275/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Σεπτεμβρίου 2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3181/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 5088/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3 Ιουλίου 2009 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated275/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): για τα έργα υποδομής. Κατά την διάταξη του άρθρου 352§1 του Κ.Πολ.Δ., η ομολογία του διαδίκου, προφορική ή γραπτή, ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την δίκη ή του εντεταλμένου δικαστού, αποτελεί πλήρη απόδειξη κατά του ομολογήσαντος. Κατά την διάταξη δε του άρθρου 354 του αυτού Κώδικος, όποιος ομολόγησε μπορεί να ανακαλέσει την ομολογία του μόνο αν αυτός αποδείξει ότι δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 275 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 275/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 10 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Σ. συζ. Δ. Ν., το γένος Α. Κ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Χατζηγιαννάκη.
Του αναιρεσιβλήτου: Οικοδομικού Συνεταιρισμού με την επωνυμία "Οικοδομικός Συνεταιρισμός Ο ΑΓΙΟΣ ΣΠΥΡΙΔΩΝ Συν. Π.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Λάλλα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Σεπτεμβρίου 2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3181/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 5088/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3 Ιουλίου 2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης ανέγνωσε την από 29 Δεκεμβρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Το άρθρο 938 ΑΚ ορίζει ότι: "Όποιος οφείλει αποζημίωση από αδικοπραξία έχει την υποχρέωση, κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, να αποδώσει ό,τι περιήλθε σ` αυτόν, ακόμη και αν η απαίτηση από την αδικοπραξία έχει παραγραφεί". Από τη διάταξη αυτή σαφώς προκύπτει ότι αν από την τέλεση αδικοπραξίας δεν επήλθε μόνο ζημία σε άλλον, αλλά συγχρόνως και ωφέλεια στον αδικοπραγήσαντα από την περιουσία ή με ζημία του αδικηθέντος, τότε, παρά την παραγραφή της αξιώσεως από αδικοπραξία, υφίσταται αξίωση του τελευταίου από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, η οποία υπόκειται εφεξής στη ρύθμιση των άρθρων 904 επ.
ΑΚ (Α.Π. 112/2006). Εξετέρου κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. (άρθρα 173 και 200 του ΑΚ). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006 και Ολ.ΑΠ 4/2005).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 868/2008).
Στη προκειμένη περίπτωση δέχθηκε το Εφετείο τα εξής: «Κατά τα έτη 1963, 1964 και 1966 ο Α. Ζ. ανέλαβε την υποχρέωση με τα υπ' αριθ. …/63, …/64 και …/66 προσύμφωνα του Συμβολαιογράφου Αθηνών Χρ. Καρζή να πωλήσει και μεταβιβάσει εξ' αδιαιρέτου στον ενάγοντα οικοδομικό Συνεταιρισμό με επωνυμία "Ο ΑΓΙΟΣ ΣΠΥΡΙΔΩΝ" (ήδη αναιρεσίβλητο), τμήματα 1500 και 2000 στρεμμάτων από το κτήμα "…" που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια της Κοινότητας …, συνολικής εκτάσεως 3158 στρεμμάτων, έναντι τμήματος 17.000.000 δρχ.
που θα καταβάλλονταν σε μηνιαίες δόσεις. Ο ενάγων με επανειλημμένες δημοσιεύσεις και ανακοινώσεις κάλεσε όσους επιθυμούσαν να εγγραφούν μέλη και δικαιούχοι οικοπεδικών μεριδίων, που το κάθε ένα αντιστοιχούσε σε ένα στρέμμα αρυμοτόμητο οικόπεδο, έναντι τιμήματος 21200 δρχ. για κάθε οικόπεδο της πρώτης εκτάσεως των 1.500 στρεμμάτων και 26000 δρχ.
της δεύτερης εκτάσεως των 200 στρεμμάτων, το οποίο θα κατέβαλαν σε μηνιαίες δόσεις με τα χρήματα δε, που θα εισέπραττε ο ενάγων συνεταιρισμός από τις προαναφερόμενες πωλήσεις θα εξοφλούσε τις αντίστοιχες δόσεις στον πωλητή Α. Ζ.. Πράγματι έγιναν εγγραφές μελών- δικαιούχων, οι οποίοι κατέβαλαν τις δόσεις, πού είχαν οριστεί και ανάλογα με τις συνεταιριστικές μερίδες, που είχαν δηλώσει και ο ενάγων συνεταιρισμός στην συνέχεια συγκέντρωνε τα ποσά αυτά και εξοφλούσε αντίστοιχα τις δόσεις του τιμήματος στον πωλητή.
Ορισμένοι, όμως, από τους συνεταίρους δεν κατέβαλαν ορισμένες από τις δόσεις, στο χρόνο, που είχε οριστεί με συνέπεια ο ενάγων συνεταιρισμός να βρεθεί σε αδυναμία εμπρόθεσμης καταβολής των δόσεων του τιμήματος προς τον πωλητή. Για τον λόγο αυτό ο τελευταίος το 1969 κήρυξε έκπτωτο τον ενάγοντα συνεταιρισμό και άρχισε να πωλεί σε τρίτους τμήματα των ως άνω εκτάσεων.
Στη συνέχεια το έτος 1970 το όλο κτήμα των 3158 στρεμμάτων, ρυμοτομήθηκε και εντάχθηκε στο σχέδιο πόλεως, ο δε ως άνω πωλητής Α. Ζ. επικαλούμενος την ως άνω έκπτωση, δεν δέχονταν να προσέλθει και να υπογράψει το οριστικό μεταβιβαστικό συμβόλαιο των παραπάνω εκτάσεων. Ενόψει της αρνήσεως αυτής ο ενάγων συνεταιρισμός υποχρεώθηκε να δεχθεί ο πωλητής Α. Ζ. να υπογράψει τα μεταβιβαστικά σ' αυτόν για έκταση μικρότερη της αρχικής κατά 125 στρέμματα, που αντιστοιχούσε σε 168 οικοπεδικές μερίδες και οι οποίες εξαιτίας του συμβιβασμού απωλέσθηκαν και προκειμένου να ικανοποιηθούν όλα τα μέλη του, η Γενική Συνέλευση του ενάγοντος συνεταιρισμού αποφάσισε την περαιτέρω μείωση κάθε ενός οικοπέδου από 570 τ. μ σε 500 τ. μ.
Η εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα) με την από 1963 αίτησή της προς τον ενάγοντα συνεταιρισμό είχε γραφεί μεριδιούχος σε έκταση ενός στρέμματος. Στην συνέχεια μετά τη κλήρωση του 1972 κληρώθηκε σε ένα οικόπεδο και συγκεκριμένα το με αριθμό 7 του Ο.Τ. 4 καθαρού εμβαδού μετά και την ρυμοτόμηση 570 τ.μ. Το οικόπεδο όμως αυτό απωλέσθηκε με τον προαναφερόμενο συμβιβασμό με τον πωλητή Α. Ζ. και για τον λόγο αυτό η εναγομένη συμμετείχε στην κλήρωση μετά την Γενική Συνέλευση του ενάγοντος στις 19-4-1986, οπότε και κληρώθηκε για ένα οικόπεδο, ήτοι στο υπ' αριθ. 6 Δ οικόπεδο του 158 Ο.Τ., εκτάσεως 500 τ.μ, δεδομένου ότι με την απόφαση της Γενικής Συνέλευσης του ενάγοντος στις 19-9-1982 όλα τα οικόπεδα μειώθηκαν από 570 τ.μ σε 500 τ.μ, ώστε να εξευρεθούν τα 168 απολεσθέντα με τον ως άνω συμβιβασμό.
Ακολούθως η εναγομένη με αίτησή της ζήτησε να μεταφερθεί από το προαναφερόμενο 6 Δ οικόπεδο του Ο.Τ. 158 σε άλλο αδιάθετο οικόπεδο του Ο.Τ 69. Την αίτηση αυτή ο Πρόεδρος του ενάγοντος συνεταιρισμού εισήγαγε στο Μικτό Συμβούλιο αυτού, στο πρακτικό του οποίου με αριθμό 3/21-5-1987 αναφέρθηκαν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: "Υπάρχουν δύο αιτήσεις συνεταίρων η μία είναι της κ. Κ.- Ν., που ζητά να μετακινηθεί από το Ο.Τ. που την τοποθέτησαν στο Ο.Τ 69 και προτείνω να της δοθεί το οικόπεδο ... του Ο.Τ. 69". Σχετική απόφαση, όμως στην εν λόγω αίτηση. δεν λήφθηκε παρά την θετική εισήγηση του τότε προϊσταμένου του εποπτικού Συμβουλίου (βλ. το σχετικό πρακτικό Νο 3 της 21-5-1987, που επικαλείται και προσκομίζει ο ενάγων συνεταιρισμός). Στην συνέχεια η εναγομένη παρότρυνε και έπεισε τον υπάλληλο του ενάγοντος συνεταιρισμού Ν. Μ., ο οποίος λόγω της ιδιότητάς του είχε πρόσβαση στα βιβλία και τα έγγραφα του ενάγοντος, να νοθεύσει: α) το προαναφερόμενο υπ' αριθμ. 3/21-5-1987 Πρακτικό τον Μικτού Συμβουλίου αυτού (ενάγοντος συνεταιρισμού) αλλοιώνοντας τις καταλήξεις του ρήματος από ''δοθεί" σε "δοθούν" και της λέξης οικόπεδο'" σε ''οικόπεδα'' και β) την βεβαίωση, που συνέταξε η υπάλληλος του ενάγοντος Β. Μ. και στην οποία βεβαιώνονταν ότι η εναγομένη ήταν κάτοχος δύο οικοπέδων αντί ενός και συγκεκριμένα νόθευσε την λέξη "ενός" σε "'δύο "" και τον αριθμό "1" σε ''2''.
Κατόπιν ο Ν. Μ. χρησιμοποιώντας τα ανωτέρω νοθευμένα έγγραφα συνέταξε την από 6-11-1987 επίσημη βεβαίωση, την οποία υπέγραψε κατ' εξουσιοδότηση του Διοικητικού Συμβουλίου του ενάγοντος ο Γενικός Γραμματέας αυτού Γ. Β. στην οποία βεβαιώνονταν ψευδώς ότι η εναγομένη ήταν κάτοχος δύο οικοπέδων και με βάση την οποία υπέβαλε στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. την από 9-11-1987 δήλωση φόρου, προκειμένου να υπογραφεί το υπ' αριθμ. …/20-11-1987 συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Αθηνών με το οποίο μεταβιβάστηκαν από τον ενάγοντα συνεταιρισμό στην εναγομένη δύο οικόπεδα αυτού και συγκεκριμένα τα με αριθμό 5Α και 5 β οικόπεδα του Ο.Τ. (οικοπεδικού τετραγώνου) 69. Το εν λόγω συμβόλαιο μεταγράφηκε, ακολούθως, στο Υποθηκοφυλάκειο Σπάτων στον τόμο … με αριθμό 218. (βλ. τα υπ' αριθμ. 783/2/2000 πιστοποιητικό του Υποθ/ου Σπάτων). Με την προαναφερόμενη παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εναγομένης, η τελευταία προσπόρισε στον εαυτό της παράνομο περιουσιακό όφελος, και συγκεκριμένα ένα επιπλέον οικόπεδο του ενάγοντος συνεταιρισμού αξίας με αντίστοιχη βλάβη του τελευταίου.
Για τις προαναφερθείσες πράξεις της ηθικής αυτουργίας σε πλαστογραφία και της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθησε μετά από μήνυση του ενάγοντος συνεταιρισμού σε βαθμό κακουργήματος η εναγομένη και o Ν. Μ. παραπέμφθηκαν ,δυνάμει του 2357/95 τελεσίδικου βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών να δικασθούν ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών. Το τελευταίο στις 17-1-1997 με την 203/1997 απόφασή του κήρυξε εαυτό αναρμόδιο για την εκδίκαση της εν λόγω υπόθεσης για τον λόγο, ότι μετά την ισχύ του Ν. 2408/96, ο οποίος με το άρθρο 1 παρ. 7 εδαφ.9 συμπλήρωσε το άρθρο 216 ΠΚ και καθόρισε τον κακουργηματικό χαρακτήρα της πλαστογραφίας, όταν η αντίστοιχη βλάβη υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δρχ. προϋπόθεση που δεν συνέτρεχε στην προκειμένη υπόθεση, δεδομένου, ότι η αξία του επίδικου οικοπέδου ήταν κατώτερη των 25.000.000 δρχ και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο αρμόδιο Τριμελές Πλημμελειοδικείου Αθηνών, το οποίο στη συνέχεια με την 37705/1997 απόφασή του έπαυσε την ποινική δίωξη τόσο της εναγομένης όσο και του Ν. Μ., λόγω παραγραφής.
Τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά, που συνιστούν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της πλαστογραφίας κατ" εξακολούθηση και της ηθικής αυτουργίας σ" αυτή αποδεικνύονται από όλα, χωρίς εξαίρεση, τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι καθώς και εκείνα της σχηματισθείσας ποινικής δικογραφίας και ιδιαίτερα από τις από 18-11-92 και 10-12-93 ένορκες καταθέσεις της μάρτυρος Β. Μ., την από 10-3-93 ένορκη κατάθεση του Γ. Β. και την από 12-3-093 ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Ε. Δ..
Εξάλλου και η ίδια εναγομένη, εκκρεμούσης τής κατά τα ανωτέρω ασκηθείσας ποινικής δίωξης, εναντίον αλλά και εναντίον του Ν. Μ. για τις αξιόποινες πράξεις της πλαστογραφίας μετά χρήσεως και της ηθικής αυτουργίας σ' αυτή και ενώ είχε απορριφθεί η εναντίον της ασκηθείσα από 9-3-93 αγωγή του ενάγοντος συνεταιρισμού ως αόριστη με την 8575/2002 τελεσίδικη απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, η εναγομένη στις 6-10-93 κοινοποίησε στον ενάγοντα την από 16-9-93 εξώδικη δήλωσή της, στην οποία μεταξύ των άλλων ανέφερε και τα ακόλουθα: "Είναι γνωστό ότι με την αγωγή σας της 9-3-92 εναντίον του ζητήσατε της 5Β λωρίδος του Ο.Τ. 69 στο κτήμα "...
μ.τ 491,18 . Με την απόφαση 2784/1993 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η αγωγή σας απερρίφθη. 'Ηδη με την παρούσα και ανεξαρτήτως της απορρίψεως της αγωγής, σας προσφέρω την πιο πάνω λωρίδα και σας προσκαλώ όπως προβείτε στις απαραίτητες προς τούτο ενέργειες, ώστε να ανακάμψει η κυριότητά της στον Συνεταιρισμό".
Η εναγομένη, επίσης στο από 30-9-93 υπόμνημά της προς το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών μεταξύ των άλλων ανέφερε και τα ακόλουθα: Εν πάσει περιπτώσει ... και παρά το γεγονός ότι η άνω αγωγή (9-3-93) του Συνεταιρισμού εναντίον μου για επιστροφή της λωρίδας απερρίφθη, εν τούτοις εγώ με την από 1-6-1993 εξώδικη δήλωσή μου προσέφερα, ήδη στον Συνεταιρισμό την άνω λωρίδα με στ. 58, όπως αυτό προκύπτει από την συνημμένη εξώδικη δήλωσή μου".
Στην συνέχεια η εναγομένη στις 15-1-97, ενόψει της εκδικάσεως της ποινικής υπόθεσης στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων στις 17-1-97, προσήλθε στον ενάγοντα συνεταιρισμό και υπέγραψε την από 15-1-97 δήλωση φόρου μεταβίβασης προς την Δ.Ο.Υ Παλλήνης, στην οποία ο ενάγων, προκειμένου η εναγομένη να προβεί στην αναμεταβίβαση του ως άνω οικοπέδου, κατέβαλε και τον αναλογούντα φόρο μεταβίβασης από 1.176.282 δρχ.
Η εναγομένη, όμως τελικά δεν προσήλθε να υπογράψει το μεταβιβαστικό προς τον ενάγοντα συνεταιρισμό συμβόλαιο του με αριθμό 5Β οικοπέδου. Σημειώνεται, ότι μετά την άσκηση της από 15-9-2000 αίτησης συντηρητικής κατάσχεσης εναντίον της εναγομένης το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δικάσαν κατά την διαδικασία των Ασφαλιστικών Μέτρων, δέχθηκε την ανωτέρω αίτηση της και διέταξε την συντηρητική κατάσχεση κάθε κινητής και ακίνητης περιουσίας μέχρι του ποσού των 20.000.000 δρχ.
H εναγομένη ισχυρίζεται ότι το με στοιχείο 59 οικόπεδο του Ο.Τ. 69 υστερούσε καταφανώς έναντι των λοιπών οικοπέδων, καθόσον η οικοπεδική του έκταση δεν θεωρείται κατάλληλη για την ανέγερση οικίας και ως εκ τούτου υστερεί έναντι των λοιπών, που είναι εκτάσεως ενός (1) στρέμματος, και ότι επιπρόσθετα η επιτροπή ελέγχου οικοπέδων με το από 22-10-87 πρακτικό της παρέσχε την έγκριση να γίνει Συμβόλαιο.
Ο ισχυρισμός αυτός της εναγομένης πρέπει v' απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσίαν καθόσον η Γενική Συνέλευση του ενάγοντος με την από 19-9-82 απόφαση της έλαβε την απόφαση, όπως η έκταση όλων των οικοπέδων να μειωθεί από 570 τ.μ σε 500 τ.μ, την απόφαση δε αυτή η εναγομένη δεν την προσέβαλε ποτέ, η οποία (απόφαση) σημειωτέον δεν αφορούσε μόνον το οικόπεδο της εναγομένης αλλά όλων των μελών του ενάγοντος Συνεταιρισμού.
Όσον αφορά το από 22-10-1987 έγγραφο της Επιτροπής Ελέγχου οικοπέδων που υπεγράφη από τον τότε Νομικό Σύμβουλο του ενάγοντος συνεταιρισμού δεν αναιρεί τις προαναφερόμενες αξιόποινες πράξεις της εναγομένης και του Ν. Μ., καθώς και τις επιζήμιες συνέπειες προς τον ενάγοντα συνεταιρισμό, δεδομένου, ότι η προαναφερόμενη Επιτροπή αγνοούσε τις εν λόγω πράξεις της πλαστογραφίας μετά χρήσεως και της ηθικής αυτουργίας σ' αυτή, το δε από 22-10-1987 πρακτικό της εν λόγω Επιτροπής συνετάγη βάσει του πλαστογραφηθέντος υπ' αριθ. 3/21-5-1987 Πρακτικού του Μικτού Συμβουλίου του ενάγοντος.
Περαιτέρω και τα ισχυριζόμενα από την εκκαλούσα με τον δεύτερο λόγο της υπό κρίση έφεσης, ότι στην υπόθεση δεν συντρέχουν τα στοιχεία της αδικοπραξίας και συγκεκριμένα η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά αυτής αλλά ούτε και η ωφέλεια αυτής με αντίστοιχη βλάβη του ενάγοντος συνεταιρισμού είναι απορριπτέα ως αβάσιμα κατ' ουσίαν, καθ' όσον όπως προαναφέρθηκε συντρέχουν σωρευτικώς τα στοιχεία της αδικοπραξίας.
Συγκεκριμένα η ενάγουσα- εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι η ένδικη μεταβίβαση έγινε νομίμως και ειδικότερα δυνάμει, του από 22-10-1987 εγγράφου της Επιτροπής Ελέγχου, το οποίο φέρει την υπογραφή του τότε Νομικού Συμβούλου τον Συνεταιρισμού, πλην όμως αποδείχθηκε, ότι το εν λόγω έγγραφο συνετάγη, βάσει του νοθευμένου πλαστογραφηθέντος υπ' αριθμό 3/21-51987 πρακτικού του Μικτού Συμβουλίου του ενάγοντος Συνεταιρισμού, το οποίο, όπως εκτίθεται και ανωτέρω πλαστογράφησε ο υπάλληλος του ενάγοντος Συνεταιρισμού Ν.
Μ. με την παρότρυνση της ενάγουσας, η πλαστογραφία δε αυτή δεν είχε ανακαλυφθεί κατά τον χρόνο της σύνταξης του προαναφερομένου εγγράφου της Επιτροπής Ελέγχου οικοπέδων αλλά μετά την παρέλευση πενταετίας, οπότε και υπεβλήθη εναντίον της ενάγουσας αλλά και του Ν. Μ. η σχετική μήνυση. Εξάλλου η ενάγουσα δεν προσκομίζει κάποια σχετική απόδειξη πληρωμής του αντιτίμου του ως άνω οικοπέδου ή άλλο παραστατικό από το οποίο να προκύπτει ότι η ίδια κατέβαλε το σχετικό αντάλλαγμα ούτε αυτό ανατρέπεται από τα αναγραφόμενα στο υπ' αριθμ.
…/87 μεταβιβαστικό συμβόλαιο του ως άνω οικοπέδου, στο οποίο η συντάξασα αυτά Συμβολαιογράφος ανέγραψε απλώς ότι "το παραπάνω τίμημα κατέβαλαν οι αγοραστές μέλη τον Συνεταιρισμού και μάλιστα η Σ. Ν. δραχμές 40.000 πριν από την εμφάνιση ενώπιον μου, όπως μου δήλωσαν. Συντρέχουν, επομένως οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 938 Α.Κ .
καθόσον παρά την παραγραφή των αξιόποινων πράξεων της πλαστογραφίας και της ηθικής αυτουργίας σ' αυτή από την ενάγουσα αποδείχθηκε ότι υφίσταται αξίωση από αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού από την τέλεση της ένδικης αδικοπραξίας δεν επήλθε μόνο ζημία στον ενάγοντα Συνεταιρισμό αλά συγχρόνως και ωφέλεια στην περιουσία της ενάγουσας, η οποία σώζεται κατά τον χρόνο της άσκησης της ένδικης αγωγής .
Με βάση τα εκτιθέμενα θα πρέπει η κρινόμενη αγωγή να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσία και να υποχρεωθεί η εναγομένη να προβεί σε δήλωση βουλήσεως, περιβεβλημένη τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, αναφορικά με την αναμεταβίβαση στον ενάγοντα συνεταιρισμό της κυριότητας του εμφαινομένου στο από τον Μάιο 1987 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού I. Ρ. με τα στοιχεία 5-Β οικοπέδου του Ο.Τ. 69 εκτάσεως 491,18 τ.μ που βρίσκεται στη θέση "…" της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας … και συνορεύει βόρεια με ανώνυμη εγκεκριμένη οδό, νότια μετά με στοιχεία 6ΣΤ και σε οικόπεδα του Ο.Τ. 69, ανατολικά με το με στοιχεία 5-Γ του ΟΤ 69 και δυτικά με το με στοιχείο 5 Α του Ο.Τ. 69, το οποίο είχε περιέλθει στην εναγομένη δυνάμει του υπ' αριθμ. …/20-11-87 συμβολαίου της Συμβ/φου Αθηνών Μαρίας Κανελλοπούλου, που μεταγράφηκε νόμιμα στο Υποθηκοφυλάκειο Σπάτων (Τ. … με αριθμό 218).
Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο απέρριψε την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου και είχε υποχρεωθεί η εναγομένη σε δήλωση βουλήσεως περί αναμεταβίβασης σ' αυτόν του επίδικου ακινήτου.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 914,938και 904 Α.Κ. που εφάρμοσε ούτε και εκ πλαγίου καθόσον περιέλαβε στην απόφασή του πλήρεις σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή τους. Ειδικότερα με βάση τ' ανωτέρω δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά σύμφωνα με τα οποία το ανωτέρω ακίνητο περιήλθε στην ενάγουσα με τέλεση της ως άνω αδικοπραξίας (ηθικής αυτουργίας αυτής σε πλαστογραφία) εις βάρος του ενάγοντος προς την οποία και τελεί σε άμεση αιτιώδη συνάφεια αφού γίνεται δεκτό ότι το από 22-10-1987 έγγραφο της Επιτροπής ελέγχου το οποίο φέρει την υπογραφή του τότε Νομικού Συμβούλου του Συνεταιρισμού με βάση το οποίο επακολούθησε η μεταβίβαση, συντάχθηκε βάσει του πλαστογραφηθέντος υπ' αριθ. 3/21-5-1987 πρακτικού του Μικτού Συμβουλίου του ενάγοντος Συνεταιρισμού αλλά και η από 6-11-1987 επίσημη βεβαίωση την οποία συνέταξε ο Ν.
Μ. και υπέγραψε κατ' εξουσιοδότηση του Διοικητικού Συμβουλίου του ενάγοντος ο Γενικός Γραμματέας αυτού Γ. Β. με βάση την οποία βεβαιωνόταν ψευδώς ότι η εναγομένη ήταν κάτοχος δύο οικοπέδων και με βάση την οποία υπέβαλε στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. την από 9-11-1987 δήλωση φόρου για τη σύνταξη του συμβολαίου μεταβίβασης (14060/20-11-1987) είχε συνταχθεί με τη χρησιμοποίηση αμφοτέρων των κατά τον ανωτέρω τρόπο πλαστογραφηθέντων εγγράφων, καταφάσκεται η ευθύνη της εναγομένης με βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό ενόψει της επελθούσης παραγραφής της αξίωσης για αποζημίωση από την αδικοπραξία, για την απόδοση της σωζόμενης ωφέλειας που επήλθε σ' αυτή από την αδικοπραξία με καταδίκη της σε δήλωση βουλήσεως για αναμεταβίβαση του επίδικου ακινήτου στον ενάγοντα.
Επομένως ο πρώτος λόγος της αναίρεσης από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.με τους οποίους υποστηρίζονται τ' αντίθετα είναι αβάσιμοι. Κατά το άρθρο 559 αριθ.11 εδ.γ` ΚΠολΔικ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση.
Αρκεί δε η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφιβόλως η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.
Κατ' ακολουθίαν ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ.11 περ.γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος διότι από τη ρητή βεβαίωση που υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέστηκαν, σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενο αυτής προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη του και το από 22-10-1987 Πρακτικό της Επιτροπής Ελέγχου Οικοπέδων που προσκόμισε και επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα στο οποίο γίνεται και ρητή αναφορά στην απόφαση καθώς επίσης και τη χωρίς ημερομηνία βεβαίωσης παρά πόδας της φερομένης ως νοθευθείσας, όπου αναφέρεται παράδοση των 20 συναλλαγματικών των 3.000 δρχ.
για τα έργα υποδομής. Κατά την διάταξη του άρθρου 352§1 του Κ.Πολ.Δ., η ομολογία του διαδίκου, προφορική ή γραπτή, ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την δίκη ή του εντεταλμένου δικαστού, αποτελεί πλήρη απόδειξη κατά του ομολογήσαντος. Κατά την διάταξη δε του άρθρου 354 του αυτού Κώδικος, όποιος ομολόγησε μπορεί να ανακαλέσει την ομολογία του μόνο αν αυτός αποδείξει ότι δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια.
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι η δικαστική ομολογία μπορεί να ανακληθεί σε οποιαδήποτε στάση της δίκης, μη υποκείμενη σε οποιοδήποτε χρονικό περιορισμό, εκ της, ως άνω, διατάξεως του άρθρου 354, αλλά ούτε και εκ των διατάξεων των άρθρων 269, 527 του Κ.Πολ.Δ. Επομένως, αυτή μπορεί να ανακληθεί και ενώπιον του Εφετείου, με δήλωση του ομολογήσαντος, η οποία περιέχεται στην έφεση ή στο δικόγραφο προσθέτων λόγων εφέσεως ή στις προτάσεις.
Μετά την ανάκληση της ομολογίας, δηλαδή την απόδειξη ότι αυτή δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια, παύει να αποτελεί απόδειξη κατά του διαδίκου που προέβη σ` αυτή και κατ’ ακολουθίαν να είναι δεσμευτική για το δικαστήριο, επερχομένης ανατροπής των δικονομικών συνεπειών της. Η λήψη δε υπ’ όψη από το δικαστήριο ομολογίας, δικαστικής ή εξώδικης, η οποία ανακλήθηκε, ως μη ανταποκρινόμενη στην αλήθεια, ιδρύει, εν όψει του ότι αποτελεί ανύπαρκτο αποδεικτικό μέσο, τον προβλεπόμενο από την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 λόγο αναιρέσεως.
Αν όμως το δικαστήριο στηρίζεται στο σύνολο των αποδείξεων και επαλλήλως ή επικουρικώς στην ομολογία αλυσιτελώς πλήττεται με τον αναιρετικό αυτό λόγο μόνο η τελευταία αιτιολογία. Κατ' ακολουθίαν ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης κατά το μέρος που προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του εξώδικη ομολογία της αναιρεσείουσας ενόψει του ότι αυτή είχε προβεί σε ανάκλησή της είναι αλυσιτελής διότι όπως προκύπτει από την απόφαση, το Δικαστήριο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, στηρίχθηκε στο σύνολο των αποδείξεων και επικουρικά στην εξώδικη ομολογία της αναιρεσείουσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3 Ιουλίου 2009 αίτηση της Σ. συζ. Δ. Ν. για αναίρεση της υπ' αριθ. 5088/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Φεβρουαρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ