Legislator Case Law & Legislation
275/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility but orders refund of voluntary payments made under the contested judgment.

Case Number 275/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellants' argument that the appeal was inadmissible because the appellant had voluntarily accepted the lower court's decision. While the appeal was declared admissible, the Court found that the appellant had already made voluntary payments to the defendants totaling over 10,000 euros. Consequently, the Court ordered the defendants to refund these specific amounts plus interest to restore the status quo ante.

Legislator headnote

AI generated

Articles 570, 576, 579 of the Code of Civil Procedure; The voluntary acceptance of a judgment does not render an appeal inadmissible if the appellant subsequently seeks restitution of amounts paid voluntarily under that judgment.

Keywords

AI generated
admissibility of appeal voluntary payment restitution status quo ante Code of Civil Procedure voluntary acceptance of judgment

Cited Legislation

AI generated
Article 570 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 576 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 226 paragraph 4 items 1, 2 and 3 of the Code of Civil Procedure
Article 579 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 275 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 275/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1΄ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο-Φώτιο Χατζη-πανταζή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 15η Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τζιώτη, για να δικάσει μεταξύ :

Της αναιρεσείουσας : Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ (ΟΤΕ) που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Τριανταφύλλου βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσίβλητων : 1) .... , 2) ... , 3) ..... . Εκπροσωπήθηκε ο δεύτερος από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παναγιώτου. Οι, πρώτος και τρίτος δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15 Οκτωβρίου 2001 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 67/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 496/2003 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα, με την από 19 Νοεμβρίου 2003 αίτησή της και τους από 14 Δεκεμβρίου 2004 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καράμπελας διάβασε την από 4 Μαρτίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του μοναδικού κύριου και του μοναδικού πρόσθετου, λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του δεύτερου αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και των πρόσθετων λόγων και την καταδίκη της αντίδικης στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή από τις 4260, 4261 και 4262/2005 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Πατρών .... , προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με κλήση για συζήτηση κατά τη δικάσιμο της 15-3-2005, κατά την οποία, με την παρουσία των διαδίκων, αναβλήθηκε από το πινάκιο η υπόθεση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στους πρώτο και τρίτο αναιρεσιβλήτους, οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως.

Επομένως το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 σε συνδυασμό με το άρθρο 226 παρ. 4 εδ. 1, 2 και 3 του ΚΠολΔ. O ισχυρισμός του παριστάμενου αναιρεσιβλήτου ότι η αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη, διότι αναιρεσείουσα αποδέχθηκε την προσβαλλόμενη απόφαση, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού οι προτάσεις του δεν κατατέθηκαν είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση (άρθρο 570 παρ. 1 ΚΠολΔ.) Επειδή από το σύνολο των διατάξεων του ν. 1876/1990 "Ελεύθερες Συλλογικές Διαπραγματεύσεις και άλλες διατάξεις" συνάγεται ότι οι όροι εργασίας, που ρυθμίζει συλλογική σύμβαση ή διαιτητική απόφαση, μπορούν να τροποποιηθούν με νεότερη ΣΣΕ ή ΔΑ (διαδοχή ΣΣΕ).

Διαδοχή ΣΣΕ υπάρχει όταν νεότερη χρονικά ΣΣΕ αντικαθιστά προγενέστερη του αυτού είδους και πεδίου ισχύος. Κατά τη διαδοχή ΣΣΕ, η νεότερη ΣΣΕ μπορεί να τροποποιεί τους όρους εργασίας της παλαιότερης τόσο υπέρ όσο και εις βάρος των εργαζομένων, δηλαδή κατά τη διαδοχή ΣΣΕ δεν ισχύει η αρχή της προστασίας ή της εύνοιας υπέρ των μισθωτών, αλλά η αρχή της τάξεως (αρχή της διαδοχής των ρυθμίσεων).

Κατά συνέπεια νεότερη ΣΣΕ καταργεί την προηγούμενη του αυτού είδους και πεδίου ισχύος, έστω και αν περιέχει δυσμενέστερες για τους μισθωτούς διατάξεις και δεν εφαρμόζεται η διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 7 του ανωτέρω νόμου, κατά την οποία οι όροι των ατομικών συμβάσεων εργασίας, που αποκλίνουν από τους κανονιστικούς όρους των συλλογικών συμβάσεων, είναι επικρατέστεροι, εφόσον παρέχουν μεγαλύτερη προστασία στους εργαζομένους.

Εκτός εάν με την ατομική σύμβαση εργασίας έχει γίνει παραπομπή στους κανονιστικούς όρους της ΣΣΕ, οπότε οι όροι αυτοί καθίστανται περιεχόμενο της ατομικής σύμβασης και, εφόσον είναι ευνοϊκότεροι για τον μισθωτό, δεν μπορούν να μεταβληθούν με μεταγενέστερη ΣΣΕ, η οποία περιέχει όρους δυσμενέστερους από τους όρους της προηγούμενης, που με συμφωνία των συμβαλλομένων κατέστησαν όροι της ατομικής σύμβασης εργασίας.

Για να καταστoύν όμως όροι της ΣΣΕ περιεχόμενο της ατομικής σύμβασης εργασίας, πρέπει η παραπομπή να γίνει σε συγκεκριμένη ΣΣΕ και όχι αορίστως, στις εκάστοτε ισχύουσες στις σχέσεις εργοδότη και μισθωτών ΣΣΕ, διότι στην τελευταία περίπτωση θα ισχύει η νεότερη ΣΣΕ (διαδοχή τάξεων), έστω και αν περιέχει δυσμενέστερες για τους μισθωτούς διατάξεις.

Εξάλλου από το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 1876/1990 προκύπτει ότι με νεότερη ΣΣΕ μπορεί να γίνει ερμηνεία ασαφών κανονιστικών όρων προηγούμενης ΣΣΕ. Η ερμηνεία μπορεί να αφορά μόνο σε ασαφείς όρους και ανατρέχει στους όρους ενάρξεως ισχύος της προηγούμενης. Αν όμως υπό το πρόσχημα της ερμηνείας μεταβαλλόταν το σαφές περιεχόμενο των όρων της ΣΣΕ, δεν πρόκειται για ερμηνεία, αλλά για τροποποίηση των όρων αυτών, η οποία δεν έχει αναδρομική δύναμη και θα ισχύσει για το μέλλον ως νέα συλλογική ρύθμιση.

Σημειώνεται ότι η συνομολόγηση νέας ΣΣΕ πριν από το ελάχιστο χρονικό όριο του ενός έτους, που προβλέπεται στο άρθρο 9 παρ. 1γ΄του ν. 1876/1990 δεν απαγορεύεται, αφού με τη διάταξη αυτή απαγορεύεται η μονομερής διεκδίκηση νέων όρων και η μονομερής προσφυγή στη διαιτησία. Περαιτέρω με την από 10-5-1996 επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας (ΕΣΣΕ), που καταρτίστηκε μεταξύ της αναιρεσείουσας και της συνδικαλιστικής οργάνωσης των εργαζομένων σ'αυτή ΟΜΕ-ΟΤΕ, μέλη της οποίας είναι οι αναιρεσίβλητοι, ορίστηκε στο άρθρο 44 παρ.

α΄ αυτής ότι: "Στα πλαίσια της πολιτικής ανανέωσης του ανθρώπινου δυναμικού του Οργανισμού συμφωνείται να δοθούν κίνητρα εθελουσίας εξόδου στο προσωπικό ως ακολούθως: Στο προσωπικό που θεμελιώνει δικαίωμα απόλυσης σύμφωνα με τις διατάξεις του ΓΚΠ-ΟΤΕ και των ΕΣΣΕ και απολύεται με αίτησή του, καταβάλλεται πρόσθετη αποζημίωση λόγω απολύσεως, ίση με τις τακτικές αποδοχές 4, 6, 8 και 10 μηνιαίων τακτικών μισθών υπό συνθήκες πλήρους απασχόλησης, εφόσον ο υπολειπόμενοςχρόνος από την ημερομηνία υποχρεωτικής απόλυσής τουλόγω 35ετίας ή ορίου ηλικίας, κατά τα ισχύοντα, είναι αντίστοιχα 1, 2, 3, 4 και άνω πλήρη έτη (12μηνα)".

Με την επακολουθήσασα από 23-5-1996 επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας, η οποία συνήφθη μεταξύ των ιδίων παραπάνω συμβαλλομένων, προστέθηκαν στο τέλος της παραγράφου α΄ του άρθρου 44 της από 10-5-1996 ΕΣΣΕ τα εξής: "Διευκρινίζεται ότι στους ανωτέρω μισθούς δεν περιλαμβάνεται αναλογία επιδομάτων Χριστουγέννων-Πάσχα, κανονικής αδείας, υπερωριών, εξαιρέσιμων κ.λ.π".

Με την τελευταία αυτή διάταξη δεν ερμηνεύτηκε πράγματι, αλλά τροποποιήθηκε η παράγραφος α΄ του άρθρου 44 της από 10-5-1996 ΕΣΣΕ και ορίστηκε ότι η πρόσθετη αποζημίωση, που καταβάλλεται στους μισθωτούς του ΟΤΕ, οι οποίοι αποχωρούν λόγω εθελουσίας εξόδου, θα προσδιορίζεται με βάση τους βασικούς μισθούς αυτών και δεν θα συνυπολογίζεται για τον καθορισμό του ύψους αυτής η αναλογία των προαναφερόμενων παροχών.

Η νέα αυτή διάταξη, που δεν είχε αναδρομική δύναμη, αλλά ίσχυσε για το μέλλον, δεν αντίκειται στο Σύνταγμα και στον ν. 1876/1990, είναι ισχυρή και υπερισχύει της προηγούμενης διάταξης του άρθρου 44α της από 10-5-1996 ΕΣΣΕ. Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε τα ακόλουθα:

Οι αναιρεσίβλητοι, που είχαν προσληφθεί από την αναιρεσείουσα, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, ως υπάλληλοί της, κατά τα έτη 1967 ο πρώτος και 1971 οι λοιποί, αποχώρησαν το 2000 λόγω συμπληρώσεως του προβλεπόμενου από το άρθρο 19 παρ. 1 του ΓΚΠ-ΟΤΕ ορίου ηλικίας και συνταξιοδοτήθηκαν. Η αναιρεσείουσα κατέβαλε στους αναιρεσιβλήτους, μεταξύ άλλων και την προβλεπόμενη από το άρθρο 44 παρ.

α΄ της από 10-5-1996 ΕΣΣΕ πρόσθετη αποζημίωση, μειωμένη όμως, διότι δεν συνυπολόγισε σ'αυτή και τηναναλογία των επιδομάτων εορτών (Χριστουγέννων - Πάσχα) και κανονικής αδείας, επικαλούμενη το άρθρο 3 της από 23-5-1996 ΕΣΣΕ, κατά το οποίο, για τον προσδιορισμό του ύψους της πρόσθετης αποζημίωσης, δεν συνυπολογίζεται η αναλογία των επιδομάτων αυτών.

Και περαιτέρω δέχθηκε ότι ο προαναφερόμενος κανονιστικός όρος της από 23-5-1996 ΕΣΣΕ είναι ανίσχυρος, διότι ερμηνεύει κατά το δοκούν τον δόκιμο όρο του εργατικού δικαίου "τακτικός μισθός" και συνεπώς για τον προσδιορισμό του ύψους της κατά το άρθρο 44 της από 10-5-1996 ΕΣΣΕ πρόσθετης αποζημίωσης των αναιρεσιβλήτων, πρέπει να συνυπολογιστεί και η αναλογίατων παραπάνω επιδομάτων.

Έτσι όμως που έκρινε και -κατά παραδοχή σχετικού αγωγικού αιτήματος, που στηριζόταν στην επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση της 10-5-1996 απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, με την οποία είχε επιδικαστεί στους αναιρεσιβλήτους η πρόσθετη αυτή αποζημίωση, με συνυπολογισμό της αναλογίας των παραπάνω επιδομάτων, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις του ν. 1876/1990 και την κανονιστική διάταξη του άρθρου 3 της από 23-5-1996 ΕΣΣΕ, αφού η διάταξη αυτή δεν είναι ερμηνευτική, αλλά τροποποιητική, της διάταξης του άρθρου 44 παρ.

α΄ της προηγούμενης από 10-5-1996 ΕΣΣΕ και είναι κατά τούτο ισχυρή. Επομένως, κατά τους σχετικούς βάσιμους, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, κύριο και πρόσθετο λόγους της αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Εφόσον όμως ο Άρειος Πάγος κρίνει ότι το αίτημα δικαστικής προστασίας δεν στηρίζεται στον νόμο και για τον λόγο αυτό αναιρεί την απόφαση, δεν συντρέχει περίπτωση να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο για περαιτέρω εκδίκαση κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, αφού δεν υπάρχει νόμιμο αίτημα δικαστικής προστασίας και η απόφαση του Αρείου Πάγου δεσμεύει το δικαστήριο της παραπομπής (άρθρο 580 παρ. 4 ΚΠολΔ), το οποίο, κατά παραδοχή της εφέσεως, θα εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση και θα απορρίψει την ένδικη αγωγή, δεδομένου ότι δεν απομένει σ' αυτό περαιτέρω στάδιο έρευνας.

Επομένως, προς οικονομία χρόνου και δαπάνης, η κρινομένη υπόθεση δεν πρέπει να παραπεμφθεί στο Πολυμελές Πρωτοδικείο, αλλά ο Άρειος Πάγος να δικάσει την υπόθεση και -δεχόμενος την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης- να απορρίψει την αγωγή. Οι αναιρεσίβλητοι που ηττώνται, πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας της παρούσας δίκης και της δίκης τόσο ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ως Εφετείου όσο και ενώπιον του Ειρηνοδικείου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

Επειδή η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται με τις προτάσεις της ότι, σε εκούσια εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατέβαλε στους αναιρεσιβλήτους τα συνολικά ποσά των 3.887,04, 3583,64 και 2741,64 ευρώ αντιστοίχως και ζητεί να διαταχθεί, σε περίπτωση ευδοκιμήσεως της αναιρέσεως, η επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της άνω αποφάσεως και η καταβολή σ'αυτή των παραπάνω ποσών, με τους νόμιμους τόκους από την επίδοση της αποφάσεως που θα εκδοθεί. Η αίτηση αυτή υποβάλλεται παραδεκτά με τις προτάσεις που κατέθεσε εμπρόθεσμα η αναιρεσείουσα την προηγούμενη της συζητήσεως ημέρα και είναι νόμιμη, ως στηριζόμενη στο άρθρο 579 παρ.2 του ΚΠολΔ. Από τις προσκομιζόμενες από 23-7-2002 έξι εξοφλητικές αποδείξεις, που δεν αμφισβητούν οι αναιρεσίβλητοι, προαποδεικνύεται ότι καταβλήθηκαν σ' αυτούς τα ανωτέρω ποσά, για κεφάλαιο και τόκους των απαιτήσεων που επιδίκασε η προσβαλλόμενη απόφαση.

Συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση και να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητοι να αποδώσουν στην αναιρεσείουσα τα ποσά αυτά, με τους νόμιμους τόκους από την επίδοση της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 496/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Δέχεται την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 67/2002 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Πατρών.

Εξαφανίζει την απόφαση αυτή.

Απορρίπτει την ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πατρών από 15-10-2001 (με αριθ. καταθέσεως 1282/17-10-2001) αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατά της αναιρεσείουσας.

Υποχρεώνει τους αναιρεσιβλήτους να αποδώσουν στην αναιρεσείουσα, με τους νόμιμους τόκους από την επίδοση της παρούσας, τα ακόλουθα ποσά: α) ο .... τρεις χιλιάδες οκτακόσια ογδόντα επτά ευρώ και τέσσερα λεπτά (3.887,04), β) ο .... τρεις χιλιάδες πεντακόσια ογδόντα τρία ευρώ και εξήντα τέσσερα λεπτά (3.583,64) και γ) ο ..... δύο χιλιάδες επτακόσια σαράντα ένα ευρώ και εξήντα τέσσερα λεπτά (2.741,64).

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Δεκεμβρίου 2005.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 15 Φεβρουαρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ