1819/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 5-5-2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Ανδρέας Δουλγεράκης ανέγνωσε την από 5-2-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 5 του ισχύοντος Συντάγματος, που ορίζουν ότι "Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου" (άρθρο 4 παρ. 1) και "Το κράτος μεριμνά για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων, όπως νόμος ορίζει" (άρθρο 22 παρ. 5), προκύπτει δέσμευση του νομοθέτη, ο οποίος δεν δύναται, κατά τη ρύθμιση ουσιωδώς ομοίων, σχέσεων ή καταστάσεων και κατηγοριών προσώπων, να μεταχειρίζεται τις περιπτώσεις αυτές κατά τρόπο ανόμοιο, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν η διαφορετική ρύθμιση δεν είναι αυθαίρετη, αλλά επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, η συνδρομή του οποίου υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.

Η δέσμευση δε αυτή του νομοθέτη υφίσταται και κατά την εκδήλωση της κρατικής μέριμνας για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων και επιβάλλει τη συμμετοχή αυτών στο σύστημα παροχών και αντιπαροχών της κοινωνικής ασφάλισης, μεταξύ των οποίων και η παροχή εφάπαξ βοηθήματος - αποζημίωσης στους εξ αυτών αποχωρούντες από την ενεργό υπηρεσία, με ίσους όρους.

Έτσι, η συνταγματικώς επιτρεπτή εισαγωγή με νόμο, ανώτατου ορίου στο παρεχόμενο από το φορέα εφάπαξ βοήθημα, τελεί υπό την προϋπόθεση, ότι αυτό δεν έχει αμιγώς ανταποδοτικό χαρακτήρα, το ασφαλιστικό δηλαδή κεφάλαιο από το οποίο καταβάλλεται δεν σχηματίζεται αποκλειστικά, κατά τη νομοθεσία που το διέπει, με κρατήσεις από τις αποδοχές των ασφαλισμένων, αλλά συμμετέχουν στο σχηματισμό του και άλλοι, ιδίως κοινωνικοί πόροι ή ουσιώδεις επιβαρύνσεις τρίτων (Ολ.

ΑΠ 32/1995). Όταν, όμως, το κεφάλαιο αυτό σχηματίζεται αποκλειστικά με κρατήσεις από τις αποδοχές των ασφαλισμένων και έχει επομένως αμιγώς ανταποδοτικό χαρακτήρα, η επιβολή νομοθετικά ανώτατου ορίου στην παροχή του εφάπαξ βοηθήματος παραβιάζει την, κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, αρχή της ισότητας, αφού ενέχει αδικαιολόγητα δυσμενή διάκριση σε βάρος των υπαλλήλων, οι οποίοι, ως εκ του μακρού χρόνου υπηρεσίας τους και των υψηλών αποδοχών τους, υποβλήθηκαν σε μεγαλύτερες κρατήσεις και παρά ταύτα θα λάβουν την ίδια εφάπαξ αποζημίωση με τους συναδέλφους τους, οι οποίοι, ως εκ του μικρού χρόνου υπηρεσίας τους και των χαμηλών αποδοχών τους, υποβλήθηκαν σε μικρότερες κρατήσεις, παρά τον, από τις ίδιες διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, κανόνα, ότι το μέγεθος της εφάπαξ αποζημίωσης, υπολογιζόμενο με βάση το χρόνο υπηρεσίας και τις αποδοχές του εργαζομένου, είναι ανάλογο προς τις εισφορές που καταβλήθηκαν από αυτόν.

Εξάλλου, η Φ46/3239/23-2-1987 απόφαση του Υπουργού Υγείας Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, με την οποία ανασυντάχθηκε, τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε το Καταστατικό του Ταμείου Συντάξεων και Πρόνοιας του Προσωπικού της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος (ΦΕΚ Β' 108), ορίζει, στο άρθρο 2 παρ. 2 αυτής, ότι η ασφάλιση που ασκείται από το εν λόγω Ταμείο ενεργείται από δύο Κλάδους, τον Κλάδο Συντάξεων και τον Κλάδο Πρόνοιας, από τον οποίο χορηγείται το εφάπαξ βοήθημα και στο άρθρο 9 παρ. 3 αυτής ότι: "Για τον Κλάδο Πρόνοιας (εφάπαξ βοήθημα) πόροι είναι:

α) εισφορά του ασφαλισμένου ίση με 3% που υπολογίζεται στις πάσης φύσεως αποδοχές του για κάθε πραγματική υπηρεσία στην Α.Τ.Ε., β) εισφορά του εργοδότη ίση με 3% που υπολογίζεται στις πάσης φύσεως αποδοχές του ασφαλισμένου για κάθε πραγματική υπηρεσία στην Α.Τ.Ε., γ)ποσοστό από τα έσοδα που προέρχονται από τις ασφαλιστικές εργασίες του εργοδότη ή θυγατρικών του εταιρειών.

Το πιο πάνω ποσοστό καθορίζεται μέσα στο πρώτο εξάμηνο κάθε χρόνου με απόφαση του Δ.Σ. του εργοδότη, δ) ποσοστό προμήθειας από τις ασφαλιστικές εργασίες της Τράπεζας, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 13 Ν. 1256/1982. Το ποσό αυτό καθορίζεται κάθε χρόνο με απόφαση του Δ.Σ. της Τράπεζας, ε) οι τόκοι και γενικά οι πρόσοδοι των κεφαλαίων και κάθε άλλου περιουσιακού στοιχείου του Κλάδου Πρόνοιας".

Η ίδια ως άνω Υπουργική Απόφαση, στο άρθρο 34 ορίζει ότι: "1. Οι ασφαλισμένοι του Κλάδου δικαιούνται εφάπαξ βοηθήματος, υπό τις προϋποθέσεις : α)..., β)εφόσον αποχωρήσουν από την υπηρεσία της Τράπεζας λόγω συμπληρώσεως του ορίου ηλικίας, που προβλέπεται από τον Οργανισμό της, ή για οποιουσδήποτε άλλους λόγους, εφόσον έχουν χρόνο πραγματικής υπηρεσίας στην Αγροτική Τράπεζα, ασφαλισμένη στον Κλάδο Πρόνοιας, όχι από αναγνώριση, πέντε (5) τουλάχιστον ετών. 2.

Το εφάπαξ βοήθημα υπολογίζεται στον τελευταίο ετήσιο μισθό, όπως αυτός καθορίζεται στην επόμενη παράγραφο, κατά την ακόλουθη κλίμακα: 4% για κάθε χρόνο ασφαλίσεως από του 1ου μέχρι και του 10ου , 8% για κάθε χρόνο ασφαλίσεως από του 11ου μέχρι και του 15ου , 10% για κάθε χρόνο ασφαλίσεως από του 16ου μέχρι και του 32ου. 3.Για την εφαρμογή των διατάξεων της προηγούμενης παραγράφου ετήσιος μισθός λογίζεται το άθροισμα δεκατεσσάρων (14) μισθών βάσης, με βάση το μήνα εξόδου του ασφαλισμένου από την υπηρεσία, προσαυξημένων με τα επιδόματα πολυετούς υπηρεσίας, βαθμού θέσεως, επιστημονικής αποδόσεως, γάμου, τέκνων και αυτόματης τιμαριθμικής αναπροσαρμογής (Α.Τ.Α.). 4) Αν διακοπεί η χορήγηση των επιδομάτων γάμου, τέκνων και θέσεως πριν από την συμπλήρωση πενταετίας, για τον καθορισμό του εφάπαξ βοηθήματος λαμβάνονται ποσοστά των επιδομάτων αυτών, ως εξής:

Αν ο ασφαλισμένος αποχώρησε από την υπηρεσία μέσα στον πρώτο χρόνο από την διακοπή, λαμβάνεται υπόψη το 90% του επιδόματος, μέσα στον δεύτερο χρόνο το 80%, μέσα στον τρίτο χρόνο το 70%, μέσα στον τέταρτο χρόνο το 60% και μέσα στον πέμπτο χρόνο το 50%. Μετά τον πέμπτο χρόνο διακοπής του επιδόματος, δεν υπολογίζονται τα επιδόματα γάμου, τέκνων και θέσεως, για τον καθορισμό του εφάπαξ βοηθήματος".

Περαιτέρω, με το άρθρο 57 του Ν. 2084/1992 "για την Αναμόρφωση της Κοινωνικής Ασφάλισης", το ποσό της παρεχόμενης στους υπαλλήλους των Τραπεζών κ.λπ. εφάπαξ αποζημίωσης περιορίσθηκε και ορίσθηκε, μεταξύ άλλων, στην παρ. 1 ότι: "Η προβλεπόμενη από τις οικείες διατάξεις των φορέων ασφαλίσεως πρόνοιας των υπαλλήλων των Τραπεζών...

Αγροτικής, που χορηγούν εφάπαξ βοηθήματα, η εισφορά του εργοδότη μειώνεται προοδευτικά, αρχής γενομένης από 1-1-1993, κατά το 1/10 για κάθε έτος. Η κατά τα άνω μειούμενη εισφορά προστίθεται αντίστοιχα στην εργοδοτική εισφορά υπέρ του φορέα κύριας σύνταξης, στον οποίο υπάγονται οι ασφαλισμένοι των φορέων ή κλάδων ασφάλισης πρόνοιας..." και στην παρ. 3 ότι: "Το ακαθάριστο ποσό του εφάπαξ βοηθήματος, που χορηγούν οι φορείς ασφάλισης πρόνοιας της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού για 35 έτη ασφάλισης, δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό των 10.000.000 δραχμών.

Επιπλέον ποσό εφάπαξ βοηθήματος, προβλεπόμενο από τις καταστατικές διατάξεις των φορέων, χορηγείται μειωμένο κατά το 1/6 για κάθε έτος από 1-1-1993 και μετά. Για χρόνο ασφάλισης μικρότερο ή μεγαλύτερο των 35 ετών, το παραπάνω ποσό μειούται ή αυξάνεται αναλόγως των ετών ασφάλισης". Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι η παρεχόμενη στους αποχωρούντες υπαλλήλους της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος εφάπαξ αποζημίωση - βοήθημα έχει αμιγώς ανταποδοτικό χαρακτήρα, αφού καταβάλλεται από το ασφαλιστικό κεφάλαιο του Κλάδου Πρόνοιας του παραπάνω Ταμείου, που σχηματίζεται, αποκλειστικά, από εισφορές των εργαζομένων - ασφαλισμένων και της εργοδότριας Τράπεζας.

Η εισφορά δε της εργοδότριας Τράπεζας, η οποία, μάλιστα, μειούμενη από 1-1-1993 κατά το 1/10 ετησίως, μέχρι κατάργησης της, έχει καταργηθεί από 1-1-2002, αποτελούσα αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας, είναι και αυτή ποσοτικά ανάλογη των αποδοχών του εργαζομένου - ασφαλισμένου, όπως και η εισφορά του τελευταίου και δεν μπορεί παρά να εξομοιώνεται, από την άποψη του χαρακτηρισμού της εφάπαξ αποζημίωσης ως ανταποδοτικής ή μη, με την εισφορά του ασφαλισμένου.

Κοινωνικοί πόροι δεν προβλέπονται, ούτε και ουσιώδεις επιβαρύνσεις τρίτων, με την έννοια της πρόβλεψης και καταβολής αυτών σταθερά και μόνιμα, έτσι ώστε να μπορούν βασίμως να συνυπολογισθούν στο σχηματισμό του ασφαλιστικού κεφαλαίου, από το οποίο προέρχεται η εφάπαξ αποζημίωση. Και ναι μεν στις ως άνω περιπτώσεις γ' έως ε' της παρ. 3 του άρθρου 9 του Καταστατικού του Ταμείου Συντάξεων και Πρόνοιας του Προσωπικού της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος προβλέπονται ως πόροι του Κλάδου Πρόνοιας και άλλα έσοδα (όπως από τις ασφαλιστικές εργασίες της Τράπεζας ή θυγατρικών της εταιρειών, τόκοι και γενικά πρόσοδοι των κεφαλαίων και κάθε άλλου περιουσιακού στοιχείου του Κλάδου Πρόνοιας του παραπάνω Ταμείου), πλην των ασφαλιστικών εισφορών, τα έσοδα αυτά όμως, εν πολλοίς αόριστα και υποθετικά, δεν μπορούν να αποτελέσουν ασφαλές κριτήριο για το χαρακτηρισμό του επίδικου εφάπαξ βοηθήματος ως ανταποδοτικού ή μη, διότι δεν προκύπτει ότι συμβάλλουν, κατά τρόπο σταθερό και μόνιμο, στο σχηματισμό του ασφαλιστικού κεφαλαίου του παραπάνω Κλάδου Πρόνοιας.

Συνεπώς, οι διατάξεις του άρθρου 57 παρ. 3 του Ν. 2084/1992, κατά το μέρος που θεσπίζουν περιορισμό του ανωτάτου ορίου του εφάπαξ βοηθήματος, που χορηγείται στους ασφαλισμένους του εν λόγω Ταμείου, οι οποίοι εξέρχονται από την ενεργό ασφάλιση κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1993 έως την πλήρη κατάργηση της καταβαλλόμενης στον Κλάδο Πρόνοιας του Ταμείου εργοδοτικής εισφοράς, αντίκεινται στα άρθρα 4 παρ. 1 και 22 παρ. 5 του Συντάγματος, καθόσον η θέσπιση ανωτάτου ορίου στην καταβαλλόμενη από το Ταμείο Συντάξεων και Πρόνοιας Προσωπικού Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος προς τους αποχωρούντες υπαλλήλους της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος εφάπαξ αποζημίωση, εισάγει δυσμενή διάκριση σε βάρος των υπαλλήλων εκείνων, οι οποίοι, ως εκ του μακρού χρόνου υπηρεσίας τους ή των υψηλών αποδοχών τους ή και των δύο, έχουν υποβληθεί σε μεγαλύτερες κρατήσεις και δικαιούνται αναλογικά μεγαλύτερη, από το ανώτατο όριο, εφάπαξ αποζημίωση, σε σχέση με τους συναδέλφους τους, οι οποίοι, ως εκ του μικρότερου χρόνου υπηρεσίας τους και των χαμηλότερων αποδοχών τους, έχουν υποβληθεί σε μικρότερες κρατήσεις και παρά ταύτα θα λάβουν το ίδιο ποσό εφάπαξ αποζημίωσης.

Η διάκριση δε αυτή, ενόψει του αμιγώς ανταποδοτικού χαρακτήρα της παροχής, δεν δικαιολογείται από λόγους γενικότερου κοινωνικού, ή δημόσιου συμφέροντος και είναι αντίθετη προς το Σύνταγμα, λαμβανομένης υπόψη και της δίκαιης ισορροπίας, που πρέπει να υφίσταται μεταξύ του γενικού συμφέροντος και του συμφέροντος του ατόμου για την καταβολή της ασφαλιστικής παροχής, όταν αυτή, ως περιουσιακό δικαίωμα, προέρχεται, όπως στην προκείμενη περίπτωση, από τις ασφαλιστικές εισφορές του ασφαλισμένου, έτσι ώστε βασίμως να αναμένεται από αυτόν, και στα πλαίσια της κρατικής μέριμνας για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων, η αποχή από κάθε επέμβαση και η προστασία του εν λόγω δικαιώματός του (ΑΕΔ 5/2007, Ολ.

ΑΠ 17/2005). Εξάλλου, με το άρθρο 6 παράγραφος 20 του ν. 3029/2002, όπως συμπληρώθηκε με την παράγραφο 7 του άρθρου 22 του ν. 3232/2004, ορίσθηκε ότι "Υφιστάμενα ταμεία ασφάλισης τα οποία λειτουργούν ως Ν.Π.Δ.Δ. ή κλάδοι αυτών που χορηγούν παροχές, οι οποίες δεν εμπίπτουν στο πλαίσιο δημόσιας, κύριας και επικουρικής, ασφάλισης και για τις οποίες καταβάλλονται εισφορές μόνο από τους εργαζόμενους, μετατρέπονται σε Ν.Π.Ι.Δ.

με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από αίτηση που υποβάλλει προς αυτούς το Διοικητικό Συμβούλιο εκάστου ταμείου. Με την ίδια κοινή απόφαση εγκρίνεται και το καταστατικό του Ν.Π.Ι.Δ... Το σύνολο της κινητής και ακίνητης περιουσίας των μετατρεπόμενων φορέων περιέρχεται στα νέα Ταμεία τα οποία θεωρούνται καθολικοί διάδοχοι.

Τυχόν εκκρεμείς δίκες με διάδικο τους μετατρεπόμενους ασφαλιστικούς φορείς συνεχίζονται στο όνομα των νέων Ταμείων χωρίς διακοπή...". Κατ' εξουσιοδότηση της διάταξης του πρώτου εδαφίου της ανωτέρω παραγράφου 20 του άρθρου 6 του ν. 3029/2002 εκδόθηκε η Φ.80000/23358/ 1107/ 31.12.2003 κοινή απόφαση των Υφυπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Β' 2/7. 1.2004).

Με την παράγραφο Α αυτής ο Κλάδος Προνοίας του Ταμείου Συντάξεων και Προνοίας Προσωπικού ΑΤΕ μετατράπηκε σε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου και με την παράγραφο Γ εγκρίθηκε το καταστατικό του νέου αυτού φορέα. Περαιτέρω, με το άρθρο 1 του εν λόγω καταστατικού ορίσθηκε ότι η επωνυμία του νέου Ταμείου είναι "Αλληλοβοηθητικό Ταμείο Προνοίας Εργαζομένων Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος" και με το άρθρο 2 ορίσθηκε ότι σκοπός του είναι η χορήγηση εφάπαξ βοηθημάτων στους ασφαλισμένους σ' αυτό.

Τέλος, με την παράγραφο 1 του άρθρου 24 "Μεταβατικές Διατάξεις" του εν λόγω καταστατικού ορίσθηκε ότι: "Οι υπάλληλοι της Α.Τ.Ε. οι οποίοι ήσαν ασφαλισμένοι στο Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Α.Τ.Ε. και κατά την αποχώρησή τους από την υπηρεσία κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1993 μέχρι την έγκριση του παρόντος καταστατικού έλαβαν από τον καταργούμενο κλάδο προνοίας εφάπαξ βοήθημα μικρότερο απ' αυτό που θα ελάμβαναν αν ίσχυαν οι διατάξεις του παλιού καταστατικού, δύνανται να λάβουν συμπληρωματικό εφάπαξ βοήθημα...", κατά δε την παράγραφο 5 αυτού "Για όσους αποχωρήσουν σε διάστημα μιας πενταετίας από της ενάρξεως εφαρμογής του παρόντος καταστατικού δεν λαμβάνουν λιγότερα από αυτά που θα ελάμβαναν αν ο υπολογισμός γινόταν με τον παλαιό τρόπο υπολογισμού (παλαιό καταστατικό και πλαφόν του Ν. 2084/1992).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα διαδικαστικά έγγραφα, παραδεκτώς επισκοπούμενα (άρθρ. 561 παρ. 2 KΠολΔ), ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, με την από 24-7-2008 αγωγή του, ζήτησε να υποχρεωθεί το εναγόμενο Ταμείο - ήδη αναιρεσείον - το οποίο συνιστά καθολικό διάδοχο του Κλάδου Πρόνοιας του Ταμείου Συντάξεων και Πρόνοιας Προσωπικού A.T.Ε. (άρθρο 6 παρ. 20 ν. 3029/2002) και έχει, μεταξύ άλλων, ως σκοπό τη χορήγηση εφάπαξ βοηθήματος στους ασφαλισμένους σε αυτό υπαλλήλους της, να του καταβάλει, λόγω αποχώρησης του από την "Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος", κυρίως με βάση τις ως άνω διατάξεις του Καταστατικού του, άλλως και επικουρικώς σύμφωνα με τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις του Αστικού Κώδικα (ΑΚ 904 επ.), το ποσό των 15.830,81 ευρώ, που συνιστά τη διαφορά μεταξύ του καταβληθέντος και δικαιουμένου εφάπαξ βοηθήματος.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 1325/2010 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που δέχθηκε την αγωγή, ως προς την κύρια βάση της και μετά από άσκηση έφεσης κατ' αυτής, από το αναιρεσείον, εκδόθηκε η 1819/2013 απόφαση, με την οποία το Εφετείο δέχθηκε τα παρακάτω, κρίσιμα για την έρευνα των λόγων αναίρεσης, πραγματικά περιστατικά :

O ενάγων, υπάλληλος της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, αποχώρησε από την υπηρεσία του την 1-3-2002, με το βαθμό του Τμηματάρχη Α', έχοντας συμπληρώσει 30 έτη συνολικό συντάξιμο χρόνο. Το εκκαλούν Ταμείο, καθολικός διάδοχος του κλάδου πρόνοιας του Ταμείου Συντάξεων και Προνοίας Προσωπικού ΑΤΕ, στο οποίο ο ενάγων ήταν ασφαλισμένος, που έχει, μεταξύ άλλων, ως σκοπό τη χορήγηση εφάπαξ βοηθήματος στους ασφαλισμένους σ' αυτό υπαλλήλους της ΑΤΕ, κατέβαλε στον εφεσίβλητο, λόγω της άνω αποχώρησής του, με την 11585/27/21-3-2002 πράξη απονομής σύνταξης και εφάπαξ βοηθήματος, σε συνδυασμό με την 11773/1-10-2002 πράξη του ίδιου (Ταμείου),συνολικά, το ποσό των 43.692,57 ευρώ, ως εφάπαξ βοήθημα, σύμφωνα με τα άρθρα 34, 35 και 36 του καταστατικού του και κατ' εφαρμογή του περιορισμού της διάταξης του άρθρου 57 παρ. 3 του Ν. 2084/1992.

Χωρίς τον περιορισμό της εν λόγω διάταξης(α. 57 παρ. 3), ο ενάγων έπρεπε να λάβει ως εφάπαξ βοήθημα το ποσό των 81.490,15 ευρώ, το οποίο άλλωστε δεν αμφισβητεί το εναγόμενο. Οι διατάξεις του άρθρου 57 παρ. 3 του Ν. 2084/1992, με τις οποίες επιβάλλεται νομοθετικά ανώτατο όριο στην παροχή εφάπαξ βοηθήματος, εισάγουν, ενόψει του ανταποδοτικού χαρακτήρα της παροχής, δυσμενή διάκριση και άνιση μεταχείριση, πού δεν δικαιολογείται από λόγους κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος και παραβιάζει τη συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της ισότητας, ως εκ τούτου δε αντίκεινται στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 5 του Συντάγματος.

Ο ενάγων, επομένως, δικαιούταν να λάβει, κατά την αποχώρησή του, από την υπηρεσία της ΑΤ.Ε., λόγω συνταξιοδότησης, εφάπαξ βοήθημα, κατ' εφαρμογή του άρθρου 34 του ως άνω καταστατικού, χωρίς τον περιορισμό της παραπάνω αντισυνταγματικής διάταξης, το οποίο ανέρχεται στο ποσό των 81.490,15 ευρώ. Στη συνέχεια, και μετά την 6/16-11-2004 απόφασή του Δ.Σ.

του, το τελευταίο αποφάσισε και κατέβαλε στον ενάγοντα (που είχε συνταξιοδοτηθεί το έτος 2002) με την 583/28-2-2005 Πράξη Απόδοσης Συμπληρωματικού Εφάπαξ, συμπληρωματικό ποσό εφάπαξ ύψους 20.694,17 ευρώ. Δηλαδή συνολικά το εναγόμενο κατέβαλε στον ενάγοντα, για την αιτία αυτή, το ποσό των 65.659,34 ευρώ [44.965,17 ευρώ, που χορηγήθηκε αρχικά (με τις άνω δύο πράξεις) + 20.694,17 ευρώ, που καταβλήθηκε συμπληρωματικά) και επομένως, του οφείλει τη διαφορά ποσού 15.830,81 ευρώ.

Συνεχίζοντας το Εφετείο δέχεται ότι, όσον αφορά τον ισχυρισµό του εναγοµένου ότι οι 3, 4 και 5/2007 αποφάσεις του ΑΕΔ, που, έκριναν την επίµαχη διάταξη νόµου ως αντισυνταγµατική, δημοσιεύτηκαν σε χρόνο µεταγενέστερο της συνταξιοδότησης του ενάγοντος, χωρίς να ορισθεί αναδροµική ισχύς τους και ως εκ τούτου δεν έχουν εφαρµογή στην προκειµένη περίπτωση, πρέπει να σημειωθούν τα εξής :

Κατά τη διάταξη του άρθρου 93 παρ. 4 του Συντάγµατος "τα δικαστήρια υποχρεούνται να µην εφαρμόζουν νόµο που το περιεχόμενο του είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα" ενώ, σύμφωνα με το άρθρο 51 του ν. 345/1976, οι αποφάσεις του ΑΕΔ είναι, κατά το άρθρο 100 του Συντάγματος, αμετάκλητες και ισχύουν έναντι όλων από το χρόνο της δημοσίευσής τους, ή από το χρόνο που ορίζεται στην απόφαση.

Από τις διατάξεις αυτές σαφώς συνάγεται, ότι η κήρυξη διάταξης νόμου ως αντισυνταγματικής από το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο έχει ως συνέπεια, να καθίσταται αυτή ανίσχυρη από τη δημοσίευση της σχετικής απόφασης, ή από το χρόνο που ορίζεται σ' αυτήν και .επομένως δεσμεύει τα δικαστήρια όλων των βαθμίδων και δικαιοδοσιών της Ελληνικής Επικράτειας, ως προς το ζήτημα της αντισυνταγματικότητας νόμου, το οποίο επέλυσε το ΑΕΔ.

Το Δικαστήριο τούτο, συνεπώς, κατά την εκδίκαση της ένδικης αγωγής, δεσμεύεται από τις παραπάνω αποφάσεις του ΑΕΔ, ως προς την αντισυνταγματικότητα της επίμαχης διάταξης του άρθρου 57 του ν. 2084/1992, που επέβαλε περιορισμό (πλαφόν) ως προς το ύψος του χορηγούμενου εφάπαξ βοηθήματος στους ασφαλισμένους του εναγόμενου και υποχρεούται να μην τον εφαρμόσει.

Συνεπώς, η μη πρόσδοση αναδρομικότητας στην ισχύ των άνω αποφάσεων του ΑΕΔ, οι οποίες, ωστόσο, ισοδυναμούν με νομοθετική μεταβολή και συνεπάγονται κατάργηση του δεδικασμένου και της εκτελεστότητας, δεν εμποδίζει τη δικαστική διεκδίκηση και προστασία των αξιώσεων των εναγόντων περί καταβολής (συμπλήρωσης) του εφάπαξ βοηθήµατος που δικαιούνται, το οποίο έχει γεννηθεί σε προγενέστερο, της δημοσίευσης των ως άνω αποφάσεων, διάστηµα, αφού συντρέχει και η προϋπόθεση της µη παραγραφής τούτων.

Με την αντίθετη ερµηνεία η προστασία της σχετικής αξίωσης των ασφαλισµένων του εναγόμενου θα είχε αποκλειστική συνάρτηση µε ξένη προς τους δικαιούχους προϋπόθεση, όπως είναι ο χρόνος της δημοσίευσης της απόφασης του ΑΕΔ, γεγονός που έρχεται σε σύγκρουση µε το άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, στην έννοια της οποίας εµπίπτουν και οι απαιτήσεις (ενοχικά δικαιώµατα) του εργατικού δικαίου.

Εξάλλου, εφόσον η ως άνω διάταξη έχει κηρυχθεί αντισυνταγµατική και το Δικαστήριο τούτο δεσµεύεται για τη µη εφαρµογή της, ο ισχυρισµός του εναγοµένου ότι, µετά τη µετατροπή του από Νοµικό Πρόσωπο Δηµοσίου Δικαίου σε Νοµικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου, δεν δεσµεύεται από το άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγµατος, που ορίζει ότι "το κράτος µεριµνά για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζοµένων όπως νόµος ορίζει", αλυσιτελώς προβάλλεται, ανεξάρτητα από την αβασιμότητα του, καθώς η συγκεκριµένη διάταξη αφενός µεν κηρύχθηκε ως αντιβαίνουσα κατ' αρχήν και κυρίως στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγµατος, σε συνδυασµό µε το άρθρο 22 παρ. 5, αφετέρου δε η µέριµνα του κράτους για την κοινωνική ασφάλιση αφορά όλους τους εργαζόµενους, είτε του δηµοσίου είτε του ιδιωτικού τοµέα.

Με βάση δε τις παραδοχές αυτές, απέρριψε την έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης, που δέχθηκε κατ' ουσία την αγωγή, κατά την κύρια βάση της και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα, την προκύπτουσα διαφορά των 15.830,81 ευρώ. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, Α) δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, που εφάρμοσε, αφού, κατά τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη και με βάση την εφαρμοσθείσα ως άνω διάταξη του ισχύοντος Καταστατικού του αναιρεσείοντος, ο αναιρεσίβλητος δικαιούται το επιδικασθέν σ` αυτόν ποσό, χωρίς να ληφθεί υπόψη, για τον υπολογισμό του, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 57 παρ. 3 Ν. 2084/1992, περιορισμός (ΑΠ 698/2014 και πλειοψ.

της ΑΠ.816/2014) και Β)Διέλαβε στην απόφαση του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα του και επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων. Επομένως, οι, περί του αντιθέτου, δεύτερος και τρίτος, (ενιαίως κρινόμενοι), λόγοι της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και πρώτος από τον αρ. 19 του ίδιου άρθρου, είναι αβάσιμοι.

Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή ν` αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός, που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί παραδεκτώς και νομίμως.

Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασής του, ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, αν ήταν νόμιμος και παραδεκτός, αν δε, συντρέχει εξαιρετική περίπτωση των εδαφ.

α'- γ' της παρ. 2 του άρθρου 562 να εκτίθεται στο αναιρετήριο ο λόγος αυτός. Περαιτέρω, από τα άρθρα 591 παρ. 1β', 666 παρ. 1, 115 παρ. 3 και 256 παρ. 1δ' του ΚΠολΔ προκύπτει ότι στη διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς τους, προφορικά, κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επιπλέον οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρηθούν στα πρακτικά, με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν τα γεγονότα αυτά περιέχονται στις κατατιθέμενες προτάσεις, απαιτείται δηλονότι, σε κάθε περίπτωση, προφορική πρόταση των ισχυρισμών που, "ως γενόμενο κατά τη συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά και έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν τους αυτοτελείς ισχυρισμούς στις κατατιθέμενες προτάσεις.

Τέλος, κατά το άρθρο 871 Α.Κ., με τη σύμβαση του συμβιβασμού, οι συμβαλλόμενοι διαλύουν, με αμοιβαίες υποχωρήσεις, μια έριδά τους ή μια αβεβαιότητα, για κάποια έννομη σχέση, αρκεί το αντικείμενο της σύμβασης αυτής να μη έχει εξαιρεθεί από την ιδιωτική πρωτοβουλία, γιατί, στην αντίθετη περίπτωση, η εν λόγω σύμβαση θεωρείται ως μη γενόμενη (Α.Κ. 174 και 180).

Ειδικά, για τα δικαιώματα του εργαζομένου, που πηγάζουν από διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, επιτρέπεται η επίλυση και των διαφορών αυτών με συμβιβασμό, όπου, όμως, υπάρχει σοβαρή αμφισβήτηση ή αβεβαιότητα, είτε σε σχέση με τις νομικές και πραγματικές προϋποθέσεις, είτε ως προς την έννοια των δικαιωμάτων αυτών και με αμοιβαίες υποχωρήσεις επιλύονται αυτές, οπότε, στην περίπτωση αυτή, δεν θεωρείται, πως αντιβαίνει ο συμβιβασμός στα άρθρα 679 Α.Κ., 8 Ν. 2112/1920, όπως ισχύει, 8 παρ. 2 και 4 Ν.Δ. 4020/1959, 2 και 5 παρ. 3 Ν. 3198/1955 και επομένως είναι έγκυρος, διότι, έτσι, αποφεύγει ο εργαζόμενος ν' αποδυθεί σε δικαστικό αγώνα αβέβαιης διάρκειας και έκτασης.

Στην αντίθετη περίπτωση, όταν δεν είναι αμοιβαίες οι υποχωρήσεις και γίνονται μόνον από τον ένα των συμβαλλόμενων, τότε δεν υπάρχει συμβιβασμός με την ανωτέρω έννοια, αλλά, τυχόν, άλλη σχέση (άφεση χρέους ή αναγνώριση αξίωσης) και είναι αδιάφορο το γεγονός, ότι οι συμβαλλόμενοι χαρακτήρισαν τη μεταξύ τους σχέση ως συμβιβασμό.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον ΝΠΙΔ με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 KΠολΔ, πλημμέλεια με την αιτίαση ότι το δικαστήριο της ουσίας, δεχόμενο ότι ο επικαλούμενος, από αυτό, συμβιβασμός του αναιρεσίβλητου είναι άκυρος, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 3 και 679 Α.Κ., 8 Ν. 2112/1920, όπως ισχύει, 8 παρ. 2 και 4 Ν.Δ. 4020/1959, 2 και 5 παρ. 3 Ν. 3198/1955.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, προεχόντως ως απαράδεκτος, κατ' άρθρο 562 παρ. 2 KΠολΔ., καθόσον, προκειμένης διαφοράς εκδικαζόμενης κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, το αναιρεσείον δεν επικαλείται παραδεκτή προβολή του εν λόγω ισχυρισμού, ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, με καταχώρισή του στα πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, και επαναφορά του, κατά νόμιμο τρόπο, ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, ενώ, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 KΠολΔ.

επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, δεν προκύπτει ότι προβλήθηκε, παραδεκτά, ο παραπάνω ισχυρισμός. Εξάλλου, όπως, προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο δέχθηκε, ότι "ο ισχυρισμός του εναγομένου, ότι η αποδοχή από τον ενάγοντα της λήψης του άνω ποσού, με την παραίτησή του από την άσκηση περαιτέρω σχετικής αξίωσής του, συνιστά εξώδικο συμβιβασμό, είναι αβάσιμος, ενώ από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι συντρέχει περίπτωση εξαίρεσης από τον προηγούμενο κανόνα, ώστε να είναι έγκυρος τέτοιος συμβιβασμός.

Σε κάθε περίπτωση άλλωστε, όπως προκύπτει από τα πρακτικά του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ο ισχυρισμός αυτός, που συνιστά γνήσια αυτοτελή, καταλυτική του δικαιώματος, ένσταση, είναι απαράδεκτος, καθόσον δεν έχει προταθεί προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριό του, όπως απαιτείται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 256 παρ. 1 παρ.

δ, 591 παρ. 1 εδ. β' και 663 έως 669 του ΚΠολΔ". Επομένως, σε κάθε περίπτωση, η επικουρική παραδοχή της απόφασης, η οποία στηρίζει αυτοτελώς την κρίση του δικαστηρίου και δεν πλήττεται από το αναιρεσείον, αφού τούτο δεν προβάλλει το αντίθετο, δικαιολογεί την απόρριψη του ισχυρισμού αυτού, ως απαράδεκτου, εκ ότι δε, εκ περισσού, το δικαστήριο ερεύνησε τη βασιμότητα του και τον απέρριψε, έστω και εσφαλμένα, δεν θεμελιώνεται ο επικαλούμενος λόγος αναίρεσης.

Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να καταδικαστεί δε το αναιρεσείον, ως ηττώμενο, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, (άρθρο 183 ΚΠολΔ), όπως, ειδικότερα, ορίζονται στο διατακτικό.

Για τους λόγους αυτούς

Απορρίπτει την, από 5-5-2014, αίτηση αναίρεσης της 1819/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Μαρτίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ