275/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated275/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 974, 984 § 1 και 989 εδάφ. α' ΑΚ προκύπτει, ότι στοιχεία της αγωγής περί διατάραξης της νομής είναι η νομή του ενάγοντα πάνω στο πράγμα κατά το χρόνο της διατάραξης και της άσκησης της αγωγής και η προσβολή αυτής από τον εναγόμενο με διατάραξη που έγινε παράνομα και χωρίς τη θέληση του νομέα ενάγοντα.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 275 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 275/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κυριάκο Τσέλιο.
Της αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Κασιμάτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-9-1989 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 29/1991 του ίδιου Δικαστηρίου, 23/1994 μη οριστική και 254/2007 οριστική του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 30-1-2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 14-1-2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 974 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου, προκύπτει, ότι προς απόκτηση της νομής πάνω στο πράγμα απαιτείται η συνδρομή δύο στοιχείων στο πρόσωπο του αποκτώντα, δηλαδή το σωματικό (corpus) και το ψυχικό (animus).
Και το πρώτο μεν εκδηλώνεται με τη φυσική εξουσία επί του πράγματος (κατοχή) κατά τρόπο που αποκλείει άλλον από αυτή, το δε δεύτερο εξωτερικεύεται με τη μεταχείριση του πράγματος κατά τρόπο που προσιδιάζει σε κύριο αυτού. Η ταυτόχρονη κατά κανόνα συνύπαρξη (με εξαίρεση την πλασματική κτήση της νομής) των δύο αυτών στοιχείων είναι δημιουργική του προστατευόμενου από το ισχύον δίκαιο δικαιώματος της νομής.
Ειδικότερα, φυσική εξουσία είναι η άσκηση πράξεων που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του πράγματος, ώστε, κατά την αντίληψη των συναλλαγών, να θεωρείται ότι αυτό βρίσκεται κατά τρόπο σταθερό στη διάθεση του νομέα. Υπάρχει, επίσης, όταν ο νομέας δεν βρίσκεται σε διαρκή σωματική επαφή με το πράγμα, αλλά έχει την εποπτεία του τελευταίου και τη δυνατότητα άσκησης φυσικής εξουσίας πάνω σ'αυτό κάθε στιγμή.
Η διάνοια κυρίου, επίσης, εκδηλώνεται με τη μεταχείριση του πράγματος με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να το μεταχειριστεί ο ιδιοκτήτης, χωρίς να απαιτείται απαραίτητα και να κατευθύνεται η πρόθεση του νομέα σε έννομη κτήση της κυριότητας, ούτε και να έχει αυτός την πεποίθηση ότι έχει κυριότητα (opinio domini).
Αν λείπει όμως το πνευματικό στοιχείο υπάρχει μόνο κατοχή ως απλή φυσική εξουσία επί του πράγματος που συνήθως ασκείται στο όνομα άλλου με βάση κάποια νόμιμη ή υποτιθέμενη ενοχική σχέση (μίσθωση, χρησιδάνειο, μεσεγγύηση, εκούσια ή νόμιμη αντιπροσώπευση, παρακαταθήκη κλπ.). Περί της συνδρομής δε ή όχι των αμέσως πιο πάνω στοιχείων, που απαιτούνται για τη διατήρηση της νομής, κρίνει το δικαστήριο κατά την κοινή αντίληψη με βάση τα συγκεκριμένα, σε κάθε περίπτωση, περιστατικά.
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 974, 984 § 1 και 989 εδάφ. α' ΑΚ προκύπτει, ότι στοιχεία της αγωγής περί διατάραξης της νομής είναι η νομή του ενάγοντα πάνω στο πράγμα κατά το χρόνο της διατάραξης και της άσκησης της αγωγής και η προσβολή αυτής από τον εναγόμενο με διατάραξη που έγινε παράνομα και χωρίς τη θέληση του νομέα ενάγοντα.
Διατάραξη της νομής συνιστά κάθε θετική πράξη ή παράλειψη που αποτελεί παρενόχληση του νομέα στην άσκηση της νομής του. Η διατάραξη, που υπάρχει όταν ο νομέας δεν αποβάλλεται από το πράγμα, αφού ο τελευταίος δεν στερείται πλήρως της φυσικής εξουσίας, αλλά παρακωλύεται σε κάποιες από τις εκδηλώσεις της, εκδηλώνεται είτε θετικά, με πράξη του προσβολέα στο πράγμα ή με παρεμπόδιση πράξης του νομέα, είτε αρνητικά, με παράλειψη, όταν ο προσβολέας δεν προβαίνει στην επιβαλλόμενη ενέργεια προς αποτροπή ή παύση της διατάραξης, όπως λ.χ.
όταν ο τελευταίος παραλείπει να άρει διαταρακτικό κατασκεύασμα ή αντικείμενο, συνεπαγόμενο διαρκή και εξακολουθητική παρενόχληση του νομέα στην άσκηση της νομής του. Η συνδρομή της διατάραξης της νομής κρίνεται, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, με βάση τα αμέσως πιο πάνω στοιχεία, ενώ ο χρόνος, ο τρόπος και η αιτία απόκτησης της νομής δεν αποτελούν στοιχεία της σχετικής αγωγής.
Είναι, δηλαδή, αδιάφορο επί πόσο χρόνο πριν από τη διατάραξη νεμόταν ο ενάγων το πράγμα, όπως, επίσης και με ποιο τρόπο αποκτήθηκε η νομή (εφόσον η νομή δεν είναι επιλήψιμη έναντι του εναγομένου) και από ποια αιτία, ενώ δεν είναι αναγκαία η ειδικότερη μνεία στην εν λόγω αγωγή του στοιχείου της διάνοιας κυρίου, αφού με τη λέξη "νομή" προσδιορίζεται έννοια εξουσίασης, περιλαμβάνουσα ως αδιάσπαστη ενότητα και τη με διάνοια κυρίου άσκηση αυτής, ούτε, τέλος, είναι αναγκαία η αιτιολογία και του τρόπου κτήσης της κυριότητας των απώτερων δικαιοπαρόχων του ενάγοντα.
Κατά τις διατάξεις, επίσης, των άρθρων 976 και 983 ΑΚ, η νομή αποκτάται είτε με παράδοση αυτής στον αποκτώντα με τη βούληση του έως τώρα νομέα ή και με μόνη τη μεταξύ τους συμφωνία για μεταβίβαση αυτής, εφόσον ο αποκτών είναι σε θέση να ασκεί την εξουσία πάνω στο πράγμα, είτε με κληρονομική διαδοχή. Από το συνδυασμό των αμέσως πιο πάνω διατάξεων με εκείνες των άρθρων 158, 361, 369 και 973 του ίδιου Κώδικα προκύπτει, ότι η συμφωνία περί μεταβίβασης της νομής ακινήτου, η οποία δεν είναι εμπράγματο δικαίωμα, αφού δεν περιλαμβάνεται μεταξύ αυτών που περιοριστικά μνημονεύονται στο άρθρο 973 του πιο πάνω Κώδικα, δεν υπόκειται στον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, κατ' εφαρμογή του άρθρου 369 ΑΚ ούτε και σε μεταγραφή, κατ' εφαρμογή των άρθρων 1033 και 1198 του ίδιου Κώδικα, αλλά αποτελεί αφηρημένη ή αναιτιώδη δικαιοπραξία, το κύρος της οποίας δεν επηρεάζεται από την ακυρότητα ή την ανυπαρξία της αιτίας, εκτός εάν, κατά τη βούληση των μερών, το κύρος της συμφωνίας περί μεταβίβασης της νομής εξαρτήθηκε από την αιτία που την υπαγόρευσε, το τελευταίο δε διατυπώθηκε απ' αυτά ως αίρεση της δικαιοπραξίας.
Αντίθετα, κατά το πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (23-2-1946) ισχύον δίκαιο και, ειδικότερα, κατά το άρθρο 45 του νόμου περί χαρτοσήμου, που καταργήθηκε με το άρθρο 31 του ΕισΝΑΚ, σύμφωνα με το οποίο στον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου υπάγονταν και οι συμβάσεις περί μεταβολής της νομής επί ακινήτου, για το κύρος της συμφωνίας περί μεταβίβασης της νομής ακινήτου απαιτείτο η τήρηση συμβολαιογραφικού εγγράφου (Ολ.
ΑΠ 1593/1979). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 991 ΑΚ, που ορίζει, ότι ο εναγόμενος για διατάραξη ή αποβολή δεν μπορεί να επικαλεστεί δικαίωμα που του παρέχει εξουσία πάνω στο πράγμα παρά μόνο αν το δικαίωμα έχει αναγνωριστεί τελεσίδικα ανάμεσα σ'αυτόν και τον ενάγοντα, προκύπτει, ότι ο εναγόμενος σε αγωγή διατάραξης ή αποβολής από τη νομή του πράγματος δεν μπορεί να αντιτάξει κατά του ενάγοντα ενστάσεις ανατρεπτικές στηριζόμενες σε δικαίωμα ίδιας κυριότητας ή σε άλλα εμπράγματα δικαιώματα επί του πράγματος, όπως λ.χ.
στο δικαίωμα της επικαρπίας ή άλλης προσωπικής ή πραγματικής δουλείας, παρέχον, στην τελευταία περίπτωση - σε αγωγή μόνο για διατάραξη της νομής-, την αποτελούσα τη διατάραξη εξουσία ή σε προσωπικά περί αυτού - πράγματος - δικαιώματα, με βάση τα οποία θα μπορούσε ο ίδιος να αξιώσει τη σ'αυτόν παράδοση του πράγματος ή την παραχώρηση της χρήσης αυτού, όπως λ.χ.
στο δικαίωμα με βάση σύμβαση μίσθωσης, χρησιδανείου κ.α., δυνάμενος μόνο να επικαλεστεί το ίδιο αυτού δικαίωμα νομής ή οιονεί νομής για να υποστηρίξει (δικαιολογήσει) την άρνηση της βάσης της κατ' αυτού αγωγής, δηλαδή, προς άρνηση ότι έλαβε χώρα προσβολή της νομής - διατάραξη ή αποβολή - παράνομη ή αυθαίρετη, οπότε ο σχετικός ισχυρισμός του δεν είναι αυτοτελής, αλλά αποτελεί απλώς αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, που μπορεί να αποδειχθεί ανταποδεικτικά και να επιφέρει την απόρριψή της ως αναπόδεικτης.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Το επίδικο είναι ένα ακίνητο συνολικής εκτάσεως (11.496) τ.μ. που βρίσκεται στην τοποθεσία "... ή ... της περιοχής ... της Κοινότητας ... Στο από Οκτωβρίου 1988 τοπογραφικό διάγραμμα του τεχνολόγου πολιτικού Μηχανικού ..., που είναι συνημμένο στο δικόγραφο της αγωγής, εμφαίνεται με τα στοιχεία 1, 2, 3, ....25, 1 και οριοθετείται βόρεια με τις ιδιοκτησίες των ...
και ..., νότια με κανονικό δρόμο πλάτους (6) μέτρων περίπου και με ιδιοκτησία ..., ανατολικά με παραλία και δυτικά με ιδιοκτησία ... Μετά την γερμανοϊταλική κατοχή το άνω ακίνητο είχε μόνο οικοπεδική αξία και δε σπάρθηκε και καλλιεργήθηκε έκτοτε καθόλου, ακόμη και το δυτικό μέρος αυτό, που δεν βρεχόταν από το χειμέριο κύμα της θάλασσας.
Σε πέτρες περιμετρικά και εντός αυτού ήταν αναγεγραμμένα με κεφαλαία γράμματα, χρώματος κόκκινου και μπλε τα αρχικά Σ.Δ. Αυτά υποδηλώνουν το όνομα ΑΑ που είναι ο πατέρας του εναγομένου εκκαλούντος, ο οποίος απεβίωσε το έτος 1981. Η αναγραφή αυτή είχε γίνει από τον τελευταίο περί το έτος 1977, ο οποίος και το περιέφραξε με πασσάλους καταγράφοντας τα όρια του επιδίκου.
Σε ορισμένες πέτρες πάνω από τα αρχικά γράμματα Σ.Δ. έχουν γραφεί μεταγενέστερα περί το τέλος 1988 με σκούρο χρώμα τα αρχικά γράμματα του ονοματεπώνυμου του ενάγοντος εφεσίβλητου Χ. Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά δεν αποδείχθηκε το ταχθέν θέμα απόδειξης σε βάρος του ενάγοντος, ήτοι ότι αυτός κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής ασκούσε με διάνοια κυρίου εμφανείς υλικές πράξεις νομής στο επίδικο και συγκεκριμένα ότι το όργωνε και το καλλιεργούσε, αφού αυτό από το έτος 1945 ήταν άγονο και χέρσο, ότι το οριοθέτησε με πασσάλους, ότι ενέγραψε στα όρια αυτού το έτος 1981 τα αρχικά του ονόματός του και ότι το επέβλεπε.
Και τούτο ανεξαρτήτως της εγκυρότητος ή μη του από 28/2/1900 ιδιωτικού πωλητηρίου εγγράφου και του από 21/7/1935 ιδιωτικού εγγράφου που επικαλείται ο ενάγων περί μετάθεσης της κυριότητος του επιδίκου αρχικά από τον παππού του εναγομένου στον παππού του ενάγοντος και στη συνέχεια από τον τελευταίο στο θείο του ενάγοντος, γιατί το διαγνωστικό δικαίωμα της νομής (νομή πραγματική κατάσταση) δεν εντάσσεται στην ίδια έννομη σχέση ως προς την κυριότητα (εμπράγματο δικαίωμα) ούτε το ένα εξ' αυτών αποτελεί προδικαστικό ζήτημα".
Ακολούθως, το Εφετείο έκρινε ότι η ένδικη περί διατάραξης της νομής ακινήτου αγωγή του ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα πρέπει να απορριφθεί ως και κατ' ουσίαν αβάσιμη. Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 974 και 976 ΑΚ, με εσφαλμένη εφαρμογή τους, ούτε στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της με αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, αφού δέχθηκε, ότι δεν αποδείχθηκε το θέμα απόδειξης που τάχθηκε σε βάρος του αναιρεσείοντα με την 28/1994 παρεμπίπτουσα για απόδειξη απόφασή του, - η οποία δέχθηκε την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία έγινε δεκτή η εν λόγω αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη λόγω του εκ της ερημοδικίας του - εναγομένου - τεκμηρίου ομολογίας της ιστορικής της βάσης, - δηλαδή δεν αποδείχθηκε ότι ο αναιρεσείων υπήρξε νομέας του επίδικου ακινήτου τόσο κατά το χρόνο της φερόμενης προσβολής της νομής του με διατάραξη που έγινε παράνομα και χωρίς τη θέλησή του το έτος 1988, όσο και κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, χωρίς, στη συγκεκριμένη περίπτωση, να ασκεί επιρροή ο επικαλούμενος από τον αναιρεσείοντα ισχυρισμός ότι αυτός υπήρξε νομέας του εν λόγω ακινήτου από το έτος 1967 και εφεξής "με βραχεία χειρί παράδοση", μετά από συμφωνία με τον τότε νομέα, θείο του ΒΒ και με παραχώρηση σ'αυτόν από τον τελευταίο της νομής του ακινήτου αυτού λόγω άτυπης δωρεάς.
Με τα δεδομένα αυτά, οι πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του και τρίτος, κατά το πρώτο μέρος του, αντίστοιχα, όπως εκτιμώνται λόγοι της αναίρεσης, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι σχετικές από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτιάσεις, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους ψέγεται το Εφετείο και για μη αιτιολόγηση του αποδεικτικού του πορίσματος, το οποίο όμως, κατά τα προεκτιθέμενα, διατυπώνεται σαφώς και έτσι οι λόγοι αυτοί κατά το αντίστοιχο τούτο μέρος τους, είναι απαράδεκτοι (άρθρο 562 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασης τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού η δικονομικού δικαιώματος. (Ολ, ΑΠ 25/2003. 12/2000 και 3/1997).
Ο λόγος δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο (Ολ. ΑΠ 12/1991). Ο πρώτος, επομένως, κατά το τρίτο μέρος του, λόγος της αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 8 περίπτ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον αγωγικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντα, ότι απέκτησε τη νομή του επίδικου ακινήτου από άτυπη, κατά το έτος 1967, δωρεά και παραχώρηση της νομής του από τον τότε νομέα του, θείο του, ΒΒ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον το Εφετείο, με το να δεχθεί, ότι ο αναιρεσείων δεν υπήρξε νομέας του επίδικου ακινήτου από το έτος 1945 και εφεξής μέχρι και το χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής, έλαβε υπόψη τον αμέσως πιο πάνω αγωγικό ισχυρισμό και τον απέρριψε σιωπηρά ως ουσιαστικά αβάσιμο.
Με τον πρώτο, κατά το τέταρτο μέρος του, λόγο της αναίρεσης ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο, με το να απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένδικη αγωγή, μη δεχόμενο ότι ο αναιρεσείων είχε αποκτήσει τη νομή του επίδικου ακινήτου από άτυπη, κατά το έτος 1967, δωρεά και παραχώρηση σ'αυτόν της νομής του από τον τότε νομέα του, θείο του, ΒΒ, χωρίς παράλληλα με την 23/1994 προδικαστική του απόφαση, να υποχρεώσει τον αναιρεσίβλητο να αποδείξει νόμιμο λόγο απώλειας της νομής του αντιδίκου του στο επίδικο ακίνητο, κατ' εφαρμογή των άρθρων 981 και 982 ΑΚ, εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του άρθρου 338 § 1 ΚΠολΔ ως προς το βάρος της απόδειξης. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, αφού ο αναιρεσίβλητος, με την έφεσή του κατά της πρωτόδικης απόφασης, όπως το δικόγραφο αυτής παραδεκτά επισκοπείται (άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ), δεν πρόβαλε αυτοτελή ισχυρισμό περί απώλειας της νομής του αντιδίκου του στο επίδικο ακίνητο από κάποιο νόμιμο λόγο, αλλά ισχυρίστηκε μόνο ότι νομέας του πιο πάνω ακινήτου υπήρξε ο ίδιος από του έτους 1980 και εφεξής μέχρι το χρόνο άσκησης της αγωγής, προβάλλοντας, έτσι, αιτιολογημένη άρνηση της εν λόγω αγωγής, της οποίας την απόδειξη υποχρεώθηκε με την πιο άνω απόφαση ο γι' αυτή βαρυνόμενος κατά νόμο αναιρεσείων.
Με τον πρώτο, κατά το δεύτερο μέρος του καθώς και το συναφή με αυτόν δεύτερο λόγο της αναίρεσης ο αναιρεσείων ψέγεται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο, με τις παραδοχές, ότι νομέας του επίδικου ακινήτου υπήρξε ο αναιρεσείων και ότι περί το έτος 1977 ο πατέρας του αναιρεσιβλήτου ΑΑ είχε αναγράψει σε πέτρες περιμετρικά του πιο πάνω ακινήτου και εντός αυτού με κεφαλαία γράμματα, χρώματος κόκκινου και μπλε τα αρχικά ΑΑ και είχε περιφράξει το εν λόγω ακίνητο με πασσάλους, καταγράφοντας τα όριά του, δηλαδή, με το να δεχθεί, ότι ο αναιρεσείων απώλεσε τη νομή του ακινήτου αυτού με την κατάληψή του από μέρους του πατέρα του αναιρεσιβλήτου, χωρίς όμως να δεχθεί και ότι ο αναιρεσείων, μολονότι έλαβε γνώση της κατάληψης αυτής, εφησύχασε, μη επιδεικνύοντας κανένα ενδιαφέρον, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 974, 981, 982 και 987 του ΑΚ, με ψευδή ερμηνεία και εσφαλμένη εφαρμογή των τελευταίων. Οι αναιρετικοί αυτοί λόγοι είναι απορριπτέοι γιατί στηρίζονται στην εσφαλμένη προϋπόθεση, ότι το Εφετείο δέχθηκε, ότι αρχικά νομέας του επίδικου ακινήτου υπήρξε ο αναιρεσείων, ο οποίος απώλεσε τη νομή του το έτος 1977 λόγω της αμέσως πιο πάνω πράξης του πατέρα του αντιδίκου του.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.
Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Εξάλλου, η ομολογία, ως αποδεικτικό μέσο, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 339 και 352 ΚΠολΔ, προϋποθέτει την παραδοχή της αλήθειας στοιχείου κατά νόμο αυτοτελούς ισχυρισμού του αντιδίκου ή της αναλήθειας τέτοιου ισχυρισμού εκείνου που προβαίνει στην παραδοχή.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις τις εξώδικες ομολογίες του παππού του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου ΒΒ και του παππού του ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα ΓΓ, προκύπτουσες από τα από 28-2-1990 και 21-7-1935, αντίστοιχα, ιδιωτικά έγγραφα, περί του ότι το επίδικο ακίνητο πουλήθηκε αρχικά από τον πρώτο στο δεύτερο, στη συνέχεια δε, από το δεύτερο στο γιο του ΒΒ, με την παράδοση της νομής του στον τελευταίο, τις οποίες - εξώδικες ομολογίες - νόμιμα επικαλέστηκε ο αναιρεσείων ενώπιόν του, με τις προτάσεις του της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη του ουσιώδους αγωγικού ισχυρισμού του, ότι υπήρξε νομέας του πιο πάνω ακινήτου κατά το χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής περί διατάραξης της νομής του στο ακίνητο αυτό.
Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία, ειδικότερα, δέχθηκε ότι: "Και τούτο ανεξαρτήτως της εγκυρότητος ή μη του από 28/2/1900 ιδιωτικού πωλητηρίου έγγραφου και του από 21/7/1935 ιδιωτικού εγγράφου, που επικαλείται ο ενάγων περί μεταθέσεως της κυριότητος του επιδίκου αρχικά από τον παππού του εναγομένου στον παππού του ενάγοντος και στη συνέχεια από τον τελευταίο στον θείο του ενάγοντος, γιατί το διαγνωστέο δικαίωμα της νομής (νομή πραγματική κατάσταση) δεν εντάσσεται στην ίδια έννομη σχέση ως προς την κυριότητα (εμπράγματο δικαίωμα) ούτε το ένα εξ αυτών αποτελεί προδικαστικό ζήτημα", έλαβε υπόψη τις φερόμενες ως προκύπτουσες από τα επίμαχα ιδιωτικά έγγραφα εξώδικες ομολογίες των διαδοχικά φερόμενων ως πωλητών του επίδικου ακινήτου, αλλά ως αφορώσες την κυριότητα και όχι τη νομή του εν λόγω ακινήτου, τις θεώρησε ως αλυσιτελώς προβαλλόμενες στην προκείμενη περί διατάραξης της νομής του πιο πάνω ακινήτου δίκη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-1-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της 254/2007 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιανουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Φεβρουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ