275/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated275/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου απ αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Full text
Απόφαση 275 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 275/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΕΓΑ", νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Ιωάννη Καραγκούνη, ο οποίος παραστάθηκε αφού ανακάλεσε την από 1-12-2011 παράσταση με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Α. Κ. του Γ., 2. Β. συζ. Γ. Κ. και 3. Γ. Κ. του Α., άπαντες κάτοικοι ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Νικόλαου Εμμανουηλίδη, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-7-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, την από 6-6-2007 αγωγή άλλων προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη και από 17-1-2008 παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κατερίνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 244/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 961/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1-12-2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Βασίλειος Λαμπρόπουλος, ανέγνωσε την από 17-11-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου απ αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Περαιτέρω, για να ιδρυθεί ο λόγος αναίρεσης οπό το εδάφιο 1 του άρθρου 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να παραβιαστεί κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Η παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή. Εξάλλου, οπό τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, ο αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά, να επιφέρει κάτω τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν τα συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, ύστερα από αξιολόγηση του όλου αποδεικτικού υλικού, δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθη κρίσιμα για την τύχη της αναίρεσης πραγματικά περιστατικά: "... Στις 19-01-2007 και ώρα 00:30 ο πρώτος εναγόμενος της υπό στοιχείο α' αγωγής και πρώτος ενάγων της υπό στοιχείο β' αγωγής οδηγούσε στην Κατερίνη, στον οικισμό του Σιδηροδρομικού Σταθμού, επί της οδού Λ.
Ιασωνίδη, με κατεύθυνση από Κατερίνη προς το χωριό Παραλία Κατερίνης, το υπό στοιχεία κυκλοφορίας ... ΔΧΕ ΤΑΧΙ, της συνιδιοκτησίας κατά ποσοστό 50% καθενός του ίδιου και του δευτέρου από τους ενάγοντες της β' αγωγής (μη εναγομένου της α') που ήταν ασφαλισμένο για τις τυχόν προκαλούμενες σε τρίτους ζημίες στη δεύτερη εναγομένη της α' αγωγής ασφαλιστική εταιρία.
Η προαναφερόμενη οδός είναι διπλής κατεύθυνσης, διαθέτει μια λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση και έχει πλάτος 9,20 μέτρων περίπου. Ακόμη, στην οδό αυτή, η οποία από το σημείο που αρχίζει, όπου υφίσταται κυκλικός κόμβος, μέχρι τις σιδηροδρομικές γραμμές, δηλαδή σε μήκος 500 μέτρων περίπου, είναι ευθεία και καλύπτεται από ασφαλτοτάπητα, υφίσταται διπλή συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή, που διακόπτεται στη συμβολή της ίδιας οδού με την οδό Κάνιγγος, στα αριστερά σε σχέση με την πορεία που ακολουθούσε ο οδηγός του ΤΑΧΙ και σε απόσταση 200 μέτρων περίπου από τον παραπάνω κόμβο.
Μετά από αυτόν (κόμβο) ο πρώτος εναγόμενος εισήλθε από δεξιά στην οδό Λ. Σασωνίδη και 120 μέτρα περίπου πριν από τη συμβολή της τελευταίας οδού με την οδό Κάνιγγος διέκοψε προσωρινά την πορεία του στο δεξιό άκρο του οδοστρώματος, στο ύψος υφιστάμενου καταστήματος του Ταχυδρομείου, προκειμένου ν' αποβιβάσει μια επιβάτιδα του οχήματος του, την Ε.
Β.. Μετά την ολοκλήρωση της αποβίβασης εκείνης ξεκίνησε σε ευθεία πορεία με μέτωπο προς Παραλία, αλλά όταν έφθασε στη συμβολή των οδών αυτών, έχοντας πρόθεση να πραγματοποιήσει αλλαγή κατεύθυνσης προς τα αριστερά, κινήθηκε ξαφνικά προς εκείνη την κατεύθυνση, καταλαμβάνοντας κάθετα τμήμα αυτής (συμβολής) του αντίθετου ρεύματος κυκλοφορίας.
Την ίδια στιγμή, όμως, έφθανε στο σημείο εκείνο ο πρώτος εναγόμενος της β' αγωγής, Γ. Κ., που οδηγούσε με ίδια κατεύθυνση προς Παραλία το με στοιχεία κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, της συνιδιοκτησίας των εναγόντων της α' αγωγής και παράλληλα δεύτερου και τρίτης εναγομένων της β' αγωγής και ασφαλισμένο για τις έναντι τρίτων ζημίες στην τέταρτη εναγομένη της αυτής β' αγωγής και παρεμπιπτόντως ενάγουσα της γ' αγωγής και που διαπιστώνοντας, ότι το ΤΑΧΙ είχε όμοια κατεύθυνση και προφανώς, επειδή είχε μόλις ξεκινήσει, του φαινόταν από μακριά, ότι ήταν σταθμευμένο, επιχείρησε να το προσπεράσει.
Εξαιτίας της παραπάνω αιφνίδιας ενέργειας του οδηγού του, το ΤΑΧΙ παρενεβλήθη στην πορεία του άλλου οχήματος, το οποίο απείχε περί τα 4 μέτρα και το οποίο παρά την προσπάθεια του οδηγού να αποφύγει το ατύχημα με ελιγμό προς τα' αριστερά, επέπεσε, σε βάθος 1,80 του μέτρου από τη διαχωριστική γραμμή και μέσα στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, με την εμπρόσθια δεξιά πλευρά του στην αριστερή πλευρά και στο ύψος της πόρτας του οδηγού του ΤΑΧΙ και στη συνέχεια εκτράπηκε πιο αριστερά σε σχέση με την πορεία του και ακινητοποιήθηκε σε απόσταση 14 μέτρων περίπου από το σημείο σύγκρουσης στο παρακείμενο πεζοδρόμιο.
Από τη σύγκρουση των δύο οχημάτων προκλήθηκαν σ' αυτά υλικές ζημίες και ακόμη, τραυματίστηκαν ελαφρά οι δύο από τις τρεις επιβάτιδες του δεύτερου οχήματος και συγκεκριμένα, η Ε. Γ. στο πρόσωπο και η Ε. Σ. στο στήθος. Το ζημιογόνο τούτο αποτέλεσμα οφείλεται, κατά την πλειοψηφούσα άποψη, αποκλειστικά σε υπαιτιότητα του εναγόμενου οδηγού του ΤΑΧΙ, γιατί οδηγούσε κατά παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (Κ.Ο.Κ.).
Ειδικότερα, η αμέλεια αυτού συνίσταται στο ότι οδηγούσε χωρίς τη δέουσα σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και γι' αυτό, παρά την υποχρέωση που είχε, προτιθέμενος ν' αλλάξει κατεύθυνση, δεν έλεγξε αν εκινούντο πίσω από το δικό του άλλα οχήματα πριν να ενεργήσει με τον τρόπο που προαναφέρθηκε και δεν πλησίασε προοδευτικά προς τον άξονα του οδοστρώματος, ούτε κατέστησε εγκαίρως γνωστή την πρόθεση του αυτή στους άλλους οδηγούς που ακολουθούσαν, κάνοντας εγκαίρως χρήση για το σκοπό αυτό του αντίστοιχου δείκτη κατεύθυνσης (παράβ.
άρθρων 12 παρ 1,12 παρ. 2 και 3 και 23 παρ. 2,4 του ν. 2696/1999 Κ.Ο.Κ.) . Όλα τα περιστατικά αυτά αποδείχθηκαν από την κατά την ημερομηνία του ατυχήματος συνταχθείσα έκθεση αυτοψίας και το σχετικό διάγραμμα του Τμήματος Τροχαίας Κατερίνης, καθώς και από την υπ' αριθμ. 3021/8/254/23-1-2007 βεβαίωση του ίδιου Τ.Τ. Κατερίνης, όπου (στο διάγραμμα και τη βεβαίωση) μνημονεύεται εν μέρει ορθά, ότι το ΤΑΧΙ εκινείτο στην οδό Λ.
Ιασωνίδη "από θέση στάθμευσης με κατεύθυνση προς την οδό Κάνιγγος", αντίθετα προς τους αγωγικούς ισχυρισμούς του οδηγού και του συνιδιοκτήτη αυτού του ΤΑΧΙ, σε συνδυασμό με την ένορκη κατάθεση της μάρτυρα απόδειξης της α' αγωγής και τις εκτιμώμενες ως δικαστικά τεκμήρια, προσκομιζόμενες νομίμως με επίκληση τους, ένορκες καταθέσεις των προαναφερόμενων συνεπιβατιδών του ΙΧΕ αυτοκινήτου, οι οποίες όντας αυτόπτες, ρητά και κατηγορηματικά βεβαίωσαν ότι το ΤΑΧΙ κινήθηκε "ξαφνικά" μπροστά στο αυτοκίνητο που επέβαιναν.
Ανεξάρτητα από αυτό, δηλαδή και αν υποτεθεί, ότι είναι αληθινός ο ισχυρισμός του οδηγού και συνιδιοκτήτη του ΤΑΧΙ, πως πριν από την αλλαγή κατεύθυνσης αυτού ήταν ήδη σε κίνηση και δεν ξεκίνησε από θέση στάθμευσης από τα προαναφερόμενα αποδείχθηκε, ότι η ενέργεια αυτή εκ μέρους του προτού έγινε ξαφνικά, ανέλεγκτα και χωρίς έγκαιρη ειδοποίηση του άλλου οδηγού, ώστε να έχει τον απαιτούμενο χρόνο να ενεργήσει δεόντως.
Έτσι, από τα ίδια στοιχεία δεν αποδείχθηκε οποιαδήποτε αμέλεια του δεύτερου οδηγού, δηλαδή ούτε συγκλίνουσα υπαιτιότητα αυτού στην πρόκληση του ατυχήματος, το δε γεγονός, αφενός ότι εκινείτο με ταχύτητα 60 χ/ω ενώ το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ήταν 50 χ/ω και όχι παραπάνω, όπως ισχυρίζονται οι αντίδικοι τούτου, αφού ερχόμενος από τον κυκλικό κόμβο δεν προλάβαινε σε τόσο μικρή απόσταση περίπου 200 μέτρων να αναπτύξει μεγάλη ταχύτητα και αφετέρου ότι οδηγούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος σε ποσοστό 0,37 ml ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα, με ελάχιστο προβλεπόμενο όριο για ασφαλή οδήγηση 0,25 ml ανά λίτρο, δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με το ατύχημα και τούτο, γιατί αυτό θα είχε λάβε" χώρα και στην περίπτωση που δεν είχαν τελεσθεί οι παραβάσεις αυτές, δεδομένου ότι κατά την παρεμβολή του ΤΑΧΙ στην πορεία του η απόσταση που απείχε ήταν πολύ μικρή και δεν υπήρχε δυνατότητα να το αποφεύγει, ακόμη και οδηγώντας με μικρότερη ταχύτητα ή χωρίς να βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος.
Τα όσα κατέθεσε ο μάρτυρας, απόδειξης της β' αγωγής, Δ. Λ., κρίνονται με τη δέουσα περίσκεψη ως προς την αντικειμενικότητα αυτού και τούτο, διότι, ενώ, όπως βεβαίωσε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου σε ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν, η σύγκρουση των δύο οχημάτων ήταν σφοδρή, το ΤΑΧΙ εκτινάχθηκε σε απόσταση 15-20 μέτρα και ο οδηγός του και μια από τις επιβαίνουσες στο άλλο όχημα τραυματίσθηκαν, δεν σταμάτησε για να παράσχει βοήθεια ή πληροφορίες, παρά την ιδιότητα του μάλιστα ως αστυνομικού που υπηρετεί στην τροχαία αυτοκινητοδρόμων.
Γι' αυτό, ενόψει και του ότι δεν μνημονεύεται στην προαναφερθείσα έκθεση αυτοψίας ως μάρτυρας, κρίνεται μη αληθές το αντίθετο, δηλαδή, ότι ήταν εκεί και έφυγε, επειδή βιαζόταν, αφού πρόσφερε τις πρώτες βοήθειες και ειδοποίησε του περιοίκους, γεγονότα που αμφισβητήθηκαν κατηγορηματικά από την άλλη μάρτυρα (Δ.
Κ.) και περαιτέρω, η κρίση αυτή του Δικαστηρίου τούτου ενισχύεται από την συναγόμενη από την όλη συμπεριφορά του όπως ο ίδιος περιγράφει τα σχετικά περιστατικά και προκύπτουν αυτά, πεποίθηση του (Δικαστηρίου), ότι γι' αυτόν δεν είχε, σημασία και ενδιαφέρον η παροχή βοήθειας στους τραυματισθέντες στο ατύχημα και πληροφοριών στα αρμόδια όργανα του Τ.Τ.
Κατερίνης, αλλά η οικονομική διαφορά των εμπλεκομένων στο ατύχημα, γι' αυτό και δέχθηκε να βεβαιώσει, χωρίς να έχει σχετική υποχρέωση, καθώς δεν κλήθηκε από κάποια δημόσια αρχή, για τις συνθήκες πρόκλησης του και μάλιστα, όπως κατέθεσε πρωτοδίκως, προσήλθε για να δώσει κατάθεση ύστερα από παρότρυνση του συναδέλφου του αστυνομικού του αυτού Τ.Τ.
Κατερίνης Σ. Α., ο οποίος διενεργούσε προανάκριση και με τον οποίο γνωριζόταν από νωρίτερα και μετά βρέθηκαν στην ίδια υπηρεσία στην Κατερίνη. Πρέπει, να σημειωθεί, ότι εναντίον του ως άνω μαρτυρά υποβλήθηκε από τον πρώτο ενάγοντα της α' αγωγής έγκληση για ψευδορκία. Σύμφωνα με τα παραπάνω, οι ισχυρισμοί περί του αντιθέτου, δηλαδή για αποκλειστική υπαιτιότητα του Γ.
Κ., που προβλήθηκαν από την β' αγωγή και σε αντίκρουση των ισχυρισμών των αντιδίκων τους της α' αγωγής, αλλά και για συνυπαιτιότητα του άλλου οδηγού, είναι κατ' ουσία αβάσιμοι. Κατ' ακολουθία, η εκκαλούμενη απόφαση, με την οποία το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε αντίθετα, δηλαδή έκρινε αποκλειστικά υπαίτιο του ατυχήματος τον πρώτο εναγόμενο της β' αγωγής και δέχθηκε ως βάσιμη κατ' ουσία εν μέρει την αγωγή αυτή, δεν είναι ορθή κατά την προαναφερόμενη πλειοψηφούσα άποψη ...".
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που προαναφέρθηκαν, ενώ διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκαν.
Ειδικότερα διέλαβε στην απόφαση του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος και αναφορικά με την υπαίτια συμπεριφορά του οδηγού του υπ' αριθ. ... ΔΧΕ αυτοκινήτου Ε. Μ. και την ύπαρξη ή όχι αιτιώδους συνάφειας από την ανωτέρω συμπεριφορά στην επέλευση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος.
Το Εφετείο επίσης διέλαβε πλήρεις αιτιολογίες α)για το ότι αποκλειστικώς υπαίτιος της ανωτέρω σύγκρουσης είναι ο οδηγός του ως άνω ΔΧΕ αυτοκινήτου (ΤΑΧΙ), ο οποίος με τις ως άνω παραδοχές και ιδίως ότι αυτός μετά τη διακοπή της πορείας του στο άκρο δεξιό της οδού για την αποβίβαση πελάτιδος από αμέλεια δημιούργησε τον κίνδυνο επί του οδοστρώματος της ως άνω οδού με την αιφνιδιαστική κίνηση και κατάληψη, κάθετα, τμήματος αυτής του αντιθέτου ρεύματος κυκλοφορίας.
Με τις ενέργειες του αυτές παρεμβλήθηκε στην πορεία του υπ' αριθ. κυκλ.... ΙΧΕ αυτοκινήτου, το οποίο οδηγούσε ο Γ. Κ., ο οποίος διαπιστώνοντας ότι το ανωτέρω ΔΧΕ αυτοκίνητο (ΤΑΧΙ) είχε την ίδια κατεύθυνση, επιχείρησε να το προσπεράσει, β) Ότι τον οδηγό του ανωτέρω ΙΧΕ αυτοκινήτου δεν τον βαρύνει συνυπαιτιότητα για την πρόκληση του ατυχήματος με την παραδοχή ότι εκινείτο κανονικά στην πορεία του και παρά τον αιφνιδιασμό που δέχθηκε με την είσοδο στο ρεύμα πορείας του του ΔΧΕ αυτοκινήτου (ΤΑΧΙ) επιχείρησε αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά για να αποφύγει τη σύγκρουση, η οποία τελικά δεν απετράπει λόγω του αιφνιδιασμού και του ελαχίστου χρόνου αντίδρασης.
Επομένως, δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες από τους αριθ.1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και κατά συνέπεια ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία ισχυρίζεται το αντίθετο, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (αρθρ.176, 183 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24-11-2010 αίτηση της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΕΓΑ" για αναίρεση της υπ' αριθ. 961/2010 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Ιανουαρίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Φεβρουαρίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ