Supreme Court dismisses appeal against labor court ruling on employee breach of confidentiality and unauthorized private business.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding her employment contract and disciplinary action. The appellant argued that the lower court ignored her claim of implied consent to her private business activities and failed to consider evidence of her participation in a trade union meeting. The court ruled that the lower court properly evaluated the appellant's arguments and evidence, finding she violated confidentiality and operated without board approval, thus upholding the dismissal of her appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 19(6), 19(8), 23(7), 24(1), 27(3) of the Staff Regulations; The court's review of disciplinary decisions is limited to the legality of the procedure and the correct application of substantive regulations, excluding the re-evaluation of facts already established.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 275 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 275/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ....., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αργυρώ Γαϊτανάρου βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ. Της αναιρεσίβλητης: Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΟΜΜΕΧ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Τζίλντα Ρήγα βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-10-1999 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2102/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 8009/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25-7-2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αλέξανδρος Νικάκης, διάβασε την από 1-11-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Στον Κανονισμό Υπηρεσιακής Κατάστασης του προσωπικού του ΕΟΜΜΕΧ ορίζονται τα ακόλουθα: Κάθε υπάλληλος, οφείλει να τηρεί την εχεμύθεια για τις συναλλαγές και τις εργασίες του Οργανισμού, καθώς και για κάθε είδους μέτρα και αποφάσεις και προγραμματισμούς του Οργανισμού (άρθρ. 19 παρ. 6). Απαγορεύεται στο τακτικό προσωπικό του Οργανισμού η με οποιαδήποτε τρόπο συμμετοχή του σε οιασδήποτε μορφής εταιρεία, καθώς και η με οποιοδήποτε τρόπο άσκηση ατομικής επιχείρησης ή προσφορά υπηρεσιών σε ατομική επιχείρηση.
Σε όλως εξαιρετικώς περιπτώσεις και προκειμένου για δραστηριότητες που δεν σχετίζονται με ειδικές ή γενικές δράσεις του Οργανισμού, το ΔΣ ύστερα από αίτηση του ενδιαφερομένου, δύναται να παράσχει σχετική άδει με αιτιολογημένη απόφασή του (άρθρ. 19 παρ. 8). Παραπτώματα που επιφέρουν πειθαρχικές ποινές είναι 1)..., 7) Η χρησιμοποίηση της υπαλληλικής ιδιότητας, για την εξυπηρέτηση ιδιωτικών συμφερόντων..., 1) Η μη συμμόρφωση του υπαλλήλου προς τις διατάξεις της παρ.8 του άρθρου 19 (άρθρ. 23 παρ. 7 και 10).
Τα πειθαρχικά παραπτώματα επισύρουν τις παρακάτω ποινές α)..., δ) προσωρινή παύση μέχρι τριών μηνών με στέρηση των αντιστοίχων αποδοχών (άρθρ. 24 παρ. 1). Οι πειθαρχικές ποινές πρέπει να είναι αιτιολογημένες (άρθρο 27 παρ. 3). Περαιτέρω οι αποφάσεις των πειθαρχικών Συμβουλίων, που ενεργούν ως εργοδοτικά όργανα και αποφασίζουν σε εκπλήρωση υποχρέωσης του εργοδότη απέναντι στους εργαζομένους, που πηγάζει από την ιδιωτικού δικαίου σύμβαση εργασίας και τον Κανονισμό που τη συμπληρώνει, υπόκεινται στον έλεγχο των πολιτικών δικαστηρίων όταν εξετάζουν αξίωση του τιμωρημένου υπαλλήλου για κήρυξη της ακυρότητάς τους, κατ΄ άρθρο 174 ΑΚ, καθώς και για αποζημίωση ή ηθική βλάβη, τόσο από άποψη νομιμότητας, όσο και από άποψη ουσιαστικής έρευνας, υπό τους όρους της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή όταν κατά προφανή υπέρβαση των ορίων της καλής πίστεως κρίθηκε τιμωρητέος ο εργαζόμενος ή όταν, λόγω μικρής σημασίας των υπαιτίων πράξεων ή παραλείψεων η ποινή που επιβλήθηκε υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, οπότε ελέγχεται η σχετική ουσιαστική κρίση (Ολ.ΑΠ 291/1091, ΑΠ 204/2002).
Στην προκειμένη υπόθεση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα προσελήφθη από τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο οργανισμό με την επωνυμία "ΕΟΜΜΕΧ ΑΕ" το έτος 1983 με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου ως τακτική υπάλληλος για να προσφέρει τις υπηρεσίες της ως σύμβουλος, με αντικείμενο τον σχεδιασμό και συντονισμό εκπαιδευτικών προγραμμάτων και από 22.3.1996 τοποθετήθηκε στη Διεύθυνση Εκπαιδευτικών και Αναπτυξιακών δραστηριοτήτων, ως αρμόδια για την εκπόνηση Εκπαιδευτικών και Κοινοτικών προγραμμάτων.
Η ενάγουσα παρ΄ όλον ότι είχε λάβει γνώση του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης του προσωπικού του εναγομένου, χωρίς να λάβει ποτέ άδεια απ΄ αυτόν, διατηρούσε παράλληλα ατομική επιχείρηση, παρέχουσα με αμοιβή εκπαιδευτικές υπηρεσίες σε επιχειρήσεις και φορείς του δημοσίου και ιδιωτικού τομέα, που ήταν ανταγωνιστικοί και εξέδωσε 42 δελτία παροχής υπηρεσιών.
Περαιτέρω, κατά τη διάρκεια υποβολής προτάσεων από τον εναγόμενο προς το Υπουργείο Εργασίας, στα πλαίσια εκδήλωσης ενδιαφέροντος από το τελευταίο για προγράμματα κατάρτισης ανέργων, η ενάγουσα, παραβαίνοντας την μυστικότητα και την εχεμύθεια, την οποίαν όφειλε να τηρεί, σχετικά με τις εργασίες και τον προγραμματισμό του εναγομένου, παρευρέθηκε, χωρίς προηγούμενη έγκριση ή εντολή του προϊσταμένου της, σε συνάντηση εξωτερικών συμβούλων στη ΓΣΕΒΕ, που έγινε στην Αθήνα την 26.6.1998, όπου συζητήθηκαν θέματα εκπόνησης προγραμμάτων και κατάρτισης ανέργων και ακολούθως την 9.7.1998 για δικό της όφελος και εναντίον των συμφερόντων του εναγομένου απέστειλε στο ΚΕΚ/ΓΣΕΒΕ μέσω του ηλεκτρονικού υπολογιστή της συναδέλφου της .....
δύο προτάσεις με περιεχόμενο το αρχείο της ΔΕΑΔ της υπηρεσίας της. Τις προαναφερόμενες πράξεις της ενάγουσας, που συνιστούν πειθαρχικά παραπτώματα, γνωστοποίησε ο προϊστάμενός της προς τον διευθύνοντα σύμβουλο του εναγομένου, ο οποίος παρήγγειλε τη διενέργεια διοικητικής εξέτασης από τον υπάλληλο ...., ο οποίος με το 108/7.8.1998 πόρισμά του αποδίδει στην ενάγουσα τις παραβάσεις α) των διατάξεων της παρ. 8 του άρθρου 19 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης του προσωπικού της εναγομένης (άσκησης ατομικής επιχείρησης που παρείχε σε επιχειρήσεις ή φορείς του δημοσίου και ιδιωτικού τομέα, εκπαιδευτικές υπηρεσίες που σχετίζονται με τις δραστηριότητες της διεύθυνσης στην οποία υπηρετεί) και β) των διατάξεων της παραγράφου 1 του άρθρου 19 του ιδίου Κανονισμού (απασχόληση με έργα ξένα προς την εργασία της) και της παραγράφου 7 του αυτού άρθρου (υποβολή πρότασης αίτησης στο ΚΕΚ/ΓΣΕΒΕ την 9.7.1998).
Στη συνέχεια η ενάγουσα παραπέμφθηκε στο αρμόδιο Πρωτοβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο, το οποίο με την 5/1998 απόφασή του έκρινε ομοφώνως ότι υπέπεσε στα καταλογιζόμενα σε βάρος της πειθαρχικά παραπτώματα και της επέβαλε την πειθαρχική ποινή της προσωρινής παύσης ενός και ημίσεος μηνός με ταυτόχρονη στέρηση των αποδοχών της.
Κατά της αποφάσεως αυτής η ενάγουσα ήσκησε έφεση και το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο με την 2/1998 απόφασή του έκρινε κατά πλειοψηφία ότι τέλεσε τα πειθαρχικά αδικήματα που της αποδόθηκαν και της επέβαλε την ίδια ποινή. Από τα πρακτικά συνεδρίασης του δευτεροβαθμίου Πειθαρχικού Συμβουλίου με αριθμό 2/1998 και την ταυτάριθμη απόφασή του, σαφώς προκύπτει ότι διαλαμβάνεται ο τόπος, ο χρόνος τέλεσης των πειθαρχικών παραπτωμάτων που απεδόθησαν στην ενάγουσα, ότι ελήφθησαν υπόψη οι προβληθέντες από αυτήν ισχυρισμοί, της δόθηκε η δυνατότητα να αναπτύξει τις απόψεις της και να υποστηρίξει την έφεσή της κατά την ενώπιον του ανωτέρω συμβουλίου διαδικασία.
Το συμβούλιο, αφού έλαβε υπόψη του όλα τα στοιχεία του φακέλου (πρακτικά και απόφαση του πρωτοβάθμιου πειθαρχικού συμβουλίου, τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν από τον διενεργήσαντα τη διοικητική εξέταση και το συνταχθέν απ΄ αυτόν πόρισμα), καθώς και τα έγγραφα στοιχεία που προσκόμισε η ενάγουσα, με σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφασή του με το αναφερθέν περιεχόμενο και ουδεμία πάσχει (αυτή) ακυρότητα, η δε επιβληθείσα ποινή είναι ανάλογη της βαρύτητας των ανωτέρω πειθαρχικών παραπτωμάτων.
Ενόψει τούτων, η άσκηση του δικαιώματος της πειθαρχικής εξουσίας του εναγομένου να επιβάλλει στην ενάγουσα με το αρμόδιο πειθαρχικό της όργανο την πειθαρχική ποινή της προσωρινής παύσης ενός και ημίσεος μηνός με αντίστοιχη στέρηση των αποδοχών της, δεν υπερβαίνει τα όρια του άρθρου 281 ΑΚ και δεν είναι καταχρηστική.
Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι παραβίασε το άρθρο 27 παρ. 3 του Κανονισμού του αναιρεσιβλήτου, δεχόμενο ότι η απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου έχει νόμιμη αιτιολογία, ως προς την τέλεση του πειθαρχικού παραπτώματος της διατήρησης ατομικής επιχείρησης, καθόσον σ΄ αυτή δεν αναφέρεται ο χρόνος και ο τόπος διατήρησης και λειτουργίας της ατομικής επιχείρησης, το αντικείμενο της δραστηριότητας, ο χρόνος παροχής των εκπαιδευτικών υπηρεσιών σε τρίτους, ο τόπος και ο χρόνος τέλεσης των πειθαρχικών παραπτωμάτων.
Το Εφετείο δέχθηκε ανέλεγκτα, ότι στην απόφαση του δευτεροβαθμίου Πειθαρχικού Συμβουλίου διαλαμβάνεται ο τόπος και ο χρόνος τελέσεως των πειθαρχικών παραπτωμάτων και τα περιστατικά που στοιχειοθετούν αυτά, τα οποία προκύπτουν από τα στοιχεία του φακέλου της πειθαρχικής κατηγορίας και το πόρισμα της διοικητικής εξέτασης.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της νομίμου αιτιολογίας της αποφάσεως του δευτεροβαθμίου Πειθαρχικού Συμβουλίου, ως κι στα ζητήματα της γνώσεως της αναιρεσείουσας των απαγορεύσεων του Κανονισμού της αναιρεσίβλητης για την άσκηση ατομικής επιχείρησης, χωρίς άδεια του Δ.Σ.
της, την παραβίαση υποχρέωσης εχεμύθειας με την αποστολή προς το ΚΕΚ/ΓΣΕΒΕ προτάσεων προς κατάρτιση ανέργων από το αρχείο της υπηρεσίας της και της μη αντίθεσης της πειθαρχικής διώξεως και της επιβληθείσας πειθαρχικής ποινής στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων του Κανονισμού της αναιρεσίβλητης και του άνω άρθρου του ΑΚ.
Επομένως, οι από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ αντίθετοι, πρώτος, τρίτος, τέταρτος ως προς το δεύτερο σκέλος του, πέμπτος και έκτος λόγοι του αναιρετηρίου, πρέπει ν΄ απορριφθούν ως αβάσιμοι. Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Επομένως, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό και ουσιαστικό. Με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, ότι δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, που προτάθηκε με την έφεσή της και ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ήτοι ότι η αναιρεσίβλητη από το έτος 1992 γνώριζε ότι παρείχε εκπαιδευτικές υπηρεσίες σε τρίτους φορείς του δημοσίου και ιδιωτικού τομέα, ουδέποτε εναντιώθηκε και ενέκρινε σιωπηρώς την απασχόλησή της αυτή, καθώς και το ότι ικανός αριθμός υπαλλήλων τη απασχολούνταν μετά την υπηρεσία τους σε διάφορες δραστηριότητες και συναινούσε σιωπηρά, χωρίς να τηρηθεί η διαδικασία της τυπικής έγκρισης.
Όπως όμως προκύπτει από τις άνω παραδοχές της προσβαλλομένη αποφάσεως, σύμφωνα με τις οποίες, ουδέποτε η αναιρεσείουσα έλαβε άδεια από την αναιρεσίβλητη προς διατήρηση παράλληλα ατομικής επιχείρησης εκ μέρους της και ότι στις ανωτέρω ενέργειές της προέβη χωρίς προηγούμενη έγκριση ή εντολή του προϊσταμένου της, το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό αυτό και τον απέρριψε.
Επομένως, ο λόγος αυτός της αναιρέσεως πρέπει ν΄ απορριφθεί ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος που προβάλλεται με τον τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, δεχόμενο ότι η αναιρεσείουσα παραβίασε την εχεμύθεια, διότι στις 26.6.1998 συμμετείχε σε συζήτηση στη Γ.ΣΕΒΕ για θέματα εκπόνησης προγραμμάτων κατάρτισης ανέργων για δικό της όφελος και στις 9.7.1998 απέστειλε στο ΚΕΚ/Γ.ΣΕΒΕ, που λειτουργούσε ανταγωνιστικά δύο προτάσεις από το αρχείο της υπηρεσίας της, πρέπει ν΄ απορριφθεί ως απαράδεκτος, καθόσον τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τις αποδείξεις και αποτέλεσαν μέρος της πειθαρχικής κατηγορίας, δεν συνιστούν "πράγματα", κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25.7.2005 αίτηση της ..... για αναίρεση της 8009/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποίαν καθορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Δεκεμβρίου 2006.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 8 Φεβρουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ